Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds for late introduction of forest ownership claims.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the State's appeal against the First Instance Court's ruling regarding land ownership in Crete. The State argued that the disputed land was forested and thus belonged to the public domain, citing Ottoman and local laws. The court rejected this claim as inadmissible because the argument was raised for the first time at the Supreme Court level, over a decade after the original lawsuit began, violating procedural time limits.
Legislator headnote
AI generatedArticles 286(a), 287, 290 of the Code of Civil Procedure; Article 562(2) of the Code of Civil Procedure: An appeal is inadmissible if new substantive arguments regarding property ownership are introduced for the first time at the appellate level without meeting statutory exceptions for non-appealable errors or public order issues.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2070 / 2025 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2070/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιφιγένεια Ματσούκα, Φωτεινή Μηλιώνη, Ευαγγελία Στεργίου, Κωνσταντία Π. Εμμανουηλίδου-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 5 Μαρτίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την Κωνσταντίνα Μαρίνου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με την από 4-...025 δήλωσή της κατ' άρθρο 242 §2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. Ν., το γένος Γ. και Μ. Μ., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε και 2) Α. Ρ., το γένος Γ. και Μ. Μ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της Βασίλη Αντωνίου (ΑΜ ΔΣ Ρεθύμνου 194) που κατέθεσε προτάσεις.
Στο σημείο αυτό, ο πληρεξούσιος δικηγόρος της 2ης αναιρεσίβλητης, αφού έλαβε το λόγο από την Πρόεδρο, δήλωσε ότι η 1η αναιρεσίβλητη απεβίωσε στις ...-2024 σύμφωνα με την προσκομισθείσα υπ' αριθμό .../2024 ληξιαρχική πράξη θανάτου του Ληξιάρχου του Δήμου Ρεθύμνης και την παρούσα δίκη συνεχίζουν οι μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτής: 1) Π. Ν. του Ι. και της Χ., κάτοικος ..., 2) Ι. Ν. του Π. και της Ε., κάτοικος ..., 3) Γ. Ν. του Π. και της Ε., κάτοικος ... και 4) Δ. Ν. του Π. και της Ε., κάτοικος ..., οι οποίοι παραστάθηκαν δια του ιδίου ως άνω πληρεξουσίου δικηγόρου και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την με αρ. κατ. ΜΤ 288/12-9-2014 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρεθύμνου.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 114/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου , 76/2017 μη οριστική και 22/2023 του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την με αρ. κατ. 15/7-4-2023 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος δικηγόρος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 286 εδ. α` , 287 και 290 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται κατά το άρθρο 573 §1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, συνάγεται, ότι η δίκη διακόπτεται αν, μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και έως ότου τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση, συντρέξει κάποιος από τους περιοριστικά αναφερόμενους στη διάταξη αυτή λόγους.
Το αποτέλεσμα της διακοπής και της επανάληψης της δίκης επέρχεται, μόνον εφόσον τόσο το διακοπτικό γεγονός, λ.χ. θάνατος του διαδίκου κλπ., όσο και η κατά νόμιμο τρόπο γνωστοποίησή του, επισυμβούν το βραδύτερο μέχρι την προφορική συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο. Ο θάνατος του διαδίκου, απλού ομοδίκου, επιφέρει βίαιη διακοπή της δίκης ως προς τον θανόντα διάδικο και μόνον, ενώ, ως προς τους λοιπούς ομοδίκους, η δίκη συνεχίζεται κανονικά.
Αντίθετα , ο θάνατος του αναγκαίου ομοδίκου, κατ' άρθρο 288 του ΚΠολΔ έχει ως αποτέλεσμα την διακοπή της δίκης ως προς όλους τους διαδίκους. Η διακοπή αυτή επέρχεται από τη γνωστοποίηση του λόγου αυτής προς τον αντίδικο, με επίδοση δικογράφου ή με τις προτάσεις (μετά την τροποποίηση του άρθρου 287 με το ν.4335/2015) ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης προς συζήτηση ή εκτός του ακροατηρίου, κατά την επιχείρηση διαδικαστικής πράξης, από εκείνον που έχει το δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη ή και από εκείνον που μέχρι την στιγμή της επέλευσης του λόγου της διακοπής (όπως του θανάτου κάποιου διαδίκου) ήταν πληρεξούσιος αυτού, οπότε, εφόσον δεν υπάρξει αμφισβήτηση, ως προς την ιδιότητα εκείνου, που δικαιούται να επαναλάβει τη δίκη, ακολουθεί παραδεκτά, άμεση συζήτηση της υπόθεσης.
Ως διάδικος, υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης, στην περίπτωση θανάτου του αρχικού διαδίκου, νοείται ο καθολικός του διάδοχος (κληρονόμος του), ο οποίος και έχει δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη, η οποία δήλωση περί επανάληψης μπορεί να γίνει και σιωπηρά (ΟλΑΠ 22/2000, ΑΠ 5/2024, ΑΠ 712/2020, ΑΠ 575/2020 ).
Στην προκείμενη περίπτωση, οι 1) Π. Ν. του Ι. και της Χ., 2) Ι. Ν. του Π. και της Ε., 3) Γ. Ν. του Π. και της Ε. και 4) Δ. Ν. του Π. και της Ε. με την από 29-1-2025 εξώδικη δήλωσή τους, που επιδόθηκε στο αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, νομίμως εκπροσωπούμενο από τον Υπουργό Οικονομικών, στις ...-2025 (βλ. την ...-2025 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Εφετείο Αθηνών Ε.
Χ.-Μ.) που επανέλαβαν δια του πληρεξουσίου τους δικηγόρου στο ακροατήριο κατά την σημερινή συνεδρίαση, αφενός γνωστοποίησαν ότι η 1η ενάγουσα και ήδη 1η αναιρεσίβλητη Ε. Ν. απεβίωσε στις ...-2024, κατέθεσαν δε το με χαρακτηριστικό ασφαλείας ... απόσπασμα ληξιαρχικής πράξης θανάτου της Ληξιάρχου Ρεθύμνης, καθώς και το με χαρακτηριστικό ασφαλείας ...
πιστοποιητικό πλησιεστέρων συγγενών του Δήμου Ρεθύμνης της ανωτέρω (Ε. Ν.), το ...-2025 πιστοποιητικό μη δημοσίευσης διαθήκης του Πρωτοδικείου Ρεθύμνης , το ...-2025 πιστοποιητικό μη αποποίησης κληρονομίας του Πρωτοδικείου Ρεθύμνης και το αρ.πρωτ. ...-2025 πιστοποιητικό μη αμφισβήτησης κληρονομικού δικαιώματος του Πρωτοδικείου Ρεθύμνης και αφετέρου δήλωσαν ότι συνεχίζουν την ως άνω δίκη ως καθολικοί της διάδοχοι και δη εξ αδιαθέτου κληρονόμοι (ως σύζυγος ο 1ος και ως μοναδικά τέκνα οι λοιποί) της ως άνω αποβιώσασας, ιδιότητα που ουδόλως αμφισβητήθηκε.
Η γνωστοποίηση του θανάτου - που συνέβη μετά την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης - της διαδίκου αυτής είναι νόμιμη, όπως και η δήλωση επανάληψης της δίκης, οπότε διακόπτεται βιαίως η δίκη ως προς όλους τις αναγκαίες ομοδίκους-ενάγουσες, καθόσον πρόκειται για αγωγή διόρθωσης πρώτων κτηματολογικών εγγραφών με χωρικές μεταβολές και οι ενάγουσες επικαλούνται συγκυριότητα επί του επιδίκου γεωτεμαχίου κατά τα αναφερόμενα κατωτέρω, επαναλαμβάνεται δε άμεσα η δίκη από τους καθολικούς της διαδόχους.
ΙΙ. Φέρεται για συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου η με αρ. κατ. 15/7-4-2023 αίτηση αναίρεσης κατά της 22/6-2-2023 -εκδοθείσας αντιμωλία - τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης, που επιδόθηκε με επιμέλεια των αναιρεσίβλητων στις ...2023 στο ηττηθέν αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, νομίμως εκπροσωπούμενο από τον Υπουργό Οικονομικών (βλ. την ...2023 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Εφετείο Αθηνών Ε. Χ.-Μ.). Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564§1, 566 §1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577 §1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 §3 ΚΠολΔ).
ΙΙΙ. Η διαδικαστική πορεία της υπόθεσης, κατ' επιτρεπτή κατά το άρθρο 561 §2 ΚΠολΔ, επισκόπηση και εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων, έχει ως ακολούθως: Με την με αρ. κατ. ΜΤ288/12-9-2014 αγωγή τους οι ενάγουσες και νυν αναιρεσίβλητες, στρεφόμενες κατά των 1) Ελληνικού Δημοσίου 2) Δ. Κ. του Φ., 3) Π. Κ., 4) Μ. Σ., 5) Δ. Κ. του Γ., 6) Α.
Π., 7) Ε. Π. και 8) Δ. Π., ισχυρίσθηκαν ότι είναι συγκύριες κατά ποσοστό 50% έκαστη εξ αδιαιρέτου ενός αγροτεμαχίου, εμβαδού 49.274,21 τμ στη θέση Βαρμάς της κοινότητας Πρασιές του Δήμου Ρεθύμνου, όπως λεπτομερώς περιγράφεται στην αγωγή ότι την ως άνω κυριότητα απέκτησαν με έκτακτη χρησικτησία νεμόμενες τούτο από το 1980 και πέραν της εικοσαετίας συνεχώς και αδιάλειπτα κατά τα λεπτομερώς εκτιθέμενα στο αγωγικό δικόγραφο ότι κατά την κτηματογράφηση της περιοχής παρέλειψαν να προβούν σε δήλωση της ως άνω ιδιοκτησίας τους με αποτέλεσμα στις πρώτες εγγραφές του Εθνικού Κτηματολογίου το ως άνω αγροτεμάχιο να μην αποτυπωθεί ως ξεχωριστό γεωτεμάχιο, αλλά τμήματά του να εμπίπτουν στο με ΚΑΕΚ 41 108 02 01 016 γεωτεμάχιο με αναγραφόμενο δικαιούχο κυριότητας άγνωστο, στο με ΚΑΕΚ 41 108 02 01 049 γεωτεμάχιο με αναγραφόμενους δικαιούχους κυριότητας τους 2ο και 3ο εναγόμενους, στο με ΚΑΕΚ 41 108 02 01 045 γεωτεμάχιο με αναγραφόμενο δικαιούχο κυριότητας την 4η εναγομένη, στο με ΚΑΕΚ 41 108 02 01 043 γεωτεμάχιο με αναγραφόμενο δικαιούχο κυριότητας τον 5ο εναγόμενο, στο με ΚΑΕΚ 41 108 02 01 013 γεωτεμάχιο με αναγραφόμενο δικαιούχο κυριότητας την 6η εναγόμενη και στο με ΚΑΕΚ 41 108 02 01 046 γεωτεμάχιο με αναγραφόμενο δικαιούχο κυριότητας τον 7ο εναγόμενο κατά τα λεπτομερώς εκτιθέμενα στο αγωγικό δικόγραφο.
Με βάση αυτό το ιστορικό ζήτησαν να αναγνωρισθούν συγκύριες του ως άνω αγροτεμαχίου και να διορθωθούν σχετικά οι πρώτες εγγραφές, ώστε να αποτυπωθεί τούτο ως αυτοτελές γεωτεμάχιο με δικαιούχους κυριότητας αυτές κατά ποσοστό 50% έκαστη. Επί της αγωγής αυτής, συζητηθείσας ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρεθύμνου αντιμωλία του 1ου εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου (παθητικά νομιμοποιούμενου αναφορικά με την ανακριβή εγγραφή που αφορά το με ΚΑΕΚ 41 108 02 01 016 γεωτεμάχιο με αναγραφόμενο δικαιούχο κυριότητας άγνωστο), το οποίο με τις νομίμως πρωτοδίκως από 12-6-2015 υποβληθείσες έγγραφες προτάσεις του αρκέσθηκε να αρνηθεί γενικά τους αγωγικούς ισχυρισμούς και επιπλέον επικαλέσθηκε έγγραφο περί μη καταγραφής του επιδίκου ως δημόσιο κτήμα, και ερήμην των λοιπών εναγομένων, εκδόθηκε η 114/5-10-2015 οριστική απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, που δέχθηκε καθ' ολοκληρίαν την αγωγή.
Κατά της απόφασης αυτής άσκησε την με αρ. κατ. 81/17-11-2015 έφεση μόνο το 1ο εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, επικαλούμενο ως μοναδικό λόγο έφεσης την κακή εκτίμηση των αποδείξεων, προσδιορίσθηκε δε να συζητηθεί ταύτη στις 10-1-2017, οπότε και αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 8-5-2018. Με την 4/23-1-2017 Πράξη της Προέδρου Εφετών Κρήτης προσδιορίσθηκε με επιμέλεια των εφεσίβλητων η έφεση να συζητηθεί κατά τη δικάσιμο της ...2017 , πλην όμως η συζήτηση εκείνη με την 76/8-6-2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης κηρύχθηκε απαράδεκτη.
Με την με αρ. κατ. 3-5/1/2016/ 12-4-2019 κλήση των εφεσιβλήτων προσδιορίσθηκε εκ νέου η συζήτηση της έφεσης για την δικάσιμο της 22-9-2020. Με το με αρ. κατ. 136/8-7-2020 πρόσθετο λόγο έφεσης το Ελληνικό Δημόσιο, μεταξύ άλλων, προέβαλε το πρώτον τους ισχυρισμούς ότι το επίδικο είναι δημόσιο κτήμα ως δασική έκταση και κατά συνέπεια ανεπίδεκτο χρησικτησίας , άλλως ως αδέσποτο, επικαλέσθηκε μάλιστα ότι παραδεκτά προβάλει τους εν λόγω ισχυρισμούς κατ' άρθρα 269 και 527 του ΚΠολΔ, διότι αποδεικνύονται εγγράφως και δη από το με αρ.
πρωτ.815/22-2-2017 έγγραφο της Διεύθυνσης Δασών Ρεθύμνης και αεροφωτογραφίες, ισχυρισμούς που ανέπτυξε ακόμη πιο εκτενώς με τις προτάσεις του ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου. Συζητηθείσας της έφεσης την 1-2-2022 αντιμωλία των διαδίκων, το Μονομελές Εφετείο Κρήτης με την 22/6-2-2023 τελεσίδικη απόφασή του δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση και τον πρόσθετο λόγο αυτής.
Κατά της τελευταίας αυτής απόφασης άσκησε το Ελληνικό Δημόσιο την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης.
IV. Από το άρθρο 561 §1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων, εκτός εάν παραβιάσθηκαν κανόνες δικαίου ή αν υπάρχει λόγος αναίρεσης κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 και 20 ΚΠολΔ. Εξάλλου από τις διατάξεις των αρ. 118 αριθ. 4 , 566 §1 και 577 §3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει ν' αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί, εάν και ποιον λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.
Ειδικά για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης εξαιτίας αντιφατικών ή ανεπαρκών αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ), εάν το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει να καθορίζεται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε εκ πλαγίου και μάλιστα ενάριθμα καθώς και το περιεχόμενο αυτής (ΑΠ 1426/2025, ΑΠ 860/2018, ΑΠ 766/2017), να εκτίθενται με πληρότητα και σαφήνεια και όχι αποσπασματικά οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλ.
τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο ότι προέκυψαν από τις αποδείξεις ως θεμελιωτικά της κρίσης του για το βάσιμο ή αβάσιμο της αγωγής ή άλλης αυτοτελούς αίτησης ή ανταίτησης και να αναφέρεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντίφαση των αιτιολογιών, δηλ. ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε τα περιλαμβάνει η απόφαση ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις.
Διαφορετικά ο σχετικός αναιρετικός λόγος είναι αόριστος και απορριπτέος χωρίς να είναι επιτρεπτή η συμπλήρωσή του με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα ή την προσβαλλομένη απόφαση (ΟλΑΠ 25/2005). Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης με τον πρώτο λόγο αυτής το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο αιτιάται την από τον αρ. 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια, επικαλούμενο ότι το Εφετείο, δεχόμενο ότι οι ενάγουσες απέκτησαν την κυριότητα του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία, διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες αναφορικά με την άσκηση νομής εκ μέρους των εναγουσών επί του επιδίκου και ειδικότερα ότι δέχθηκε ότι "το ακίνητο αυτό απέκτησαν οι ενάγουσες με άτυπη παραχώρηση από τον πατέρα τους το έτος 1980 , έκτοτε δε από κοινού το επέβλεπαν , το καλλιεργούσαν και το εξεμίσθωναν σε τρίτους για βοσκή ζώων", ενώ για την πληρότητα της αιτιολογίας έπρεπε να αναφέρει συγκεκριμένες πράξεις νομής κατ' είδος, τρόπο και χρόνο άσκησης.
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος πρωτίστως ένεκα αοριστίας και πρέπει να απορριφθεί, διότι δεν καθορίζεται ενάριθμα η φερόμενη ως παραβιασθείσα εκ πλαγίου διάταξη του ουσιαστικού δίκαιου περί χρησικτησίας, ούτε το περιεχόμενο αυτής, όπως είναι αναγκαίο για το ορισμένο του λόγου αυτού κατά τα εκτιθέμενα στην προηγηθείσα νομική σκέψη.
V.α. Με το άρθρο 2 § 3 του Ν. 147/1914, που εκδόθηκε κατ' εφαρμογή της με τον ν. ΔΣΙΓ' (4213) της 14/14-11-1913 κυρωθείσας Συνθήκης των Αθηνών της 1/14-11-1913 περί Ειρήνης μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας, ορίστηκε ότι στις Νέες Χώρες, που διατελούσαν προηγουμένως υπό την άμεση κυριαρχία του Οθωμανικού Κράτους (Μακεδονία, Ήπειρος, Κρήτη, νήσοι του Αιγαίου) "εισάγεται εν γένει η Ελληνική αστική νομοθεσία, διατηρούνται όμως εν ισχύει αι περί γαιών διατάξεις του Οθωμανικού Νόμου αι ρυθμίζουσαι τα επ' αυτών ιδιωτικής φύσεως δικαιώματα, των περί τούτων δικαιοπραξιών συντελουμένων εφεξής κατά τους ελληνικούς νόμους.
Κατά τα λοιπά παραμένουν οι εν ταις προσαρτώμενες χώρες προϋπάρχοντες αστικοί νόμοι". Ο με το νόμο αυτό περιορισμός της ισχύος του Νόμου "περί γαιών" μόνο στις ρυθμίζουσες τα επ' αυτών δικαιώματα ιδιωτικής φύσης, έχει την έννοια του αποκλεισμού των διατάξεων περί των δικαιωμάτων του Οθωμανικού Κράτους επί των δημόσιων γαιών, οι οποίες περιήλθαν πλέον στο Ελληνικό Δημόσιο, μετά την προσάρτηση των νέων χωρών στην ελληνική επικράτεια και, συνακόλουθα, όσον αφορά την Κρήτη μετά την 1-12-1913 , αφότου η νήσος ενώθηκε με την Ελλάδα.
Εξάλλου, όπως είναι ιστορικά γνωστό, στις 22-11-1897 με την Συνθήκη της Κωνσταντινούπολης η Κρήτη που κατεχόταν από τις Μεγάλες Δυνάμεις (Γαλλία, Βρετανία, Ιταλία , Ρωσία), αναγνωρίστηκε αυτόνομη, με την επικυριαρχία του Σουλτάνου και σχηματίστηκε Εθνική Κυβέρνηση στο νησί, κάτω από την υψηλή επιτροπεία του Πρίγκιπα Γεωργίου της Ελλάδος (1898).
Κατά τη διάρκεια της αυτονομίας της Κρήτης και, συγκεκριμένα στις 23 Ιουλίου 1904, τέθηκε σε ισχύ ο Κρητικός Αστικός Κώδικας, η ισχύς του οποίου διατηρήθηκε, σύμφωνα με το άρθρο 2 του προαναφερθέντος ν. 147/1914 και μετά την ένωση της Κρήτης με την υπόλοιπη Ελλάδα (1-12-1913) και μέχρι την κατάργησή του, η οποία επήλθε, με βάση τα άρθρα 1, 5 αριθ. 3 του ΕισΝΑΚ και 1 §1 του ν.δ.
της 7/10 Μαΐου 1946, στις 22 Φεβρουαρίου 1946, δεδομένου ότι από τις 23 Φεβρουαρίου 1946 άρχισε η ισχύς του Αστικού Κώδικα (ΑΠ 384/2025, ΑΠ 706/2023, ΑΠ 1541/2021, ΑΠ 591/2021, ΑΠ 1141/2019, ΑΠ 1706/2018, ΑΠ 555/2016).
Παρά δε την κατά τα ανωτέρω ενδιάμεση αυτονομία της Κρήτης και τη διατήρηση, δυνάμει του άρθρου 2 §2 του ν. 147/1914, της ισχύος του Κρητικού Αστικού Κώδικα με τους εκεί αναφερόμενους περιορισμούς, το Ελληνικό Δημόσιο θεωρείται ότι κατέστη διάδοχο του Δημοσίου της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και όχι της Κρητικής Πολιτείας, όπως άλλωστε εν γένει συνέβη με την προσάρτηση των Νέων Χωρών στην Ελληνική Επικράτεια, με συνέπεια οι δημόσιες γαίες της Κρήτης να θεωρούνται ότι ανήκουν, κατ' αρχήν, στο Ελληνικό Δημόσιο (ΑΠ 384/2025, ΑΠ 706/2023, ΑΠ 503/2021, ΑΠ 1141/2019, ΑΠ 1139/2002, ΑΠ 572/2001).
Τα παραπάνω δεν αναιρούνται από τη διάταξη του άρθρου 4 του από 3/4-10-1906 διατάγματος της Κρητικής Πολιτείας περί διαδοχής αυτής από το Ελληνικό Δημόσιο, σύμφωνα με το οποίο "Το Ελληνικόν Δημόσιον ως διάδοχο του Δημοσίου της Κρητικής Πολιτείας δωσιδικεί προσωρινώς κατά τους κείμενους Κρητικούς Νόμους", καθώς το άρθρο αυτό αναφέρεται σε άλλα ζητήματα και όχι στο ζήτημα των εμπραγμάτων δικαιωμάτων επί ακινήτων, επί των οποίων, κατ' εφαρμογή των ως άνω ειδικών διατάξεων ως προς τις προαναφερόμενες δημόσιες γαίες, το Ελληνικό Δημόσιο θεωρείται διάδοχο του Τουρκικού Δημοσίου (ΑΠ 706/2023, ΑΠ 1644/2022, ΑΠ 1343/2015).
Κατά το προϊσχύσαν του ΚρητΑΚ, οθωμανικό δίκαιο και δη τα άρθρα 1248 και 1614 του Οθωμανικού ΑΚ ο θεσμός της χρησικτησίας, δεν αναγνωριζόταν ως τρόπος κτήσης κυριότητας, τόσο για τα ακίνητα καθαρής ιδιοκτησίας (μούλκια- "mulk" δηλ. οικόπεδα, σπίτια και γενικά οικοδομήματα, εργαστήρια και αμπελώνες, που βρίσκονται μέσα σε χωριά, κωμοπόλεις και πόλεις ), όσο και για τις δημόσιες γαίες (εραζί εμιριγιέ- "arazi-i empiriye").
Εξάλλου, με το άρθρο 3 του νόμου περί γαιών της 7ης Ραμαζάν 1274/1856, ρητώς οριζόταν ότι οι δημόσιες γαίες, στις οποίες περιλαμβάνονταν τα χωράφια, λειμώνες , χειμερινές και θερινές βοσκές, δάση και παραπλήσια , ανήκαν κατά κυριότητα (ρεκαμπέ) στο Οθωμανικό Κράτος , ενώ η εξουσίαση ("τεσσαρούφ", "tassaruf"), δηλ. η χρήση και κάρπωση μπορούσε να παραχωρηθεί σε ιδιώτες από ειδικό υπάλληλο του Οθωμανικού Κτηματολογίου έναντι της καταβολής ορισμένου χρηματικού ποσού και την χορήγηση σχετικού έγγραφου τίτλου (αποδεικτικού και όχι συστατικού), ονομαζομένου ταπί ("tapu"), το οποίο έφερε το μονόγραμμα ("τουγρά", "tugra") του Σουλτάνου. Αντικείμενο δε της ως άνω εξουσίασης ήταν η αναφερόμενη στον τίτλο χρήση του εδάφους (ΑΠ 8/2024, ΑΠ 957/2023).
Κατά συνέπεια δεν συνυπολογίζεται ο χρόνος εξουσίασης που διέδραμε υπό το κράτος της οθωμανικής νομοθεσίας για την κτήση της κυριότητας με χρησικτησία (ΑΠ 957/2023, ΑΠ 1983/2022).
Περαιτέρω, από τα άρθρα 198, 199 και 202 του Κρητικού Αστικού Κώδικα, προκύπτει ότι τα κτήματα της επικράτειας διακρίνονται α) σε δημόσια, τα οποία είναι αναπαλλοτρίωτα και β) σε ανήκοντα στην περιουσία του κράτους, τα οποία υπόκεινται σε απαλλοτρίωση, περί των οποίων ρητώς ορίζεται, με το άρθρο 302 του ΚρητΑΚ, ότι υπόκεινται στους περί χρησικτησίας ορισμούς. Δημόσια κτήματα είναι μόνο εκείνα, που αναφέρονται στο άρθρο 199 του ΚρητΑΚ και στα οποία δεν περιλαμβάνονται τα δάση ή οι δασικές εκτάσεις, ούτε οι χορτολιβαδικές εκτάσεις, ενώ, κατά το επόμενο άρθρο 200 του ΚρητΑΚ, όλα τα υπόλοιπα ανήκουν στην περιουσία του κράτους και, επομένως, υπάγονται στο περί αυτών νομικό καθεστώς.
Επιπλέον ο ΚρητΑΚ θέσπισε με τα άρθρα 1356 και 1357 αυτού, που συνιστούν διατάξεις διαχρονικού δικαίου, ειδική ρύθμιση περί κτήσης κυριότητας με χρησικτησία και δη για τον υπολογισμό του χρόνου ο οποίος διέδραμε πριν από την ισχύ του. Η πρώτη διάταξη ορίζει ότι ο χρόνος που απαιτείται από τον νόμο αυτό για την απόκτηση κυριότητας με χρησικτησία αρχίζει, αφότου υπήρξαν όλα τα προσόντα, τα οποία απαιτούνται από το νόμο για την χρησικτησία και ότι, εάν, κατά την έναρξη ισχύος αυτού, είναι συμπληρωμένος ο χρόνος της χρησικτησίας ή υπολείπεται για την συμπλήρωσή του χρονικό διάστημα, που είναι μικρότερο της πενταετίας, η κυριότητα δεν αποκτάται πριν περάσουν πέντε έτη από την ισχύ του νόμου, ενώ η δεύτερη διάταξη ορίζει ότι η, κατά το άρθρο 295 εικοσαετής νομή, η οποία απαιτείται για την απόκτηση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, υπολογίζεται από την ημέρα κατά την οποία άρχισε, εάν εξακολουθεί κατά την έναρξη της ισχύος του νόμου αυτού (ΑΠ 1541/2021, ΑΠ 1343/2015).
Ειδικότερα, κατά το άρθρο 293 του ΚρητΑΚ "Ο καλή τη πίστει αποκτήσας ακίνητο δυνάμει τίτλου, κατά τους νομίμους τύπους συντεταγμένου και προσηκόντως μεταγεγραμμένου, γίνεται κύριος αυτού δια δεκαετούς συνεχούς νομής από της χρονολογίας της μεταγραφής." και κατά το άρθρο 294 αυτού "Καλή πίστει νομεύς είναι ο αγνοών, ότι απέκτησε το πράγμα παρά μη αληθούς κυρίου. Επί χρησικτησίας αρκεί η εν αρχή της νομής καλή πίστις."
Περαιτέρω, από μεν τις διατάξεις των άρθρων 299 και 298 του ΚρητΑΚ προκύπτει, ότι επί έκτακτης χρησικτησίας ο καθολικός ή ειδικός διάδοχος προσμετρά προς συμπλήρωση του χρόνου της χρησικτησίας τον χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του και επί τακτικής χρησικτησίας ο ειδικός διάδοχος προσμετρά προς συμπλήρωση του χρόνου χρησικτησίας, τον χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του, εφόσον έχει έγκυρο μεταγεγραμμένο τίτλο και καλή πίστη κατά την στιγμή της διαδοχής, από δε την διάταξη του άρθρου 302 του ΚρητΑΚ προκύπτει ότι υπόκεινται σε χρησικτησία, μη εξαιρούμενα από αυτή, τα δημόσια κτήματα.
Το τελευταίο άρθρο καταργήθηκε σιωπηρώς από το άρθρο 21 του ν. δ. 22.4/16-5-1926 "Περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης, περί απαγορεύσεως λήψεως προσωρινών μέτρων κατά του Δημοσίου και της Αεροπορικής Αμύνης κλπ", με το οποίο εξαιρέθηκαν της χρησικτησίας τα δημόσια κτήματα για το μέλλον, εφόσον έως την ισχύ του δεν είχε συμπληρωθεί ο χρόνος χρησικτησίας.
Η συμπλήρωση όμως της χρησικτησίας εμποδιζόταν ήδη από της ισχύος του ν. ΔΞΗ' (4068)/1912 "Περί αναστολής παραγραφών, προθεσμιών και δικαστικών εν γένει πράξεων εν καιρώ επιστρατείας" των σε εφαρμογή αυτού (άρθρο 1) εκδοθέντων διαταγμάτων, με τα οποία ανεστάλη κάθε προθεσμία και κάθε παραγραφή επί αστικών διαφορών και τα οποία ίσχυσαν από τις 11-9-1915.
Από το σύνολο των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι, από το χρόνο που τέθηκε σε ισχύ ο ΚρητΑΚ (23-7-1904), επί γαιών που είχαν το χαρακτήρα δημόσιας γαίας του οθωμανικού δικαίου, μεταξύ των οποίων δάση, χορτολιβαδικές εκτάσεις κλπ. και αποτελούσαν κτήματα ανήκοντα στην απαλλοτριωτή περιουσία του Κράτους και όχι στην αναπαλλοτρίωτη, ήταν δυνατή η κτήση κυριότητας με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία, εφόσον η χρησικτησία συμπληρωνόταν το αργότερο έως τις 11-9-1915, με συνυπολογισμό, προκειμένου περί έκτακτης χρησικτησίας, έως δεκαπέντε (15) ετών, το πολύ, νομής πριν από τον χρόνο έναρξης ισχύος του ΚρητΑΚ (23-7-1904), δηλ.
με χρόνο έναρξης νομής το αργότερο το 1889 και συμπλήρωση εικοσαετούς νομής το νωρίτερο το 1909, προκειμένου δε περί τακτικής χρησικτησίας, με συνυπολογισμό έως πέντε (5) ετών, το πολύ, νομής με τα λοιπά αυτής προσόντα (τίτλος, μεταγραφή, καλή πίστη), πριν από το χρόνο έναρξης ισχύος του ΚρητΑΚ, δηλ. με χρόνο έναρξης νομής το αργότερο το 1899 και συμπλήρωση δεκαετούς νομής το νωρίτερο το 1909 (ΑΠ 384/2025, ΑΠ 1541/2021, ΑΠ 1345/2015).
Τέλος, κατά την διάταξη του άρθρου 51 του ΕισΝΑΚ, η απόκτηση κυριότητας ή άλλου εμπράγματου δικαιώματος πριν από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα κρίνεται κατά το δίκαιο που ίσχυε όταν έγιναν τα πραγματικά γεγονότα για την απόκτησή τους.
V.β. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 3§.1,2,3 , 5 και 6 του ν.998/1979 "Περί προστασίας των δασών και των δασικών εν γένει εκτάσεων της Χώρας", όπως ίσχυε κατά το κρίσιμο χρόνο δημοσίευσης της αναιρεσιβαλλόμενης (κατ' άρθρο 533 παρ.2 ΚΠολΔ) " 1.Ως δάσος ή δασικό οικοσύστημα νοείται το οργανικό σύνολο άγριων φυτών με ξυλώδη κορμό πάνω στην αναγκαία επιφάνεια του εδάφους, τα οποία, μαζί με την εκεί συνυπάρχουσα χλωρίδα και πανίδα, αποτελούν μέσω της αμοιβαίας αλληλεξάρτησης και αλληλοεπίδρασής τους, ιδιαίτερη βιοκοινότητα (δασοβιοκοινότητα) και ιδιαίτερο φυσικό περιβάλλον (δασογενές). 2.
Δασική έκταση υπάρχει όταν στο παραπάνω σύνολο η άγρια ξυλώδης βλάστηση, υψηλή ή θαμνώδης, είναι αραιά. 3. Ως δασικές εκτάσεις νοούνται και οι οποιασδήποτε φύσεως ασκεπείς εκτάσεις, (φρυγανώδεις ή χορτολιβαδικές εκτάσεις, βραχώδεις εξάρσεις και γενικά ακάλυπτοι χώροι) που περικλείονται από δάση ή δασικές εκτάσεις, καθώς και οι υπεράνω των δασών ή δασικών εκτάσεων ασκεπείς κορυφές ή αλπικές ζώνες των ορέων..... 4....5.Στην έννοια των δασικών οικοσυστημάτων περιλαμβάνονται και οι εκτάσεις που απώλεσαν για οποιονδήποτε λόγο τη δασική βλάστηση και δεν αποδόθηκαν με πράξεις της διοίκησης, μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, σε άλλες χρήσεις......6.
Δεν υπάγονται οπωσδήποτε εις τας διατάξεις του παρόντος νόμου :α) Αι γεωργικώς καλλιεργούμεναι εκτάσεις, β) Αι χορτολιβαδικαί εκτάσεις, αι ευρισκόμεναι επί πεδινών εδαφών ή επί ανωμάλου εδάφους ή λόφων, εφόσον δεν εμπίπτουν εις τας περιπτώσεις της παραγράφου 3 του παρόντος άρθρου ή δεν έχουν κηρυχθεί ένεκα του προστατευτικού αυτών χαρακτήρος ή εξ άλλου λόγου δασωτέες κατά τα εις το άρθρο 38 του παρόντος νόμου οριζόμενα, ..." (σημ.
Με το άρθρο 32 του ν.4280/2014 οι ως άνω υποπαρ. α και β αντικαταστάθηκαν ως εξής " α) Οι ανέκαθεν γεωργικώς καλλιεργούμενες εκτάσεις. β) Οι εκτάσεις που έχουν τη μορφή της περίπτωσης α` της παραγράφου 5 του παρόντος, που στη λήψη Α/Φ έτους 1945 ή, εφόσον αυτές δεν είναι ευκρινείς, του 1960, εμφάνιζαν αγροτική μορφή.).
Κατά δε το άρθρο 62 §1 εδ. β του ν. 998/1979 περί των δασών και των δασικών εν γένει εκτάσεων της χώρας , όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 37§1 του ν. 4280/2014 ), το κατά την παράγραφο 1 εδάφιο α του ιδίου άρθρου τεκμήριο κυριότητας υπέρ του Δημοσίου επί των δασών και εν γένει δασικών εκτάσεων δεν ισχύει, μεταξύ των άλλων, στις περιφέρειες των Πρωτοδικείων της Κρήτης.
Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, δεν ισχύει το τεκμήριο κυριότητας του Δημοσίου επί των δασών, που προβλέπεται στο Β.Δ/γμα από 16-11-1836 περί ιδιωτικών δασών με αποτέλεσμα, προκειμένου περί δασών που βρίσκονται στην Κρήτη, μόνη η επίκληση από το Δημόσιο και απόδειξη της δασικής μορφής της διεκδικούμενης έκτασης να μην αρκεί για τη θεμελίωση του δικαιώματος κυριότητάς του σε αυτή, αλλά να πρέπει το Δημόσιο σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση να επικαλείται και αποδεικνύει ότι έγινε κύριο με οποιονδήποτε από τους τρόπους που προβλέπονται από τον Κρητικό Αστικό Κώδικα ή τον Αστικό Κώδικα, μετά την 2...-1946, ή τυχόν ειδικούς νόμους (ΑΠ 713/2024, ΑΠ 567/2020, 957/2015, ΑΠ 2243/2014).
V.γ. Κατά το άρθρο 562§2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί νόμιμα στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. (ΟλΑΠ 4/2012,ΑΠ 461/2023).
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 1094, 1045, 1054 και 966 - 968 του ΑΚ, προκύπτει ότι ο ισχυρισμός του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου ότι κατά τα ανωτέρω ορισμένο ακίνητο κείμενο στις Νέες Χώρες, μεταξύ των οποίων και η Κρήτη, είναι δημόσιο κτήμα είτε γιατί ως δημόσια γαία κατά τις διακρίσεις του άρθρου 3 της 7ης Ραμαζάν 1274(χριστ. έτος 1856) σε συνδυασμό με άρθρο 2§3 του ν.147/1914 περιήλθε στο Ελληνικό Δημόσιο κατά διαδοχή από το τουρκικό δημόσιο, είτε ως δάσος ή δασική ή χορτολιβαδική έκταση με βάση το τεκμήριο κυριότητας κατ' άρθρα 3§1,2,3 και 5 και 62 του ν.998/1979 και κατά συνέπεια ανεπίδεκτο χρησικτησίας μετά την 11-9-1915 σύμφωνα με το ΝΔ της 22.4/16.5.1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης" σε συνδυασμό με το Ν.ΔΞΗ/1912 , συνιστά διακωλυτική ένσταση αναφορικά με τον αγωγικό ισχυρισμό του αντίδικου του περί κτήσης κυριότητας με χρησικτησία -και όχι αιτιολογημένη άρνηση- και πρέπει να προτείνεται παραδεκτά και νόμιμα κατά την συζήτηση ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και να αποδεικνύεται από το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, αφού δεν λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο (ΑΠ 1873/2025, ΑΠ 713/2024, ΑΠ 371/2024 ΑΠ 771/2021, ΑΠ 385/2021, ΑΠ 1125/2018).
Ειδικότερα για τις αγωγές που ασκήθηκαν πριν το ν.4335/2015, όπως εν προκειμένω η ένδικη (αρ.κατ.ΜΤ 288/12-9-2014), κατ' άρθρο 269 του ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με το ν.2207/1994 και πριν την τροποποίηση με το ν.4335/2015 , τα μέσα επίθεσης και άμυνας έπρεπε να προβληθούν κατά την πρώτη συζήτηση με τις προτάσεις, διαφορετικά ήταν απαράδεκτα, εκτός εάν επρόκειτο για ισχυρισμούς που λαμβάνονταν υπόψη αυτεπαγγέλτως ή που μπορούσαν να προταθούν σε κάθε στάση της δίκης ή κατά την κρίση του Δικαστηρίου δεν προβλήθηκαν εγκαίρως από δικαιολογημένη αιτία ή προέκυψαν για πρώτη φορά μεταγενέστερα ή αποδεικνύονταν εγγράφως ή με δικαστική ομολογία του αντιδίκου.
Εξάλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 527 του ΚΠολΔ, πριν την τροποποίηση με το ν.4335/2015 (που εφαρμόζεται εν προκειμένω λόγω του χρόνου άσκησης της έφεσης, δηλ.17-11-2015) , ήταν απαράδεκτη η προβολή στην κατ' έφεση δίκη πραγματικών ισχυρισμών που δεν προτάθηκαν στην πρωτόδικη δίκη, εκτός ορισμένων περιπτώσεων, μεταξύ των οποίων και η περίπτωση να συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις του άρθρου 269 ΚΠολΔ, μία εκ των οποίων ήταν η έγγραφη απόδειξή τους. Ειδικά δε στην περίπτωση αυτή, που ο προβαλλόμενος ισχυρισμός δικαιολογεί το παραδεκτό της βραδείας προβολής του, ως αποδεικνυόμενος από έγγραφα, από τα οποία όμως η απόδειξη πρέπει να προκύπτει πλήρως και αμέσως και όχι σε συνδυασμό με τεκμήρια, η κρίση για το παραδεκτό ή όχι της βραδείας προβολής του, που συνδυάζεται με την αντίστοιχη κρίση ότι ο νέος ισχυρισμός που θεμελιώνει τον λόγο της έφεσης αποδεικνύεται ή όχι παραχρήμα από τα έγγραφα που επικαλέσθηκε ο εκκαλών, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, γιατί αφορά κρίση περί τα πράγματα του ουσιαστικού δικαστηρίου (ΑΠ 713/2024, ΑΠ 98/2015, ΑΠ 1787/2011, ΑΠ 752/2011, ΑΠ 1990/2007).
V.δ. Στην κρινόμενη περίπτωση, όπως αναφέρθηκε ανωτέρω, το Ελληνικό Δημόσιο με τον πρόσθετο λόγο έφεσης πρότεινε για πρώτη φορά ενώπιον του Εφετείου τις ενστάσεις ιδίας κυριότητας και ανεπίδεκτου χρησικτησίας, ισχυριζόμενο ότι το επίδικο ακίνητο κατά την εποχή της Τουρκοκρατίας ήταν δασική έκταση και ως εκ τούτου ανήκε στο Τουρκικό Δημόσιο και στη συνέχεια μετά την απελευθέρωση περιήλθε στο Ελληνικό Δημόσιο ως διάδοχο του Οθωμανικού, δυνάμει της από 1/14-11-1913 σύμβασης ειρήνης μεταξύ Ελλάδας - Τουρκίας, καθώς και σύμφωνα με το άρθρο 2 §3 Ν. 147/1914 και επίσης με τα προαναφερόμενα άρθρα του Κρητικού Αστικού Κώδικα. Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, ανελέγκτως, ως προς την προτεινόμενη, για πρώτη φορά, ενώπιόν του ένσταση ιδίας κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου τα ακόλουθα: "Οι ενάγουσες είναι συγκυρίες, κατά ποσοστό 50% εκάστη, ενός ακινήτου - γεωτεμαχίου, εμβαδού 49.274.21 τ.μ. κειμένου στην θέση "Βαρμάς" της κτηματικής περιφέρειας της τοπικής κοινότητας Πρασιών του Δήμου Ρεθύμνου, Νομού Ρεθύμνου. ...Το ακίνητο αυτό απέκτησαν οι ενάγουσες με άτυπη παραχώρηση από τον πατέρα τους το έτος 1980, έκτοτε δε από κοινού το επέβλεπαν, το καλλιεργούσαν και το εξεμίσθωναν σε τρίτους για την βοσκή ζώων.
Συνεπώς οι ενάγουσες νεμόμενες από κοινού το ακίνητο αυτό και δη ασκώντας τις άνω εμφανείς υλικές πράξεις φυσικής εξουσίασης από το έτος 1980 συνεχώς και αδιαλείπτως, απέκτησαν την συγκυριότητα αυτού με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας. ....Ως εκ τούτου, με την περαίωση της κτηματογράφησης, την ολοκλήρωση της διαδικασίας κτηματογράφησης και την έναρξη του Κτηματολογίου στην περιοχή στις 7-7-2005 (υπ' αριθ. 310/7/29-6-2005 απόφαση του διοικητικού συμβουλίου του ΟΚΧΕ - ΦΕΚ Β' 942/2005), ....α) τμήμα του ακινήτου εμβαδού 42.889,11 τ.μ. ....έχει καταχωριστεί ως τμήμα του ακινήτου με ΚΑΕΚ 411080201016/0/0 με φερόμενο "άγνωστο ιδιοκτήτη", ....Ο ισχυρισμός του εκκαλούντος Ελληνικού Δημοσίου, που παραδεκτά προβάλλεται για πρώτη φορά με τον πρώτο λόγο του δικογράφου των πρόσθετων λόγων έφεσης, ...ότι το επίδικο ακίνητο του ανήκει κατά κυριότητα, ουδόλως αποδείχθηκε.
Ειδικότερα ο ισχυρισμός ότι το επίδικο αποτελεί δασική έκταση και ως εκ τούτου ανήκει κατά πλήρη κυριότητα στο Ελληνικό Δημόσιο είναι απορριπτέος ως νομικά αβάσιμος, καθόσον το τεκμήριο κυριότητας υπέρ του Δημοσίου επί των δασών και εν γένει δασικών εκτάσεων, δεν ισχύει στις περιφέρειες των Πρωτοδικείων των Ιονίων Νήσων, της Κρήτης .....με αποτέλεσμα, προκειμένου περί δασών που βρίσκονται στις εν λόγω περιοχές, μόνη η επίκληση από το δημόσιο και απόδειξη της δασικής μορφής της διεκδικούμενης έκτασης να μην αρκεί για τη θεμελίωση του δικαιώματος κυριότητάς του σ' αυτήν, αλλά πρέπει το δημόσιο σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση να επικαλείται και να αποδεικνύει ότι έγινε κύριο με οποιονδήποτε από τους τρόπους που προβλέπονται από τον Αστικό Κώδικα, ή τυχόν ειδικούς νόμους.
Εξάλλου, όπως προκύπτει από το υπ' αριθ. πρωτ. 355/2022 έγγραφο της Διεύθυνσης Δασών Ρεθύμνης "σχετικά με το ακίνητο εμβαδού 49.274,21 τ.μ. που βρίσκεται στην κτηματική περιφέρεια της Τ.Κ. Πρασιών Δ.Ε Ρεθύμνης Δήμου Ρεθύμνης στη θέση Βαρμάς... μετά την ενσωμάτωση των διορθώσεων στον αναρτημένο δασικό χάρτη ΠΕ Ρεθύμνου η έκταση θα εμφανίζεται ως XX ήτοι χορτολιβαδικής μορφής τόσο στις αεροφωτογραφίες 1945 όσο και στους ορθοφωτοχάρτες έτους λήψης 2015" και συνεπώς δεν αποτελεί δασική έκταση.
Επιπλέον το Ελληνικό Δημόσιο δεν απέδειξε ότι το επίδικο υπήρξε δημόσιο κτήμα, ώστε να προστατεύεται από τις διατάξεις του ν. της 21.06/03.07.1837, του ν. ΔΞΗ/1912, των εκδοθέντων στη συνέχεια διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου" και των άρθρων 21 του ν.δ. της 22.04/26.05.1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης" και του άρθρου 4 του α.ν. 1539/1938 "περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων". Όπως προκύπτει από το υπ' αριθ. πρωτ. Π.Δ. ΗΡΑ/207/Α.Γ.ΡΕΘ 46/10-1-2015 έγγραφο του Αυτοτελούς Γραφείου Ρεθύμνου της Περιφερειακής Διεύθυνσης Δημόσιας Περιουσίας Κρήτης, το ένδικο ακίνητο "δεν εμπίπτει σε γνωστό καταγεγραμμένο από την Υπηρεσία μας μέχρι σήμερα Δημόσιο Κτήμα αρμοδιότητας του Υπουργείου Οικονομικών". Η αναφορά στο έγγραφο αυτό ότι "για να διερευνηθεί το ιδιοκτησιακό καθεστώς μίας έκτασης θα πρέπει να ακολουθηθεί η διαδικασία που προβλέπουν οι διατάξεις του α.ν. 1529/1938" είναι άνευ έννομης συνέπειας, διότι με το άρθρο 24 του ν. 3983/2011 καταργήθηκε η υποχρέωση έρευνας κατ' άρθρο 8 του α.ν. 1539/1938 για τις αγωγές του άρθρου 6 παρ. 2 του ν. 2664/1998, όπως είναι και η εξεταζόμενη.
Εξάλλου, αν το Ελληνικό Δημόσιο βάσιμα θεωρούσε ότι το επίδικο είναι δημόσιο κτήμα, θα το είχε καταχωρίσει ως τέτοιο στο Ειδικό Βιβλίο κατ' άρθρο 25 του ν. 1539/1938, θα είχε κινήσει σε βάρος των εναγουσών τη σχετική διοικητική διαδικασία (έκδοσης πρωτοκόλλου διοικητικής αποβολής ή και αποζημίωσης αυθαίρετης χρήσης) και θα είχε υποβάλει δήλωση ιδιοκτησίας κατά την κτηματογράφηση, πλην όμως σε καμία τέτοια ενέργεια προέβη.
Υπό τα δεδομένα αυτά, κατά την έναρξη λειτουργίας του Εθνικού Κτηματολογίου στην περιοχή των Πρασιών (7-7-2005) συγκυρίες του επίδικου γεωτεμαχίου κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου ήταν οι ενάγουσες, με τίτλο και αιτία κτήσης την έκτακτη χρησικτησία." Με τις παραδοχές αυτές , το Εφετείο απέρριψε τον ισχυρισμό του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου περί ιδίας κυριότητας (τον οποίο εσφαλμένα χαρακτήρισε ως αιτιολογημένη άρνηση, ενώ πρόκειται για διακωλυτική ένσταση) και ακολούθως απέρριψε κατ' ουσία και τον πρόσθετο λόγο έφεσης, πρωτίστως ως μη νόμιμο κατ' εφαρμογή του άρθρου 62§1 εδ.
β του ν. 998/1979 και πλεοναστικά ως ουσιαστικά αβάσιμο ως μη αποδειχθέντα, καθώς δέχθηκε ότι δεν αποδείχθηκε αμέσως και πλήρως από τα έγγραφα, τα οποία το Ελληνικό Δημόσιο επικαλέστηκε και προσκόμισε, η φύση της επίδικης έκτασης ως δασικής και ως εκ τούτου δεν περιήλθε στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου, αντίθετα δέχθηκε ότι πρόκειται για αγροτεμάχιο που νέμονταν οι ενάγουσες.
V.ε. Με τον δεύτερο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο επικαλούμενο πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ υποστηρίζει ότι το Εφετείο με τις ανωτέρω παραδοχές του παραβίασε με την μη εφαρμογή τους τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 3§1,2,3 και 5, 1248 και 1614 του Οθωμανικού ΑΚ, 1-3 του Οθωμανικού νόμου περί γαιών της 7ης Ραμαζάν 1274, 2 §3 Ν. 147/1914, 51 ΕισΝΑΚ, 206, 237, 293, 295, 298, 299, 302 ΚρητΑΚ, 21 Ν.Δ/τος 22-4/16-5-1926 και του Ν.
ΔΞΗ/1912, σύμφωνα με τις οποίες, κατά τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, το επίδικο ως διαχρονικά χορτολιβαδική έκταση ανήκει κατά τεκμήριο στην κυριότητά του, αλλά και ότι παραβίασε με την εφαρμογή τους τις προαναφερθείσες διατάξεις του άρθρου 62§ 1εδ.β του ν.998/1979, οι οποίες, κατά τους ιδίους ισχυρισμούς του, δεν ήταν εφαρμοστέες.
Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι πρωτίστως απορριπτέος ως απαράδεκτος κατ' άρθρο 562§2 του ΚΠολΔ, διότι τα περί χορτολιβαδικής έκτασης δεν προβλήθηκαν ενώπιον των δικαστηρίων της ουσίας, αλλά προβάλλονται το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου , δηλ. 10 χρόνια μετά την άσκηση της αγωγής και αφού η υπόθεση έχει διέλθει και τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας και χωρίς να συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562§2 του ΚΠολΔ, δηλ.
να πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Σε κάθε περίπτωση είναι και αβάσιμος, ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, διότι το Εφετείο, κατά την, αναιρετικά ανέλεγκτη, κρίση του, δέχθηκε ότι το επίδικο είναι αγροτεμάχιο και ότι σε κάθε περίπτωση στην Κρήτη, όπου κείται το επίδικο ακίνητο, δεν ισχύει το τεκμήριο κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου επί των δασών , των δασικών και χορτολιβαδικών εν γένει εκτάσεων, σύμφωνα με τις ανωτέρω διατάξεις του άρθρου 62 ν. 998/1979.
VI. Κατόπιν τούτων, εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος αναιρετικός λόγος, πρέπει ν' απορριφθεί η με αρ. κατ. 15/7-4-2023 αίτηση για αναίρεση της 22/2023 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης, και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, κατά μερική παραδοχή του σχετικού αιτήματος που προέβαλαν με τις προτάσεις τους, σε βάρος του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183, 191 §2 Κ.Πολ.Δ), τα οποία όμως πρέπει να καταλογιστούν μειωμένα κατά τα άρθρα 22 §1 του ν. 3693/1957 που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 Εισ.Ν.Κ.ΠολΔ, άρθρο 5 §12 του ν. 1738/1987 και 2 της ΥΑ 134423/1992 (Οικονομικών και Δικαιοσύνης).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την με αρ. κατ. 15/7-4-2023 αίτηση για αναίρεση της 22/2023 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης.
ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων εις βάρος του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Νοεμβρίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Δεκεμβρίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ