Supreme Court dismisses appeals against a bank's partial rejection of a loan claim based on contributory negligence.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected two appeals challenging a final appellate court decision that partially awarded damages to a bank. The appellant argued the bank failed to mitigate losses by rejecting a buyback offer, while the court found the appellant was partially at fault for not accepting the offer. Consequently, the court ruled the lower court's reasoning was legally sound and dismissed the appeals.
Legislator headnote
AI generatedArticles 300 of the Civil Code and 559 of the Code of Civil Procedure; The court may uphold a judgment where the claimant failed to mitigate losses, establishing that the claimant's own fault can reduce the awarded damages proportionally.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2071 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 2071/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό και Γεώργιο Σχοινοχωρίτη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 31 Οκτωβρίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει τις υποθέσεις μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας - αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "…", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Ανδρέου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσιβλήτου - αναιρεσείοντος: Δ. Β. του Δ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λάμπρο Κιτσαρά.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-7-2014 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου - αναιρεσείοντος Δ. Β., που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 956/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 5423/2019 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με τις από 26-11-2019 και 20-7-2020 αιτήσεις τους.
Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου - αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησής του, την απόρριψη της αίτησης του αντιπάλου και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με τις κρινόμενες από 26-11-2019 και 20-7-2020 αντίθετες αιτήσεις αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα υπ' αριθ. 5423/2019 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή επισκόπηση (άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ) των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης:
Ο ενάγων Δ. Β. με την από 23-7-2014 αγωγή του ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ζήτησε να αναγνωριστεί ότι η εναγομένη ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "…" υποχρεούται να του καταβάλει ως αποζημίωση τα εκεί αναφερόμενα χρηματικά ποσά νομιμοτόκως. Επί της αγωγής εκδόθηκε η υπ' αριθ. 956/2018 αναγνωριστική οριστική απόφαση του ανωτέρω δικαστηρίου, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή:
α) για το ποσό των 527.580 ευρώ ως αποζημίωση για το απωλεσθέν κεφάλαιο νομιμοτόκως από 28-10-2014, β) για το ποσό των 19.524,24 ευρώ για απολεσθέντα τοκομερίδια νομιμοτόκως από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής και γ) για το ποσό των 30.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Ασκήθηκαν οι από 9-5-2018 (εκ μέρους του ενάγοντος) και 7-6-2018 (εκ μέρους της εναγομένης) αντίθετες εφέσεις, επί των οποίων, αφού συνεκδικάσθηκαν, εκδόθηκε η υπ' αριθ. 5423/2019 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η από 9-5-2018 έφεση του ενάγοντος, έγινε δεκτή η από 7-6-2018 αντίθετη έφεση της εναγομένης, εξαφανίστηκε η εκκαλουμένη και αφού ερευνήθηκε κατ'ουσίαν η αγωγή, έγινε αυτή εν μέρει δεκτή για το ποσό των 527.580 ευρώ, νομιμοτόκως, ως αποζημίωση και για το ποσό των 30.000 ευρώ νομιμοτόκως, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, κατά παραδοχή της ενστάσεως της εναγομένης/εφεσιβλήτου/εκκαλούσης εκ του άρθρου 300 ΑΚ, ενώ απέρριψε ως νόμω αβάσιμο το αίτημα περί επιδικάσεως απωλεσθέντων τοκομεριδίων.
Αμφότερες οι αιτήσεις αναιρέσεως ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα εντός της καταχρηστικής προθεσμίας των δύο ετών από την δημοσίευση της προσβαλλομένης αποφάσεως, καθόσον δεν προκύπτει επίδοση αυτής (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 § 3, 566 §1 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτές (άρθρο 577 § 1 ΚΠολΔ), δεδομένου ότι καταβλήθηκαν τα υπ'αριθ…, αντίστοιχα, παράβολα των 450 ευρώ έκαστο (άρθ. 495 § 3Βδ ΚΠολΔ).
Πρέπει, επομένως, να συνεκδικαστούν λόγω του ότι είναι αντίθετες μεταξύ τους, όπως προεκτέθηκε, καθόσον σε αμφότερες είναι οι ίδιοι διάδικοι που στρέφονται κατά της ίδιας τελεσίδικης απόφασης, ενώ έτσι διευκολύνεται η διεξαγωγή της δίκης (άρθ. 246 ΚΠολΔ το οποίο εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία κατ'άρθ. 573 § 1 ΚΠολΔ), και να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ'ιδίαν λόγων τους (άρθρο 577 § 3 ΚΠολΔ).
Σημειωτέον ότι με την υπ'αριθ. … ανακοίνωση καταχώρισης στο ΓΕΜΗ και δημοσίευσης στο διαδικτυακό τόπο του ΓΕΜΗ της έγκρισης της πράξης διάσπασης της αρχικής εναγομένης και την επακόλουθη υπ'αριθ. … ανακοίνωση καταχώρισης στο ΓΕΜΗ και τον διαδικτυακό του τόπο της έγκρισης της πράξης συστάσεως του νέου πιστωτικού ιδρύματος, στη θέση της αρχικής διαδίκου υπεισήλθε ως οιονεί καθολική διάδοχος η "…" λόγω διασπάσεως της αρχικής διαδίκου με απόσχιση του κλάδου τραπεζικής δραστηριότητός της και σύσταση νέας εταιρίας.
Όταν ασκήθηκε η από 20-7-2020 υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως είχε ήδη συντελεστεί η διαδοχή, πλην όμως δεν προκύπτει ότι ο αναιρεσείων είχε λάβει γνώση της εν λόγω μεταβολής, ούτε μπορεί βάσιμα να υποστηριχθεί ότι θα έπρεπε ως καλόπιστος συναλλασσόμενος να παρακολουθεί τις καταχωρήσεις του ΓΕΜΗ σχετικά με τις μεταβολές των εταιρικών σχημάτων.
Άλλωστε αναφέρει στις προτάσεις του ως αναιρεσίβλητη την νέα εταιρία. Κατά συνέπεια, δεν συντρέχει περίπτωση απαραδέκτου της αιτήσεως αναιρέσεως, όπως αβασίμως υποστηρίζει η αναιρεσίβλητη. Ι. Επί της από 26-11-2019 αίτησης αναίρεσης της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "…".
Από τις διατάξεις των άρθρων 298, 299, 330 και 914 ΑΚ προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση περιουσιακής ζημίας και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας.
Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξης. Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρέωσης πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της, κοινωνικώς επιβεβλημένης και εκ της θεμελιώδους δικαιϊκής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς απορρέουσας, υποχρέωσης λήψης ορισμένων μέτρων επιμέλειας για την αποφυγή πρόκλησης ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων.
Η παράλειψη ως όρος της αδικοπραξίας συντρέχει, όταν υπήρχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση προφύλαξης του προσβληθέντος δικαιώματος ή συμφέροντος και αποτροπής του ζημιογόνου αποτελέσματος. Τέτοια νομική υποχρέωση μπορεί να προκύψει είτε από δικαιοπραξία, είτε από ειδική διάταξη νόμου, είτε από την αρχή της καλής πίστεως, όπως αυτή διαμορφώνεται κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη, που απορρέει από τα άρθρα 281 και 288 ΑΚ (ΑΠ 118/2006, ΑΠ 831/2005).
Είναι δυνατό μια ζημιογόνος ενέργεια, πράξη ή παράλειψη, με την οποία παραβιάζεται η σύμβαση, να θεμελιώνει συγχρόνως και ευθύνη από αδικοπραξία. Τούτο συμβαίνει, όταν η ενέργεια αυτή καθ' εαυτή και χωρίς την προϋπάρχουσα συμβατική σχέση θα ήταν παράνομη, ως αντίθετη στο γενικό καθήκον, που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, να μην προκαλεί κανένας υπαίτια ζημία σε άλλον (ΑΠ 1028/2015, ΑΠ 1738/2013).
Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Εξάλλου, με τις πρώτη, τρίτη, τέταρτη και έβδομη αρχές του Κώδικα Δεοντολογίας των Ε.Π.Ε.Υ., ο οποίος κυρώθηκε με το άρθρο μόνο της υπ' αριθ. 12263/β.500/11-4-1997 απόφασης του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας (ΦΕΚ Β/340/24-4-1997), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθ. 7 παρ.1 του Ν. 2396/1996 (τα άρθρα 1-31 του οποίου καταργήθηκαν ήδη από 1-11-2007, με το άρθρο 85 Ν. 3606/2007) ορίσθηκαν τα ακόλουθα:
Πρώτη αρχή: Οι εταιρείες και τα καλυπτόμενα πρόσωπα θα λαμβάνουν κάθε ενδεικνυόμενο μέτρο και θα ενεργούν κατά την άσκηση των καθηκόντων τους έτσι ώστε να προστατεύονται τα συμφέροντα των πελατών τους και να διασφαλίζεται η εύρυθμη λειτουργία της αγοράς."... Τρίτη αρχή: "Οι εταιρείες που κατά το νόμο παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες και τα απασχολούμενα από αυτές φυσικά και νομικά πρόσωπα οφείλουν να ενημερώνονται σχετικά με την οικονομική κατάσταση, τους στόχους και την εμπειρία των πελατών τους στον τομέα των επενδύσεων ούτως ώστε να παρέχουν τις κατάλληλες επενδυτικές συμβουλές." Τέταρτη αρχή: "Οι εταιρείες και τα απασχολούμενα από αυτές φυσικά και νομικά πρόσωπα θα γνωστοποιούν στους πελάτες τους όλες τις απαραίτητες και χρήσιμες πληροφορίες στα πλαίσια των διαπραγματεύσεών τους με αυτούς."...Έβδομη αρχή: "Οι εταιρείες και τα απασχολούμενα από αυτές φυσικά και νομικά πρόσωπα οφείλουν να λειτουργούν μέσα στα πλαίσια της νομοθεσίας που ρυθμίζει την άσκηση των δραστηριοτήτων τους, έτσι ώστε να προστατεύονται τα συμφέροντα των πελατών τους και να εξασφαλίζεται η ομαλή λειτουργία της αγοράς".
Σύμφωνα με τις διατάξεις του καταργηθέντος σήμερα Κανονισμού αυτού Δεοντολογίας των Εταιριών Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών (ΚΔΕΠΕΥ), ο οποίος τύγχανε εφαρμοστέος κατά τον χρόνο συνομολόγησης της επίδικης σύμβασης, κύρια υποχρέωση της τράπεζας, κατά την παροχή επενδυτικών συμβουλών, είναι, (εκτός των όσων προελέχθηκαν), κατ' αρχήν, η παροχή ορθών και πλήρων συμβουλών.
Η ενημέρωση του καταναλωτή θα πρέπει να γίνεται με τρόπο εύλογα κατανοητό και με τη μέγιστη δυνατή σαφήνεια, πράγμα που σημαίνει ότι η τράπεζα οφείλει να λαμβάνει υπόψη της, την οικονομική κατάσταση, τους στόχους, τη μόρφωση, τις γνώσεις και την εμπειρία του επενδυτή για το αντικείμενο της επενδύσεως (άρθρο 6 ΚΔΕΠΕΥ).
Επίσης, οι συμβουλές θα πρέπει να είναι προσαρμοσμένες τόσο στο πρόσωπο του πελάτη όσο και στο αντικείμενο της επένδυσης (άρθρο 6.1 ΚΔΕΠΕΥ). Σύμφωνα με την αρχή της καταλληλότητας η τράπεζα οφείλει να παρέχει προσαρμοσμένες στο πρόσωπο του πελάτη (κατάλληλες) συμβουλές. Η έκταση του καθήκοντος παροχής συμβουλών συμπροσδιορίζεται και από τα προσωπικά στοιχεία του πελάτη, ώστε θα πρέπει στο πλαίσιο της παροχής της συμβουλής να ληφθούν υπόψη το επίπεδο γνώσης, η ηλικία, το επάγγελμα, η οικογενειακή, οικονομική και περιουσιακή κατάσταση, η επενδυτική του εμπειρία, ο επενδυτικός στόχος και η προθυμία διακινδύνευσης (άρθρο 6.2 ΚΔΕΠΕΥ).
Ο δεύτερος πόλος, στον οποίο οφείλει να προσαρμόζεται η διαδικασία της επενδυτικής συμβουλής είναι το αντικείμενο της επένδυσης. Εδώ εντάσσονται πληροφορίες που αφορούν γενικά την αγορά, πληροφορίες για το αντικείμενο της επένδυσης, για την οικονομική κατάσταση και τη φερεγγυότητα του εκδότη των προτεινομένων τίτλων.
Οι συμβουλές του παρέχοντος επενδυτικές υπηρεσίες θα πρέπει να είναι θεμελιωμένες σε επιμελή έρευνα. Η τράπεζα και κάθε ΕΠΕΥ οφείλει να προμηθεύεται τις πλέον επίκαιρες πληροφορίες για την απόδοση, τη ρευστότητα και την ασφάλεια της προτεινόμενης επένδυσης. Ιδιαίτερα αυξημένο είναι το καθήκον της τράπεζας ή της ΕΠΕΥ για έρευνα ή ενημέρωση στις περιπτώσεις ιδιαίτερα επικίνδυνων ή πολύπλοκων επενδύσεων.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η τράπεζα πρέπει να αποτρέψει τον επενδυτή από μία επικίνδυνη επένδυση, αλλά οφείλει να καταστήσει σ' αυτόν συνειδητό τον κίνδυνο στον οποίο εκτίθεται. Στόχος, των εν λόγω υποχρεώσεων που βαραίνουν τις τράπεζες ή τις ΕΠΕΥ δεν είναι η επιτυχία της επένδυσης, αλλά η εκ μέρους τους καταβολή κάθε δυνατής επιμέλειας για την εκπλήρωση της υποχρέωσης ενημέρωσης, διαφώτισης, έρευνας και παροχής κατάλληλης συμβουλής.
Με βάση, επομένως, τις διατάξεις του εν λόγω νόμου, δημιουργούνται, ενδεικτικά, ζητήματα ευθύνης μιας τράπεζας, αν δεν εφιστά εγγράφως την προσοχή του επενδυτή στους κινδύνους συγκεκριμένων επενδυτικών επιλογών του, αν δεν πραγματοποιεί με την κατάλληλη υποστήριξη των εξειδικευμένων συμβούλων της τεχνική ανάλυση της μελλοντικής κίνησης των κινητών αξιών που περιλαμβάνει στο προτεινόμενο επενδυτικό πρόγραμμα, αν δεν ενημερώνει με απολύτως σαφή τρόπο τον επενδυτή ως προς τις αποδόσεις των προτεινομένων για επένδυση τίτλων (άρθρο 6 ΚΔΕΠΕΥ).
Η παράβαση των προβλεπομένων στις διατάξεις του εν λόγω Κανονισμού Δεοντολογίας ΕΠΕΥ συνιστά παρανομία υπό την έννοια της διάταξης του άρθρου 914 ΑΚ. Εφόσον, επομένως, η εν λόγω παρανομία, διαπραχθείσα με υπαιτιότητα, επιφέρει αιτιωδώς ζημία στον επενδυτή, υποχρεώνει την παρανομούσα τράπεζα σε αποζημίωση.
Άλλωστε, συναφές περιεχόμενο έχει και ο μεταγενέστερα εκδοθείς ν. 3606/2007, όπως τροποποιήθηκε με το ν. 3756/2009, με τον οποίο μεταφέρθηκε στο ελληνικό νομικό σύστημα η κοινοτική Οδηγία 2004/39/ΕΚ, γνωστή ως MiFID, η οποία αντικατέστησε την Οδηγία 93/22/ΕΟΚ. Περαιτέρω, κατά ευρέως διαδεδομένη αντίληψη, τα λεγόμενα "perρetual bonds" δηλαδή "ομόλογα ατελεύτητης διάρκειας", άλλως, "διηνεκή" ή "αιώνια" ή "αόριστης διάρκειας", ομόλογα, συνιστούν ομολογίες, οι οποίες εκδίδονται ως ονομαστικά ή ανώνυμα αξιόγραφα (χρεόγραφα, τίτλοι παραστατικοί αξίας) στο πλαίσιο σύναψης ομολογιακού δανείου από μία ανώνυμη εταιρεία ή ένα κράτος, και παρέχουν στον κομιστή, ο οποίος καταβάλλει στον εκδότη κατά την απόκτηση των αξιόγραφων την ονομαστική τους αξία, δικαίωμα απόληψης των συμφωνημένων, σε υψηλά συνήθως επίπεδα, τόκων.
Οι τίτλοι αυτοί, παρέχουν μεν στον κομιστή, (ο οποίος καταβάλλει στον εκδότη κατά την κτήση τους την ονομαστική τους αξία), δικαίωμα απόληψης των ανωτέρω τόκων, όχι, όμως, και το βασικό δικαίωμα να ζητήσει από τον εκδότη την επιστροφή της καταβεβλημένης αξίας τους σε κάποιο απώτερο χρόνο λήξης τους. Ο κομιστής, δηλαδή, ενός τέτοιου ομολόγου δεν δικαιούται σε παράδοση- επιστροφή του ομολόγου στον εκδότη του προς τον σκοπό είσπραξης της ονομαστικής του αξίας μετά την λήξη μιας συμφωνηθείσας διάρκειας ή οποτεδήποτε.
Ο εκδότης, αντιθέτως, διατηρεί το δικαίωμα της μονομερούς ανάκλησης του ομολόγου, κατ' ελεύθερη αυτού βούλησή του. Οι τίτλοι αυτοί χαρακτηρίζονται ως "υβριδικοί" καθώς παρουσιάζουν ομοιότητες τόσο με τα ομόλογα των ομολογιακών δανείων, όσο και με τις προνομιούχες μετοχές χωρίς δικαίωμα ψήφου, χωρίς, ωστόσο, να ταυτίζονται με κανένα εκ των δύο.
Συνεπώς, είναι προφανές ότι τα ομόλογα ατελεύτητης ή αόριστης διάρκειας (perpetual bonds) δεν είναι απλά στη σύλληψη και στη λειτουργία τους επενδυτικά προϊόντα, με αποτέλεσμα οι παρέχουσες επενδυτικές υπηρεσίες ανώνυμες εταιρείες να υπέχουν ιδιαιτέρως αυξημένη υποχρέωση ενημέρωσης του εκάστοτε πελάτη τους επενδυτή, δεδομένου ότι η χρήση και κυκλοφορία των perpetual bonds ως ομολόγων, ομολογιακού δανείου, αποδίδει μια ψευδή, εικονική εικόνα, ικανή να παραπλανήσει τον οποιονδήποτε, ακόμη και τον πιο βαθύ γνώστη επενδυτή, ως προς την νομική φύση και τη λειτουργία τους (AΠ 1266/2022, ΑΠ 1109/2019, ΑΠ 536/2019, ΑΠ 1250/2018). Κατά την έννοια του αρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005, ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 2/2013).
Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται, είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης.
Έτσι με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ο οποίος, για να είναι ορισμένος, πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο, τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα (ΑΠ 325/2004), ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΑΠ 1947/2006), οπότε πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 20/2005).
Περαιτέρω, κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει συνεπώς εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 26/2004, ΑΠ 2267/2013).
Δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται μόνον όταν η πλημμέλεια αφορά παράβαση κανόνων ουσιαστικής φύσης και όχι δικονομικών διατάξεων, που ρυθμίζουν τη διαδικασία. Αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Δηλαδή, δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα ή οι κρίσεις του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1266/2011).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η ενάγουσα (σ.σ. εννοεί ο ενάγων) το Δεκέμβριο του 2004 κατάρτισε με την εναγομένη την υπ' αρ. … σύμβαση, με την οποία ανέλαβε έναντι αμοιβής τη λήψη και διαβίβαση εντολών αγοράς αμοιβαίων κεφαλαίων και κάθε είδους κινητών αξιών και τη θεματοφυλακή των επενδυτικών προϊόντων.
Επίσης συμφωνήθηκε η παροχή επενδυτικών συμβουλών, η οποία λάμβανε χώρα από το αρμόδιο τμήμα private banking της εναγομένης. Στα πλαίσια της σύμβασης αυτής και κατόπιν συμβουλών των προστηθέντων υπαλλήλων της εναγομένης, ο ενάγων αγόρασε την … μέσω της εναγομένης ένα ομόλογο ονομαστικής αξίας 977.000 ευρώ, εκδόσεως της εταιρίας "… " (…) με λήξη, όπως τον διαβεβαίωσαν οι υπάλληλοι της εναγομένης και όπως αναγράφεται στο έντυπο της εναγομένης που χρησιμοποιήθηκε για την αγορά του ομολόγου καθώς και στο έγγραφο επιβεβαίωσης της συναλλαγής, την 27.10.2014, ετήσιας απόδοσης με κυμαινόμενο επιτόκιο 3 Μ Euribor + 1,25%, αξίας κατά την ημερομηνία χρέωσης (23.12.2004) 988.895,38 ευρώ.
Την τήρηση των όρων του ομολόγου εγγυήθηκε υπέρ της θυγατρικής της εκδότριας η Τράπεζα …. Το ομόλογο αυτό ο ενάγων αγόρασε θεωρώντας, με βάση τις εσφαλμένες συμβουλές και πληροφόρηση των υπαλλήλων της του τμήματος private banking, και ιδίως της υπαλλήλου Α. Μ., σχετικά με την φύση του ομολόγου, ότι πρόκειται για ομόλογο τακτής λήξης, κατά την οποία θα του αποδοθεί το κεφάλαιο και τα μέχρι τη λήξη συμφωνηθέντα τοκομερίδια.
Την ίδια ημέρα, αγόρασε και άλλα δύο ομόλογα, το EFG PRIVATE BANK (TIER 1 1550Ε) ονομαστικής αξίας 193.000 ευρώ, με χρέωση την … ποσού … ευρώ, με αναφορά στο έντυπο εντολής αγοράς του ομολόγου στη στήλη "λήξη" (maturity) της ένδειξης "perpetual" και το … ονομαστικής αξίας 770.000 ευρώ, με χρέωση την 23.12.2004 ποσού 721.165 ευρώ, με αναφορά στο έντυπο εντολής αγοράς του ομολόγου στη στήλη "λήξη" (maturity) της ένδειξης "perpetual".
Και τα τρία ανωτέρω ομόλογα, και το επίδικο πρώτο (παρά τη διάκριση ως προς αυτό στο έντυπο εντολής αγοράς της εναγόμενης), συνιστούσαν υβριδικούς τίτλους μειωμένης εξασφάλισης, (perpetual bonds) διαφορετικούς από τα τραπεζικά ομόλογα εσωτερικού, δεν είχαν ημερομηνία λήξης, η δε αναφερόμενη ως τέτοια (…) στο επίδικο ομόλογο στην πραγματικότητα συνιστούσε την ημερομηνία δυνητικής ανάκλησης του ομολόγου εκ μέρους της εκδότριας.
Και σε όλες τις τριμηνιαίες καταστάσεις που απέστειλε στον ενάγοντα, η εναγομένη εσφαλμένα διαχώριζε, από τα τρία ομόλογα που αγοράστηκαν την ίδια ημέρα, το επίδικο της εκδότριας εταιρίας …., αναφέροντάς το ως τραπεζικό ομόλογο εσωτερικού λήξης 27.10.2014, ενώ τα υπόλοιπα δύο, τα χαρακτήριζε υβριδικά προϊόντα, με ημερομηνία λήξης το 2049, όπως προσήκει στην αληθινή τους φύση ως αλήκτων ομολόγων.
Την εσφαλμένη παρουσίαση του ομολόγου αυτού ως τακτής λήξης η ενάγουσα σταμάτησε το Δεκέμβριο του…. Τότε για πρώτη φορά, στην ενημερωτική κατάσταση της … που απηύθυνε προς τον ενάγοντα, ανέγραψε ότι πρόκειται για εναλλακτική επένδυση - υβριδικό τίτλο με ημερομηνία λήξης 27.10.2049, όπως προσήκει στη φύση του ομολόγου ως αλήκτου.
Από τότε έπαυσε να αναγράφει εσφαλμένα ως δήθεν ημερομηνία λήξης του ομολόγου την 27.10.2014. Η ενημερωτική κατάσταση της 31.12.2010 παραδόθηκε στον ενάγοντα σε επίσκεψή του στα καταστήματα της εναγομένης από την υπάλληλο Α. Μ., του ζητήθηκε μάλιστα να θέσει την υπογραφή του επ' αυτής, πράγμα που ο ίδιος έκανε. Επομένως, από την ημερομηνία αυτή, ο ενάγων γνώριζε ότι η φύση του ομολόγου ήταν αυτή του αλήκτου, ο δε ισχυρισμός του ότι δεν πρόσεξε την διόρθωση αυτή στην ενημερωτική κατάσταση παρά μόνο το …, οπότε και επέδωσε στην εναγομένη την από … εξώδικη διαμαρτυρία του κρίνεται αβάσιμος, αφού ο ίδιος υπέγραψε την ενημερωτική κατάσταση κατόπιν υπόδειξης της υπαλλήλου της εναγόμενης, η οποία ήθελε με τον τρόπο αυτό να μην αφήσει κανένα περιθώριο αμφισβήτησης ότι η διόρθωση του σφάλματος έγινε γνωστή από τον ενάγοντα και ότι αυτός από τον χρόνο της γνωστοποίησης (…) γνώριζε ότι το ομόλογο δεν είχε ημερομηνία λήξης.
Η εναγομένη, από την άλλη, ισχυρίζεται ότι είχε ενημερώσει τον ενάγοντα ήδη πριν την αγορά του ομολόγου, προφορικά δια των προστηθέντων της, ότι αυτό ανήκε στην κατηγορία των αέναων υβριδικών τίτλων. Και ο ισχυρισμός αυτός δεν κρίνεται βάσιμος, δεν προκύπτει τέτοια προφορική ενημέρωση, άλλωστε τόσο στο έντυπο αγοράς και στο έγγραφο επιβεβαίωσης της συναλλαγής, όσο και στις τριμηνιαίες καταστάσεις (μέχρι την …), το ομόλογο αυτό, σε αντίθεση με τα άλλα δύο που την ίδια ημέρα αγόρασε ο ενάγων, αναφερόταν ότι έληγε την… .
Ο ενάγων, διαβλέποντας την επερχόμενη οικονομική κρίση και κατόπιν προτροπής της εναγομένης, ρευστοποίησε στη δευτερογενή αγορά τα δύο άλλα ομόλογα, το πρώτο την 8.5.2006 και το δεύτερο την 19.9.2008 σε τιμή μικρότερη μεν της ονομαστικής τους αξίας αλλά με μικρή ζημία. Το επίδικο όμως ομόλογο, το κράτησε, θεωρώντας ότι αυτό, σύμφωνα άλλωστε με τις διαβεβαιώσεις και τα έγγραφα της εναγομένης (έντυπο εντολής αγοράς, έντυπο επιβεβαίωσης αγοράς καθώς και ενημερωτικές καταστάσεις) είναι διαφορετικό από τα άλλα, έχει συγκεκριμένη ημερομηνία λήξης και πιστεύοντας ότι θα ανακτήσει στην πορεία μέρος των απωλειών.
Το ομόλογο αυτό, μέχρι την … είχε στη δευτερογενή αγορά, όπου μπορούσε να πωληθεί, αποτίμηση υπέρτερη της ονομαστικής του αξίας, έκτοτε όμως η αξία αυτή άρχισε σταδιακά να μειώνεται. Την 31.12.2007 είχε αξία 939.548,27 ευρώ, την 31.3.2008 η αξία του ανερχόταν σε 900.870,01 ευρώ, με απόδοση σε δεδουλευμένους τόκους 9.492,53 ευρώ, την 30.6.2008 η αξία του ανερχόταν σε 876.613,25 ευρώ, με απόδοση σε
δεδουλευμένους τόκους 10.258,88
ευρώ, την 30.9.2008 η αξία του ανερχόταν σε 876.613,25 ευρώ, με απόδοση σε δεδουλευμένους τόκους 10.789,55 ευρώ, την 31.12.2008 η αξία
του ανερχόταν σε 876.613,25 ευρώ, με απόδοση σε δεδουλευμένους τόκους 10.855,82 ευρώ, την 31.3.2009 η αξία του ανερχόταν σε 876.613,25 ευρώ, με απόδοση σε δεδουλευμένους τόκους 5.896,93 ευρώ, την 31.6.2009 η αξία του ανερχόταν σε 488.500 ευρώ, με απόδοση σε δεδουλευμένους τόκους 4.613,18 ευρώ, την 30.9.2009 η αξία του ανερχόταν σε 488.500 ευρώ, με απόδοση σε δεδουλευμένους τόκους 3.840,29 ευρώ, την 31.12.2009 η αξία του ανερχόταν σε 488.500 ευρώ, με απόδοση σε δεδουλευμένους τόκους
3.492,78 ευρώ, την 31.3.2010 η αξία του ανερχόταν σε 488.500 ευρώ, με απόδοση σε δεδουλευμένους τόκους 3.281,01 ευρώ, την 30.6.2010 η αξία του ανερχόταν σε 439.650 ευρώ, με απόδοση σε δεδουλευμένους τόκους 3.291,40 ευρώ, την 30.9.2010 η αξία του ανερχόταν σε 390.800 ευρώ, με απόδοση σε δεδουλευμένους τόκους 3.766,20 ευρώ, την 31.12.2010 η αξία του ανερχόταν σε 273.560 ευρώ, με απόδοση σε δεδουλευμένους τόκους 4.025,51 ευρώ, την 31.3.2011 η αξία του ανερχόταν σε 244.250 ευρώ, με απόδοση σε δεδουλευμένους τόκους 3.899,94 ευρώ, την 30.6.2011 η αξία του ανερχόταν σε 244.250 ευρώ, με απόδοση σε δεδουλευμένους τόκους 4.526,32 ευρώ, την 30.9.2011 η αξία ανερχόταν σε 212.375,96 ευρώ, με απόδοση σε δεδουλευμένους τόκους 5.050,41 ευρώ, την 31.12.2011 η αξία του ανερχόταν σε 175.860 ευρώ, με απόδοση σε δεδουλευμένους τόκους 4.929,90 ευρώ, την 31.3.2012 η αξία του ανερχόταν σε 349.950 ευρώ, με απόδοση σε δεδουλευμένους τόκους 4.101,69 ευρώ, την 28.9.2012, την 31.12.2012 και την 28.3.2013 η αξία του ανερχόταν σε 244.250 ευρώ, με απόδοση σε δεδουλευμένους τόκους 2.867,25 ευρώ, 2.480,85 ευρώ και 2.480 ευρώ αντίστοιχα, την 30.6.2013 η αξία του ανερχόταν σε 307.755 ευρώ, με μηδενική έκτοτε απόδοση τόκων, καθόσον η εκδότρια αποφάσισε και ανακοίνωσε ότι έκτοτε δεν θα καταβάλει τέτοιους τόκους.
Ενόψει της δυσμενούς αυτής εξέλιξης, η εκδότρια προέβη την … σε δημόσια πρόσκληση των κατόχων των συγκεκριμένων αλήκτων ομολόγων να τις προσφέρουν σε επαναγορά αντί ποσού ίσου με το 37% της ονομαστικής τους αξίας. Η πρόταση είχε καταληκτική ημερομηνία την 9.3.2012. Η εναγομένη ενημέρωσε τον ενάγοντα για την προσφορά αυτή, την οποία παρά τις συμβουλές της την απέρριψε.
Την … η εκδότρια επανέλαβε την πρόσκλησή της να αγοράσει τα άληκτα αυτά ομόλογα με αντάλλαγμα ίσο με 35% της αξίας τους, με γνωστοποίηση ότι δεν θα κατέβαλε πλέον το οφειλόμενο τοκομερίδιο. Και την πρόταση αυτή ο ενάγων την απέρριψε. Στη συνέχεια την … η τράπεζα … προέβη σε νέα δημόσια πρόσκληση προς τους κατόχους των άληκτων ομολόγων, προσφέροντας ως αντάλλαγμα είτε ποσό ίσο με το 9% της αξίας τους είτε ανταλλαγή τους με κοινές μετοχές της σε ποσοστό 50% της ονομαστικής τους αξίας.
Και πάλι ο ενάγων απέρριψε την πρόταση αυτή. Στη συνέχεια η εκδότρια, ενεργοποιώντας τις αντίστοιχες Ρήτρες Συλλογικής Δράσης (CACs) των επίδικων ομολόγων, όσον αφορά τους κατόχους που δεν δέχθηκαν την πρόσκλησή τους, προέβη στην υποχρεωτική επαναγορά των ομολόγων καταβάλλοντας το 9% της ονομαστικής τους αξίας.
Όσον αφορά τον ενάγοντα, του κατέβαλε … το ποσό των 87.930 ευρώ το οποίο πιστώθηκε στον υπ' αριθ. … τραπεζικό του λογαριασμό. Το ομόλογο συνεπώς που αγόρασε ο ενάγων δεν έληγε την… , όπως εσφαλμένα του είχαν υποδείξει οι προστηθέντες της τράπεζας κατά την αγορά και επιβεβαίωναν σε όλες τις καταστάσεις μέχρι την…, αλλά ήταν ένα υβριδικό προϊόν με ομοιότητες τόσο ως προς τα ομόλογα των ομολογιακών δανείων, όσο και με τις προνομιούχες μετοχές χωρίς δικαίωμα ψήφου.
Ο ενάγων ασχολείτο με το εμπόριο υφασμάτων, είχε επενδύσει και στο παρελθόν σε ομόλογα και είχε την εμπειρία του μέσου επενδυτή, χωρίς τις εξειδικευμένες γνώσεις σχετικά με την έννοια και λειτουργία των ομολόγων perpetual, που είχαν μεν υψηλότερες αποδόσεις σε σχέση με άλλα επενδυτικά προϊόντα, αλλά ήταν επισφαλή, λόγω της μακρόχρονης αέναης διάρκειάς τους.
Έτσι, δεν είχε συνειδητοποιήσει ότι η … δεν ήταν ημερομηνία λήξης και ρευστοποίησης του ομολόγου αλλά η ημερομηνία πρώτης δυνητικής ανάκλησης αυτού από την εκδότρια, αφού η ίδια η τράπεζα του το παρουσίαζε ως τακτής λήξης. Η εναγομένη και οι προστηθέντες της, δηλαδή, όχι μόνο δεν παρείχαν πλήρη ενημέρωση του ενάγοντος, αναλύοντάς του τη φύση και λειτουργία του ομολόγου που αγόρασε, αντιθέτως μάλιστα, του δημιούργησαν την εσφαλμένη εικόνα ότι αγοράζει ένα ομόλογο λήξης την …, την οποία με τις έγγραφες ενημερώσεις που του απέστειλαν τη διατήρησαν μέχρι το Δεκέμβριο του…, οπότε και διόρθωσαν το σφάλμα.
Με τον τρόπο αυτό η εναγομένη παραβίασε τις υποχρεώσεις της εκ των άρθρων 281 και 288 ΑΚ, με αποτέλεσμα ο ενάγων να αποφασίσει να αγοράσει το ομόλογο και εν συνεχεία να μην το ρευστοποιήσει εγκαίρως, όπως έπραξε με τα άλλα δύο ομόλογα αέναης διάρκειας και να ζημιωθεί, εισπράττοντας τελικά μόνο το 9% της αξίας του.
Παρόλα αυτά ο ενάγων, αν και γνώριζε από την 31.12.2010 ότι το ομόλογο που αγόρασε έχει τα χαρακτηριστικά και τους κινδύνους των ομολόγων αέναης διάρκειας, ουδέν έπραξε για να περιορίσει τη ζημία του. Συγκεκριμένα, δεν αποδέχτηκε την πρόταση επαναγοράς της Τράπεζας … στην τιμή του 37% της ονομαστικής αξίας του ομολόγου, σύμφωνα άλλωστε και με τις συμβουλές των προστηθέντων της εναγομένης.
Συνεπώς, η ζημία του πρέπει να περιοριστεί κατά το άνω ποσοστό του 37% επί του κεφαλαίου του ομολόγου, που αντιστοιχεί στο ποσό των 361.490 ευρώ, για την απώλεια του οποίου ο ίδιος ευθύνεται λόγω της αδράνειάς του και της άρνησής του να το πωλήσει στην εκδότρια ώστε να περιορίσει τη ζημία του. Η αποκαταστατέα ζημία του ανέρχεται επομένως, στο ποσό των (977.000 - 361.490) 615.510 ευρώ, γενομένης δεκτής ως και κατ' ουσία βάσιμης της σχετικής ένστασης εκ του άρθρου 300 ΑΚ, την οποία πρότεινε πρωτοδίκως η εναγομένη και προτείνει και ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου.
Αντιθέτως, δεν αποδεικνύεται ότι η μη αποδοχή εκ μέρους του ενάγοντος της πρότασης να ανταλλάξει το ομόλογο με κοινές μετοχές της Τράπεζας … στο ήμισυ της αξίας, συνιστά πταίσμα του στον περιορισμό της ζημίας του, απορριπτομένης ως ουσία αβάσιμης της σχετικής ένστασης της εναγομένης εκ του άρθρου 300 ΑΚ.
Και τούτο διότι υπήρχε αβεβαιότητα ως προς την τιμή που θα μπορούσε ο ενάγων να πωλήσει τις μετοχές που θα του δίδονταν, όταν θα επιτρεπόταν να τις εκποιήσει χρηματιστηριακώς, μέσα μάλιστα στο κλίμα της γενικής οικονομικής κρίσης και ύφεσης που αντιμετώπιζε η χώρα. Δεν μπορεί να αξιωθεί από αυτόν η επιλογή αυτής της αβέβαιης ανταλλαγής και να του χρεωθεί (η μη επιλογή της) ως παράλειψη περιορισμού της ζημίας του, με την εκ των υστέρων υπόθεση ότι με τη μέση τιμή της μετοχής το Δεκέμβριο του 2015 ίσως θα περιόριζε τη ζημία του σε ποσοστό που θα προσέγγιζε το 50% του κεφαλαίου του ομολόγου.
Ορθώς επομένως απορρίφθηκε η σχετική ένσταση από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απορριπτομένου ως ουσία αβασίμου του περί αντιθέτου λόγου έφεσης της εναγομένης. Ο ενάγων, αρνείται την ένσταση ιδίου πταίσματος εκ του άρθρου 300 ΑΚ, (για την μη συμμετοχή στην πρόταση εξαγοράς αντί 37% του κεφαλαίου του ομολόγου) ισχυριζόμενος ότι δεν είχε υποχρέωση να αποδεχτεί την επιλογή αυτή, με την οποία θα έχανε το 63% των χρημάτων του.
Με την έφεσή του το πρώτον προσθέτει ότι για να αποδεχτεί την προσφορά αυτή της εκδότριας επαναγοράς του ομολόγου στο 37% της αξίας του, έπρεπε να υποβάλλει αίτηση μέσω της εναγομένης, με την οποία θα παρείχε την ανέκκλητη εντολή και πληρεξουσιότητα για την αγοραπωλησία αυτή, η πραγματοποίηση της οποίας θα επαφιόταν στη διακριτική ευχέρεια της εκδότριας.
Επιπροσθέτως, θα έπρεπε να δηλώσει ότι η εναγόμενη ουδεμία σύσταση του έκανε σχετικά με την συναλλαγή του ομολόγου καθώς και ότι δεν θα διατηρούσε οποιαδήποτε αξίωση έναντι της εκδότριας ή της εναγομένης. Ισχυρίζεται δηλαδή ότι αν αποδεχόταν την προσφορά, θα έχανε την δυνατότητα να αποζημιωθεί για το υπόλοιπο της απαίτησής του έναντι της εναγομένης.
Ωστόσο, αν η εκδότρια δεν πραγματοποιούσε τελικά την αγοραπωλησία, η θέση του ενάγοντος δεν επρόκειτο να αλλάξει. Όσον αφορά τις απαλλακτικές δηλώσεις ως προς την ευθύνη της εναγομένης, από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει ότι πρότεινε ο ίδιος στην εναγομένη να προωθήσει το αίτημά του και αυτή αρνήθηκε απαιτώντας να προβεί στις άνω απαλλακτικές δηλώσεις.
Θα μπορούσε να μην χρησιμοποιήσει το υπόδειγμα που περιέχει τις δηλώσεις αυτές, να φτιάξει το δικό του χωρίς τις δηλώσεις ή και με ρητή επιφύλαξη για την ικανοποίηση της υπόλοιπης απαίτησής του, όπως έπραξαν άλλοι πελάτες της τράπεζας. Θα μπορούσε ακόμη ο ενάγων και να μεταφέρει το χαρτοφυλάκιό του σε οποιαδήποτε άλλη ΕΠΕΥ και να συμμετάσχει μέσω αυτής στην πρόταση.
Και αργότερα άλλωστε αποδέχτηκε με επιφύλαξη την καταβολή του ποσού των 87.930 ευρώ, που αντιστοιχεί στο 9% της αξίας του κεφαλαίου του ομολόγου, περιορίζοντας ορθά με τον τρόπο αυτό τη ζημία του, χωρίς με αυτή την κίνηση να απεμπολεί το δικαίωμά του να ζητήσει την αποκατάσταση της υπόλοιπης ζημίας του. Όφειλε να πράξει το ίδιο συμμετέχοντας το Μάρτιο του … στην πρόταση της εκδότριας, περιορίζοντας την ζημία του κατά ποσοστό 37%.
Συνοψίζοντας, το ποσό της ζημίας του ενάγοντος μετά την αφαίρεση του ποσοστού 37% επί του κεφαλαίου του ομολόγου ανέρχεται σε 615.510 ευρώ. Από το ποσό αυτό πρέπει ν' αφαιρεθεί το ποσό των 87.930 ευρώ, που αντιστοιχεί στο ποσό που τελικά του καταβλήθηκε κατά την υποχρεωτική εξαγορά του ομολόγου από την εκδότρια εταιρία, γενομένου δεκτού του σχετικού ισχυρισμού της εναγομένης εκ των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ περί συνυπολογισμού ζημίας και κέρδους, απομένει συνεπώς υπόλοιπο ποσό 527.580 ευρώ".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, αφού απέρριψε την έφεση του αναιρεσιβλήτου, δέχθηκε την έφεση της αναιρεσείουσας και εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε δεχθεί εν μέρει την αγωγή του αναιρεσιβλήτου, στη συνέχεια δε, κρατώντας και δικάζοντας την υπόθεση, δέχθηκε κατά ένα μέρος την αγωγή και αναγνώρισε, κατά παραδοχή της προβληθείσας από την αναιρεσείουσα ένστασης συνυπαιτιότητας, ότι αυτή οφείλει να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 557.580 ευρώ νομιμοτόκως από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής μέχρις εξοφλήσεως.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, αναφορικά με τη θετική ζημία του ενάγοντος, δεν στέρησε την προσβαλλομένη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν την απαιτούμενη αιτιολογία, που ανταποκρίνεται στο πραγματικό των προδιαληφθεισών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 297,298, 330,914,922, 281, 288 ΑΚ και της πρώτης, τρίτης, τέταρτης και έβδομης αρχής του Κώδικα Δεοντολογίας των ΕΠΕΥ, που κυρώθηκε με το άρθρο μόνο της υπ'αριθ. 12263/β.500/11.4.1997 απόφασης του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας, που εκδόθηκε κατ'εξουσιοδότηση του άρθρου 7 § 1 του ν.2396/1996 και καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής εφαρμογής αυτών, τις οποίες έτσι δεν παραβίασε εκ πλαγίου, δεδομένου ότι αναφέρονται στην απόφαση, με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό της πόρισμα, ότι στο πλαίσιο της καταρτισθείσας μεταξύ των διαδίκων σύμβασης λήψης και διαβίβασης εντολών αγοράς αμοιβαίων κεφαλαίων και κάθε είδους κινητών αξιών, καθώς και παροχής επενδυτικών συμβουλών, οι προστηθέντες υπάλληλοι της αναιρεσείουσας, όχι μόνο δεν παρείχαν στον αναιρεσείοντα πλήρη ενημέρωση κατά την αγορά, κατόπιν συμβουλών τους, στις … του ένδικου ομολόγου, ονομαστικής αξίας 977.000 ευρώ, αναλύοντας σ' αυτόν, όπως όφειλαν, τη φύση και λειτουργία του ανωτέρω ομολόγου, αλλά, αντιθέτως, του δημιούργησαν την εσφαλμένη εικόνα ότι αγοράζει ένα ομόλογο λήξης την 27.10.2014, την οποία με τις έγγραφες ενημερώσεις που του απέστειλαν, τη διατήρησαν μέχρι το Δεκέμβριο του 2010.
Ειδικότερα, η προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνει στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της όλα τα αναγκαία περιστατικά που στηρίζουν με επάρκεια το σαφές ως άνω αποδεικτικό της πόρισμα και δη προσδιορίζει με σαφήνεια και πληρότητα τις συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα η συγκεκριμένη (και αναλυτικώς πιο πάνω αναφερομένη) αμελής συμπεριφορά των προστηθέντων υπαλλήλων της εναγομένης, σχετικά με την πληροφόρησή του αναφορικά με την μορφή του κρίσιμου ομολόγου μέχρι την 31-12-2010 κατά παράβαση των προβλεπομένων στις διατάξεις του Κανονισμού Δεοντολογίας των Εταιρειών Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών, η οποία συνιστά, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη σχετική νομική σκέψη, παρανομία και η οποία (αμελής συμπεριφορά) κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ήταν πράγματι πρόσφορη να προκαλέσει το ζημιογόνο αποτέλεσμα, το οποίο και προκάλεσε, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της, στη συγκεκριμένη περίπτωση, προσδιορίζεται δε με σαφήνεια και το ύψος της θετικής ζημίας του αναιρεσιβλήτου, η οποία συνίσταται στην αδυναμία του να εισπράξει, για τους προεκτεθέντες λόγους, που αφορούν τη φύση του επίδικου επενδυτικού προϊόντος, το επενδεδυμένο κεφάλαιό του στο σύνολό του (και όχι στη χρηματιστηριακή του αξία) και ειδικότερα στην αδυναμία του να το εισπράξει κατά τον αναγραφόμενο στην κατάσταση επένδυσης χρόνο (επιστροφής του κεφαλαίου).
Πιο συγκεκριμένα, το ανωτέρω πόρισμα υποστηρίζουν οι παρακάτω ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ήτοι α) ότι ο αναιρεσίβλητος προέβη στην αγορά του ομολόγου "κατόπιν συμβουλών των προστηθέντων υπαλλήλων της εναγομένης... με λήξη, όπως τον διαβεβαίωσαν οι υπάλληλοι της εναγομένης και όπως αναγράφεται στο έντυπο της εναγομένης που χρησιμοποιήθηκε για την αγορά του ομολόγου καθώς και στο έγγραφο επιβεβαίωσης της συναλλαγής, την …", β) ότι "το ομόλογο αυτό ο ενάγων αγόρασε θεωρώντας, με βάση τις εσφαλμένες συμβουλές και πληροφόρηση των υπαλλήλων της του τμήματος…., και ιδίως της υπαλλήλου Α.
Μ., σχετικά με την φύση του ομολόγου, ότι πρόκειται για ομόλογο τακτής λήξης, κατά την οποία θα του αποδοθεί το κεφάλαιο και τα μέχρι τη λήξη συμφωνηθέντα τοκομερίδια", γ) ότι η αναφερόμενη ημερομηνία λήξης (…) στην πραγματικότητα συνιστούσε την ημερομηνία δυνητικής ανάκλησης του ομολόγου εκ μέρους της εκδότριας και ότι σε όλες τις τριμηνιαίες καταστάσεις που η αναιρεσείουσα απέστειλε στον αναιρεσίβλητο εσφαλμένα διαχώριζε, από τα τρία ομόλογα που αγοράστηκαν την ίδια ημέρα, το επίδικο, "αναφέροντάς το ως τραπεζικό ομόλογο εσωτερικού λήξης 27.10.2014, ενώ τα υπόλοιπα δύο, τα χαρακτήριζε υβριδικά προϊόντα, με ημερομηνία λήξης το 2049, όπως προσήκει στην αληθινή τους φύση ως αλήκτων ομολόγων" και δ) ότι την εσφαλμένη παρουσίαση του ομολόγου αυτού ως τακτής λήξης η αναιρεσείουσα σταμάτησε το Δεκέμβριο του 2010, οπότε για πρώτη φορά, στην ενημερωτική κατάσταση της … που απηύθυνε προς τον αναιρεσίβλητο, ανέγραψε ότι επρόκειτο για εναλλακτική επένδυση - υβριδικό τίτλο με ημερομηνία λήξης 27.10.2049.
Πέραν αυτών, δεν ήταν αναγκαία, για την πληρότητα της αιτιολογίας, αναφορικά με τα ως άνω ουσιώδη ζητήματα, η παράθεση και άλλων αιτιολογιών, και συγκεκριμένα, αν τα άλλα δύο αγορασθέντα την … άληκτα ομόλογα, αγοράσθηκαν κατ' εντολή του ενάγοντος ή καθ' υπόδειξη της τράπεζας και ποιο ήταν το επιτόκιό τους, ώστε να προκύπτει αν αυτά είχαν διαφορά από το κρίσιμο ομόλογο, το οποίο του παρουσιάστηκε ως τακτής λήξης, καθώς και αν ο αναιρεσίβλητος είχε σχετική εμπειρία σε παρόμοιες συναλλαγές με άληκτα ομόλογα, καθόσον έγινε ανελέγκτως δεκτό ότι αυτός δεν γνώριζε ότι το συγκεκριμένο ομόλογο αποτελούσε άληκτο ομόλογο, ενώ, όπως επίσης αποδείχθηκε, από κανένα στοιχείο δεν προέκυπτε η φύση του ως τέτοιο.
Επίσης, η έλλειψη αναφοράς του επιτοκίου κάθε αγορασθέντος ομολόγου ουδεμία ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης έχει, καθώς τούτο δεν αναιρεί την υποχρέωση σαφούς και εμπεριστατωμένης ενημέρωσης, όπως αυτή επιβάλλεται τόσο από το άρθρο 288 ΑΚ, όσο και από τις αρχές του Κώδικα Δεοντολογίας Ε.Π.Ε.Υ., για το ένδικο ομόλογο.
Επομένως, ο πρώτος, από τον αριθ.19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη την έλλειψη νόμιμης βάσης λόγω ασαφών και ανεπαρκών αιτιολογιών, είναι αβάσιμος. Ο ίδιος ως άνω λόγος, ως προς τις λοιπές αιτιάσεις, είναι απαράδεκτος, αφού αυτές αποτελούν πραγματικά επιχειρήματα της αναιρεσείουσας προς υποστήριξη των αρνητικών ισχυρισμών της, που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, και υπό την επίφαση της επίκλησης έλλειψης νόμιμης βάσης πλήττεται η ορθότητα της εκτίμησης των αποδείξεων και η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα ουσιαστική κρίση του Εφετείου.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 300 § 1 εδ. α` ΑΚ, αν εκείνος που ζημιώθηκε συντέλεσε από δικό του πταίσμα στη ζημία ή την έκτασή της, το δικαστήριο μπορεί να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της. Το ίδιο ισχύει και όταν εκείνος που ζημιώθηκε παρέλειψε να αποτρέψει ή να περιορίσει τη ζημία ή δεν επέστησε την προσοχή του οφειλέτη στον κίνδυνο ασυνήθιστα μεγάλης ζημίας, τον οποίο ο οφειλέτης ούτε γνώριζε ούτε όφειλε να γνωρίζει.
Η παράλειψη αυτή είναι παράνομη και έχει τις συνέπειες της ΑΚ 300 1 § εδ.α', αν ο ζημιωθείς είχε υποχρέωση (από το νόμο, από τη σύμβαση ή από την καλή πίστη) και μπορούσε να συμμορφωθεί με αυτή. Η διάταξη αυτή πετυχαίνει δίκαιη κατανομή της ζημίας μεταξύ του ζημιώσαντος και του υπαιτίου ζημιωθέντος και αποτυπώνει μια αρχή που εφαρμόζεται σε κάθε περίπτωση αστικής ευθύνης, άρα και εκτός του ΑΚ, αναλογικά δε και εκτός του δικαίου της αποζημιώσεως π.χ.
στην ΑΚ 388. Για να εφαρμοστεί η διάταξη αυτή πρέπει να συντρέχουν δύο προϋποθέσεις: α) η ύπαρξη υποχρέωσης προς αποζημίωση, β) ο ζημιωθείς να συνετέλεσε από δικό του πταίσμα στη ζημία του ή την έκτασή της και γ) η συμπεριφορά του να συνδέεται αιτιωδώς με την επέλευση ή την έκταση της ζημίας του. Ο γενεσιουργός λόγος της υποχρέωσης αυτής είναι αδιάφορος.
Μπορεί να είναι ευθύνη ενδοσυμβατική ή εξωσυμβατική, υποκειμενική ή αντικειμενική, οπότε στην τελευταία περίπτωση δεν θα γίνεται λόγος για "οικείο πταίσμα". Εφόσον συντρέχουν οι προαναφερθείσες δύο προϋποθέσεις, καταλείπεται στον δικαστή ευρεία διακριτική ευχέρεια είτε να απαλλάξει τον ζημιώσαντα, είτε να επιμερίσει τη ζημία, είτε να παράσχει πλήρη αποζημίωση στον ζημιωθέντα παρά την συμβολή του στην επέλευση της ζημίας ή στην έκτασή της.
Κριτήρια για την απόφαση θα αποτελέσουν ο βαθμός πταίσματος του ζημιώσαντος και του ζημιωθέντος, η γενική οικονομική κατάσταση των δύο κλπ. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, γενικώς λαμβανόμενα, μπορούν να θεωρηθούν αντικειμενικώς, ως πρόσφορη αιτία της ζημίας που επήλθε, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, ενώ η κρίση για το αν πράγματι στη συγκεκριμένη περίπτωση, η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε την αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, καθόσον ανάγεται σε εκτίμηση πραγματικού υλικού, σύμφωνα με το άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 1546/2014, ΑΠ 1513/2014, ΑΠ 128/2013).
Επίσης, οι έννοιες της υπαιτιότητας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και, επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη συνδρομή ή όχι υπαιτιότητας του ζημιώσαντος ή οικείου πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ, για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας (ΑΠ 1591/ 2014, ΑΠ 76/2014, ΑΠ 2181/2013).
Εκφεύγει όμως του αναιρετικού ελέγχου η κρίση ως προς το βαθμό - βαρύτητα του πταίσματος και το ποσοστό, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, διότι η κρίση αυτή σχηματίζεται από την κατ' άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔ αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, χωρίς την υπαγωγή τους σε νομική έννοια (ΑΠ 784/2022, ΑΠ 1591/2014, ΑΠ 1715/2010).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια, ότι κατ' εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 300 ΑΚ και διαλαμβάνοντας αντιφατικές ή ανεπαρκείς αιτιολογίες απέρριψε την ένσταση συντρέχοντος πταίσματος, με την οποία αυτή ισχυρίστηκε, ότι η ζημία του ενάγοντος/αναιρεσιβλήτου πρέπει να περιορισθεί στο 50%, διότι δεν αποδέχθηκε πρόταση της Τράπεζας … για ανταλλαγή του επίδικου ομολόγου με μετοχές της.
Ωστόσο, με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως τη διάταξη του άρθρου 300 του ΑΚ, αφού, σύμφωνα με τα ως άνω δεκτά γενόμενα από την προσβαλλόμενη απόφαση πραγματικά περιστατικά, δεν αποδείχθηκε οποιαδήποτε αμελής συμπεριφορά του αναιρεσιβλήτου που να επέδρασε αιτιωδώς στην επέκταση της ζημίας του λόγω μη αποδοχής της προαναφερόμενης πρότασης της αναιρεσείουσας, σε τρόπον ώστε, να μην πληρούται το πραγματικό της άνω διατάξεως και να δικαιολογείται η απόρριψη της περί οικείου πταίσματος ενστάσεως της αναιρεσείουσας αναφορικά με τη συγκεκριμένη συμπεριφορά του αναιρεσιβλήτου.
Περαιτέρω, το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού διέλαβε σ' αυτήν επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, αναφέροντας στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της όλα τα αναγκαία περιστατικά που στηρίζουν με επάρκεια το σαφές ως άνω αποδεικτικό της πόρισμα περί μη συμβολής του αναιρεσιβλήτου στην έκταση της ζημίας του, δεχόμενο, ειδικότερα, ότι υπήρχε αβεβαιότητα ως προς την τιμή που θα μπορούσε ο ενάγων να πωλήσει τις μετοχές που θα του δίδονταν, όταν θα επιτρεπόταν να τις εκποιήσει χρηματιστηριακώς, μέσα στο κλίμα της γενικής οικονομικής κρίσης και ύφεσης που αντιμετώπιζε η χώρα, με συνέπεια να μη μπορεί να αξιωθεί από αυτόν η επιλογή αυτής της αβέβαιης ανταλλαγής και να του αποδοθεί ως παράλειψη περιορισμού της ζημίας του.
Επομένως, ο ως άνω, δεύτερος, από τους αρ 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της αίτησης αναίρεσης, είναι αβάσιμος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ, "Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του. Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης". Κατά την έννοια του άρθρου αυτού, το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι συνεπεία αδικοπραξίας προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι` αυτήν χρηματικής ικανοποιήσεως, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη ως κριτήρια, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τελέσεως της αδικοπραξίας, την βαρύτητα του πταίσματος του υπόχρεου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών.
Ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποιήσεως αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται, κατ` αρχήν, σε αναιρετικό έλεγχο, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔ), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νόμιμης βάσεως.
Επιβάλλεται όμως, σε κάθε περίπτωση, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του επιδικαζόμενου ποσού, η αρχή της αναλογικότητας ως γενική νομική αρχή και δη αυξημένης τυπικής ισχύος (άρθρα 2 § 1 και 25 του ισχύοντος Συντάγματος), με την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, πράγμα που, αν συμβαίνει, ελέγχεται ως παραβίαση της πιο πάνω γενικής νομικής αρχής, την οποία ήτοι ως πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 10/2017, ΟλΑΠ 9/2015).
Και τούτο, διότι μία απόφαση με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο, κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση (όσον αφορά τον δικαιούχο - παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου και στη δεύτερη (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το δικαστήριο, επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών, πρέπει να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων (ΑΠ 1096/2020, ΑΠ 170/2020 ΑΠ 989/2018, ΑΠ 604/2018).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό τρίτο λόγο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Τέλος, το Δικαστήριο κρίνει ότι ο ενάγων υπέστη ηθική βλάβη για την ψυχική στενοχώρια που ένιωσε εξαιτίας της άδικης σε βάρος του πράξης της εναγομένης, για την οποία δικαιούται χρηματική ικανοποίηση.
Το ύψος της, με βάση το είδος και τις συνθήκες τέλεσης της προσβολής του βαθμού του πταίσματος των προστηθέντων της εναγομένης και της συνυπαιτιότητας του ενάγοντος στην έκταση της ζημιάς του, της οικονομικής και κοινωνικής κατάστασης των διαδίκων, ανέρχεται στο ποσό των 30.000 ευρώ, ποσό το οποίο μετά την στάθμιση των ανωτέρω κατά το νόμο στοιχείων κρίνεται εύλογο".
Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχερείας, αφού το επιδικασθέν ποσό της χρηματικής ικανοποιήσεως δεν αφίσταται, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου συνείδηση, των συνήθως επιδικαζομένων σε παρόμοιες περιπτώσεις χρηματικών ποσών.
Επομένως, με την επιδίκαση του ποσού τούτου το Εφετείο δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητος και τα αντιθέτως υποστηριζόμενα με τον τρίτο και τελευταίο λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμα. Κατ' ακολουθίαν τούτων, η υπό κρίση, από 26-11-2019 αίτηση αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου λόγω της ήττας της (άρθ. 176, 183, 189 § 1, 191 § 2 ΚΠολΔ) κατά τα στο διατακτικό εκτιθέμενα.
ΙΙ. Επί της από 20-7-2020 αίτησης αναίρεσης του Δ. Β.. Με τους εκ των αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης ο αναιρεσείων Δ. Β. ζητεί την αναίρεση της προσβαλλομένης αποφάσεως για κακή εφαρμογή και αντιφατικές αιτιολογίες εν σχέσει με την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών, που δέχθηκε ως αληθή, στις διατάξεις κυρίως του άρθρου 300 ΑΚ σε συνδ.
με αυτές των άρθρων 288, 914, και 189-196 ΑΚ με αποτέλεσμα αφ'ενός μεν να οδηγηθεί στο εσφαλμένο συμπέρασμα ότι η συμπεριφορά του, όπως προέκυψε και έγινε δεκτή, συνιστούσε περίπτωση υπαίτιας αδράνειας για τον περιορισμό της ζημίας του, αφ'ετέρου δεν συνάγεται α)ο τρόπος σταθμίσεως του πταίσματος της εναγομένης με το υποτιθέμενο δικό του, ώστε να καθίσταται αντιληπτός ο λόγος επίρριψης σε αυτόν του 100% της ζημίας από την μη είσπραξη του τμήματος (37%) της αξίας του ένδικου ομολόγου και β) "από που η προσβαλλομένη συνήγαγε το εσφαλμένο συμπέρασμα ότι από δικό του σφάλμα, αιτιωδώς μολονότι δικαιολογημένα κατ'αρχήν δεν αποδέχτηκε την πρόταση της εκδότριας (που περιείχε τη ρήτρα παραίτησης), αμελώς ενήργησε επειδή παρέλειψε να υποβάλει διαφοροποιημένη δική του πρόταση προς αυτήν, χωρίς τέτοια ρήτρα".
Με βάση, όμως, τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, όπως αυτές εκτέθηκαν κατά την έρευνα των λόγων της πρώτης αναίρεσης, κρίνοντας το Εφετείο ότι ο αναιρεσείων παρέλειψε να περιορίσει την ζημία του, όπως όφειλε, και ότι έτσι κατέστησε εαυτόν συνυπαίτιο της επελθούσας ζημίας του κατά το ανελέγκτως κριθέν ποσοστό, δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 300 Α.Κ, ούτε και στέρησε την απόφασή από νόμιμη βάση, αφού διέλαβε σ' αυτήν επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το ως άνω κρίσιμο ζήτημα, και ειδικότερα, ότι ο αναιρεσείων, ενώ γνώριζε από … και εντεύθεν τη μορφή του κρίσιμου ομολόγου ως υβριδικού και τους κινδύνους που συνεπάγονταν τα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά του, ως ομολόγου αέναης διάρκειας, δεν αποδέχτηκε την πρόταση επαναγοράς της Τράπεζας … στην τιμή του 37% της ονομαστικής αξίας του ομολόγου, παραλείποντας έτσι να περιορίσει την έκταση της ζημίας του, η οποία συνδέεται αιτιωδώς με την ανωτέρω συμπεριφορά του, καθόσον τα προαναφερόμενα περιστατικά, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ήσαν ικανά να συμβάλουν στην έκταση της ζημίας του και δη στον περιορισμό αυτής, με συνέπεια τη συνδρομή οικείου πταίσματος του ζημιωθέντος αναιρεσείοντος κατά στο ανελέγκτως κριθέν ποσοστό.
Επομένως, ο μοναδικός, όπως εκτιμάται, από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της αίτησης αναίρεσης, είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν τούτων, η υπό κρίση, από 20-7-2020 αίτηση αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης λόγω της ήττα του (άρθ. 176, 183, 189 § 1, 191 § 2 ΚΠολΔ) κατά τα στο διατακτικό εκτιθέμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
• Συνεκδικάζει τις από 26-11-2019 και 20-7-2020 αιτήσεις.
• Απορρίπτει την από 26-11-2019 αίτηση της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "… " για αναίρεση της 5423/2019 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
• Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
•Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου εκ ποσού δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
•Απορρίπτει την από 20-7-2020 αίτηση του Δ. Β. για την αναίρεση της υπ'αριθ. 5423/2019 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
• Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο. Και
•Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης εκ ποσού δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Νοεμβρίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Δεκεμβρίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ