Supreme Court dismisses appeal against final compensation valuation, citing procedural default and inadmissible ECHR argument.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' appeal against a final court decision setting the compensation unit price for compulsory expropriation. The appellants, heirs of the expropriated property owner, argued the lower court violated the ECHR by refusing to re-evaluate the price after a European Court of Human Rights judgment. The court rejected this claim as inadmissible due to lack of specific facts and found the lower court correctly applied the law.
Legislator headnote
AI generatedArt. 576(2) KPolD; Art. 559(1) KPolD; The Supreme Court proceeds ex officio to hear a case if the opposing party fails to appear after valid summons, and an appeal based on a prior ECHR judgment is inadmissible if the domestic court did not violate the ECHR or if the parties differ.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 2071 / 2006 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 2071/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Αχιλλέα Νταφούλη, Ελένη Μαραμαθά, Πλαστήρα Αναστασάκη και Αντώνιο Παπαθεοδώρου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Νοεμβρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. ....., 2. α. ....., β. ..... και γ. ....., ως μόνων εξ αδιαθέτου κληρονόμων του ήδη αποβιώσαντος ....., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Σταμούλη.
Των αναιρεσίβλητων: 1. Δημοτικής Επιχειρήσεως Υδρεύσεως - Αποχετεύσεως Χαλκίδας (Δ.Ε.Υ.Α.Χ.), που εδρεύει στη Χαλκίδα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν παραστάθηκε και 2. Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό των Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια Ευσταθία Τσαούση, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6 Φεβρουαρίου 2004 αίτηση προσδιορισμού οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης επί αναγκαστικής απαλλοτρίωσης, που κατατέθηκε ενώπιον του Εφετείου Χαλκίδας (Μεταβατική έδρα).
Εκδόθηκε η 97/2004 οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 26 Ιανουαρίου 2005 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όλοι πλην της 1ης εκ των αναιρεσιβλήτων, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Μαραμαθά, ανέγνωσε την από 5 Νοεμβρίου 2006 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.Κατά το άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σαυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Αρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία του κλητευθέντος. Στην προκειμένη περίπτωση όπως αποδεικνύεται από την υπ'αριθμόν 6368 Β/14-10-2005 έκθεση επιδόσεως της αρμόδιας δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Χαλκίδας ..... ακριβές αντίγραφο της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως με την στο τέλος αυτής πράξη ορισμού δικασίμου της αναφερομένης στην αρχή της παρούσας συνεδριάσεως και κλήση προς συζήτηση της αιτήσεως επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα με επιμέλεια των αναιρεσειόντων στην πρώτη αναιρεσίβλητη Δημοτική Επιχείρηση Υδρεύσεως-Αποχετεύσεως Χαλκίδας. Επομένως εφόσον η ανωτέρω δεν εμφανίσθηκε κατά την προκειμένη συνεδρίαση κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία της.
ΙΙ.Για να είναι ορισμένος ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο ερεύνησε κατ΄ουσίαν την υπόθεση, πρέπει να αναφέρονται με σαφήνεια στο αναιρετήριο: 1) Ο φερόμενος ως παραβιασθείς κανόνας ουσιαστικού δικαίου και μάλιστα ενάριθμα, 2) οι πραγματικές διαπιστώσεις (παραδοχές της ελάσσονος προτάσεως) που θεμελίωσαν την κρίση του δικαστηρίου για το βάσιμο ή μη της αγωγής ή του ισχυρισμού και η έννομη συνέπεια που βάσει αυτών καταγνώσθηκε και 3) το νομικό σφάλμα δηλαδή που βρίσκεται η παραβίαση κατά την ερμηνεία ή εφαρμογή του κανόνα.
Εξ άλλου σε περίπτωση αιτιάσεως ότι παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου με αποτέλεσμα η αγωγή την οποία έκρινε το δικαστήριο της ουσίας, να απορριφθεί ω μη νόμιμη, θα πρέπει να εκτίθεται στο αναιρετήριο με πληρότητα η ιστορική βάση της αγωγής που απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων στην αγωγή για τη στήριξη συγκεκριμένου αιτήματος παροχής έννομης προστασίας, ώστε να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος για το εάν η απόρριψη του αιτήματος ως μη νομίμου συνιστά ή όχι παραβίαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου.
Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες διατείνονται με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως όπως αυτός εκτιμήθηκε, ότι το Εφετείο με το να απορρίψει το μεν ως απαράδεκτη την αίτηση αναψηλαφήσεως όσον αφορά στο Ελληνικό Δημόσιο (δεύτερο των καθ'ων και ήδη δεύτερο των αναιρεσιβλήτων), το δε ως μη νόμιμη την ίδια αίτηση όσον αφορά στην Δημοτική Επιχείρηση (πρώτη των καθ' ων και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη) με την οποία ζητούσαν τον εκ νέου καθορισμό οριστικής τιμής μονάδος αποζημιώσεως, υπέπεσε στην προβλεπομένη από το άρθρο 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια για το ότι το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 17 του Συντάγματος.
Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος γιατί είναι αόριστος. Ειδικότερα δεν αναφέρονται με πληρότητα στο αναιρετήριο τα πραγματικά περιστατικά τα οποία επικαλέσθηκαν οι αναιρεσείοντες με την αίτηση αναψηλαφήσεως για τη στήριξη αυτής στη διάταξη του άρθρου 544 ΚΠολΔ, αλλά και για το λόγο ότι στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως αφού το Εφετείο όπως προαναφέρθηκε απέρριψε την αίτηση ως απαράδεκτη ως προς το Ελληνικό Δημόσιο και ως μη νόμιμη ως προς τη Δημοτική Επιχείρηση.
ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 544 ΚΠολΔ αναψηλάφηση επιτρέπεται μόνο για τους περιοριστικά προβλεπόμενους σαυτό λόγους, ενώ ειδικό λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας προβλέπουν οι διατάξεις του άρθρου 51 παρ.2,3 και 5 του ν.345/1976 "Περί κυρώσεως του κώδικος περί του κατά το άρθρο 100 του Συντάγματος Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου" με την οποία αίρεται αμφισβήτηση για την ουσιαστική αντισυνταγματικότητα ή την έννοια τυπικού νόμου ή κηρύσσεται αναδρομικά ανίσχυρη ως αντισυνταγματική ορισμένη διάταξη νόμου.
Ειδικά ο προβλεπόμενος από το άρθρο 544 αριθμ.1 του ΚΠολΔ λόγος αναψηλαφήσεως ιδρύεται αν για την ίδια υπόθεση εκδόθηκαν μεταξύ των ίδιων διαδίκων, που είχαν παραστεί με την ίδια ιδιότητα, από το ίδιο ή διαφορετικά δικαστήρια, τελεσίδικες αποφάσεις που αντιφάσκουν μεταξύ τους, ώστε το διατακτικό της μιας να αναιρεί εκείνο της άλλης, εν όλων ή εν μέρει.
Ο σκοπός του λόγου αυτού αναψηλαφήσεως είναι να γίνει σεβαστό το δεδικασμένο που δημιουργήθηκε από την προηγούμενη απόφαση και να καταργηθεί το δεδικασμένο από τη νεότερη απόφαση, η οποία, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 549 παρ.2 του ΚΠολΔ, αν γίνει δεκτός αυτός ο λόγος, εξαφανίζεται. Γι'αυτό η αίτηση αναψηλαφήσεως στην περίπτωση αυτή στρέφεται κατά της νεότερης αποφάσεως, της οποίας ζητείται η εξαφάνιση με την αναψηλάφηση.
Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 46 παρ.1 της ΕΣΔΑ, η οποία κυρώθηκε εκ νέου από την Ελλάδα με το ν.δ.53/1974 και αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του ελληνικού εσωτερικού δικαίου, με αυξημένη, κατά το άρθρο 28 παρ.1 του Συντάγματος, νομοθετική ισχύ, τα κράτη που έχουν προσχωρήσει σ'αυτήν αναλαμβάνουν την υποχρέωση να συμμορφώνονται προς τις οριστικές αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ) επί των διαφορών στις οποίες ει΄ναι διάδικοι.
Η συμμόρφωση αυτή συνίσταται καταρχήν στην καταβολή του ποσού της δίκαιης χρηματικής ικανοποιήσεως του παθόντος από την παραβίαση της ΕΣΔΑ, την οποία κατά το άρθρο 41 αυτής, επιδίκασε σ'αυτόν το ΕΔΔΑ, διότι έκρινε ότι το εσωτερικό δίκαιο του κράτους δεν επιτρέπει παρά μόνο ατελή εξάλειψη των συνεπειών της παραβιάσεως Η καταβολή της χρηματικής ικανοποιήσεως που επιδικάσθηκε κατά κανόνα εξαντλεί την υποχρέωση του κράτους προς συμμόρφωση στην απόφαση του ΕΔΔΑ και αποτελεί τη μοναδική δυνατότητα αποκαταστάσεως εκείνου που προσέφυγε στο ΕΔΔΑ.
Ωστόσο, δεν αποκλείεται αυτή να μην αρκεί για την αποκατάστασή του, διότι η παραβίαση εξακολουθεί να παράγει δυσμενή γι'αυτόν αποτελέσματα και να απαιτούνται εξειδικευμένα ατομικά μέτρα για την επανόρθωση των συνεπειών της παραβιάσεως ενώ περαιτέρω υφίσταται ενδεχομένως και η υποχρέωση υιοθετήσεως μέτρων γενικού χαρακτήρα, που θα αποβλέπουν στην αποτροπή νέων παρόμοιων παραβιάσεων στο μέλλον.
Σε περίπτωση που η παραβίαση έγινε με δικαστική απόφαση, όταν η χρηματική ικανοποίηση που επιδικάσθηκε δεν αρκεί για την αποκατάσταση του προσφεύγοντος, πρόσφορο μέτρο για την εξουδετέρωση των συνεπειών της δικαστικής αυτής αποφάσεως στο μέτρο που δεν είναι αρκετή προς τούτο η χρηματική ικανοποίηση που επιδικάσθηκε από το ΕΔΔΑ, αποτελεί η ανεύρεση διαδικασίας εκ νέου κινήσεως της δίκης, ώστε να εξαφανισθεί η παραβιάζουσα την ΕΣΔΑ απόφαση, αν και η ΕΣΔΑ δεν υποχρεώνει τα κράτη μέλη σε θεσμοθέτηση παρόμοιου ένδικου μέσου αναθεωρήσεως της δίκης σε εθνικό επίπεδο. 'Ένα τέτοιο μέτρο υιοθέτησε η Ελλάδα για τις ποινικές αποφάσεις, με το άρθρο 11 του ν.2865/2000, με το οποίο προστέθηκε περίπτωση 5 στο άρθρο 525 του ΚΠΔ και προβλέφθηκε επανάληψη της ποινικής διαδικασίας, αν με απόφαση του ΕΔΔΑ διαπιστώνεται παραβίαση δικαιώματος που αφορά το δίκαιο χαρακτήρα της διαδικασίας που τηρήθηκε ή την ουσιαστική διάταξη που εφαρμόσθηκε.
Αντίστοιχη όμως διάταξη δεν θεσπίστηκε και ως προς τις πολιτικές δικαστικές αποφάσεις, σε σχέση με τις οποίες, όταν διαπιστώνεται παρόμοια παραβίαση, θα αρκεί κατά κανόνα, η επικαιζόμενη από το ΕΔΔΑ χρηματική ικανοποίηση, για την αποκατάσταση του προσφεύγοντος και δεν θα απαιτείται και εξαφάνιση της αποφάσεως του ελληνικού δικαστηρίου, Ανάλογη εφαρμογή και στις αποφάσεις αυτές της νέας αυτής διατάξεως του άρρου 525 περίπτωση 5 του ΚΠΔ, δεν μπορεί να γίνει, λόγω των διαφορετικών σκοπών που εξυπηρετεί η πολιτική δίκη, σε σχέση με τους σκοπούς της ποινικής δίκης, αφού οι πολιτικές αποφάσεις επιλύουν διαφορές σχετικές με ιδιωτικά δικαιώματα, ενώ με την ποινική δίκη πραγματώνεται η ποινική αξίωση της πολιτείας για την επιβολή ποινής που εξυπηρετεί το δημόσιο συμφέρον, η καταδικαστική δε απόφαση του ποινικού δικαστηρίου, εάν δεν εξαφανισθεί, εξακολουθεί να επηρεάζει δυσμενώς τη ζωή εκείνου που καταδικάσθηκε, ακόμη και αν έχει εκτίσει την ποινή που του επιβλήθηκε, εξαιτίας π.χ.
της εγγραφής της στο ποινικό του μητρώο και των εκπτώσεων ή εμποδίων στην επαγγελματική του ζωή που συνεπάγεται. Περαιτέρω, για τις πολιτικές αποφάσεις, για τις οποίες καταδικάσθηκε η Ελληνική Πολιτεία, λόγω παραβιάσεως διατάξεων της ΕΣΔΑ, δεν μπορεί να ασκηθεί το ένδικο μέσο της αναψηλαφήσεως με επίκληση λόγου από το άρθρο 544 του ΚΠολΔ, αφού κανένας από τους περιοριστικά στο άρθρο αυτό προβλεπόμενους λόγους δε συντρέχει, ενώ, λόγω των εντελώς διαφορετικών όρων που αυτοί απαιτούν, ούτε έδαφος ανάλογης εφαρμογής τους υπάρχει.
Ειδικά δεν επιτρέπεται αναψηλάφηση, ούτε κατ΄ανάλογη εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 544 αριθμ.1 του ΚΠολΔ, αφού με τον προβλεπόμενο από αυτή λόγο επιζητείται να γίνει σεβαστό το δεδικασμένο από την προγενέστερη απόφαση με την εξαφάνιση της νεότερης αποφάσεως, η οποία και προσβάλλεται με την αναψηλάφηση, ενώ αντίθετα, όταν εκδοθεί απόφαση του ΕΔΔΑ, η επιδίωξη είναι η εξουδετέρωση των δυσμενών συνεπειών του δεδικασμένου από την προγενέστερη απόφαση του ελληνικού δικαστηρίου, περαιτέρω δε ούτε ταυτότητα αντικειμένου μεταξύ της αποφάσεως του Ελληνικού Δικαστηρίου και της αποφάσεως του ΕΔΔΑ υφίσταται, αλλ'ούτε και ταυτότητα διαδίκων, αφού στη δίκη στο ΕΔΔΑ δεν μετείχε ο αντίδικος του προσφεύγοντος, αλλά αυτή έγινε μεταξύ του τελευταίου και του Ελληνικού Κράτους.
Εξάλλου, όταν επιδικάσθηκε από το ΕΔΔΑ δίκαιη χρηματική ικανοποίηση, στο διάδικο που προσέφυγε κατά της Ελληνικής Πολιτείας σε αυτό και δεν είναι αναγκαίο να εξαφανισθεί η απόφαση του Ελληνικού Δικαστηρίου, ώστε να αποτραπεί η εξακολούθηση δυσμενών για το επίδικο συνεπειών, όπως συμβαίνει κατά κανόνα στις περιπτώσεις που κρίθηκαν περιουσιακά μόνο δικαιώματα και οι δυσμενείς συνέπειες της αποφάσεως εξαντλούνται στην απώλειά τους, χωρίς να επηρεάζονται και οι μελλοντικές έννομες σχέσεις του διαδίκου, δεν συντρέχει περίπτωση επαναλήψεως της διαδικασίας, ούτε κατ΄ανάλογη εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 51 παρ.5 του ν.345/1976, η οποία παρέχει τέτοια δυνατότητα για αμετάκλητες αποφάσεις, που εκδόθηκαν κατ΄εφαρμογή νόμου, ο οποίος κηρύχθηκε αναδρομικά αντισυνταγματικός με απόφαση του κατά το άρθρο 100 του Συντάγματος Ανωτάτου Ειδικού δικαστηρίου.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως αποδίδεται η πλημμέλεια στην προσβαλλομένη απόφαση από το άρθρο 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ για το λόγο ότι το Εφετείο εσφαλμένα με την προσβαλλομένη απόφασή του παραβιάζοντας την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 46 της ΕΣΔΑ, απέρριψε την αίτησή τους ως μη νόμιμη.
Ειδικότερα συνέτρεχε νόμιμος λόγος αναψηλαφήσεως της αναφερομένης αποφάσεως του Εφετείου με την οποία καθορίσθηκε οριστική τιμή μονάδος αποζημιώσεως, προκειμένου να επανακαθορισθεί κατ΄εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 46 της ΕΣΔΑ μετά την έκδοση αποφάσεως του ΕΔΔΑ επι΄της 46.335/20-01-1999 προσφυγή τους, με την οποία κρίθηκε ότι είχαν παραβιασθεί από το Ελληνικό Δημόσιο οι διατάξεις των άρθρων 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος γιατί είναι αόριστος, αφού δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που επικαλέσθηκαν οι αναιρεσείοντες με την αίτησή τους ως προς την θεμελίωσή της στο άρθρο 544 ΚΠολΔ. Ο ίδιος λόγος πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, αφού το Εφετείο δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 46 παρ.1 της ΕΣΔΑ που επιτάσσει συμμόρφωση στις αποφάσεις του ΕΔΔΑ, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στην αρχή της παρούσας σκέψεως.
Κατ΄ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, οι οποίοι ηττώνται στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος αναιρεσιβλήτου.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 26 Ιανουαρίου 2005 αίτηση των ..... κλπ. για αναίρεση της 97/2004 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατόν εβδομήντα (1170) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Νοεμβρίου 2006.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 28 Δεκεμβρίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ