Legislator Case Law & Legislation
2072/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against housing law application, upholding lower court's correct legal interpretation.

Case Number 2072/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the State's appeal against the First Instance Court's judgment regarding a housing law application. The State argued the lower court erred in applying Article 4 of Law 3127/2003 and improperly allowed amendments to the case's historical basis. The court found the lower court's application of the law correct and the State's arguments baseless.

Legislator headnote

AI generated

Articles 576(2) and 566(1) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court reviews appeals de novo but upholds lower court decisions where the application of substantive law is correct and procedural objections lack merit.

Keywords

AI generated
appeal dismissal housing law application historical basis amendment substantive law interpretation procedural admissibility

Cited Legislation

AI generated
Article 576(2) of the Code of Civil Procedure
Article 566(1) of the Code of Civil Procedure
Article 4 of Law 3127/2003
Article 224 of the Code of Civil Procedure
Article 559(14) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191(2) of the Code of Civil Procedure
Article 22 of Law 3693/1957

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2072 / 2022 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 2072/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου-Απέργη, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Οκτωβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Εμμανουέλα Πανοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ι. Ρ. του Ν. και Ε., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Ανδριόπουλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις, 2) Τ. συζύγου Γ. Κ., το γένος Χ. και Α. Γ., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-1-2015 αγωγή του ήδη 1ου αναιρεσιβλήτου καθώς και προσώπου μη διαδίκου στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 11693/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 341/2020 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 18-5-2020 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά την έννοια του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, αν δε η κλήση επιδόθηκε νομότυπα, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση από την υπ' αριθμ. Γ'/5515/2-12-2020 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Θεσσαλονίκης Η. Κ. Τ., προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με πράξη κατάθεσης και ορισμού δικασίμου για την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, καθώς και κλήση προς συζήτηση, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα με επιμέλεια του αναιρεσείοντος, ο οποίος επισπεύδει τη συζήτηση της υπόθεσης, στη δεύτερη αναιρεσίβλητη Τ. συζ. Γ. Κ.. Επομένως, εφόσον αυτή δεν εμφανίστηκε κατά την ορισθείσα δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά της στο πινάκιο, ούτε εκπροσωπήθηκε με δήλωση πληρεξουσίου δικηγόρου κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία της.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 566 παρ.1 ΚΠολΔ "Το έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να περιέχει τα στοιχεία που απαιτούνται κατά τα άρθρα 118 έως 120, να αναφέρει την προσβαλλόμενη απόφαση, τους λόγους της αναίρεσης, αίτηση για την αναίρεση, ολική ή εν μέρει, της προσβαλλόμενης απόφασης και αίτηση για την ουσία της υπόθεσης".

Εξάλλου κατά τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 577 ΚΠολΔ "Το δικαστήριο πρώτα συζητεί για το παραδεκτό της αναίρεσης. Αν η αναίρεση δεν ασκήθηκε νόμιμα ή αν λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως". Επομένως, για να είναι ορισμένο και παραδεκτό το δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης πρέπει να αναφέρει, εκτός των άλλων και τα παράπονα κατά της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης.

Διαφορετικά, αν η αίτηση δεν περιλαμβάνει έστω και έναν λόγο αναίρεσης, ακόμη και απαράδεκτο ή αόριστο ή και αβάσιμο, απορρίπτεται ως απαράδεκτη (ΑΠ 1287/2020, ΑΠ 1192/2020, ΑΠ 824/2013). Στην ένδικη υπόθεση, όπως προκύπτει από την λεπτομερή επισκόπηση του δικογράφου της αίτησης αναίρεσης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), οι σε αυτήν διαλαμβανόμενοι λόγοι αναίρεσης αφορούν αποκλειστικά τον πρώτο αναιρεσίβλητο, ενώ δεν περιέχεται στην αναίρεση κανένας λόγος που να αφορά τη δεύτερη αναιρεσίβλητη.

Επομένως, η ένδικη αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη κατά το μέρος της που στρέφεται κατά της δεύτερης αναιρεσίβλητης. Δεν θα καταδικαστεί, όμως, το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα της εν λόγω αναιρεσίβλητης, δεδομένου ότι αυτή, λόγω της ερημοδικίας της, δεν υπέβαλε σχετικό αίτημα. Με την κρινόμενη από 18-5-2020 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 341/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία και με την οποία απορρίφθηκε η έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 11693/2015 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.

Με την τελευταία αυτή απόφαση έγινε δεκτή η από 12-1-2015 αγωγή της Α. συζ. Χ. Κ. (που δεν είναι διάδικος στη δίκη αυτή) και του πρώτου αναιρεσιβλήτου κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, καθώς και κατά της δεύτερης αναιρεσίβλητης, με την οποία οι ενάγοντες ζήτησαν να αναγνωρισθούν κύριοι των σε αυτήν αναφερομένων ακινήτων και να διορθωθεί η ανακριβής πρώτη εγγραφή που καταχωρίστηκε στο κτηματολογικό βιβλίο του Κτηματολογικού Γραφείου Θεσσαλονίκης αναφορικά με τα ακίνητα αυτά.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι κατά συνέπεια παραδεκτή ως προς τον πρώτο αναιρεσίβλητο (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Στο άρθρο 4 του Ν. 3127/2003 ορίζονται τα ακόλουθα: "1. Σε ακίνητο που βρίσκεται μέσα στο σχέδιο πόλεως, ή μέσα σε οικισμό που προϋφίσταται του έτους 1923, ή μέσα σε οικισμό κάτω των 2.000 κατοίκων, που έχει οριοθετηθεί, ο νομέας του θεωρείται κύριος έναντι του Δημοσίου, εφόσον: α) νέμεται, μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, αδιαταράκτως για δέκα (10) έτη το ακίνητο, με νόμιμο τίτλο από επαχθή αιτία, υπέρ του ιδίου ή του δικαιοπαρόχου του που έχει καταρτισθεί και μεταγραφεί μετά την 28.2.1945, εκτός εάν κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη, ή β) νέμεται, μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, το ακίνητο αδιαταράκτως για χρονικό διάστημα τριάντα (30) ετών, εκτός εάν κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη.

Στο χρόνο νομής που ορίζεται στις περιπτώσεις α' και β' προσμετράται και ο χρόνος νομής των δικαιοπαρόχων που διανύθηκε με τις ίδιες προϋποθέσεις. Σε κακή πίστη βρίσκεται ο νομέας, εφόσον δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 1042 του Α.Κ. 2. Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζονται για ακίνητο εμβαδού μέχρι 2.000 τ.μ.

Για ενιαίο ακίνητο εμβαδού μεγαλύτερου των 2.000 τ.μ., οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζονται μόνο εφόσον στο ακίνητο υφίσταται κατά την 31.12.2002 κτίσμα που καλύπτει ποσοστό τουλάχιστον τριάντα τοις εκατό (30%) του ισχύοντος συντελεστή δόμησης στην περιοχή". Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι θεσπίζεται με αυτές εξαίρεση του κανόνα του άρθρου 21 του Ν.

Δ/τος της 22.4/16.5.1926 "Περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης" (που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ με το άρθρο 53 του ΕισΝΑΚ και επαναλήφθηκε στο άρθρο 4 του ΑΝ 1539/1938 "Περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων"), σύμφωνα με τον οποίο στα δημόσια κτήματα νομέας είναι το Δημόσιο και ότι αυτά είναι ανεπίδεκτα νομής ή αποσβεστικής παραγραφής, εκτός αν η τριακονταετής νομή της έκτακτης χρησικτησίας είχε συμπληρωθεί μέχρι τις 11-9-1915, αφού, μετά τη χρονολογία αυτή, δεν επιτρέπεται ούτε έκτακτη χρησικτησία στα ακίνητα του Δημοσίου.

Έτσι, με τις διατάξεις αυτές του άρθρου 4 του νόμου 3127/2003, μπορεί κάποιος να αποκτήσει με χρησικτησία κυριότητα δημοσίου κτήματος που βρίσκεται σε σχέδιο πόλης ή σε προϋφιστάμενο του έτους 1923 οικισμό ή σε οικισμό κάτω των 2.000 κατοίκων, που έχει οριοθετηθεί, εμβαδού μέχρι 2.000 τ.μ., εφόσον νέμεται αδιατάρακτα το εν λόγω ακίνητο μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, δηλαδή, μέχρι την 19.3.2003:

α) για δέκα έτη με νόμιμο τίτλο από επαχθή αιτία υπέρ του ίδιου του νεμομένου ή νεμηθέντος ή υπέρ των δικαιοπαρόχων του, εφόσον ο νόμιμος τίτλος έχει καταρτισθεί και μεταγραφεί μετά την 23.2.1945, εκτός αν, κατά την κτήση της νομής, ο επικαλούμενος κυριότητα ή οποιοσδήποτε από τους δικαιοπαρόχους του ήταν κακής πίστης ή β) για τριάντα έτη, εκτός αν, κατά την κτήση της νομής, ο επιληφθείς της νομής του ακινήτου ήταν κακής πίστης, εφόσον, δηλαδή, κατά το χρόνο κτήσης της νομής, δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις του άρθρου 1042 ΑΚ.

Η ρύθμιση αυτή, ως ειδική και εξαιρετική, επιτρέπει την απόκτηση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία σε ακίνητα του Δημοσίου, εφόσον κάποιος, που απέκτησε με καλή πίστη τη νομή του ακινήτου του Δημοσίου, νέμεται τούτο αδιατάρακτα για τριάντα έτη που φθάνουν χρονικά μέχρι την έναρξη ισχύος του παραπάνω νόμου, δηλαδή, μέχρι την 19.3.2003, με τις λοιπές προϋποθέσεις που αναφέρονται στην παρ. 1 περ.

α' και β,' και όχι εφόσον έχει συμπληρωθεί οποτεδήποτε η τριακονταετής αυτή αδιατάρακτη νομή, πριν από την έναρξη ισχύος του ίδιου νόμου, χωρίς να ενδιαφέρει αν συνεχίζει να νέμεται το ακίνητο του Δημοσίου αδιατάρακτα και μετά την έναρξη της ισχύος του εν λόγω νόμου (Ολ ΑΠ 11/2015). Εξάλλου, οι παραπάνω διατάξεις εφαρμόζονται μόνο σε δημόσια κτήματα, ήτοι σε ακίνητα που ανήκουν κατά κυριότητα στο Ελληνικό Δημόσιο και προστατεύουν εκείνον που προβάλλει κυριότητα σε δημόσιο, με την παραπάνω έννοια, κτήμα, παρέχοντάς του τη δυνατότητα, με την επίκληση της συνδρομής των προϋποθέσεων των εν λόγω διατάξεων, να αποκτήσει την κυριότητα του κτήματος αυτού έναντι του Δημοσίου, την οποία, άλλως, χωρίς, δηλαδή, τις διατάξεις αυτές, μόνο με τη συνδρομή των ανωτέρω αυστηρότερων προϋποθέσεων του, προ του νόμου αυτού, νομικού καθεστώτος, θα μπορούσε να αποκτήσει (ΑΠ 22/2021).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδή ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (Ολ ΑΠ 1/2016).

Με τον ανωτέρω λόγο αναίρεσης ελέγχονται και τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ. ορθά απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (ΟλΑΠ 10/2011, ΑΠ 987/2022, ΑΠ 4/2021, 2/2019, ΑΠ 38/2016).

Τέλος, κατά το άρθρο 559 αρ. 14 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναίρεσης αναφέρεται σε ακυρότητες, εκπτώσεις από δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο (ΑΠ 700/2019, ΑΠ 1854/2011). Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης αυτής (άρθρ. 562 παρ. 2 ΚΠολΔ) για τις ανάγκες έρευνας των αναιρετικών λόγων, προκύπτουν τα ακόλουθα:

Ο πρώτος αναιρεσίβλητος-δεύτερος των εναγόντων της από 12-1-2015 αγωγής, κατά το μέρος της που αναφέρεται σε αυτόν και κατ' εκτίμηση του όλου περιεχομένου της, ισχυρίστηκε με αυτήν ότι δυνάμει της με ... δήλωσης αποδοχής κληρονομίας του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Α. Π., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης (τόμος …), κατέστη κύριος, νομέας και κάτοχος ποσοστού 37,50% από κληρονομιά του αποβιώσαντος στις … πατέρα του Ν.

Ρ. του Ι. και Α. και δυνάμει του με ... συμβολαίου γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Μ. Κ.-Κ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του ίδιου πιο πάνω Υποθηκοφυλακείου (τόμος…), έγινε κύριος, νομέας και κάτοχος ποσοστού 25%, από γονική παροχή εκ μέρους της μητέρας του Ε. χήρας Ν. Ρ., δηλαδή συνολικού ποσοστού 62,50%, ενός οικοπέδου που βρίσκεται στην … του Δήμου … και επί της οδού…, κατά τον τίτλο κτήσης εμβαδού 64 τ.μ., με ισόγεια οικία εμβαδού 48 τ.μ.

και με σημερινή καταμέτρηση οικοπέδου εμβαδού 65,60 τ.μ., όπως το οικόπεδο αυτό περιγράφεται κατά τα όριά του ειδικότερα στην αγωγή. Ότι το οικόπεδο αυτό, όπως και τα υπόλοιπα περιγραφόμενα στην αγωγή οικοπεδικά τμήματα της πρώτης των εναγόντων, καθώς και της δεύτερης εναγομένης, αποτελούσαν τμήματα μεγαλύτερου οικοπέδου συνολικού εμβαδού 220 τ.μ.

περίπου, το οποίο κατείχαν και ενέμοντο με καλή πίστη και με διάνοια κυρίου από τουρκοκρατίας οι αδελφές Π. συζ. Ι. Μ. και Α. συζ. Ι. Ρ., ασκώντας σ' αυτό τις αναφερόμενες πράξεις νομής, οι οποίες το έτος 1945 δώρισαν αυτό άτυπα, η μεν πρώτη στην κόρη της Ε. συζ. Γ. Ψ., δικαιοπάροχο της πρώτης των εναγόντων και η δεύτερη στα παιδιά της Ν.

Ρ., δικαιοπάροχο του δευτέρου των εναγόντων και στην Α. Ρ., σύζ. Χ. Γ., δικαιοπάροχο της δεύτερης των εναγομένων. Ότι οι εν λόγω δικαιοπάροχοι των ως άνω διαδίκων της αγωγής, αφότου έλαβαν στην κατοχή τους το πιο πάνω οικόπεδο των 220 τ.μ., το διένειμαν άτυπα σε διαιρετά τμήματα, τα οποία έκτοτε κατείχαν και ενέμοντο συνεχώς και αδιαλείπτως και επ' αυτών έκτισαν σπίτια στα οποία κατοικούσαν με τις οικογένειές τους μέχρι το θάνατό τους, χωρίς ποτέ να ενοχληθούν από κανένα.

Ότι ειδικότερα, ο Ν. Ρ., δικαιοπάροχος του δευτέρου των εναγόντων, έλαβε οικόπεδο εμβαδού 65,60 τ.μ., στο οποίο έκτισε οικία εμβαδού 48 τ.μ., την οποία είχε επισκευάσει με την υπ' αριθμ. … άδεια επισκευής στέγης και τοιχοποιίας ετοιμόρροπης κατοικίας και την υπ' αριθμ. … άδεια σεισμοπλήκτου. Ότι ο Ν. Ρ. απεβίωσε στις … και άφησε μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους του τη σύζυγό του Ε.

χήρα Ν. Ρ., το γένος Σ. Π., σε ποσοστό 25% εξ αδιαιρέτου και τα δύο παιδιά του δεύτερο των εναγόντων Ι. Ρ. και Α. Ρ., σε ποσοστό 37,50% εξ αδιαιρέτου το καθένα επί της κληρονομίας, δηλαδή επί του ανωτέρω οικοπέδου με την οικία του. Ότι οι εν λόγω κληρονόμοι του Ν. Ρ. αποδέχθηκαν την κληρονομία με την ανωτέρω αναφερόμενη 4491/1991 δήλωση αποδοχής κληρονομίας και στη συνέχεια, η μητέρα του δευτέρου των εναγόντων Ε.

χήρα Ν. Ρ., το ανήκον σ' αυτήν ποσοστό 25% εξ αδιαιρέτου επί του οικοπέδου, το μεταβίβασε λόγω γονικής παροχής σ' αυτόν (δεύτερο των εναγόντων) με το πιο πάνω με ... συμβόλαιο. Ότι με τον τρόπο αυτό ο δεύτερος των εναγόντων κατέστη κύριος σε ποσοστό 62,50% εξ αδιαιρέτου του οικοπέδου με την οικία, συνεχίζοντας την αδιάλειπτη νομή και κατοχή του δικαιοπαρόχου πατέρα του, στο οποίο κατοικεί συνεχώς μέχρι την άσκηση της αγωγής.

Ότι η περιοχή όπου βρίσκεται το ανωτέρω οικόπεδο, όπως και τα περιγραφόμενα στην αγωγή οικόπεδα της πρώτης των εναγόντων και της δεύτερης των εναγομένων, εντάχθηκε στο Εθνικό Κτηματολογικό Γραφείο Θεσσαλονίκης, η λειτουργία του οποίου άρχισε στις 17-12-2007 και ότι το οικόπεδο του δευτέρου των εναγόντων, όπως και τα υπόλοιπα ως άνω οικόπεδα, καταχωρήθηκαν εσφαλμένα στους προσωρινούς πίνακες και στη συνέχεια στις αρχικές εγγραφές στα κτηματολογικά φύλλα, με αποτέλεσμα να καταχωρηθούν τα εν λόγω οικόπεδα σε ένα ΚΑΕΚ με ..., εμβαδού 221,89 τ.μ.

και δικαιούχους εμπραγμάτου δικαιώματος άγνωστο ιδιοκτήτη σε ποσοστό 60,60 τ.μ., την πρώτη των εναγόντων σε ποσοστό 14,40% και τη δεύτερη των εναγομένων σε ποσοστό 25%. Με αυτά τα δεδομένα, οι ενάγοντες ζήτησαν τη διόρθωση των ανακριβών ως άνω αρχικών εγγραφών στα κτηματολογικά φύλλα και την αναγνώριση της κυριότητάς τους στα οικόπεδά τους.

Συγκεκριμένα και όσον αφορά το δεύτερο των εναγόντων-πρώτο αναιρεσίβλητο, ζητήθηκε με την αγωγή να αναγνωρισθεί συγκύριος, συννομέας και συγκάτοχος ποσοστού 62,50% εξ αδιαιρέτου του οικοπέδου εμβαδού 65,60 τ.μ. και να διορθωθεί η ανακριβής πρώτη εγγραφή, ώστε να καταχωρηθεί στα οικεία κτηματολογικά φύλλα ότι αυτός είναι κύριος σε ποσοστό 62,50% του οικοπέδου, με τίτλους κτήσης την πιο πάνω δήλωση αποδοχής κληρονομίας και το επίσης πιο πάνω αναφερόμενο συμβόλαιο γονικής παροχής.

Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα η αγωγή, όσον αφορά ειδικότερα την κυριότητα του δευτέρου των εναγόντων και ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου στο επίδικο οικόπεδο εμβαδού 65,60 τ.μ. κατά το επικαλούμενο ποσοστό των 62,50% εξ αδιαιρέτου, είναι πλήρως ορισμένη και νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις του άρθρου 4 παρ. 1 περ.

β' του Ν. 3127/2003, καθώς περιέχει όλα τα στοιχεία που απαιτούνται από τις διατάξεις αυτές για τη θεμελίωση της κυριότητας αυτού έναντι του Δημοσίου. Ειδικότερα, αναφέρεται στην αγωγή ότι πρόκειται για οικόπεδο εντός σχεδίου πόλης, καθώς βρίσκεται στην Π. και επί της οδού …, όπου φέρει τον αριθμό …, του Δήμου…, ότι ο δικαιοπάροχος του δευτέρου των εναγόντων και πατέρας του Ν.

Ρ. νεμόταν το οικόπεδο αυτό, ως διαιρετό τμήμα μεγαλύτερου οικοπέδου και μετά από την άτυπη διανομή του, από το έτος 1945, ανεγείροντας, αμέσως μετά το έτος αυτό, εντός του εν λόγω οικοπέδου οικία εμβαδού 48 τ.μ. και κατοικώντας σε αυτήν, την οποία επισκεύασε το έτος 1975, λαμβάνοντας την … άδεια επισκευής στέγης και τοιχοποιίας ετοιμόρροπης κατοικίας, καθώς και την ….

άδεια σεισμοπλήκτου και ότι συνέχισε να νέμεται με τον ίδιο τρόπο το επίδικο οικόπεδο χωρίς να ενοχληθεί από κανένα μέχρι το θάνατό του το έτος …, και ότι, τέλος, ο δεύτερος των εναγόντων συνέχισε να νέμεται, ως κληρονόμος του πατέρα του, το επίδικο οικόπεδο, κατοικώντας στην οικία που υπάρχει σε αυτό, χωρίς να ενοχληθεί από κανένα, συνεχώς μέχρι την έναρξη ισχύος του Ν. 3127/2003, αλλά και πέραν αυτής, ήτοι μέχρι την άσκηση της αγωγής, με αποτέλεσμα, λόγω της παρόδου τριάντα και πλέον ετών στην νομή επιδίκου οικοπέδου, συνυπολογιζομένης και του χρόνου νομής του πατέρα του, να καταστεί κύριος αυτού έναντι του Δημοσίου με την ειδική χρησικτησία του άρθρου 4 παρ. 1 περ.

β' του Ν. 3127/2003. Τέλος, αναφέρεται στην αγωγή ο νόμιμος τρόπος με βάση τον οποίο περιήλθε στην κυριότητα του δευτέρου των εναγόντων το επίδικο οικόπεδο κατά το ανωτέρω ποσοστό εξ αδιαιρέτου και συγκεκριμένα δυνάμει κληρονομικής διαδοχής από τον πατέρα του με την αναφερόμενη δήλωση αποδοχής κληρονομίας, που μεταγράφηκε νόμιμα και δυνάμει του επίσης αναφερόμενου συμβολαίου γονικής παροχής από τη μητέρα του, που μεταγράφηκε νόμιμα.

Με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του και υπό την επίκληση της παράβαση του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, ισχυρίζεται το αναιρεσείον ότι το Εφετείο, υπό τα εκτιθέμενα περιστατικά της αγωγής, εσφαλμένα εφάρμοσε τις διατάξεις του άρθρου 4 Ν. 3127/2003. Ισχυρίζεται ειδικότερα, ότι από το έτος 1974, που κατά την αγωγή, ο δικαιοπάροχος του πρώτου αναιρεσιβλήτου Ν.

Ρ. φέρεται να ασκεί πράξεις νομής στο επίδικο οικόπεδο με την ανέγερση οικίας σ' αυτό, για την οποία του χορηγήθηκε άδεια σεισμοπλήκτου το ίδιο έτος, έως την έναρξη ισχύος του Ν. 3127/2003, δεν συμπληρώνονται 30 έτη ανεπίληπτης νομής στο επίδικο ακίνητο, και ότι το Εφετείο, με το να δεχθεί με την προσβαλλόμενη απόφασή του ότι η αγωγή στηρίζεται στις διατάξεις του Ν. 3127/2003, παραβίασε το νόμο αυτό με εσφαλμένη εφαρμογή των σχετικών διατάξεων.

Ωστόσο, η ειδικότερη αυτή αιτίαση είναι απορριπτέα ως αβάσιμη, δεδομένου ότι στην αγωγή, κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα, αναφέρεται ότι ο δικαιοπάροχος του πρώτου αναιρεσιβλήτου Ν. Ρ. επισκεύασε την οικία το έτος 1975 με την 2556/1975 άδεια επισκευής στέγης και τοιχοποιίας ετοιμόρροπης κατοικίας, γεγονός που προϋποθέτει την ανέγερση και ύπαρξη οικίας σε προγενέστερο χρόνο και συγκεκριμένα, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, αμέσως μετά το έτος 1945.

Επομένως, το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε την αγωγή, ως προς το δεύτερο των εναγόντων και ήδη πρώτο αναιρεσίβλητο, νόμιμη, ως στηριζόμενη στις διατάξεις του άρθρου 4 του Ν. 3127/2003, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις αυτές, στις οποίες ακολούθως ορθώς υπήγαγε τα περιστατικά της αγωγής, όσα δε αντίθετα υποστηρίζει το αναιρεσείον με το δεύτερο λόγο αναίρεσης είναι αβάσιμα.

Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του και υπό την επίκληση της παράβασης του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, το αναιρεσείον διατείνεται ότι το Εφετείο παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 224 ΚΠολΔ, καθώς δεν κήρυξε απαράδεκτη τη μεταβολή της ιστορικής βάσης της αγωγής, την οποία οι ενάγοντες επιχείρησαν με την προσθήκη των προτάσεών τους ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, επικαλούμενοι πραγματικά περιστατικά προς συμπλήρωση της αγωγής τους.

Όπως δε προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της από 28-5-2015 προσθήκης των προτάσεων των εναγόντων ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, οι τελευταίοι, αφού αξιολογούν την κατάθεση του μάρτυρά τους ενώπιον του Δικαστηρίου, προβαίνουν στη συνέχεια σε απλή επίκληση των διατάξεων του άρθρου 4 του Ν. 3127/2003 για τη νομική θεμελίωση της αγωγής τους, στις οποίες, όπως προαναφέρθηκε, πράγματι στηρίζεται η αγωγή, χωρίς να επικαλούνται περαιτέρω νέα πραγματικά περιστατικά από τα οποία να προκαλείται μεταβολή της ιστορικής βάση της αγωγής.

Επομένως, το Εφετείο, απορρίπτοντας με την προσβαλλόμενη απόφασή του το σχετικό πρόσθετο λόγο έφεσης του αναιρεσείοντος-τότε εκκαλούντος περί απαράδεκτης μεταβολής της βάσης της αγωγής με την προσθήκη των προτάσεων των εναγόντων, όχι παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο και επομένως, τα αντιθέτως υποστηριζόμενα με τον πρώτο λόγο αναίρεσης είναι απορριπτέα ως αβάσιμα.

Κατόπιν των ανωτέρω, και μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να καταδικαστεί το αναιρεσείον, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα του πρώτου αναιρεσιβλήτου, τα οποία, όμως, θα καταλογιστούν μειωμένα (άρθρ. 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ και 22 Ν. 3693/1957), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 18-5-2020 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 341/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα του πρώτου των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Σεπτεμβρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Δεκεμβρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ