Legislator Case Law & Legislation
2073/2009 AI generated

Supreme Court reverses labor court for failing to consider sworn affidavit evidence presented by the employee.

Case Number 2073/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Allowed / Granted

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court reversed the First Instance Court's decision regarding a labor dispute where the employee failed to prove an employment contract. The court held that the First Instance Court erred by ignoring a sworn affidavit submitted by the employee, which constituted a violation of mandatory evidentiary rules. Consequently, the case was remanded for retrial with a different panel of judges.

Legislator headnote

AI generated

Articles 335, 338, 339, 340, 346, 559(11), 671(1)(g) of the Code of Civil Procedure: The court of first instance is bound to consider all evidence lawfully submitted by the parties, including sworn affidavits; failure to do so constitutes a ground for appeal, and such evidence must be specifically mentioned in the judgment.

Keywords

AI generated
sworn affidavit evidence labor dispute contract Code of Civil Procedure remand for retrial mandatory evidentiary rules employee burden of proof court of first instance duty

Cited Legislation

AI generated
Articles 335, 338, 339, 340, 346 of the Code of Civil Procedure
Article 559(11) of the Code of Civil Procedure
Article 671(1)(g) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
O.A. AP 9/2000

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2073 / 2009 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2073/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Παναγιώτη Κομνηνάκη και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Σεπτεμβρίου 2009, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κων/νο Ρήγο.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Ιωάννης Π. Κυριακόπουλος ΑΕ - εργοστάσιο υφασμάτων επιπλώσεων", που εδρεύει στη Λυκόβρυση Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Μανωλά με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-7-2000 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκε η 2246/2002 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 12-9-2008 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βαρβάρα Κριτσωτάκη διάβασε την από 10-9-2009 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί, ο πρώτος κατά το πρώτο μέρος του, ο δεύτερος και ο τρίτος, λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως και να απορριφθεί ο πρώτος λόγος κατά το δεύτερο, τρίτο, τέταρτο και πέμπτο μέρος του. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από τα άρθρα 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για το αποδεικτικό πόρισμα αναφορικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έχουν ανάγκη απόδειξης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και νόμιμα προσκομίζουν οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων και οι ένορκες βεβαιώσεις.

Η παράβαση της ανωτέρω υποχρέωσης του δικαστηρίου της ουσίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ. 11 λόγο αναίρεσης. Εξάλλου, οι ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου, οι οποίες λαμβάνονται υπόψη κατά την ενώπιον του μονομελούς πρωτοδικείου διαδικασία των εργατικών διαφορών, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 671 παρ. 1 εδ.

γ' αποτελούν ιδιαίτερο και αυτοτελές αποδεικτικό μέσο σε σχέση με τα έγγραφα και πρέπει να μνημονεύονται ειδικά στην απόφαση, ενώ η μη λήψη αυτών υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύει, όπως προαναφέρθηκε, τον από τον αρ. 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγο, εφόσον βέβαια είχαν προσκομιστεί και είχε γίνει νόμιμη επίκλησή τους.

Σχετικώς με την προσκόμιση με επίκληση των αποδεικτικών μέσων και συνεπώς και των ένορκων βεβαιώσεων, κατά την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 περ. β' Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν.

Κατά την αληθινή έννοια της διάταξης αυτής, που προκύπτει από το συνδυασμό της προς τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 εδ. 1 στοιχ. β`, 346 και 671 παρ. 1γ' ΚΠολΔ ως αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε.

Σαφής και ορισμένη επίκληση των ένορκων βεβαιώσεων είναι όταν αυτή είναι ειδική, δηλαδή όταν στην απόφαση γίνεται μνεία ότι λήφθηκαν υπόψη οι ένορκες βεβαιώσεις, για τη λήψη των οποίων τηρήθηκαν οι νόμιμες προϋποθέσεις, χωρίς όμως να είναι αναγκαία η χωριστή μνημόνευση της κάθε μιας από αυτές. Η επίκληση δε αυτή μπορεί να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζήτησης, μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση, είτε με αναφορά δια των προτάσεων αυτών σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζόμενων προτάσεων προηγούμενης συζήτησης, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση των ένορκων βεβαιώσεων, κατ` ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 240 ΚΠολΔ (Ολ ΑΠ 9/2000).

Στην προκείμενη υπόθεση ο αναιρεσείων, με το πρώτο μέρος του πρώτου λόγου αναιρέσεως από τον αρ. 11 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. προβάλλει την αιτίαση ότι το Μονομελές πρωτοδικείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι δεν είχε καταρτιστεί μεταξύ των διαδίκων σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, γιατί δεν έλαβε υπόψη την ένορκη βεβαίωση του ...

ενώπιον του Ειρηνοδίκου Αθηνών το περιεχόμενο της οποίας μνημονεύει, αν και την είχε επικαλεσθεί νομίμως με τις προτάσεις του. Ο λόγος αυτός είναι βάσιμος, αφού όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Μονομελές Πρωτοδικείο δεν έλαβε υπόψη την ως άνω ένορκη βεβαίωση, παρά το γεγονός ότι ο αναιρεσείων με τις έγγραφες προτάσεις του νομίμως την επικαλέστηκε.

Επομένως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, του Μονομελούς Πρωτοδικείου η οποία παραδεκτώς προσεβλήθη με την αναίρεση, αφού δημοσιεύθηκε στις 8-10-2002 και δεν ασκήθηκε εναντίον της έφεσης μέχρι της 8-10-2004, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο με άλλη σύνθεση (άρθρο 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 2246/2002 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση προς εκ νέου εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντα την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1500) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Οκτωβρίου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Νοεμβρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ