2072/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Ιανουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated2072/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2072 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 2072/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό και Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Ιανουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος - καλούντος: νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Γενικό Νοσοκομείο Αθηνών "… "", που εδρεύει στο … και εκπροσωπείται νόμιμα, εκπροσωπήθηκε δε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Γίτσα.
Της αναιρεσίβλητης - καθής η κλήση: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, εκπροσωπήθηκε δε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Ανσάλντο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-12-2012 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκε η απόφαση 584/2014 του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 11-7-2014 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Μιλτιάδης Χατζηγεωργίου ανέγνωσε την από 5-5-2016 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου, τότε Αρεοπαγίτη και ήδη Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Δημητρίου Κράνη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ’ αριθ. 584/2014 τελεσίδικη απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, η οποία απέρριψε την από 10.12.2012 αγωγή της αναιρεσίβλητης κατά την κύρια και την πρώτη επικουρική βάση της, ενώ τη δέχθηκε κατά τη δεύτερη επικουρική βάση της από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό και υποχρέωσε το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ.
να καταβάλει εντόκως στην αναιρεσίβλητη το ποσό των 7.050,75 ευρώ, κατά το οποίο αυτό ωφελήθηκε χωρίς νόμιμη αιτία, σε βάρος της εταιρείας με την επωνυμία "...Ε. και Α.Ε. ΙΑΤΡΙΚΩΝ ΕΙΔΩΝ", αφού, αν και παρέλαβε απ’ αυτή ίσης αξίας με το εν λόγω ποσό ιατροτεχνολογικό εξοπλισμό σε εκτέλεση άκυρων μεταξύ τους συμβάσεων πώλησης, δεν κατέβαλε σ’ αυτή ως τίμημα το ως άνω ποσό και ήδη το οφείλει στην αναιρεσίβλητη, στην οποία η παραπάνω εταιρεία εκχώρησε τις σχετικές εναντίον του απαιτήσεις της.
Από τη διάταξη του άρθρ. 904 του ΑΚ, που ορίζει ότι όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου, έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια, προκύπτει ότι οι προϋποθέσεις για τη θεμελίωση της σχετικής αξίωσης είναι η ύπαρξη πλουτισμού του λήπτη χωρίς νόμιμη αιτία και η επέλευση του πλουτισμού από την περιουσία ή με ζημία άλλου, δηλαδή η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ πλουτισμού και επιβάρυνσης, έτσι ώστε το ένα να αποτελεί την αιτία του άλλου.
Στερείται νόμιμης αιτίας και επομένως είναι αδικαιολόγητος ο πλουτισμός που δεν καλύπτεται από έγκυρη βούληση του ζημιωθέντος ή κατ’ εξαίρεση από τη θέληση του νομοθέτη, συναγόμενη σαφώς από συγκεκριμένες διατάξεις ή και από το γενικότερο πνεύμα του νόμου, όπως επί αποσβεστικής προθεσμίας ή παραγραφής, ενώ νόμιμη αιτία δικαιολόγησης του πλουτισμού, εκτός από τη βούληση του ζημιωθέντος ή του νομοθέτη, είναι και το αντάλλαγμα που τυχόν παρέχει ο λήπτης του πλουτισμού, δηλαδή η οικονομική θυσία του έναντι του αποκτώμενου πλουτισμού, η οποία, αν είναι ισάξια μ’ αυτόν, ανταποκρίνεται πλήρως στην εξισωτική αποστολή του θεσμού του αδικαιολόγητου πλουτισμού (ΑΠ 1627/2010).
Συνεπώς αυτό που δόθηκε προς εκπλήρωση υποχρέωσης, η οποία αναλήφθηκε με σύμβαση, δεν δόθηκε αναίτια, ώστε να μπορεί να αναζητηθεί κατά τις αρχές του αδικαιολόγητου πλουτισμού, αφού η σύμβαση αποτελεί κατά το άρθρ. 361 του ΑΚ νόμιμη αιτία και μπορεί κάθε συμβαλλόμενος, εφόσον αυτή είναι ισχυρή, να ασκήσει τα δικαιώματα του απ’ αυτή.
Αξίωση έτσι κατά τις διατάξεις από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό προς αναζήτηση της παροχής που καταβλήθηκε στο πλαίσιο σύμβασης μπορεί να ασκηθεί μόνον αν η σύμβαση είναι ή καταστεί ανίσχυρη ή ακυρώσιμη ή αν ανατραπούν τα δικαιοπρακτικά της αποτελέσματα από οποιοδήποτε λόγο, όπως στην περίπτωσης λύσης της σύμβασης λόγω υπαναχώρησης ή πλήρωσης διαλυτικής αίρεσης ή κατά το άρθρ. 388 του ΑΚ, και πρέπει τα σχετικά περιστατικά, που συνεπάγονται το ανίσχυρο ή την ανατροπή της σύμβασης και συνιστούν τη βάση της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, να τα επικαλείται ο ενάγων με την αγωγή του κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, σύμφωνα με το άρθρ.
του 216 ΚΠολΔ, αλλιώς η αγωγή είναι αόριστη και απορρίπτεται ως απαράδεκτη (ΟλΑΠ 23/2003). Κατά την έκφραση του νόμου, δικαιούχος της αξίωσης από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό είναι αυτός από την περιουσία του οποίου ή με ζημία του οποίου επήλθε ο πλουτισμός σε άλλον χωρίς νόμιμη αιτία. Συνήθως τα δυο κριτήρια συμπίπτουν και μάλιστα στο ίδιο πρόσωπο, αρκεί όμως να συντρέχει και οποιοδήποτε απ’ αυτά, αδιάφορο ποιό από τα δυο, για τη θεμελίωση αξίωσης από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό.
Ωστόσο αν συντρέχουν και τα δυο κριτήρια, αλλά σε διαφορετικά πρόσωπα, δεν έχουν αντίστοιχες αξιώσεις από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό τα διαφορετικά πρόσωπα, αφού μια τέτοια παραδοχή θα επιβάρυνε αδικαιολόγητα το λήπτη του πλουτισμού να τον αποδώσει διπλό, αλλά μια μόνο αξίωση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό γεννιέται και στην περίπτωση αυτή στο πρόσωπο αυτού που πράγματι ζημιώθηκε.
Κρίσιμο δηλαδή κριτήριο για τον προσδιορισμό του δικαιούχου της αξίωσης από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό είναι το ουσιαστικό κριτήριο της ζημίας, αφού αυτό, συγκρινόμενο με το τυπικό κριτήριο της προέλευσης του πλουτισμού, ανταποκρίνεται καλλίτερα στο σκοπό του νόμου, που επιβάλλει το αδικαιολόγητο όφελος να αποδοθεί σ’ αυτόν που πράγματι πλήγηκε [ΑΠ 1351/2011].
Ενδέχεται στη σχέση δότη και λήπτη του πλουτισμού να παρεμβάλλεται και τρίτο πρόσωπο, οπότε δημιουργείται τριμερής σχέση μεταξύ του τρίτου, του δότη και του λήπτη του πλουτισμού, αναλυόμενη συνήθως σε δυο μερικότερες σχέσεις, δηλαδή τη σχέση του τρίτου προς το δότη του πλουτισμού (σχέση κάλυψης) και αυτή του τρίτου προς το λήπτη του πλουτισμού (σχέση αξίας).
Σε μια τέτοια περίπτωση πραγματικά ζημιούμενος και συνεπώς δικαιούχος της αξίωσης από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό μπορεί να είναι ο τρίτος, όπως συμβαίνει όταν ο δότης του πλουτισμού, με υπόδειξη του τρίτου και προκειμένου να αποσβέσει χρέος του τρίτου προς το λήπτη του πλουτισμού, που όμως στην πραγματικότητα δεν οφείλεται, κατέβαλε σ’ αυτόν το ισόποσο του υποτιθέμενου χρέους, το οποίο ακολούθως υποχρεούται να αποδώσει ο τρίτος στο δότη του πλουτισμού, δηλαδή στην περίπτωση αυτή η μεν σχέση κάλυψης είναι ισχυρή, πάσχει όμως η σχέση αξίας (ΑΠ 2266/2013).
Ζημιούμενος είναι ο τρίτος και στην περίπτωση που ο δότης του πλουτισμού, προκειμένου να αποσβέσει χρέος του προς τον τρίτο, κατέβαλε κατά το άρθρ. 417 ΑΚ το ισόποσο του χρέους σε πρόσωπο εξουσιοδοτημένο από τον τρίτο να εισπράξει για λογαριασμό του το χρέος. Στην περίπτωση αυτή η άρνηση στη συνέχεια του λήπτη να αποδώσει στον τρίτο το ποσό που εισέπραξε για λογαριασμό του, τον καθιστά αδικαιολόγητα πλουσιότερα με ζημία του τρίτου, αφού ο τρίτος με την καταβολή που έγινε με την υπόδειξη ή την έγκριση του από τον δότη του πλουτισμού, απώλεσε την ισόποση απαίτηση που είχε κατ’ αυτού, υποβαλλόμενος έτσι αυτός σε αντίστοιχη με την απόσβεση της απαίτησης του οικονομική θυσία [ΑΠ 1351/2011].
Σε αντίθεση με τις παραπάνω περιπτώσεις, όπου η σχέση κάλυψης είναι ισχυρή, ενδέχεται να είναι ισχυρή η σχέση αξίας και να λείπει ή να είναι ελαττωματική η σχέση κάλυψης, όπως συμβαίνει στην περίπτωση που ο δότης του πλουτισμού, θεωρώντας εσφαλμένα ότι οφείλει σε τρίτον, καταβάλει με υπόδειξη του (άρθρ. 417 ΑΚ) το ανύπαρκτο χρέος του σε δανειστή του τρίτου, εξοφλώντας με την καταβολή αυτή (άρθρ. 317 ΑΚ) το χρέος του τρίτου.
Στην περίπτωση αυτή ο δότης του πλουτισμού, που ζημιώθηκε καταβάλλοντος ανύπαρκτο χρέος του, δικαιούται να αναζητήσει τον πλουτισμό, όχι όμως από τον λήπτη τυπικά του πλουτισμού, ο οποίος με την προς αυτόν καταβολή εισέπραξε απλώς την απαίτηση που είχε κατά του τρίτου και έκτοτε αυτή αποσβέσθηκε, υποβαλλόμενος έτσι αυτός σε αντίστοιχη με την απόσβεση της απαίτησης του οικονομική θυσία, αλλά θα αναζητήσει τον πλουτισμό από τον τρίτο που στην πραγματικότητα ωφελήθηκε χωρίς νόμιμη αιτία, αφού εξόφλησε με παροχή άλλου δικό του χρέος.
Υπό την έννοια αυτή η παρεμβολή του τρίτου που ενήργησε για δικό του λογαριασμό, χαρακτηρίζει μεν ως έμμεση την περιουσιακή μετακίνηση από το δότη στον τυπικά λήπτη του πλουτισμού, όμως άμεσος θεωρείται αντίθετα ο πλουτισμός του τρίτου (ΑΠ 1627/2010, πρβλ. και ΑΠ 898/2003, 1239/2005). Σε κάθε περίπτωση η μεσολάβηση άμεσου ή έμμεσου αντιπροσώπου του πλουτήσαντος, δηλαδή προσώπου που δεν ενεργεί για δικό του λογαριασμό, δεν διασπά την αμεσότητα της μετακίνησης του πλουτισμού από την περιουσία του ζημιωθέντος στην περιουσία του πλουτήσαντος και υπόχρεος είναι έτσι αυτός προς απόδοση του αδικαιολόγητου πλουτισμού του.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ) ότι αυτή, αφού έλαβε υπόψη της όλα τα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ως προς την ουσία της υπόθεσης και τα ακόλουθα: "Δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων πωλήσεως, για τις οποίες δεν τηρήθηκε ο έγγραφος τύπος της διοικητικής συμβάσεως, η αρχική προμηθεύτρια του εναγομένου (ήδη αναιρεσείοντος) εταιρεία με την επωνυμία "...
Α.Ε. ΙΑΤΡΙΚΩΝ ΕΙΔΩΝ" προμήθευσε το εναγόμενο, κατά το χρονικό διάστημα από 4.1.2007 μέχρι 24.12.2007, με είδη ιατροτεχνολογικού εξοπλισμού, συνολικής αξίας 385.218 ευρώ, όπως αυτά περιγράφονται στα εκδοθέντα για το σκοπό αυτό από την προμηθεύτρια 88 τιμολόγια... Μεταξύ των τιμολογίων αυτών περιλαμβάνονται και τα δυο επίδικα τιμολόγια, με αριθμούς α) .../4.1.2007, ποσού 5.372,85 ευρώ και β) .../16.1.2007, ποσού 1.677,90 ευρώ, για είδη εμπορίας της ως άνω εταιρείας, που παραδόθηκαν στο εναγόμενο νοσοκομείο και αυτό τα παρέλαβε ανεπιφύλακτα, χωρίς όμως να τα εξοφλήσει εντός της συμφωνημένης προθεσμίας των 90 ημερών από την έκδοση τους.
Ακολούθως, με το από 18.5.2009 ιδιωτικό συμφωνητικό μεταξύ της ενάγουσας (ήδη αναιρεσίβλητης) και της προμηθεύτριας εταιρείας, η δεύτερη εκχώρησε από 1.12.2007 στην ενάγουσα όλες τις απαιτήσεις της, που προέρχονται από την έκδοση τιμολογίων αναφορικά με πωλήσεις προϊόντων προς πελάτες της, μεταξύ των οποίων και το εναγόμενο νοσοκομείο.
Η αναγγελία δε της εκχωρήσεως των απαιτήσεων της κοινοποιήθηκε αρμοδίως προς το εναγόμενο νοσοκομείο και στον Πάρεδρο του Ελεγκτικού Συνεδρίου...". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Ειρηνοδικείο έκρινε με την προσβαλλόμενη απόφαση του ότι "οι συμβάσεις προμήθειας του εναγομένου, που είχαν ετήσια δαπάνη 385.218 ευρώ, ήτοι πάνω από το οριζόμενο με την υπ’ αριθ.
Π1/3305/3.11.2010 Υ.Α. ποσό των 20.000 ευρώ, συνήφθησαν χωρίς να ακολουθηθεί η διαδικασία διενέργειας του προβλεπόμενου από τις διατάξεις του ν. 2286/1995 και του π.δ. 394/1996 διαγωνισμού, δηλαδή ήταν άκυρες...". Έτσι το Ειρηνοδικείο απέρριψε την ένδικη αγωγή κατά την κύρια βάση της από το άρθρ. 513 ΑΚ, αλλά και κατά την πρώτη επικουρική βάση της από την επικαλούμενη σύμβαση αιτιώδους αναγνώρισης χρέους από μέρους του εναγομένου ως αναπόδεικτη.
Περαιτέρω, όμως, το Ειρηνοδικείο έκρινε ότι "η βάση της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό..., έχει εφαρμογή παρόλο που μεταξύ της αρχικώς ζημιωθείσας και του εναγομένου παρεμβάλλεται η εκδοχέας της απαιτήσεως ενάγουσα, δεδομένου ότι η ανάγκη ύπαρξης αμεσότητας της περιουσιακής μετακινήσεως του πλουτισμού, που συνάγεται από τη διατύπωση της ΑΚ 904..., δεν αναιρείται εν προκειμένω, διότι κατά την έννοια της διατάξεως αυτής αρκεί η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας ανάμεσα στον πλουτισμό και τη ζημία και δεν απαιτείται άμεση προέλευση του πλουτισμού από την περιουσία άλλου, ήτοι εν προκειμένω προέλευση του πλουτισμού του εναγομένου από την περιουσία της ενάγουσας".
Συνεπώς, κατέληξε το Ειρηνοδικείο, ότι η ένδικη αγωγή πρέπει να γίνει δεκτή στην ουσία κατά την επικουρική βάση της από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, αφού η αξίωση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό του εναγομένου νόμιμα εκχωρήθηκε στην ενάγουσα από την προμηθεύτρια εταιρεία και νόμιμα αναγγέλθηκε η εκχώρηση στο εναγόμενο νοσοκομείο, το οποίο υποχρεώθηκε έτσι με την προσβαλλόμενη απόφαση να καταβάλει για την αιτία αυτή εντόκως στην αναιρεσίβλητη το συνολικό ποσό των 7.050,75 ευρώ.
Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι παραβίασε τη διάταξη του άρθρ. 904 του ΑΚ με το να δεχθεί ότι το αναιρεσείον νοσοκομείο κατέστη αδικαιολόγητα πλουσιότερο σε βάρος της αναιρεσίβλητης κατά το ως άνω ποσό και επομένως έχει αυτή αξίωση κατά του αναιρεσείοντος για απόδοση του ισόποσου πλουτισμού του, μολονότι ο πλουτισμός του αναιρεσείοντος δεν προήλθε από την περιουσία της, αλλά από την περιουσία της προμηθεύτριας εταιρείας με την επωνυμία "...
Α.Ε. ΙΑΤΡΙΚΩΝ ΕΙΔΩΝ", δηλαδή υπήρξε η παρεμβολή της περιουσίας τρίτου προσώπου και άρα ο πλουτισμός του αναιρεσείοντος δεν τελεί σε σχέση αμεσότητας με την αναιρεσίβλητη, όπως η διάταξη του άρθρ. 904 ΑΚ επιτάσσει, κατά την έννοια της οποίας αναγκαία προϋπόθεση για τη θεμελίωση αξίωσης από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό είναι η αμεσότητα της μετακίνησης του πλουτισμού από την περιουσία του ζημιωθέντος στην περιουσία του πλουτήσαντος.
Ωστόσο, σε σχέση αμεσότητας τελεί ο πλουτισμός του αναιρεσείοντος προς την ως άνω προμηθεύτρια εταιρεία, υπέρ της οποίας γεννήθηκε έτσι αρχικά η απαίτηση προς απόδοση του πλουτισμού του. Με δεδομένο λοιπόν, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του Ειρηνοδικείου, ότι τη νόμιμη αυτή απαίτησή της η ως άνω προμηθεύτρια εταιρεία νόμιμα την εκχώρησε στην αναιρεσίβλητη και νόμιμα αυτή ανήγγειλε την εκχώρηση στο αναιρεσείον, η αναιρεσίβλητη κατέστη δικαιούχος της σχετικής απαίτησης και δεν τίθεται ζήτημα αμεσότητας ως προς αυτή του πλουτισμού του αναιρεσείοντος.
Με όμοιο τρόπο έκρινε και η προσβαλλόμενη απόφαση του Ειρηνοδικείο και συνεπώς βασίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση και είναι απορριπτέος ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρ. 560 ΚΠολΔ. Εξ άλλου με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην απόφαση του Ειρηνοδικείου η πλημμέλεια ότι εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρ. 455 και 462 του ΑΚ και δέχθηκε την ύπαρξη απαίτησης της αναιρεσίβλητης κατά το αναιρεσείοντος από αδικαιολόγητο πλουτισμό, χωρίς όμως να δέχεται με συγκεκριμένο τρόπο ότι η σχετική απαίτηση, που φέρεται να γεννήθηκε αρχικά υπέρ της προμηθεύτριας εταιρείας, εκχωρήθηκε ακολούθως απ’ αυτή στην αναιρεσιβλητη, αφού, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, στην αναιρεσίβλητη εκχωρήθηκαν από την προμηθεύτρια εταιρεία οι απαιτήσεις της κατά του αναιρεσείοντος αναφορικά με τις πωλήσεις της προς αυτό, δηλαδή κατά την άποψη του αναιρεσείοντος απαιτήσεις συμβατικού μόνον χαρακτήρα, στις οποίες δεν περιλαμβάνονται και απαιτήσεις από αδικαιολόγητο πλουτισμό.
Όμως η προσβαλλόμενη απόφαση του Ειρηνοδικείου ρητά [και κατ’ ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση] δέχεται ότι η σχετική με τον αδικαιολόγητο πλουτισμό του αναιρεσείοντος απαίτηση της προμηθεύτριας εταιρείας νόμιμα εκχωρήθηκε απ’ αυτή στην αναιρεσίβλητη και νόμιμα επίσης αναγγέλθηκε η εκχώρηση στο αναιρεσείον νοσοκομείο.
Συνεπώς αβάσιμος είναι και ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης από τον αυτό αριθμό 1 του άρθρ. 560 ΚΠολΔ.
Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί το αναιρεσείον ως ηττώμενο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), η οποία κατέθεσε προτάσεις.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 11 Ιουλίου 2014 αίτηση του ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "..." για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 584/2014 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Αθηνών και
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Φεβρουαρίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Δεκεμβρίου 2017.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ