2073/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-1-2002 και με αρ.εκθ.κατάθεσης 2/15-1-2002 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καλαμάτας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 18/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 169/2005 οριστική του Εφετείου Καλαμάτας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 31/5/2006 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ηλίας Γιαννακάκης, ανέγνωσε την από 2/10/2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αναίρεσης. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
Legislator headnote
AI generated2073/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Περαιτέρω, με το άρθρο 9 παρ. 1 του ν. 1093/1980 ορίστηκε ότι "η ως άνω διάταξη της παραγράφου 7 του άρθρου 161 του Δικηγορικού Κώδικα εφαρμόζεται και επί των δικηγορικών αμοιβών εξ αναγκαστικών απαλλοτριώσεων κατά την ειδικήν διαδικασίαν προσδιορισμού τιμής μονάδος. Εφόσον η δικηγορική αμοιβή έχει καθορισθεί κατά την παράγραφον 3 του άρθρου 92 του ν.δ 3026/1954, αύτη δεν δύναται να είναι κατωτέρα των υπό των άρθρων 100 και επόμ.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2073 / 2007 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 2073/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ηλία Γιαννακάκη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Ζήση Βασιλόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΚΟ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟ ΙΔΡΥΜΑ (Τ.Ε.Ι.) ΚΑΛΑΜΑΤΑΣ", το οποίο εδρεύει στο δ.δ. Αντικαλάμου του Δήμου Καλαμάτας Ν.Μεσσηνίας και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ευθυμία Πανταζοπούλου. Του αναιρεσίβλητου: Ψ1, ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Καλαβρό, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-1-2002 και με αρ.εκθ.κατάθεσης 2/15-1-2002 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καλαμάτας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 18/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 169/2005 οριστική του Εφετείου Καλαμάτας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 31/5/2006 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ηλίας Γιαννακάκης, ανέγνωσε την από 2/10/2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αναίρεσης. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 παρ.2, 38, 39, 46, 49, 63, 91, 92, 94 170 και 248 παρ.1 του Κώδικα Δικηγόρων (ν.δ. 3026/1954), σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 648 επ. και 713 επ. ΑΚ προκύπτει, ότι ο δικηγόρος, ενεργώντας ελεύθερα έναντι του πελάτη του και μη διατελώντας σε σχέση εξαρτήσεως, είναι άμισθος δημόσιος λειτουργός, ενώ η μεταξύ τους σχέση χαρακτηρίζεται ως αμειβόμενη εντολή και δικαιούται να λάβει από τον εντολέα του αμοιβή για κάθε εργασία δικαστική ή εξώδικη.
Η αμοιβή του δικηγόρου για τις υπηρεσίες που προσέφερε καθορίζεται με συμφωνία μεταξύ αυτού και του εντολέα του, ο οποίος οφείλει την αμοιβή, εφόσον έδωσε εντολή επ' ονόματι και για λογαριασμό του, ανεξάρτητα από το αν είναι διάδικος. Αν δεν υπάρχει ειδική συμφωνία, το ελάχιστο της αμοιβής ορίζεται κατά τις διατάξεις των άρθρων 99 επ.
Κώδικα Δικηγόρων. Η ως άνω σύμβαση για τον καθορισμό της αμοιβής του δικηγόρου επιτρέπεται να καταρτισθεί ρητώς ή σιωπηρώς και σύμφωνα με το άρθρο 95 παρ. 2 του ως άνω Κώδικα αποδεικνύεται με κάθε είδους έγγραφα, με απλές επιστολές, καθώς και με όρκο και ομολογία. Εξάλλου, στα Τεχνολογικά Εκπαιδευτικά Ιδρύματα, τα οποία, σύμφωνα με τον ιδρυτικό τους νόμο 1404/1983, αποτελούν Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου, δεν έχουν επεκταθεί με διάταξη νόμου τα ουσιαστικά και δικονομικά προνόμια του Δημοσίου, πλην εκείνων που ορίζονται στη διάταξη του άρθρου 28 του Ν. 2579/1998 (προθεσμίες κατά τη διάρκεια των δικαστικών διακοπών και απαλλαγή από την υποχρέωση καταβολής παραβόλου, τέλους κλπ για την άσκηση αγωγών κλπ) και επομένως, ως προς αυτά δεν εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 15 παρ.2 του ΒΔ 6/1961 "περί Οργανισμού του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους", σύμφωνα με την οποία η αμοιβή των δικηγόρων του Δημοσίου διέπεται από τις διατάξεις του Κώδικα Δικηγόρων, μειούμενη μέχρι του ημίσεος του ελαχίστου ορίου που ορίζεται από αυτές και για εργασίες για τις οποίες ορίζεται αμοιβή σε ποσοστό επί του αντικειμένου της αγωγής οι δικηγόροι του Δημοσίου αμείβονται για κάθε εργασία με το πάγιο ελάχιστο που ορίζεται από τα άρθρα 100 παρ. 4, 107 παρ. 1 εδ .β και 110 παρ.
του Κώδικα. Επίσης, η διάταξη του άρθρου 17 παρ. 4 του ν.δ. 797/1971, όπως αντικαταστάθηκε με το ν.δ. 446/1974, σύμφωνα με την οποία η δικαστική δαπάνη βαρύνει τον υπόχρεο προς καταβολή της αποζημιώσεως, εφαρμοζομένης της διατάξεως του άρθρου 22 του ν. 3693/1957, προκειμένου για απαλλοτριώσεις υπέρ του Δημοσίου και με δαπάνες αυτού ή άλλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου ή υπέρ και με δαπάνες προσώπων των οποίων η νομική υπηρεσία διεξάγεται από το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους, αναφέρεται στους δικηγόρους των δικαιούχων της αποζημιώσεως και έχει κριθεί ως αντισυνταγματική και συγκεκριμένα αντίθετη στη διάταξη του άρθρου 17 παρ. 2 του Συντάγματος για πλήρη αποζημίωση και όχι στους δικηγόρους που διορίζονται από νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου όπως τα Τεχνολογικά Εκπαιδευτικά Ιδρύματα, για υπεράσπιση των συμφερόντων τους, όταν η απαλλοτρίωση έχει κηρυχθεί υπέρ αυτών και με δαπάνες τους, δηλαδή στους δικηγόρους των υπόχρεων για πληρωμή της αποζημιώσεως.
Περαιτέρω, με το άρθρο 9 παρ. 1 του ν. 1093/1980 ορίστηκε ότι "η ως άνω διάταξη της παραγράφου 7 του άρθρου 161 του Δικηγορικού Κώδικα εφαρμόζεται και επί των δικηγορικών αμοιβών εξ αναγκαστικών απαλλοτριώσεων κατά την ειδικήν διαδικασίαν προσδιορισμού τιμής μονάδος. Εφόσον η δικηγορική αμοιβή έχει καθορισθεί κατά την παράγραφον 3 του άρθρου 92 του ν.δ 3026/1954, αύτη δεν δύναται να είναι κατωτέρα των υπό των άρθρων 100 και επόμ.
προβλεπομένων ελαχίστων ορίων". Στη συνέχεια η διάταξη της παραγράφου 5 του άρθρου 9 του ν. 1093/1980 ορίζει ότι "αι διατάξεις των άρθρων 178 και 179 του Κώδικος Πολιτικής Δικονομίας δεν εφαρμόζονται επί δικών διεξαγομένων κατά την ειδικήν διαδικασίαν περί αναγκαστικών απαλλοτριώσεων. Η δικαστική δαπάνη επιβάλλεται πάντοτε πλήρης, αποκλειστικώς δε εις βάρος του υποχρέου προς αποζημίωσιν, επιφυλασσομένων των διατάξεων του ν.δ. 446/1974.
Το δικαστήριον εν πάση περιπτώσει προσδιορίζει την αμοιβήν του παραστάντος δικηγόρου εκατέρου των μερών διακεκριμένως, υπολογιζομένην βάσει του κατά την παράγραφον 3 του άρθρου 92 του ν.δ. 3026 /1954 καταρτισθέντος συμφωνητικού, ή εν ελλείψει τούτου κατά τας διατάξεις των άρθρων 100 επόμ. του αυτού νομοθετικού διατάγματος".
Σύμφωνα με το άρθρο 114 παρ. 5 του Κώδικα Δικηγόρων προκειμένου για αίτηση προσδιορισμού αποζημιώσεως απαλλοτριουμένων για δημόσια ανάγκη ή ωφέλεια ακινήτων, το ελάχιστο όριο της αμοιβής κανονίζεται από το άρθρο 100 με βάση την αξία των ακινήτων. Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 9 του ν. 1093/1980, που προστέθηκε με το άρθρο 22 παρ. 10 του ν. 1868/1989, της παρ.5 του ίδιου άρθρου του ν. 1093/1980 και της παρ.6 του ίδιου άρθρου, ο προσδιορισμός της αμοιβής των δικηγόρων που παραστάθηκαν στη δίκη αναγκαστικής απαλλοτρίωσης είναι ανεξάρτητος της δικαστικής δαπάνης και δεν αποτελεί επιδίκαση υπέρ του διαδίκου που νίκησε, ούτε καταδίκη στη δαπάνη αυτή του υποχρέου στην καταβολή της αποζημιώσεως, αλλά συνιστά απλό καθορισμό της αμοιβής των δικηγόρων που παρέστησαν για το σκοπό της υπαγωγής της αμοιβής αυτής στο καθεστώς της παρακράτησης ορισμένου ποσοστού προς κάλυψη των εξόδων και ενίσχυση του ειδικού λογαριασμού του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου.
Από τις διατάξεις των άρθρων 91, 92 επ. και 98 επ. του Κώδικα περί δικηγόρων και τις διατάξεις των άρθρων 176, 177 και 189 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι, άλλη είναι η αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου και άλλη η εις το διάδικο επιδικασθείσα δικαστική δαπάνη, στην καταβολή της οποίας καταδικάζεται ο αντίδικός του με τη δικαστική απόφαση.
Τούτο διότι η πρώτη, η αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου, ανάγεται στην εσωτερική εκ της εντολής σχέση, η οποία συνδέει τον πληρεξούσιο δικηγόρο με τον πελάτη του και καθορίζεται κατά την μεταξύ τους συμφωνία (άρθρο 92 του Κωδ. δικηγόρων), εφόσον αυτή είναι έγκυρη, εν ελλείψει δε τέτοιας έγκυρης συμφωνίας κατά τις ισχύουσες εκάστοτε διατιμήσεις αμοιβής των δικηγόρων (άρθρο 98 παρ.1 Κωδ.
Δικ.) Αντίθετα η δεύτερη, ήτοι η αποδοτέα δικαστική δαπάνη καθορίζεται κατά τις περί αυτής διατάξεις του άρθρου 189 Κ.Πολ.Δ., κατά την οποία αποδίδονται μόνο τα αναγκαία προς διεξαγωγή και υπεράσπιση της δίκης δικαστικά έξοδα και περιλαμβάνει τα δαπανήματα που καθορίζονται σ' αυτή. Με βάση τα παραπάνω, πρέπει να γίνεται σαφώς διάκριση μεταξύ της δικηγορικής αμοιβής, η οποία πάντοτε είναι πληρωτέα από τον εντολέα του δικηγόρου με βάση τη σχέση έμμισθης εντολής και της δικαστικής δαπάνης που επιδικάζεται από το δικαστήριο, στην οποία περιλαμβάνεται και η δικηγορική αμοιβή και αποτελεί βέβαια το μεγαλύτερο μέρος αυτής, η οποία εντούτοις ανήκει στο διάδικο και όχι στο δικηγόρου του.
Ο μη καθορισμός της αμοιβής των πληρεξουσίων δικηγόρων αμφοτέρων των διαδίκων στη δίκη περί καθορισμού προσωρινής ή οριστικής μονάδος αποζημίωσης ένεκα απαλλοτριώσεως, δεν επηρεάζει την εσωτερική σχέση (έμμισθη εντολή) πληρεξουσίου δικηγόρου και πελάτη, η οποία ρυθμίζεται σε περίπτωση ύπαρξης έγκυρης συμφωνίας από τους όρους αυτής, άλλως ρυθμίζεται από τις διατάξεις του Κωδ.
Δικηγόρων καθόσον η επιδίωξη της αμοιβής με βάση την εσωτερική σχέση πληρεξουσίου δικηγόρου και εντολέα του είναι ανεξάρτητη από αυτή. Ο δικηγόρος μπορεί να επιδιώξει την αμοιβή του αυτή, ασκώντας σχετική αγωγή, που εκδικάζεται κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 677 επ. Κ.Πολ.Δ. Αν, όμως, συντρέχουν οι προϋποθέσεις εκδόσεως διαταγής πληρωμής, δηλαδή απαίτηση η οποία προκύπτει από έγγραφο, η οποία (απαίτηση) δεν εξαρτάται από αίρεση, προθεσμία, όρο ή αντιπαροχή και το ποσό των χρημάτων που οφείλεται είναι ορισμένο ( άρθρα 623 και624 Κ.Πολ.Δ.), μπορεί να ζητήσει την επιδίκαση της δικηγορικής του αμοιβής και με διαταγή πληρωμής.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση τα εξής: Με το 26/29-10-1998 πρακτικό του συμβουλίου του αναιρεσείοντος αποφασίσθηκε αφενός η ανάθεση στον αναιρεσίβλητο δικηγόρο της διενέργειας όλης της διαδικασίας, προκειμένου να προσδιορισθεί η αποζημίωση, κατόπιν κηρυχθείσης απαλλοτριώσεως για δημόσια ωφέλεια υπέρ του αναιρεσείοντος και η αναγνώριση των δικαιούχων, αφετέρου δε απεφασίσθη να καταβληθεί στον αναιρεσίβλητο η νόμιμη αμοιβή του, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο ΝΔ 3026/1954, άρθρα 100 παρ.1, 107 παρ.1 και 2, 109, στο Ν. 1093/1980 και ΝΔ 446/1974, ανεξάρτητα εάν επιδικασθεί αυτή με απόφαση δικαστηρίου, υπό τον όρο όμως να υποβληθεί από τον αναιρεσίβλητο σχετικό αίτημα καθοριζομένης της νομίμου αμοιβής του σύμφωνα με τα ποσοστά που ορίζουν τα άρθρα 100 και 107 του ΝΔ 3026/54 ήτοι 2% για τη σύνταξη της αιτήσεως και 1% για τη σύνταξη των προτάσεων (που αποτελούν το ελάχιστο υπό του νόμου επιτρεπομένου ποσοστού) επί της αξίας του αντικειμένου της διαφοράς και συγκεκριμένα επί της καθορισθησομένης αξίας των απαλλοτριωμένων ακινήτων με την απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας, που θα εκδοθεί επί αιτήσεως καθορισμού προσωρινής τιμής μονάδος.
Από το έγγραφο αυτό προκύπτει με σαφήνεια η συμφωνηθείσα αμοιβή στον αναιρεσίβλητο, η οποία άλλωστε ήταν και η ελάχιστη της προβλεπομένης από τις διατάξεις των άρθρων 114 παρ. 5, 100 παρ. 1, 103, 107, 110 παρ. 3 και 111 του Κώδικα Δικηγόρων και ο μόνος όρος που είχε τεθεί ήταν να υποβληθεί από τον αναιρεσίβλητο αίτημα καθορισμού της νόμιμης αμοιβής του, το οποίο και αυτός υπέβαλε στην από 29-1-1999 και με αριθμό κατάθεσης 105/15-2-1999 αίτηση του αναιρεσείοντος ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας, με την οποία το αναιρεσείον ζητεί τον προσδιορισμό προσωρινής τιμής μονάδας για τα αναφερόμενα σε αυτήν ακίνητα, πλην όμως η 369/1999 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας, με την οποία καθορίσθηκε η προσωρινή τιμή μονάδας αποζημιώσεως λόγω απαλλοτρίωσης υπέρ του αναιρεσείοντος δεν περιέλαβε σχετική διάταξη και έτσι ο αναιρεσίβλητος κατέθεσε αίτηση για έκδοση διαταγής πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας, η οποία εξεδόθη κατόπιν συνδυασμού εγγράφων, όπως το πρακτικό με αριθμό 26/29-10-1998 του συμβουλίου του αναιρεσείοντος και η από 29-1-1999 προαναφερόμενη αίτηση του ίδιου, με την οποία ο αναιρεσίβλητος υπέβαλε, ως όφειλε, προς το Δικαστήριο αίτημα περί καθορισμού της αμοιβής του, η οποία ελήφθη υπόψη κατά την έκδοση της επίδικης διαταγής πληρωμής.
Με βάση την προσκομιζόμενη επίδικη διαταγή πληρωμής προκύπτει ότι αυτή εξεδόθη δυνάμει της εσωτερικής έννομης σχέσης μεταξύ του αναιρεσιβλήτου και του αναιρεσείοντος, ήτοι της έμμισθης εντολής, στην οποία είχε καθορισθεί το ύψος της αμοιβής του τελευταίου σε ποσοστό επί της συγκεκριμένης αξίας, η καταβολή της οποίας εξαρτήθηκε μόνο από τον προαναφερόμενο όρο, ήτοι της υποβολής αιτήσεως εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου περί καθορισμού της αμοιβής του από το πιο πάνω δικαστήριο.
Επομένως, εφόσον ο μη καθορισμός της αμοιβής των πληρεξουσίων δικηγόρων αμφοτέρων των μερών στη δίκη περί καθορισμού προσωρινής ή οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης λόγω απαλλοτρίωσης, δεν επηρεάζει την εσωτερική σχέση (έμμισθη εντολή) πληρεξουσίου δικηγόρου και πελάτη, η οποία ρυθμίζεται, για τον δικηγόρο του αιτούντος - υποχρέου προς αποζημίωση, σε περίπτωση έγκυρης συμφωνίας από τους όρους αυτής, άλλως ρυθμίζεται από τις διατάξεις του Κώδικα Δικηγόρων (άρθρο 100 επ.), αρμόδια και παραδεκτά εξεδόθη η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής.
Με όσα παραπάνω δέχθηκε το Εφετείο α) δεν παραβίασε τις πιο πάνω μνημονευόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου και β) δεν παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει την ακυρότητα της πιο πάνω διαταγής πληρωμής. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο προβάλλεται η παραβίαση των παραπάνω διατάξεων, με την επίκληση του ισχυρισμού ότι έπρεπε, κατά τις διατάξεις αυτές, είτε να συμψηφισθεί στο σύνολό της η αμοιβή του αναιρεσιβλήτου, είτε να καταβληθεί η κατώτατη προβλεπόμένη από τον Κώδικα Δικηγόρων αμοιβή, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Επίσης, ο τρίτος, ο τέταρτος και ο πέμπτος (κατά το ένα σκέλος του) λόγοι αναιρέσεως, από τον αριθμό 14 του άρθρου 559Κ.Πολ.Δ., με τους οποίους προβάλλεται ότι, παρά το νόμο εκδόθηκε η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής, γιατί η αμοιβή του αναιρεσιβλήτου προσδιορίσθηκε με την απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας, που προσδιόρισε την προσωρινή τιμή μονάδος για τα απαλλοτριωθέντα ακίνητα και συμψήφισε τη δικαστική δαπάνη μεταξύ των διαδίκων, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.
Η κατά το άρθρο 632 ΚΠολΔ ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής αποτελεί ειδική μορφή της ανακοπής των άρθρων 583 επ. ΚΠολΔ και ασκείται όπως η αγωγή. Το δικόγραφό της πρέπει να περιέχει με τρόπο σαφή και ορισμένο όλες τις ενστάσεις κατά του κύρους της διαταγής πληρωμής, ενώ στην ανοιγόμενη με την ανακοπή δίκη δεν εκδικάζεται η καθόλου υπόθεση, αλλά στο μέτρο των λόγων της ανακοπής.
Οι λόγοι αυτοί, συνδυαζόμενοι με το αίτημα της ανακοπής, προσδιορίζουν την έκταση της εκκρεμοδικίας και οριοθετούν δεσμευτικώς το αντικείμενο της δίκης επί της ανακοπής. Ειδικότερα το δικόγραφο της ανακοπής πρέπει να περιέχει τους λόγους αυτής, δηλαδή να προσδιορίζει την έλλειψη εκείνων των ουσιαστικών ή διαδικαστικών προϋποθέσεων που δικαιολογούν την ακύρωση της διαταγής πληρωμής.
Νέοι λόγοι ανακοπής δεν επιτρέπεται να προταθούν από τον ανακόπτοντα, για πρώτη φορά στο Εφετείο, ακόμα και αν αυτοί αφορούν ισχυρισμούς που αναφέρονται στα άρθρα 269 και 527 του ΚΠολΔ, γιατί έναντι των εν λόγω διατάξεων, κατισχύει ως ειδικότερη η διάταξη του άρθρου 585 παρ.2 εδ.β' του ΚΠολΔ, κατά την οποία νέοι λόγοι ανακοπής μπορούν να προταθούν μόνο με πρόσθετο δικόγραφο, που κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου προς το οποίο απευθύνεται η ανακοπή και κοινοποιείται οκτώ ημέρες πριν από τη συζήτηση.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το δικόγραφο της ανακοπής που άσκησε το αναιρεσείον κατά της διαταγής πληρωμής, αυτό, πέραν του ισχυρισμού ότι την αμοιβή του αναιρεσιβλήτου ήταν μόνο αρμόδιο να προσδιορίσει το Μονομελές Πρωτοδικείο Καλαμάτας με την 369/1999 απόφαση του, με την οποία προσδιορίσθηκε η προσωρινή τιμή μονάδος, δεν ισχυρίσθηκε ότι, το πρακτικό του Συμβουλίου του αναιρεσείοντος δεν αποτελεί έγγραφο κατά την έννοια του άρθρου 623 Κ.Πολ.Δ, ούτε ότι η απαίτηση του αναιρεσιβλήτου εξηρτάτο από όρους και αιρέσεις.
Επομένως, ο δεύτερος, ο πέμπτος (κατά το άλλο σκέλος του), ο έκτος και ο έβδομος λόγοι αναιρέσεως, από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τους οποίους προβάλλεται ότι, η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής, εκδόθηκε χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις έκδοσής της, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.
Κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια τα επιβαλλόμενα από την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή τον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του δικαιώματος. Η τελευταία αυτή διάταξη εφαρμόζεται και σε αξιώσεις που στηρίζονται σε κανόνες δημοσίας τάξεως, όπως είναι η αξίωση για οφειλόμενη σε δικηγόρο αμοιβή.
Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος υπάρχει και όταν από την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου ή από την πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε ή από τις περιστάσεις που μεσολάβησαν, η εκ των υστέρων άσκηση του δικαιώματος έρχεται σε προφανή αντίθεση προς την ευθύτητα και εντιμότητα που πρέπει να κρατούν στις συναλλαγές, προς τα επιβαλλόμενα χρηστά συναλλακτικά ήθη ή προς τον εγκείμενο στο δικαίωμα κοινωνικό και οικονομικό σκοπό, έτσι, ώστε η ενάσκησή του να προσκρούει στις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, ως προς την ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του ενδίκου δικαιώματος, δέχθηκε τα εξής: Από το 26/29-10-1998 πρακτικό του συμβουλίου του αναιρεσείοντος προκύπτει ότι το αναιρεσείον γνώριζε επαρκώς τόσο τη φύση της υποθέσεως που ανέθεσε στον αναιρεσίβλητο, όσο και την οικονομική του κατάσταση και δια των οργάνων του ανέλαβε μόνο του την υποχρέωση όπως καταβάλει την ως άνω συμφωνηθείσα αμοιβή στον αναιρεσίβλητο.
Ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι, έλαβε την απόφαση για την εκπροσώπησή του από τον αναιρεσίβλητο και ότι υιοθέτησε κατά την κατάρτιση του ως άνω πρακτικού, αναφορικά με την αμοιβή του, πλήρως τις υποδείξεις του αναιρεσιβλήτου, διότι κανένα μέλος του δεν γνώριζε τη σχετική διαδικασία με τις αμοιβές δικηγόρων, δεν απεδείχθη και δεν καθιστά την επιδίωξη εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου της αμοιβής του καταχρηστική ούτε και το ποσό της αμοιβής του είναι υπερβολικό.
Ειδικότερα, ο αναιρεσίβλητος, προκειμένου να συντάξει και να καταθέσει την από 29-1-1999 αίτηση περί καθορισμού προσωρινής τιμής μονάδος για την απαλλοτρίωση υπέρ του αναιρεσείοντος, ανεύρε ο ίδιος τα στοιχεία των ιδιοκτητών των υπό απαλλοτρίωση ακινήτων, προέβη σε έλεγχο τίτλων 42 ιδιοκτησιών και οι περισσότεροι από αυτούς (τους ιδιοκτήτες) παραστάθηκαν κατά τη σχετική συζήτηση.
Δηλαδή, ο αναιρεσίβλητος δεν περιορίσθηκε σε σύνταξη μιας απλής αίτησης, αλλά κατέβαλε προσωπική εργασία για αρκετό χρόνο, αφού εργαζόταν για την υπόθεση από το 1995, με δεδομένο ότι με το αναιρεσείον ο αναιρεσίβλητος είχε μακρόχρονη συνεργασία. Όσον δε αφορά τη μη άσκηση εκ μέρους του αναιρεσιβλήου αίτησης περί καθορισμού τιμής μονάδος αποζημίωσης ενώπιον του Εφετείου Ναυπλίου, ο αναιρεσίβλητος συμμορφώθηκε προς τις αποφάσεις του αναιρεσείοντος, το συμβούλιο του οποίου με την 31/14-10-1999 απόφασή του έκρινε ότι, αφενός μεν οι τιμές που καθορίσθηκαν με την 369/1999 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας είναι εντός των πλαισίων της αγοράς, ενόψει δε και της λειτουργίας του νέου Νοσοκομείου Καλαμάτας, το οποίο βρίσκεται πολύ κοντά με τα κτίρια του αναιρεσείοντος, υπάρχει κίνδυνος οι τιμές να ανέβουν σε πολύ υψηλότερα επίπεδα από τα καθορισθέντα από το Πρωτοδικείο, αφετέρου δε μια τέτοια διαδικασία θα καθυστερούσε το έργο.
Οι ως άνω λόγοι που αναφέρονται στο έγγραφο ήταν αυτοί που οδήγησαν το αναιρεσείον, το οποίο γνώριζε ότι στις 30-10-1999 έληγε η προθεσμία για αίτηση του οριστικού καθορισμού τιμής μονάδος αποζημίωσης, στο να λάβει απόφαση να μη ασκηθεί τέτοια αίτηση, ούτε απεδείχθη ότι ο διορισμός του αναιρεσιβλήτου ως νομικού συμβούλου στο Γενικό Νομαρχιακό Νοσοκομείο Καλαμάτας από το Σεπτέμβριο του 1999 ήταν η αιτία που δεν ασκήθηκε η προαναφερόμενη αίτηση, ούτε και για την αιτία αυτή αναγκάσθηκε το αναιρεσείον να χρησιμοποιήσει και να πληρώσει άλλους δικηγόρους για να παραστούν στις δίκες περί αναγνώρισης δικαιούχων, εφόσον δεν προέκυψε ότι το αναιρεσείον ειδοποίησε τον αναιρεσίβλητο να παραστεί στις δίκες αναγνώρισης δικαιούχων που προέκυψαν και αυτός αρνήθηκε.
Με βάση τις παραδοχές αυτές του Εφετείου απορρίφθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση η πιο πάνω ένσταση του αναιρεσείοντος. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και επομένως, ο όγδοος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο προβάλλεται η παραβίαση αυτή, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθ.11 περ. γ΄ Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Εξάλλου, κατά την έννοια του πιο πάνω εδαφίου για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 341 και 346 Κ.Πολ.Δ.
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον ένατο λόγο αναιρέσεως, αληθώς από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. (και όχι από τον αριθμό 8 του ίδιου άρθρου, που επικαλείται το αναιρεσείον), προβάλλεται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη το χειρόγραφο σημείωμα του αναιρεσεσιβλήτου, που αντέγραψε το συμβούλιο με το εισαγωγικό σημείωμα, την 369/1999 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας, με την παρά πόδας παραγγελία προς επίδοση προς το Ίδρυμα πληρεξουσίου δικηγόρου ιδιοκτήτη απαλλοτριωθέντος ακινήτου, επικυρωμένα αντίγραφα των αποφάσεων του ίδιου δικαστηρίου, που εκδόθηκαν ύστερα από αιτήσεις δικαιούχων αποζημίωσης, γνωμοδοτήσεις άλλων δικηγόρων επί ερωτημάτων του συμβουλίου του αναιερεσείοντος και πιστοποιητικό του υποθηκοφυλακείου για την οριστική συντέλεση της απαλλοτριώσεως.
Από τη βεβαίωση, όμως, που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα που προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι σε συνδυασμό με όλο το περιεχόμενό της δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι, το Εφετείο έλαβε υπόψη τα παραπάνω έγγραφα και, επομένως και ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος, όπως απορριπτέα είναι και η αίτηση για αναίρεση στο σύνολό της.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την 17/31-5-2006 αίτηση του ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΚΟ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟ ΙΔΡΥΜΑ (Τ.Ε.Ι.) ΚΑΛΑΜΑΤΑΣ" για αναίρεση της 169/2005 απόφασης του Εφετείου Καλαμάτας. Και
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε τετρακόσια είκοσι (420) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Νοεμβρίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Νοεμβρίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ