Supreme Court allows appeal against refusal of compensation for moral damage due to progressive disability.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appellant's appeal regarding a claim for monetary compensation for moral damage arising from progressive disability, while remanding the case for further proceedings. The appellant argued that the lower court erred by rejecting the claim under Article 931 of the Civil Code, which permits such compensation, whereas the second instance court incorrectly applied Article 929 regarding income loss. The Court found the lower court's reasoning legally flawed and insufficient, holding that the appellant was entitled to seek damages for non-pecuniary harm caused by the worsening of their health condition.
Legislator headnote
AI generatedArt. 931, 929, 559, 576, 580, 176, 183 of the Civil Code; The Supreme Court may allow an appeal when a lower court incorrectly rejects a claim for compensation for moral damage by misapplying the legal basis, provided the claim is not legally indefinite.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 2072 / 2006 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 2072/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Αχιλλέα Νταφούλη, Ελένη Μαραμαθά, Πλαστήρα Αναστασάκη και Αντώνιο Παπαθεοδώρου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Νοεμβρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ...... , ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Νικολιδάκη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. .... , η οποία δεν παραστάθηκε και 2. ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ALLIANZ Α.Ε.Γ.Α.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της Ανώνυμης Εταιρείας Γενικών Ασφαλειών με την επωνυμία "HELVETIA", που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Εμμανουήλ Κοπακάκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1 Σεπτεμβρίου 2000 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5042/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3539/2005 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 8 Ιουνίου 2006 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όλοι πλην της 1ης εκ των αναιρεσιβλήτων, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Παπαθεοδώρου ανέγνωσε την από 1 Νοεμβρίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και ο πληρεξούσιος της παραστάσας αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Επειδή κατά το άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευς τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο 'Αρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία του κλητευθέντος. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη υπ'αριθ.9373 Γ/6-9-2006 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών .... ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης από 8-6-2006 αίτησης αναίρεσης μετά της κάτωθι αυτής πράξης ορισμού δικασίμου για τη σημειούμενη στην αρχή της παρούσας συνεδρίαση, επιδόθηκε, με επιμέλεια του αναιρεσείοντος νόμιμα και εμπρόθεσμα στην πρώτη αναιρεσίβλητη .... .
Συνεπώς, εφόσον η αναιρεσίβλητη αυτή δεν εμφανίστηκε κατά την παρούσα συζήτηση, πρέπει να χωρήσει αυτή παρά την απουσία της.
ΙΙ. Κατά το άρθρο 932 ΑΚ, σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι παρέχεται με αυτή δυνητική ευχέρεια στο δικαστήριο να επιδικάσει χρηματική ικανοποίηση και να καθορίσει το εύλογο ποσό, αφού εκτιμήσει τα υπόψη του τιθέμενα πραγματικά περιστατικά (βαθμός πταίσματος, είδος προσβολής, περιουσιακή και κοινωνική κατάσταση των μερών) με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής.
Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 321, 322 και 324 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δεδικασμένο, το οποίο προκύπτει από τελεσίδικη δικαστική απόφαση που επιδικάζει στον παθόντα χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, δεν εμποδίζει τη μεταγενέστερη, με νέα αγωγή, μεταξύ των ιδίων προσώπων, επιδίωξη περαιτέρω (πρόσθετης) χρηματικής ικανοποίησης, εφόσον όμως πρόκειται για απρόβλεπτη επιδείνωση, σε μεταγενέστερο χρόνο, των συνεπειών της αδικοπραξίας που δεν μπορούσαν από την αρχή να προβλεφθούν όταν το δικαστήριο με βάση την αδικοπραξία, τις εκ ταύτης συνέπειες και όσες μπορούσαν από την αρχή να προβλεφθούν με την πρώτη του απόφαση προσδιόρισε σε ορισμένο ποσό τη χρηματική ικανοποίηση του παθόντος.
Έτσι, η κρίση για το εάν ο παθών υπέστη από την αδικοπραξία ηθική βλάβη και ποιο είναι το ύψος της βλάβης αυτής καθώς και για το προβλεπτό ή μη της μέλλουσας επιδείνωσης της κατάστασης της υγείας του παθόντος, αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου της ουσίας και δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, αφού αυτή σχηματίζεται από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε κάποια νομική έννοια, ώστε να δύναται να νοηθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου είτε ευθέως είτε εκ πλαγίου.
Στην προκείμενη περίπτωση με τους πρώτο και δεύτερο λόγους αναίρεσης, κατά το υπό στοιχ. Α' μέρος τους, ο αναιρεσείων αποδίδει στο Εφετείο την εκ των αριθμών 1 και 19, αντίστοιχα, του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίαση, ότι παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ και έτσι κατά παραδοχή της έφεσης των αναιρεσιβλήτων απέρριψε κατ' ουσίαν την πρωτοδίκως γενόμενη εν μέρει δεκτή αγωγή του ως προς το κονδύλιο με το οποίο ζητούσε πρόσθετη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, εξαιτίας του μη προβλεπτού της, σε μεταγενέστερο χρόνο επιδείνωσης της κατάστασης της υγείας του.
Και οι δύο αυτοί λόγοι αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, διότι, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
ΙΙΙ. Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 931 ΑΚ "η αναπηρία ή η παραμόρφωση που προξενήθηκε στον παθόντα λαμβάνεται υπόψη κατά την επιδίκαση της αποζημίωσης αν επιδρά στο μέλλον του". Ως "αναπηρία" θεωρείται κάποια έλλειψη της σωματικής, νοητικής ή ψυχικής ακεραιότητάς το προσώπου, ενώ ως "παραμόρφωση", νοείται κάθε ουσιώδης αλλοίωση της εξωτερικής εμφανίσεως του προσώπου, η οποία καθορίζεται όχι αναγκαίως κατά τις απόψεις της ιατρικής, αλλά κατά τις αντιλήψεις της ζωής.
Περαιτέρω, ως "μέλλον" νοείται η επαγγελματική, οικονομική και κοινωνική εξέλιξη του προσώπου. Δεν απαιτείται βεβαιότητα δυσμενούς επιρροής της αναπηρίας ή παραμορφώσεως στο μέλλον του προσώπου. Αρκεί και απλή δυνατότητα κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων. Στον επαγγελματικό-οικονομικό τομέα η αναπηρία ή παραμόρφωση του ανθρώπου, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, αποτελεί αρνητικό στοιχείο στα πλαίσια του ανταγωνισμού και της οικονομικής εξελίξεως και προαγωγής του.
Οι δυσμενείς συνέπειες είναι περισσότερο έντονες σε περιόδους οικονομικών δυσχερειών και στενότητος στην αγορά εργασίας. Οι βαρυνόμενοι με αναπηρία ή παραμόρφωση μειονεκτούν και κινδυνεύουν να βρεθούν εκτός εργασίας έναντι των υγιών συναδέλφων τους. Η ΑΚ 931 προβλέπει επιδίκαση από το δικαστήριο χρηματικής παροχής στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση, εφόσον συνεπεία αυτών επηρεάζεται το μέλλον του.
Η χρηματική αυτή παροχή δεν αποτελεί αποζημίωση, εφόσον η τελευταία εννοιολογικώς συνδέεται με την επίκληση και απόδειξη ζημίας περιουσιακής, δηλαδή διαφοράς μεταξύ της περιουσιακής καταστάσεως μετά το ζημιογόνο γεγονός και εκείνης που θα υπήρχε χωρίς αυτό. Εξ άλλου, η συνεπεία της αναπηρίας ή παραμορφώσεως ανικανότητα προς εργασία, εφόσον προκαλεί στον παθόντα περιουσιακή ζημία αποτελεί βάση αξιώσεως προς αποζημίωση, που στηρίζεται στην ΑΚ 929 (αξίωση διαφυγόντων εισοδημάτων).
Όμως, η αναπηρία ή παραμόρφωση ως τοιαύτη δεν σημαίνει κατ' ανάγκη πρόκληση στον παθόντα περιουσιακής ζημίας. Τούτο συμβαίνει σε ανήλικο, που δεν έχει εισέλθει ακόμη στην παραγωγική διαδικασία και δεν μπορεί ήδη από την επέλευση της αναπηρίας ή παραμορφώσεως να επικαλεσθεί περιουσιακή ζημία. Δεν μπορεί να γίνει πρόβλεψη, ότι η αναπηρία ή παραμόρφωση θα προκαλέσει στον παθόντα συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία.
Είναι όμως βέβαιο, ότι η αναπηρία ή παραμόρφωση ανάλογα με το βαθμό της και τις λοιπές συντρέχουσες περιστάσεις (ηλικία, φύλο, κλίσεις και επιθυμίες του παθόντος) οπωσδήποτε θα έχει δυσμενή επίδραση στην κοινωνική-οικονομική εξέλιξη τούτου, κατά τρόπο όμως που δεν δύναται επακριβώς να προσδιορισθεί. Η δυσμενής αυτή επίδραση είναι δεδομένη και επομένως δεν δικαιολογείται εμμονή στην ανάγκη προσδιορισμού του ειδικού τρόπου της επιδράσεως αυτής και των συνεπειών της στο κοινωνικό οικονομικό μέλλον του παθόντος.
Προέχον και κρίσιμο είναι το γεγονός της αναπηρίας ή παραμορφώσεως ως βλάβης του σώματος ή της υγείας του προσώπου ως ενός αυτοτελούς έννομου αγαθού, που απολαύει και συνταγματικής προστασίας σύμφωνα με τις παραγράφους 3 και 6 του άρθρου 21 του Συντάγματος, όχι μόνο στις σχέσεις των πολιτών προς το Κράτος, αλλά και στις μεταξύ τους σχέσεις, χωρίς αναγκαίως η προστασία αυτή να συνδέεται με αδυναμία πορισμού οικονομικών ωφελημάτων ή πλεονεκτημάτων.
Έτσι, ορθότερη κρίνεται η ερμηνεία της ΑΚ 931, που την καθιστά εφαρμόσιμη, σύμφωνα με την οποία προβλέπεται από τη διάταξη η επιδίκαση στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση ενός εύλογου χρηματικού ποσού ακριβώς λόγω της αναπηρίας ή παραμορφώσεως, χωρίς σύνδεση με συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία, η οποία άλλωστε και δεν δύναται να προσδιορισθεί.
Το ποσό του επιδικαζομένου κατά την ΑΚ 931 εύλογου χρηματικού ποσού εξευρίσκεται κατ΄αρχήν με βάση το είδος και τις συνέπειες της αναπηρίας ή παραμορφώσεως αφενός και την ηλικία του παθόντος αφετέρου. Είναι πρόδηλο, ότι η κατά την ΑΚ 931 αξίωση είναι διαφορετική: α) από την κατά την ΑΚ 929 αξίωση για διαφυγόντα εισοδήματα του παθόντος, που κατ' ανάγκη συνδέεται με επίκληση και απόδειξη συγκεκριμένης περιουσιακής ζημίας, λόγω της ανικανότητας του παθόντος προς εργασία και β) από την κατά την ΑΚ 932 χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
Είναι αυτονόητο ότι όλες οι παραπάνω αξιώσεις δύνανται να ασκηθούν είτε σωρευτικώς, είτε μεμονωμένως, αφού πρόκειται για αυτοτελείς αξιώσεις και η θεμελίωση κάθε μιας από αυτές δεν προϋποθέτει αναγκαίως την ύπαρξη μιας των λοιπών (βλ. και ΑΠ 1645/2006). Στην προκείμενη περίπτωση, ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων στην επιτρεπτώς κατ' άρθρον 561 παρ.2 ΚΠολΔ επισκοπούμενη από 1-9-2000 (αριθ.έκθ.
κατάθ. 9774/2000) αγωγή του εκθέτει, μεταξύ των άλλων, και τα ακόλουθα: Κατά τον κλινικό και ακτινολογικό έλεγχο που υποβλήθηκε στην Α' Ορθοπεδική Κλινική του Περιφερειακό Γενικού Νοσοκομείου Αθηνών "ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΓΕΝΝΗΜΑΤΑΣ" όπου μεταφέρθηκε αμέσως μετά το τροχαίο ατύχημα που έλαβε χώρα στις 21-6-1998, διαπιστώθηκε ότι υπέστη κάταγμα του 2ου αυχενικού σπονδύλου και υπεξάρθρημα του 2ου και 3ου αυχενικού σπονδύλου.
Από την αξονική τομογραφία που επακολούθησε διαπιστώθηκε αποσπαστικό κάταγμα στο μίσχο του 2ου αυχενικού σπονδύλου δεξιά, διαταραχή της αρχιτεκτονικής του σπονδυλικού τμήματος από τον οποίο διέρχεται ο νωτιαίος μυελός καθώς και υπεξάρθρημα του σπονδύλου τούτου. Προς αποκατάσταση της υγείας του έγινε τοποθέτηση ορθοπεδικού κηδεμόνα τετραπλής στήριξης τύπου SOMI BRACE, που αντικαταστάθηκε, μετά πάροδο εξαμήνου, με σκληρό πλαστικό περιλαίμιο (κολλάρο) το οποίο έφερε μέχρι 15-1-1999.
Μετά την 31-3-1999 επανήλθε από ανάγκη στην εργασία του ως οικοδόμος, πλην, όμως, παρείχε αυτή κατά διαστήματα και με μειωμένη απόδοση κατά ποσοστό τουλάχιστον 40% διότι 1) πάσχει από δυσκαμψία της αυχενικής μοίρας της σπονδυλικής στήλης, η οποία παρουσιάζει επιδείνωση και συγκεκριμένα η κάμψη της υπολείπεται κατά 30 μοίρες και η έκτασή της υπολείπεται κατά 25 μοίρες του φυσιολογικού 2) η κινητικότητα του αυχένα είναι μικρή και επώδυνη και παρουσιάζει προοδευτική επιδείνωση, με αποτέλεσμα να υποφέρει από αυχεναλγία, κεφαλαλγία και ιλίγγους 3) πάσχει από αιμωδίες (μουδιάσματα), οι οποίες παρουσιάζουν προοδευτική επιδείνωση, των άνω άκρων με αποτέλεσμα να μη μπορεί να σηκώσει βάρη και να μη αντέχει σε εργασία που απαιτεί σωματική καταπόνηση και 4) έχουν αναπτυχθεί (προοδευτικά) σκληρυντικές εκφυλιστικές αλλοιώσεις στο υπεξάρθρημα του Α2 σπονδύλου, ήπιο υπεξάρθρημα στο Α4-Α5 μεσοδιάστημα, εκφύλιση του μεσοσπονδυλίου δίσκου και έχει δημιουργηθεί πιεστικό εκτύπωμα στο μηνιγγικό σάκκο προσθίως, πράγμα που μαρτυρεί προοδευτική επιδείνωση της παραπάνω βλάβης της υγείας του.
Ενόψει δε των προβλέψεων των θεραπόντων γιατρών ότι δεν υπάρχει ελπίδα αποκατάστασης ή έστω βελτίωσης της υγείας του αλλά αντίθετα η κατάσταση αυτή θα παρουσιάζει προοδευτική επιδείνωση και τελικά θα παραμείνει ανάπηρος, θα έχει στην ηλικία των 34 ετών που διανύει ψυχολογικά προβλήματα, δεν θα μπορεί να απολαύσει τα αγαθά της ζωής όπως οι υπόλοιποι υγιείς συνάνθρωποί του και θα μειονεκτεί εφόρου ζωής στις οικογενειακές, επαγγελματικές και κοινωνικές σχέσεις και συναναστροφές.
Με βάση τα παραπάνω ιστορούμενα, ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων ζήτησε, βάσει του άρθρου 931 ΑΚ χρηματική παροχή ύψους 20.000.000 δραχμών προκειμένου, όπως στο δικόγραφο της αγωγής προσθέτει, να αντιμετωπίσει τις πιονπάνω δυσμενείς κοινωνικές, οικογειενακές και επαγγελματικές επιπτώσεις αό την εν λόγω σωματική αναπηρία του.
Με αυτό το περιεχόμενο η αγωγή ως προς την ως άνω αξίωση είναι πλήρως ορισμένη και νόμιμη, στηριζόμενη στη διάταξη του άρθρου 931 ΑΚ. Το Εφετείο, όμως, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε το ως άνω αγωγικό κονδύλιο ως μη νόμιμο, με την αιτιολογία ότι "ο παθών για την απώλεια ή μείωση των εισοδημάτων του από την ανικανότητα ή περιορισμένη δυνατότητα ασκήσεως της προηγούμενης επαγγελματικής του δραστηριότητας δικαιούται να απαιτήσει αποζημίωση, σύμφωνα με το άρθρο 929 του ΑΚ, όπως αυτός άλλωστε κάνει εν προκειμένω...".
Έτσι κρίνοντας το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.1 ΚΠολΔ μέσω του οποίου ελέγχεται η νομική αοριστία της αγωγής, διότι για την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 931 ΑΚ αξίωσε στοιχεία περισσότερα από όσα κατά νόμο απαιτούνται, κατά τον βάσιμο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρώτο λόγο αναίρεσης κατά το υπό στοιχ.
Β μέρος του. Κατόπιν όλων αυτών, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το με΄ρος που απορρίφθηκε η αγωγή του αναιρεσείοντος ως προς το κεφάλαιό της περί χρηματικής παροχής, λόγω αναπηρίας και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, η σύνθεση του οποίου είναι δυνατή από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ).
Τέλος οι αναιρεσίβλητοι πρέπει να καταδικαστούν στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), ο οποίος κατέθεσε και προτάσεις.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 3539/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Δεκεμβρίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 28 Δεκεμβρίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ