Supreme Court dismisses appeal against smuggling conviction citing insufficient grounds for retrial.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the Third Panel Court of Patras's conviction for smuggling migrants. The appellant argued that the lower court failed to properly evaluate evidence and failed to provide sufficient reasoning for its findings. The court determined that the appellant's claims regarding the lack of reasoning were unfounded because the lower court's decision explicitly detailed the evidence considered and the logical basis for its conclusions.
Legislator headnote
AI generatedArticles 88(1)(a)-(b) of Law 3386/2005; Article 510(1)(d) of the Code of Criminal Procedure: The Supreme Court will dismiss an appeal if the appellant's arguments regarding the lack of reasoning or failure to consider evidence are unfounded and do not constitute a valid ground for retrial.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2073 / 2010 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ) ΑΡΙΘΜΟΣ 2073/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ----
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Δεκεμβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Γεωργίου Μπόμπολη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος- κατηγορουμένου Β.Π., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Κουγιτέα, περί αναιρέσεως της με αριθμό 1556/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών.
Το Τριμελές Εφετείο Πατρών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 12 Μαΐου 2010 αίτησή του περί αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 682/2010.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 88 παρ. 1 εδάφια α' έως β' του Ν.3386/2005 "Είσοδος, διαμονή και κοινωνική ένταξη υπηκόων τρίτων χωρών στην Ελληνική Επικράτεια", "Πλοίαρχοι ή κυβερνήτες πλοίου, πλωτού μέσου ή αεροπλάνου και οδηγοί κάθε είδους μεταφορικού μέσου που μεταφέρουν από το εξωτερικό στην Ελλάδα υπηκόους τρίτων χωρών, που δεν έχουν δικαίωμα εισόδου στο ελληνικό έδαφος ή στους οποίους έχει απαγορευθεί η είσοδος για οποιαδήποτε αιτία, καθώς και αυτοί που τους προωθούν από τα σημεία εισόδου, τα εξωτερικά ή εσωτερικά σύνορα στην Ελληνική Επικράτεια και αντίστροφα προς το κράτος εδάφους κράτους - μέλους της Ε.Ε.
ή τρίτης χώρας ή διευκολύνουν τη μεταφορά ή προώθησή τους ή εξασφαλίζουν σε αυτούς κατάλυμα για απόκρυψη, τιμωρούνται α) με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και χρηματική ποινή 5.000 έως 20.000 ευρώ για κάθε μεταφερόμενο πρόσωπο, β) με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών και χρηματική ποινή (15.000) έως πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ για κάθε μεταφερόμενο πρόσωπο, αν η μεταφορά ενεργείται κατ' επάγγελμα ή εάν ο υπαίτιος είναι υπάλληλος ή τουριστικός ή ναυτιλιακός ή ταξιδιωτικός πράκτορας.
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει αα) ότι θεσμοθετείται ποινικό αδίκημα, υπαλλακτικώς μικτό, που πραγματοποιείται με καθένα από τους ανωτέρω τρόπους από πρόσωπα, τα οποία αποδέχονται να μεταφέρουν στην Ελλάδα αλλοδαπούς, που δεν έχουν δικαίωμα να εισέλθουν στο έδαφός της, ή διευκολύνουν τη μεταφορά ή την προώθησή τους στο εσωτερικό της χώρας ή εξασφαλίζουν σ' αυτούς κατάλυμα για απόκρυψη ή δέχονται να τους μεταφέρουν ή τους προωθούν από τα εξωτερικά ή εσωτερικά σύνορα της Ελληνικής Επικράτειας προς το έδαφος κράτους μέλους της Ε.Ε.
ή τρίτης χώρας, γνωρίζοντας την αυθαίρετη είσοδό τους ως λαθρομεταναστών στην Ελλάδα, ββ) ότι για την τέλεση του αδικήματος της ως άνω μεταφοράς ή προωθήσεως αλλοδαπού είτε στο εσωτερικό της χώρας είτε από την Ελλάδα προς το έδαφος κράτους - μέλους της Ε.Ε. ή άλλου κράτους απαιτείται υποκειμενικώς δόλος, είτε άμεσος είτε ενδεχόμενος και γγ) ότι συνιστά επιβαρυντική περίσταση η αναφερόμενη μεταφορά των αλλοδαπών, που ενεργείται κατ' επάγγελμα ή από δράστη υπάλληλο ή τουριστικό πράκτορα.
Η ανωτέρω αξιόποινη πράξη θεωρείται τετελεσμένη, προκειμένου μεν για θαλάσσια και εναέρια μεταφορικά μέσα, εφόσον το πρόσωπο που επιβιβάσθηκε λάθρα βρίσκεται μέσα σε αυτά κατά την έναρξή του, προ του απόπλου ή της απογειώσεως, ελέγχου από τα αρμόδια κρατικά όργανα, ή μετά την άπαρση του πλοίου ή την απογείωση του αεροπλάνου, προκειμένου δε για άλλα μεταφορικά μέσα, εφόσον το πρόσωπο που αναχωρεί λάθρα βρίσκεται μέσα σε αυτά κατά τον τελευταίο έλεγχο εξόδου ή πλησίον των συνόρων.
Εξ άλλου από τη διάταξη του άρθρο 16 του Π.Κ., κατά την οποία τόπος τελέσεως της πράξεως θεωρείται ο τόπος όπου ο υπαίτιος διέπραξε ολικά ή μερικά την αξιόποινη ενέργεια ή παράλειψη καθώς και ο τόπος όπου επήλθε το αξιόποινο αποτέλεσμα, προκύπτει ότι τόπος τελέσεως ενός εγκλήματος, για τον καθορισμό του οποίου αξία έχει η όλη διαδρομή των όσων συνέβησαν από την αρχή τέλεσης μέχρι την ολοκλήρωση του εγκλήματος, είναι εκείνος στον οποίο εκδηλώθηκε η εγκληματική συμπεριφορά όσο και ο τόπος στον οποίο πραγματώθηκε το αξιόποινο αποτέλεσμα.
Δεν δημιουργεί έλλειψη αιτιολογίας η μη επακριβής αναφορά του τόπου τελέσεως του εγκλήματος εφόσον από τις παραδοχές της αποφάσεως προκύπτει ότι αναφέρεται ο τόπος στον πραγματώθηκε κατά ένα μέρος ή ολοκληρώθηκε η τέλεση της αντικειμενικής υποστάσεως της αξιοποίνου πράξεως της παράνομης μεταφοράς αλλοδαπών και προωθήσεώς των από τα σύνορα της Ελλάδας προς το έδαφος κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ενώσεως ή Τρίτης χώρας.
Περαιτέρω κατά τον κανόνα του άρθρου 17 Π.Κ., χρόνος τελέσεως της πράξεως θεωρείται αυτός που ο υπαίτιος ενήργησε ή όφειλε να ενεργήσει. Η αναφορά επακριβώς του χρόνου τελέσεως της αξιοποίνου πράξεως στην καταδικαστική απόφαση είναι αναγκαία, για τον έλεγχο της παραγραφής της πράξεως και της εφαρμογής του επιεικεστέρου νόμου ή για τον καθορισμό της ταυτότητας της πράξεως.
Όταν τίθεται ζήτημα παραγραφής της πράξεως, η οποία ως θεσμός διατάξεως εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της ποινικής διαδικασίας, η αιτιολογία της καταδικαστικής αποφάσεως πρέπει να εκτείνεται και στα περιστατικά που αφορούν στην έναρξη και στην συμπλήρωση του χρόνου παραγραφής, διαφορετικά η αιτιολογία της αποφάσεως είναι ελλιπής και ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας.
Περαιτέρω κατά το άρθρο 13 στοιχ. στ' του Π.Κ. κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως της πράξεως προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι ένα έγκλημα τελείται κατ' επάγγελμα όταν προκύπτει σκοπός εισοδήματος είτε από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως είτε από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και ενεργεί όχι ευκαιριακά αλλά με οργανωμένη ετοιμότητα και σχέδιο που υποδηλώνει πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως της πράξεως.
Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ'αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε.
Η ύπαρξη του δόλου που απαιτείται κατά το άρθρο 26 παρ. 1 Π.Κ. για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος και συνίσταται σύμφωνα με το άρθρο 27 παρ.1 του ιδίου Κώδικα στη θέληση ή αποδοχή παραγωγής των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια της αξιοποίνου πράξεως δεν είναι κατ' αρχή αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του διαλαμβάνεται δε περί αυτού αιτιολογία, στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή και προκύπτει από τα περιστατικά που αναφέρονται σ' αυτή.
Όταν, όμως, πρόκειται για ενδεχόμενο δόλο η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στο δόλο και να αιτιολογείται ιδιαίτερα η ύπαρξή του και ειδικώς το στοιχείο της προβλέψεως του εγκληματικού και το στοιχείο της αποδοχής του, διότι από το βαθμό της προβλέψεως του εγκληματικού αποτελέσματος δεν τεκμαίρεται και η αποδοχή του ούτε καθίσταται περιττή η απόδειξη αυτού.
Ως προς τα αποδεικτικά μέσα αρκεί αυτά να αναφέρονται γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να είναι ανάγκη να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο.
Δεν αποτελούν, όμως, λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη αναφοράς από ποιο αποδεικτικό μέσο προέκυψε η κάθε παραδοχή καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Πατρών, ύστερα από εκτίμηση των κατ' είδος αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, μεταξύ των οποίων η ένορκη κατάθεση του εξετασθέντος στο ακροατήριο μάρτυρα κατηγορίας, η απολογία του κατηγορουμένου, η αναφερόμενη στα πρακτικά της δίκης ότι ανεγνώσθη 187/2008 εκκαλουμένη απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πατρών και τα έγγραφα που αναφέρεται ότι αναγνώσθηκαν σ'αυτήν, δέχθηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεώς του, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "Ο 1ος κατηγορούμενος, (ήδη αναιρεσείων), κατά τον αναφερόμενο στα διατακτικό τόπο και χρόνο, ως οδηγός του με αριθμό κυκλοφορίας ...
Φ/Γ φορτηγού οχήματος (τράκτορα με επικαθήμενο), ιδιοκτησίας του Κ.Κ., με το οποίο θα ταξίδευε μέσω του λιμένα των Πατρών, για Βενετία με το Ε/Γ-Ο/Γ πλοίο "Λ. Ο.", μετέφερε υπηκόοους τρίτης χώρας, κατά την έννοια του άρθρου Ι του Ν.3386/2005, οι οποίοι δεν ήσαν εφοδιασμένοι με τα απαιτούμενα ταξιδιωτικά έγγραφα, την πράξη δε αυτή τέλεσε κατ' επάγγελμα.
Συγκεκριμένα επιβίβασε στο παραπάνω αυτοκίνητό του έξι (6) λαθρομετανάστες, υπηκόους ΙΡΑΚ, οι οποίοι εν γνώσει του, στερούνταν των νομίμων ταξιδιωτικών εγγράφων, με σκοπό να τους μεταφέρει (προωθήσει) λάθρα στην Ιταλία, πλην όμως, οι τελευταίοι έγιναν αντιληπτοί καθόν χρόνον βρίσκονταν εντός του παραπάνω αυτοκινήτου και επί του άνω πλοίου, κατά τον τελευταίο έλεγχο από τους αρμοδίους λιμενικούς υπαλλήλους του Κεντρικού Λιμεναρχείου Πατρών προ του απόπλου του εν λόγω πλοίου.
Την παραπάνω πράξη του ο 1ος κατηγορούμενος τέλεσε κατ' επάγγελμα, ήτοι έχοντας διαμορφωμένη υποδομή (σχετικές διασυνδέσεις με αλλοδαπούς Ιρακινούς) προς εύρεση λαθρομεταναστών, για επανάληψη τελέσεως της πράξεως αυτής προς πορισμό εισοδήματος. Με τα δεδομένα αυτά πρέπει να κηρυχθεί ένοχος. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο εκκαλών Κ.Κ.
δεν γνώριζε το σκοπό για τον οποίο χρησιμοποιήθηκε το με αριθμό ... φορτηγό αυτοκίνητο ιδιοκτησίας του, ήτοι για την παράνομη μεταφορά λαθρομεταναστών, πράξη για την οποία κηρύχθηκε ένοχος ο 1ος κατηγορούμενος, οδηγός του ως άνω οχήματος. Κατά συνέπεια πρέπει να αρθεί η κατάσχεση αυτού και να διαταχθεί η απόδοσή του στον ανωτέρω ιδιοκτήμονα - εκκαλούντα Κ.Κ., όπως ορίζεται στο διατακτικό".
Κατ' ακολουθία του αιτιολογικού αυτού το Τριμελές Εφετείο κήρυξε και τον αναιρεσείοντα ως οδηγό μεταφορικού μέσου ένοχο τελέσεως κατ' επάγγελμα της πράξεως της μεταφοράς, προωθήσεως παρανόμως από την Ελληνική Επικράτεια προς το έδαφος κράτους μέλους της Ε.Ε. υπηκόων τρίτης χώρας που δεν είχαν εφοδιασθεί με τα απαιτούμενα μέσα κατά συρροή και ειδικότερα του ότι ως οδηγός του υπ' αριθμό κυκλοφορίας ...
Φ/Γ/ οχήματος (τράκτορας με επικαθήμενο) με το οποίο ταξίδευε μέσω του λιμένος Πατρών για Βενετία Ιταλίας, με το Ε/Γ-Ο/Γ "Λ. Ο." επιβίβασε στο αυτοκίνητό του τους υπηκόους ΙΡΑΚ M.R., G.A., M.S., A.M., K.H. και S.A., οι οποίοι εν γνώσει του εστερούντο των νομίμων ταξιδιωτικών εγγράφων με σκοπό να τους μεταφέρει - προωθήσει λάθρα στην Ιταλία, πλην όμως οι τελευταίοι έγιναν αντιληπτοί καθ' όν χρόνο ευρίσκοντο εντός του οχήματος και επί του ανωτέρω πλοίου, κατά τον τελευταίο έλεγχο από τους αρμόδιους λιμενικούς υπαλλήλους του Κ.Λ.
Πάτρας, προ του απόπλου του εν λόγω πλοίου, την παράνομη δε αυτή πράξη του ο κατηγορούμενος τέλεσε κατ' επάγγελμα έχοντας διαμορφωμένη υποδομή (σχετικές διασυνδέσεις με τρίτα πρόσωπα Ιρακινούς κ.α.) προς εύρεση λαθρομεταναστών, για επανάληψη τελέσεως της πράξεως αυτής προς πορισμό εισοδήματος. Για την πράξη του δε αυτήν που προβλέπεται και τιμωρείται, όπως δέχθηκε το Εφετείο, από τις διατάξεις των άρθρων 1, 12,, 13στ, 14, 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1α, 94 Π.Κ.
και του άρθρου 88 παρ. 2-1β ν.3386/2005 επέβαλε στον ήδη αναιρεσείοντα ποινή φυλακίσεως δύο ετών και χρηματική ποινή 15.00ο ευρώ για κάθε μεταφερόμενο αλλοδαπό και καθόρισε σε βάρος του καταδικασθέντος συνολική ποινή φυλακίσεως τεσσάρων ετών και ενός μηνός, που μετετράπη σε χρηματική και συνολική χρηματική ποινή 40.000 ευρώ, αφαίρεσε δε το χρόνο προσωρινής κρατήσεως του ως άνω κατηγορουμένου ανερχόμενο σε μία ημέρα, ήτοι από 2.3.2008 (ημέρα συλλήψεώς του) μέχρι 3.3.2008 (ημέρα εκδικάσεως της υποθέσεως επί της οποίας εξεδόθη η εκκαλουμένη απόφαση).
Με αυτά που δέχθηκε το πιο πάνω δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του την κατά τα ανωτέρω απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιοποίνου πράξεως για την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 88 παρ. 2-1 ν. 3386/2005 που σε συνδυασμό με το άρθρο 13 στ' Π.Κ.
τις οποίες ορθώς εφάρμοσε χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως οι έξι Ιρακινοί που εγνώριζε ο ήδη αναιρεσείων ότι ήταν λαθρομετανάστες, επιβιβάστηκαν στο φορτηγό αυτοκίνητο πριν κατευθυνθεί και επιβιβασθεί το εν λόγω όχημα στο Ε/Γ-Ο/Γ πλοίο "Λ.
Ο." το οποίο επρόκειτο μετά από λίγο να αποπλεύσει από τον λιμένα των Πατρών για τη Βενετία Ιταλίας. Κατ' ακολουθίαν, η πράξη της παράνομης μεταφοράς αυτών χωρίς να είναι εφοδιασμένοι με τα νόμιμα ταξιδιωτικά έγγραφα για να προωθηθούν, δια του πλοίου στο οποίο είχε επιβιβασθεί το φορτηγό αυτοκίνητο εντός του οποίου βρίσκονταν οι παραπάνω Ιρακινοί από την Ελλάδα σε χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, θεωρείται ότι τελέσθηκε επί του άνω πλοίου στον λιμένα των Πατρών και κατά τον τελευταίο έλεγχο εξόδου από τη χώρα που έγινε από τα αρμόδια προς τούτο όργανα του εκεί λιμεναρχείου.
Περαιτέρω κατά τις παραδοχές της αποφάσεως ως προς το χρόνο των ενεργειών του ήδη αναιρεσείοντος κατηγορουμένου όπως αναφέρονται στο αιτιολογικό της αποφάσεως, καθώς και στο κεφάλαιο περί της ποινής γίνεται δεκτό ότι για την πράξη για την οποία καταδικάσθηκε αυτός συνελήφθη στις 2.3.2008 και δικάσθηκε σε πρώτο βαθμό από το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πατρών την επομένη ημέρα, δηλαδή κατά την αυτόφωρη διαδικασία, έτσι δε δικαιολογήθηκε η αφαίρεση από την επιβληθείσα στερητική της ελευθερίας ποινή του χρόνου κρατήσεώς του.
Διαλαμβάνεται έτσι στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτιολογία τόσο ως προς τον τόπο τελέσεως, όσο και ως προς το χρόνο τελέσεως της αξιοποίνου πράξεως για την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων και δεν ήταν αναγκαίο να παρατίθεται η συγκεκριμένη ημεροχρονολογία τελέσεως της πράξεως στο διατακτικό της αποφάσεως.
Δεν ετίθετο δε στην προκειμένη υπόθεση ζήτημα εξαλείψεως του αξιοποίνου της πράξεως με παραγραφή κατά τα άρθρα 111, 112, 113 Π.Κ., αφού ήταν πλημμεληματικού χαρακτήρα η παράβαση του άρθρου 88 παρ. 2-Ι ν.3386/2005 και δεν είχε παρέλθει οκταετία από της τελέσεώς της κατά τα ανωτέρω μέχρι την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως από το κατ'έφεση δικάσαν δικαστήριο της ουσίας, ούτε ετίθετο ζήτημα εφαρμογής επιεικεστέρου νόμου.
Επαναλαμβάνονται στο σκεπτικό τα πραγματικά περιστατικά που διαλαμβάνονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως τα οποίας, όμως, είναι τα αναγκαία για την αντικειμενική θεμελίωση αυτής της αξιόποινης πράξεως. Σε σχέση με το δόλο του κατηγορουμένου δεν χρειαζόταν να διαληφθεί ειδική αιτιολογία στην απόφαση αφού αυτός ενυπάρχει στα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αντικειμενική της υπόσταση και εξυπακούεται η ύπαρξή τους από την πραγμάτωση αυτών.
Υποδηλώνεται πάντως η γνώση του ήδη αναιρεσείοντος ότι ήταν λαθρομετανάστες οι έξι Ιρακινοί που είχε πριν επιβιβάσει στο φορτηγό αυτοκίνητο που εκείνος οδηγούσε για να τους προωθήσει στην Ιταλία, από την παραδοχή της αποφάσεως ότι ανευρέθησαν από τους λιμενικούς κατά τον τελευταίο έλεγχο πριν από την έξοδο από την Ελλάδα, στο εσωτερικό του φορτηγού αυτοκινήτου και ειδικότερα πριν από τον απόπλου του πλοίου, (στο οποίο εισήλθε στο όχημα αυτό), από την Πάτρα για την Ιταλία, χωρίς να είναι εφοδιασμένοι οι εν λόγω αλλοδαποί με τα κατά νόμο ταξιδιωτικά έγγραφα, γεγονός που περαιτέρω γίνεται δεκτό από την απόφαση ότι εγνώριζε ο αναιρεσείων.
Αιτιολογείται ακόμη επαρκώς η συνδρομή της επιβαρυντικής περιπτώσεως της κατ' επάγγελμα τελέσεως από τον ήδη αναιρεσείοντα της αξιοποίνου πράξεως μεταφοράς λαθρομεταναστών υπηκόων τρίτων χωρών και προωθήσεώς των από την Ελλάδα στο εξωτερικό, με την αναφορά των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και αφορούν στην υποδομή που είχε διαμορφώσει αυτός και υποδηλώνει πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως της άνω αξιοποίνου πράξεως και με σκοπό πορισμού εισοδήματος, όπως ότι είχε διασυνδέσεις με Ιρακινούς και άλλους αλλοδαπούς για την ανεύρεση λαθρομεταναστών για την κατ' επανάληψη προώθησή τους στο εξωτερικό αποσκοπώντας να πορισθεί εισόδημα από αυτήν.
Οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ότι ουδείς από τους εμπλεκομένους στην επίδικη μεταφορά ανέφερε ότι διαπίστωσε την συμμετοχή ή παρουσία του κατά την είσοδο των λαθρομεταναστών στο όχημα που οδηγούσε, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη την κατάθεση του μάρτυρα λιμενικού Β.Κ. και τις απολογίες των λαθρομεταναστών και ότι από αυτές προκύπτει ότι δεν μπορούσε να έχει ο αναιρεσείων γνώση της υπάρξεως αλλοδαπών στο όχημα που οδηγούσε άλλως ότι σε αμέλειά του σχετικά με τον έλεγχο του οχήματος οφείλεται η είσοδός των στο χώρο φορτίου του και ότι δεν προέκυψε από κανένα στοιχείο οτιδήποτε σχετικό με εμπλοκή του σε κύκλωμα μεταφοράς λαθρομεταναστών ούτε πορισμός εκ μέρους του οποιουδήποτε κέρδους, ούτε τέλος ελήφθη υπόψη ότι ασκεί το συγκεκριμένο επάγγελμα του οδηγού επί σειρά ετών χωρίς οποιαδήποτε δοσοληψία με τη δικαιοσύνη και δεν είχε κανένα λόγο να προβεί σε τέτοια παράνομη ενέργεια, χωρίς να έχει αποδειχθεί οποιαδήποτε οικονομική συναλλαγή θέτοντας σε κίνδυνο την επαγγελματική του υπόσταση και την οικογενειακή του γαλήνη είναι απορριπτέες.
Ειδικότερα ως προς μεν το αφορών την μη λήψη υπόψη από το δικάσαν εφετείο των αναφερομένων αποδεικτικών μέσων μέρος, είναι αβάσιμος ο σχετικός ισχυρισμός, διότι από την αναφορά στο σκεπτικό της αποφάσεως του άνω δικαστηρίου των αποδεικτικών μέσων που έλαβε υπόψη του σαφώς γίνεται δεκτό ότι μεταξύ αυτών που λήφθηκαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν περιλαμβάνεται και η κατάθεση του άνω μάρτυρα κατηγορίας καθώς και η περιλαμβανόμενη στα έγγραφα που αναγνώσθηκαν υπ' αριθμ. 187/2008 απόφαση του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου με κατηγορούμενους πέραν του ήδη αναιρεσείοντος και τους ανωτέρω έξι ιρακινούς κατηγορούμενους, κατά δε τα λοιπά οι ανωτέρω αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι απαράδεκτες διότι με αυτές υπό την επίφαση ελλείψεως αιτιολογίας πλήττεται η εκτίμηση της ουσίας της υποθέσεως η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη κατά τα προεκτεθέντα.
Συνεπώς είναι αβάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' Κ.Ποιν.Δ. λόγος αναιρέσεως για έλλειψη της επιβαλλόμενης αιτιολογίας και μετά ταύτα πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12 Μαΐου 2010 αίτηση του Β.Π. για αναίρεση της 1556/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Δεκεμβρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 31 Δεκεμβρίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ