Legislator Case Law & Legislation
2072/2009 AI generated

Supreme Court allows lawyer's appeal, overturning lower court's dismissal of fee claim against private pension fund.

Case Number 2072/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the lawyer's appeal against the Athens Court of Appeal's decision dismissing his fee claim. The lower court had incorrectly applied public sector fee regulations to a private pension fund, ignoring the specific statutory provisions governing private clients. The court ruled that the lawyer is entitled to fees based on the general Code of Lawyers and relevant ministerial decisions, not the special rules applicable only to the state.

Legislator headnote

AI generated

Articles 91, 92, 98, 99, 100, 107, 110 of the Code of Lawyers; The Code of Lawyers applies to private clients regardless of the client's public or private status, and special public sector fee regulations do not limit the fees payable to a lawyer representing a private entity.

Keywords

AI generated
Code of Lawyers legal fees private pension fund lawyer remuneration appeal admissibility fee calculation private client

Cited Legislation

AI generated
Article 91 of the Code of Lawyers
Article 92 of the Code of Lawyers
Article 98 of the Code of Lawyers
Article 99 of the Code of Lawyers
Article 100 of the Code of Lawyers
Article 107 of the Code of Lawyers
Article 110 of the Code of Lawyers
Article 23 of Presidential Decree 282/1996

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2072 / 2009 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2072/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Παναγιώτη Κομνηνάκη και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Σεπτεμβρίου 2009, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ..., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως επειδή είναι δικηγόρος. Δεν κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΙΔΙΩΤΙΚΟΥ ΤΟΜΕΑ" (Τ.Ε.Α.Ι.Τ.), ως καθολικού διαδόχου, λόγω απορροφήσεως βάσει του άρθρου 58 Ν. 3566/2008, του καταργηθέντος κλάδου συντάξεως του "ΤΑΜΕΙΟΥ ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΣ ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ ΕΜΠΟΡΙΚΩΝ ΚΑΤΑΣΤΗΜΑΤΩΝ" (ΤΕΑΥΕΚ), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στέφανο Παπιλίδη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-5-2002 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 243/2002, 160/2003 μη οριστική και 238/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 8515/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 18-9-2008 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βαρβάρα Κριτσωτάκη διάβασε την από 10-9-2009 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως. Ο αναιρεσείων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, κατά το άρθρο 91 παρ. 1 του Ν.Δ. 3026/1954 "περί του Κώδικος των Δικηγόρων", ο δικηγόρος δικαιούται να λάβει από τον εντολέα του, πλην της δικαστηριακής ή άλλης δαπάνης, την οποία κατέβαλε εξ ιδίων και αμοιβή για κάθε εργασία του δικαστική ή εξώδικη. Ακολούθως, κατά το άρθρο 92 παρ. 1 του αυτού Κώδικα, όπως ισχύει ήδη μετά την προσθήκη του εδ.

β' αυτής με το άρθρο 5 παρ. 3 του Ν.Δ. 4272/1962 και την αντικατάστασή του με το άρθρο 8 του Ν.1093/1980, η δικηγορική αμοιβή κανονίζεται με συμφωνία του δικηγόρου και του εντολέα ή του αντιπροσώπου του, η οποία περιλαμβάνει είτε όλη τη διεξαγωγή της δίκης, είτε μέρος της, είτε μεμονωμένες πράξεις ή άλλης φύσεως νομικές εργασίες.

Σε καμιά περίπτωση δεν επιτρέπεται η αμοιβή να υπολείπεται των ελαχίστων ορίων, που καθορίζονται από τα άρθρα 98 επ. του ως άνω Κώδικα. Κάθε συμφωνία για λήψη μικρότερης αμοιβής από τα ανωτέρω καθοριζόμενα όρια είναι άκυρη ανεξάρτητα από το χρόνο συνάψεώς της. Εξάλλου, κατά το άρθρο 98 παρ. 1 του εν λόγω Κώδικα, σε περίπτωση ελλείψεως ειδικής συμφωνίας, το ελάχιστο ποσό της αμοιβής του δικηγόρου ορίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις των επομένων άρθρων, κατά δε το άρθρο 99 εδ.

α' του αυτού Κώδικα, το ελάχιστο όριο της αμοιβής επί των πολιτικών υποθέσεων, των ποινικών και ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων και αρχών και των εξωδίκων, εκτός των αναφερομένων και για τις δύο περιπτώσεις εξαιρέσεων, είναι ίσο με το γινόμενο των δραχμών, που αναγράφονται στον Κώδικα αυτό και για κάθε ειδική εργασία, επί συντελεστή, ο οποίος με την υπ' αριθ. 12.398/9.2.1989 απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση της διατάξεως αυτής και δημοσιεύθηκε στο υπ' αριθ. 131/21.2.1989 ΦΕΚ (τεύχος Β'), ορίσθηκε σε 140 μονάδες.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 65 παρ. 1 και 3 του Ν.2065/1992, η ελάχιστη αμοιβή του δικηγόρου για τις παραστάσεις του ενώπιον οποιασδήποτε δικαστικής, διοικητικής ή άλλης αρχής, καθώς και για τις νομικές υπηρεσίες, στις οποίες προεισπράττεται δικηγορική αμοιβή, καθορίζεται για κάθε κατηγορία παρεχόμενης νομικής υπηρεσίας με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, κατόπιν γνώμης της Ολομέλειας των προέδρων των δικηγορικών συλλόγων της Ελλάδας, η δε αμοιβή αυτή προκαταβάλλεται από τους εντολείς στον οικείο δικηγορικό σύλλογο και δεν μπορεί να είναι μικρότερη από το κατώτατο όριο αμοιβών του Κώδικα Δικηγόρων.

Κατ' εξουσιοδότηση της τελευταίας διατάξεως σε συνδυασμό με εκείνες του Ν.2214/1994, όπως κωδικοποιήθηκαν στο άρθρο 51 του Ν.2238/1994, που αφορά την κύρωση του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος, εκδόθηκε η υπ' αριθ. 94.324/11.12.1996 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, με την οποία (παρ.1, 2 και 6 αυτής) ορίσθηκε ότι ως βάση για την ελάχιστη αμοιβή των δικηγόρων, που προκαταβάλλεται για τις παραστάσεις ενώπιον όλων των δικαστηρίων, καθώς και για τις νομικές υπηρεσίες, στις οποίες προεισπράττεται δικηγορική αμοιβή σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, θεωρείται το άθροισμα της ετήσιας επαγγελματικής αμοιβής κατά τις διατάξεις της φορολογικής νομοθεσίας και ενός σταθερού μέσου όρου 300.000 δρχ., που αναφέρεται στη μισθωτική αξία της επαγγελματικής εγκατάστασης, η δε αμοιβή για κάθε παράσταση ενώπιον οποιουδήποτε δικαστηρίου καθορίζεται, με την επιφύλαξη των επομένων παραγράφων, σε ποσοστό 1% επί του ποσού του ως άνω αθροίσματος.

Τα ανωτέρω ισχύουν και ως προς την κατ' αποκοπή αμοιβή για παραστάσεις για λογαριασμό του Δημοσίου, των Ν.Π.Δ.Δ., των Δήμων και Κοινοτήτων, των Δημοσίων Οργανισμών και Επιχειρήσεων, Ασφαλιστικών Εταιριών και Τραπεζών. Οι διατάξεις των άρθρων 100 επ. του Κώδικα Δικηγόρων για τα ελάχιστα όρια των αμοιβών εξακολουθούν να ισχύουν.

Στη συνέχεια εκδόθηκε η υπ'αριθ. 1127072/1980/Α00112/ΠΟΛ. 1277/13.11.1998 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, με την οποία αναπροσαρμόσθηκε η αμοιβή των ελευθέρων επαγγελματιών του άρθρου 51 παρ. 3 του Ν.2238/1994 για τη χρήση του έτους 1998 και ορίσθηκε ειδικά για τους δικηγόρους στο ποσό των 2.300.000 δρχ. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 7 παρ. 2, 3 και 9 του Ν.2753/1999, για τις παραστάσεις των δικηγόρων ενώπιον των δικαστηρίων, τη σύμπραξή τους σε εξώδικες ενέργειες και συμβάσεις, όπως προβλέπουν οι οικείες διατάξεις, καθώς και για κάθε άλλη νομική υπηρεσία, που παρέχουν στον εντολέα τους, καθορίζεται το μήνα Δεκέμβριο κάθε δευτέρου έτους με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ύστερα από γνώμη της ολομέλειας των προέδρων των δικηγορικών συλλόγων της Ελλάδας, ελάχιστη αμοιβή ενιαία για όλους τους δικηγορικούς συλλόγους της Χώρας.

Η αμοιβή αυτή προεισπράττεται από τον οικείο δικηγορικό σύλλογο με τετραπλότυπο γραμμάτιο, ενώ οι δικηγορικοί σύλλογοι υποχρεούνται να ενεργούν παρακράτηση φόρου εισοδήματος με συντελεστή 15% στο ακαθάριστο ποσό των αμοιβών, που αναγράφονται στα τετραπλότυπα γραμμάτια. Ειδικά για τη διαχειριστική περίοδο 1999, για το ελευθέριο επάγγελμα του δικηγόρου το καθαρό εισόδημα, που προκύπτει σύμφωνα με το άρθρο 51 παρ. 1 του Ν.2238/1994, όπως αντικ.

με το άρθρο 7 παρ. 1 του Ν.2753/1999, δεν μπορεί να είναι μικρότερο από το ελάχιστο ποσό καθαρού εισοδήματος, όπως αυτό προσδιοριζόταν από τις διατάξεις του άρθρου 51 του Ν.2238/1994, που ίσχυαν πριν από την αντικατάστασή τους με το άρθρο 7 του Ν.2753/1999. Για την εφαρμογή της παρ. 9 του άρθρου 7 του τελευταίου αυτού Νόμου, ως επαγγελματική αμοιβή λαμβάνεται το ποσό των 2.500.000 δρχ., ως συντελεστής μισθωτικής αξίας το ποσοστό 8,5% και ως τιμή ζώνης λαμβάνεται αυτή που ίσχυε τη 1.1.1995.

Με τις διατάξεις των ανωτέρω Νόμων, καθώς και εκείνες της εκδοθείσης κατ` εξουσιοδότηση του τελευταίου Νόμου υπ` αριθ. 1314/21.12.2000 κοινής αποφάσεως των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, με τις οποίες καθορίσθηκε η ελάχιστη αμοιβή των δικηγόρων για τις αναφερόμενες στο συνημμένο πίνακα δικαστικές και εξώδικες εργασίες τους, δεν καταργήθηκαν οι προαναφερόμενες διατάξεις του Κώδικα των Δικηγόρων, που αφορούν τον καθορισμό του κατωτάτου ορίου αμοιβής των δικηγόρων.

Οι διατάξεις του Κώδικα αυτού, των οποίων σκοπός είναι όχι μόνο η προστασία του ιδιωτικού συμφέροντος του δικηγόρου ως εργαζομένου, αλλά και η κατοχύρωση του κύρους του δικηγορικού λειτουργήματος ως θεράποντος του δημοσίου συμφέροντος, κατισχύουν εκείνων των ως άνω Νόμων και των κατ' εξουσιοδότηση αυτών εκδοθεισών ΚΥΑ στις σχέσεις μεταξύ των συμβαλλομένων, αφού οι διατάξεις αυτών, όπως προκύπτει από το σύνολο του περιεχομένου τους και τις οικείες εισηγητικές εκθέσεις, έχουν φορολογικό χαρακτήρα και αποσκοπούν στη μεταρρύθμιση και απλοποίηση του φορολογικού συστήματος με την καθιέρωση αντικειμενικής φορολογικής μεταχειρίσεως των δικηγόρων προς τον σκοπό της δικαιότερης κατανομής των φορολογικών βαρών, της μειώσεως των οικονομικών στρεβλώσεων, που προκαλεί η φορολογική διάρθρωση στην κατανομή των πόρων, της αυξήσεως της ανταγωνιστικότητας και της προσαρμογής της φορολογίας στο ενοποιούμενο διεθνές οικονομικό περιβάλλον.

Έτσι, όταν η καθοριζόμενη με βάση τον Κώδικα για κάθε κατά περίπτωση ενέργεια ελάχιστη αμοιβή είναι μεγαλύτερη από εκείνη, που καθορίζεται με βάση τις ως άνω ΚΥΑ, τότε οφείλεται η μεγαλύτερη αυτή αμοιβή. Όταν όμως είναι μικρότερη, τότε οφείλεται η καθοριζόμενη με βάση τις ΚΥΑ μεγαλύτερη ελάχιστη αμοιβή, διότι θα ήταν άνισο οι δικηγόροι να αμείβονται με τα ελάχιστα όρια του Κώδικα των Δικηγόρων και να φορολογούνται για μεγαλύτερο εισόδημα.

Τα ανωτέρω ισχύουν και ως προς τους δικηγόρους, που ενεργούν ως εντολοδόχοι του ΙΚΑ σύμφωνα με την παρ. 6 της ΚΥΑ 94.324/11.12.1996 και δεν αμείβονται με πάγια αντιμισθία, αφού ως προς αυτούς δεν γίνεται διάκριση ή εξαίρεση από το Ν.2753/1999, ενώ δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις που ρυθμίζουν την αμοιβή των δικηγόρων του Δημοσίου με βάση το πάγιο ελάχιστο όριο, που προβλέπεται στον Κώδικα των Δικηγόρων ακόμη και για δικαστικές ή εξώδικες εργασίες, για τις οποίες η αμοιβή ορίζεται απ' αυτόν σε ποσοστό επί της αξίας του αντικειμένου της υπόθεσης.

Συνεπώς, σε περίπτωση αναθέσεως από μέρους του Δημοσίου ή Ν.Π.Δ.Δ. εντολής σε δικηγόρο να παρασταθεί για λογαριασμό του ενώπιον δικαστηρίου, υποχρεούνται αυτά μετά την ισχύ των 94.324/11.12.1996 και 1.314/21.12.2000 ΚΥΑ να καταβάλουν στον εν λόγω δικηγόρο την αντίστοιχη αμοιβή, που προβλέπεται από τις διατάξεις αυτών και όχι το ελάχιστο όριο αμοιβής, που προβλέπεται στον Κώδικα Δικηγόρων για τη συγκεκριμένη παράσταση, εφόσον η αμοιβή, σύμφωνα με τις ως άνω ΚΥΑ, είναι ανώτερη αυτής, που ορίζεται στον Κώδικα Δικηγόρων.

Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 23 παρ. 5 του Π.Δ. 282/1996 "περί του Οργανισμού του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους", που ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο παροχής των ενδίκων υπηρεσιών, ήτοι μέχρι τις 23.12.2002, οπότε άρχισε η ισχύς της αντίστοιχης διατάξεώς του άρθρου 24 παρ. 5 του Ν.3086/2002, ορίσθηκε ότι η αμοιβή των δικηγόρων του Δημοσίου διέπεται από τις διατάξεις του Δικηγορικού Κώδικα, όπως ισχύουν κάθε φορά και καθορίζεται στα προβλεπόμενα απ' αυτές ελάχιστα όρια για κάθε κατά περίπτωση δικαστική ή εξώδικη ενέργεια, μάλιστα δε μετά την αντικατάσταση της διατάξεως αυτής με το άρθρο 18 παρ. 5 του Ν.2873/2000 ορίσθηκε πλέον ότι η αμοιβή των ως άνω δικηγόρων διέπεται από τις διατάξεις του Κώδικα Δικηγόρων, όπως εκάστοτε ισχύουν και καθορίζεται στο διπλάσιο από εκείνο που προβλέπεται απ' αυτές ελαχίστου ορίου για κάθε δικαστική ή εξώδικη ενέργεια, ενώ με αμφότερες τις διατάξεις αυτές ορίσθηκε ότι σε δικαστικές ή εξώδικες εργασίες, για τις οποίες από διατάξεις του Κώδικα η αμοιβή ορίζεται σε ποσοστό επί της αξίας του αντικειμένου της υποθέσεως, οι δικηγόροι του Δημοσίου αμείβονται με τις αναφερόμενες διακρίσεις.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 13 του Ν.Δ. 2698/1953, σε όσα υποκαταστήματα, γραφεία ή παραρτήματα του ΙΚΑ δεν συσταθούν δικαστικά γραφεία, ορίζεται με απόφαση του Διοικητή αυτού μετά γνώμη του νομικού συμβούλου ένας δικηγόρος, στον οποίον ανατίθεται η παράσταση και υπεράσπιση των συμφερόντων του Ιδρύματος ενώπιον των δικαστηρίων και δικαστικών αρχών γενικώς της έδρας του σε όλες τις δικαστικές υποθέσεις αυτού, Ο ανωτέρω δικηγόρος αμείβεται με μηνιαία αντιμισθία, που ορίζεται από το ΔΣ ή με βάση τα κατώτατα όρια, που προβλέπονται στον Δικηγορικό Κώδικα ή και κάτω απ' αυτά κατόπιν ειδικής συμφωνίας.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 19 παρ. 1α του Α.Ν. 1856/1951, το ΙΚΑ απαλλάσσεται κάθε δημοσίου, δημοτικού, κοινοτικού ή λιμενικού φόρου, αμέσου ή εμμέσου, κάθε τέλους ταχυδρομικού, ως και δικαστικού, ενώ σε κάθε δίκη του απολαύει όλων ανεξαιρέτως των ατελειών και προνομίων δικαστικών, διοικητικών και οικονομικών, κατά δε το άρθρο 5 του Ν. 3210/1955, το ΙΚΑ απολαύει όλων των διαδικαστικών προνομίων του Δημοσίου και κατά το άρθρο 21 παρ. 9α του Ν.1902/1990, το ΙΚΑ και οι λοιποί οργανισμοί αρμοδιότητας του Υπουργείου Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων έχουν όλα τα δικαστικά και δικονομικά προνόμια του Δημοσίου.

Το γεγονός, ότι το ΙΚΑ και οι λοιποί Οργανισμοί απολαύουν των ατελειών, απαλλαγών και προνομίων του Δημοσίου, δεν σημαίνει ότι εφαρμόζονται επ` αυτών και οι ανωτέρω διατάξεις του άρθρου 23 παρ. 5 του Π.Δ. 282/1996, που ρυθμίζουν την αμοιβή των δικηγόρων του Δημοσίου, αφού η ρύθμιση αυτή δεν αποτελεί προνόμιο ή απαλλαγή, αλλ` αντίθετα πρόκειται περί διατάξεων ουσιαστικού περιεχομένου, που καθορίζουν την καταβλητέα αμοιβή από το Δημόσιο, ως εντολέα, στον δικηγόρο του, ως εντολοδόχο, στη μεταξύ τους σχέση εκτός της δίκης και την κατ` αυτή διαδικασία, ενώ δεν προβλέπεται από τις εν λόγω διατάξεις εξομοίωση του ΙΚΑ και των λοιπών Οργανισμών προς το Δημόσιο ως προς τον διάφορο τρόπο αμοιβής των χρησιμοποιουμένων από τους τελευταίους δικηγόρων.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο δέχτηκε ότι ο αναιρεσείων δικηγόρος, από το έτος 1993 έως το τέλος του έτους 2002, συνδεόταν με το αναιρεσίβλητο Ταμείο, το οποίο υπαγόταν στο Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, με σύμβαση έμμισθης εντολής αμειβόμενος ανά υπόθεση, και ότι προέβη στη διενέργεια των δικαστικών ενεργειών που περιγράφει στην αγωγή του, ήτοι σύνταξη αγωγής του Ταμείου κατά του Δημοσίου για διαφορά οκτώ μηνιαίων μισθωμάτων ύψους 98.732.000 δρχ.

στις 21-3-1998, κατάθεση της στις 30-3-1998, σύνταξη και κατάθεση προτάσεων στις 14-2-1999, και προσθήκης αντίκρουσης στις 23-2-1999, συζήτηση της στις 18-2-1999, συζήτηση της κατ'' έφεση στις 17-10-2000 μετά από έφεση του Ελληνικού Δημοσίου και κατάθεση προτάσεων ενώπιον του Εφετείου. Ότι η αμοιβή του αναιρεσείοντος για τις ως άνω ενέργειες ρυθμίζεται από τις διατάξεις των άρθρων 100 επ.

του ν. 3026/1954 "περί κώδικος δικηγόρων"σε συνδυασμό προς την υπ' αριθμ. 94324/11-12-1996 κοινή απόφαση των Υπουργών Δικαιοσύνης και Οικονομικών και που σύμφωνα με την 427/1998 Γνωμοδότηση της Ολομέλειας του ΝΣΚ δεν είχε την έννοια αντικαταστάσεως των διατάξεων των άρθρων 98 παρ. 1, 100 παρ. 1 και 4, 107 παρ. 1 111 και 152 παρ. 1 του ΚΔ, οι οποίες εξακολουθούν να έχουν εφαρμογή καλύπτοντας και την περίπτωση απολαυής των προνομίων του Δημοσίου εκ μέρους του δικαιουμένου εντολέα, κατέληξε δε ότι ο αναιρεσείων δεν δικαιούται παρά μόνο την κατά τα άρθρα 100 παρ. 4, 107 παρ. 1 και 2 και 11 παρ. 1 του ΚΔ πάγια αμοιβή, και κατά παραδοχή της εφέσεως που είχε ασκήσει το αναιρεσίβλητο κατά της πρωτόδικης απόφασης με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή ως κατ' ουσίαν βάσιμη, απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, παραβίασε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, αφού όπως ειδικότερα αναφέρεται στη μείζονα σκέψη ο αναιρεσίων δικαιούται την αμοιβή που καθορίζεται κατά περίπτωση στις ως άνω ΚΥΑ, καθώς και στις διατάξεις των άρθρων 100 παρ. 1 και 3, 107 παρ. 1 και 110 του Κώδικα Δικηγόρων και όχι την αμοιβή που προσδιορίζεται με βάση τις ειδικές για το Δημόσιο ρυθμίσεις του άρθρου 23 παρ. 5 του ΠΔ 282/1996, σύμφωνα με τις οποίες, στην περίπτωση που ο κώδικας περί δικηγόρων ορίζει αμοιβή σε ποσοστό επί της αξίας του αντικειμένου της υποθέσεως (άρθρα 100 παρ. 1-3, 107 παρ. 1 και 110) ο δικηγόρος δεν αμείβεται με βάση αυτές, αλλά σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 100 παρ' 4, 107 παρ. 1β' και 110 παρ. 1β' του αυτού κώδικα.

Και τούτο διότι το αναιρεσίβλητο δεν εξομοιώνεται με το Δημόσιο ως προς τον διάφορο τρόπο αμοιβής των δικηγόρων που χρησιμοποιεί. Επομένως, όλοι οι λόγοι αναιρέσεως, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου τους, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο που την εξέδωσε, αφού είναι δυνατή η συγκρότηση του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 8515/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση προς εκ νέου εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και

Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων (1000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Οκτωβρίου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Νοεμβρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ