Legislator Case Law & Legislation
2072/2007 AI generated

2072/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 2072/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24/3/1994 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2554/1994 του ίδιου Δικαστηρίου και 2903/1998 του Εφετείου Αθηνών. Επί της τελευταίας αποφάσεως ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 985/2000 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την απόφαση αυτή και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Αθηνών. Το Εφετείο Αθηνών εξέδωσε την 3694/2001 απόφαση. Επί της τελευταίας αποφάσεως ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 1139/2003 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την απόφαση αυτή και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Αθηνών. Το Εφετείο Αθηνών εξέδωσε την 4914/2005 απόφαση την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 27/10/2005 αίτησή του.

Legislator headnote

AI generated

2072/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ακολούθως, το Εφετείο Αθηνών, ως Δικαστήριο της παραπομπής, με την υπ' αριθμ. 3694/2001 απόφασή του απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσία την έφεση του εναγομένου Νοσοκομείου αφού δέχτηκε, κατά συμμόρφωση προς την πιο πάνω αναιρετική απόφαση, ότι η αναιρεσίβλητη δικαιούται τις αποδοχές της ΔΑ 42/1981, λόγω δεδικασμένου που παράγεται από την προαναφερόμενη υπ' αριθμ. 4269/1990 αμετάκλητη απόφαση του Εφετείου Πειραιώς.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2072 / 2007 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 2072/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2΄ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ηλία Γιαννακάκη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Ζήση Βασιλόπουλο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΨΥΧΙΑΤΡΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΑΤΤΙΚΗΣ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Πολέμη, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242§2 Κ.Πολ.Δ., ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Ψ1, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λεωνίδα Πανούση, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242§2 Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24/3/1994 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2554/1994 του ίδιου Δικαστηρίου και 2903/1998 του Εφετείου Αθηνών. Επί της τελευταίας αποφάσεως ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 985/2000 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την απόφαση αυτή και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Αθηνών. Το Εφετείο Αθηνών εξέδωσε την 3694/2001 απόφαση. Επί της τελευταίας αποφάσεως ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 1139/2003 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την απόφαση αυτή και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Αθηνών. Το Εφετείο Αθηνών εξέδωσε την 4914/2005 απόφαση την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 27/10/2005 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σπυρίδων Ζιάκας, ανέγνωσε την από 28/9/2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 579 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε, κατά δε το άρθρο 581 παρ. 2 του ιδίου Κώδικα, στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση συζητείται μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι, αν η απόφαση αναιρεθεί μερικώς, ως προς κάποιο μόνο κεφάλαιο της όλης δίκης, το δικαστήριο της παραπομπής δεν μπορεί να εξετάσει λόγους εφέσεως που αναφέρονται στα λοιπά κεφάλαια, ως προς τα οποία δεν αναιρέθηκε η απόφαση, διότι διαφορετικά θα προσέβαλε το δεδικασμένο, το οποίο, κατά το άρθρο 332 Κ.Πολ.Δ., λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως (ΑΠ 153/1997).

Στην προκειμένη περίπτωση, από τα προσκομιζόμενα διαδικαστικά έγγραφα προκύπτουν τα ακόλουθα: Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη, με την από 24-3-1994 αγωγή της, επικαλούμενη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, βάσει της οποίας εργάστηκε στο εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον ως καθαρίστρια, από 17-1-1977 , ζήτησε μισθολογικές διαφορές για το χρονικό διάστημα από 1-1-1989 έως 31-12-1993, προκύπτουσες από τη μη εφαρμογή για τη διαμόρφωση των αποδοχών της, της υπ' αριθμ. 42/1981 αποφάσεως του Δ.Δ.Δ.Δ.

Πειραιώς και του άρθρου 2 παρ. 3 του ν. 201/1975, με βάση δε υπολογισμού αυτών το ημερομίσθιο ασφαλείας των Ε.Γ.Σ.Σ.Ε., που ίσχυσαν κατά το πιο πάνω χρονικό διάστημα. Με την υπ' αριθμ. 985/2000 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου, που εκδόθηκε επί αιτήσεως αναιρέσεως της αναιρεσίβλητης αναιρέθηκε η υπ' αριθμ. 2903/1998 απόφαση του Εφετείου Αθηνών με την οποία είχε απορριφθεί, κατά παραδοχή εφέσεως του αναιρεσείοντος νοσοκομείου, η πιο πάνω αγωγή ως μη νόμιμη, και έγινε δεκτό ότι σχετικά με τη διαμόρφωση των αποδοχών της αναιρεσίβλητης κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, υπάρχει δεδικασμένο που προκύπτει από την υπ' αριθμ. 4269/1990 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, με την οποία έγινε δεκτή η προηγούμενη από 7-12-1988 αγωγή της ιδίας κατά του αναιρεσείοντος , με αντικείμενο την επιδίκαση επίσης μισθολογικών διαφορών για το χρονικό διάστημα από 1-7-1986 έως 30-11-1988, που προέκυψαν με βάση το πριν από την εφαρμογή της από 22-12-1988 ΕΣΣΕ της ΠΟΕΔΗΝ, ισχύσαν μισθολογικό καθεστώς.

Ακολούθως, το Εφετείο Αθηνών, ως Δικαστήριο της παραπομπής, με την υπ' αριθμ. 3694/2001 απόφασή του απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσία την έφεση του εναγομένου Νοσοκομείου αφού δέχτηκε, κατά συμμόρφωση προς την πιο πάνω αναιρετική απόφαση, ότι η αναιρεσίβλητη δικαιούται τις αποδοχές της ΔΑ 42/1981, λόγω δεδικασμένου που παράγεται από την προαναφερόμενη υπ' αριθμ. 4269/1990 αμετάκλητη απόφαση του Εφετείου Πειραιώς.

Επί της ασκηθείσης από το εναγόμενο αιτήσεως αναιρέσεως εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1139/2003 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου με την οποία αναιρέθηκε η προσβληθείσα απόφαση κατά το μέρος που δέχτηκε α) ότι από 8-5-1989 έως 31-12-1989, το κατώτατο ημερομίσθιο εργατοτεχνίτη ή εργατοτεχνίτριας, που δεν έχουν συμπληρώσει τριετή υπηρεσία, ανερχόταν σε εκείνο που καθόριζε το άρθρο 1 της από 10-3-1989 ΕΓΣΣΕ, δηλαδή στο ποσό των 2450-2475 δραχμών, επί του οποίου και υπολόγισε τις αξιούμενες με την αγωγή μισθολογικές διαφορές, και β) ότι η παραγραφή των αξιώσεων της αναιρεσίβλητης που είχαν γεννηθεί εντός του έτους 1991 και αφορούσαν το χρονικό διάστημα από 1-1-1991 έως 30-9-1991, διακόπηκε με την από 27-12-1991 κοινή αίτηση αυτής και άλλων συναδέλφων της, προς το αναιρεσείον, και τούτο διότι η αίτηση αυτή υποβλήθηκε πριν αρχίσει η παραγραφή αυτών.

Κατά τα λοιπά η υπ' αριθμ. 3694/2001 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και ειδικότερα κατά το μέρος που δέχτηκε το δεδικασμένο που προέκυπτε από την υπ' αριθμ. 4269/1990 απόφαση του ιδίου δικαστηρίου, κατέστη αμετάκλητη. Στη συνέχεια το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αφού έκρινε ότι από την υπ' αριθμ. 4269/1990 απόφαση του Εφετείου παράγεται δεδικασμένο για τις ένδικες από μισθολογικές διαφορές αξιώσεις του έτους 1991, ότι οι αποδοχές της αναιρεσίβλητης διαμορφώνονται βάσει του προηγούμενου της από 22-12-1988 ΕΣΣΕ της ΠΟΕΔΗΝ μισθολογικού καθεστώτος, απέρριψε την ένσταση παραγραφής που προέβαλε το αναιρεσείον νοσοκομείο κατά παραδοχή της αντενστάσεως διακοπής της παραγραφής που προέβαλε η αναιρεσίβλητη και επικύρωσε ως προς το κεφάλαιο αυτό την υπ' αριθμ.2554/1994 πρωτόδικη απόφαση.

Όμως, ενόψει του ότι με την υπ' αριθμ. 1139/2003 απόφαση του δικαστηρίου τούτου, αναιρέθηκε η υπ' αριθμ.3694/2001 απόφαση του Εφετείου μόνο κατά το μέρος που επιδίκασε τις αναφερόμενες στο χρονικό διάστημα από 8-5-1989 έως 31-12-1989 μισθολογικές διαφορές και δέχτηκε την αντένσταση διακοπής της παραγραφής για τις αξιώσεις του έτους 1991, ενώ κατά τα λοιπά η εν λόγω απόφαση κατέστη αμετάκλητη, με αποτέλεσμα να παράγεται δεδικασμένο και ως προς την ύπαρξη των αξιώσεων του έτους 1991, το δικαστήριο της παραπομπής με την προσβαλλόμενη απόφασή του πλεοναστικώς προέβη στην εκ νέου έρευνα των αξιώσεων αυτών.

Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως από τους αριθμούς 1 και 16 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση, ότι δέχτηκε εσφαλμένα την ύπαρξη δεδικασμένου από την υπ' αριθμ. 4269/1990 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, ως προς τις ένδικες αξιώσεις του έτους 1991, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.

Ο ίδιος από τις ως άνω διατάξεις λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δέχτηκε παρά το νόμο δεδικασμένο απορρέον από την αυτή πιο πάνω απόφαση του Εφετείου και για τις αξιώσεις της αναιρεσίβλητης που αναφέρονται στα χρονικά διαστήματα από 1-1-1989 έως 7-5-1989 και από 1-10-1991 έως 31-12-1993, είναι απορριπτέος ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση διότι το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δεν ερεύνησε τα αναφερόμενα στα εν λόγω χρονικά διαστήματα κεφάλαια της αγωγής και τους αντίστοιχους λόγους εφέσεως του αναιρεσείοντος, ως ευρισκόμενα εκτός των ορίων της αναιρετικής διαδικασίας, καθόσον, ως προς αυτά, δεν αναιρέθηκε η προηγούμενη υπ' αριθμ. 3694/2001 απόφαση, η οποία και παρήγαγε αντίστοιχο δεδικασμένο.

Κατά το άρθρο 48 παρ. 3 του ν.δ. 496/1974, ο χρόνος παραγραφής των κατά ν.π.δ.δ. αξιώσεων των συνδεομένων με αυτό με σχέση ιδιωτικού ή δημοσίου δικαίου υπαλλήλων του, από καθυστερούμενες αποδοχές ή άλλης φύσεως απολαβές ή αποζημιώσεις από αδικαιολόγητο πλουτισμό είναι δύο ετών. Η παραγραφή αυτή αρχίζει, κατά το άρθρο 49 του ιδίου ν.

δ/τος, από το τέλος του έτους, κατά το οποίο γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξή της. Εξάλλου, κατά το άρθρο 51 εδ. β΄του ανωτέρω ν. δ/τος, η παραγραφή των χρηματικών αξιώσεων κατά ν.π.δ.δ. διακόπτεται και δια της υποβολής προς το νομικό πρόσωπο αιτήσεως περί πληρωμής της απαιτήσεως, οπότε η παραγραφή αρχίζει εκ νέου από τη χρονολογία την οποία φέρει η έγγραφη απάντηση της αρμόδιας για την αναγνώριση ή την πληρωμή της απαιτήσεως αρχής.

Σε περίπτωση που δεν απαντήσει η αρμόδια αρχή, η παραγραφή αρχίζει εκ νέου από την πάροδο εξαμήνου από τη χρονολογία υποβολής της αιτήσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχτηκε ότι η αναιρεσίβλητη, για την πληρωμή των ένδικων χρηματικών απαιτήσεών της για καθυστερούμενες αποδοχές της ως καθαρίστριας εργαζομένης στο αναιρεσείον νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, υπέβαλε την υπ' αριθμ. 27534/31-12-1993 αίτησή της, με την οποία ζητούσε , μεταξύ άλλων, και την πληρωμή διαφορών αποδοχών του χρονικού διαστήματος από 1-1-1991 έως 30-9-1991 και ότι με την αίτηση αυτή διακόπηκε η παραγραφή των εν λόγω αξιώσεων.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, το οποίο ακολούθως απέρριψε την περί παραγραφής ένσταση του αναιρεσείοντος, κατά παραδοχή της περί διακοπής αυτής αντενστάσεως της αναιρεσίβλητης, δεν παραβίασε τις παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις. Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.

πλημμέλεια και συγκεκριμένα, ότι με το να δεχθεί ότι η παραδεκτώς προταθείσα από το αναιρεσείον διετής παραγραφή των αξιώσεων της αναιρεσίβλητης, που αναφέρονται στα έτη 1989, 1990 και 1991, έχει διακοπεί με την υποβολή της με αριθμό πρωτ. 27534/31-12-1993 αιτήσεως της αναιρεσίβλητης προς το αναιρεσείον, παραβίασε τις εν λόγω διατάξεις, είναι απορριπτέος, κατά το μέρος μεν που η επικαλούμενη παραγραφή αναφέρεται στις αξιώσεις του έτους 1991, ως αβάσιμος, διότι με την υποβολή της πιο πάνω αιτήσεως, που ανελέγκτως δέχτηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι έλαβε χώρα, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, πράγματι διακόπηκε η διετής παραγραφή των εν λόγω αξιώσεων, κατά το μέρος δε που η παραγραφή αυτή αναφέρεται στις αξιώσεις των ετών 1989 και 1990, ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού, όπως προαναφέρθηκε, το Εφετείο ερεύνησε εκ νέου την υπόθεση, ως δικαστήριο της παραπομπής, μόνο κατά το κεφάλαιο της ενστάσεως του αναιρεσείοντος περί παραγραφής των αξιώσεων της αναιρεσίβλητης του έτους 1991, για το οποίο και μόνο αναιρέθηκε η υπ' αριθμ. 3694/2001 απόφαση του ιδίου δικαστηρίου, όχι δε και εκείνο που η εν λόγω ένσταση αναφέρεται στις αξιώσεις των ετών 1989 και 1990.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 27-10-2005 αίτηση του "Ψυχιατρικού Νοσοκομείου Αττικής" ν.π.δ.δ., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4914/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Νοεμβρίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Νοεμβρίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ