Legislator Case Law & Legislation
2070/2022 AI generated

Supreme Court dismisses bank's appeal against court ruling that bank's negligence did not cause fraud losses.

Case Number 2070/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the bank's appeal against the Court of Appeal's decision rejecting the bank's claim for damages. The bank argued it was negligent for delivering cheques to an investment advisor without verifying his authority, yet the court found the advisor had earned the client's trust and the client's signature was legally required for collection. Consequently, the court ruled the bank did not commit the specific negligence alleged under Article 300 of the Civil Code.

Legislator headnote

AI generated

Articles 1, 3, 35 of Law 5960/1933; Article 361 of the Civil Code: A bank's obligation to pay cheques arises from the contract of deposit, and the bank is not liable for losses caused by fraud if the customer's own conduct, such as authorizing collection by a trusted third party, was not negligent.

Keywords

AI generated
bank negligence fraudulent cheques Article 300 Civil Code contract of deposit liability for damages

Cited Legislation

AI generated
Law 5960/1933, Articles 1, 3, 35
Article 361 of the Civil Code
Article 288(3) of the Civil Code
Article 300 of the Civil Code
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(3) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191(2) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2070 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2070/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Βρυσηίδα Θωμάτου και Παναγιώτα Γκουδή - Νινέ - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Οκτωβρίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Κανέλλια, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσιβλήτου: Χ. χήρας Ι. Μ., το γένος Π. Κ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρίνα Γαρυφαλάκη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-12-2015 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 753/2019 του ίδιου Δικαστηρίου και 1785/2021 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 6-7-2021 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την υπό κρίση από 6-7-2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθ. 1785/2021 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση της αναιρεσείουσας - εναγομένης κατά της υπ' αριθ. 753/2019 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε κάνει εν μέρει δεκτή την αγωγή της αναιρεσίβλητης και είχε αναγνωρίσει την υποχρέωση της αναιρεσείουσας να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη τα ποσά των 399.950 ευρώ ως περιουσιακή ζημία και 3.000 ευρώ ως ηθική βλάβη από την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των προστηθέντων υπαλλήλων αυτής (αναιρεσείουσας).

Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι επομένως παραδεκτή (άρθρα 577 παρ. 1) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Από το συνδυασμό των περί επιταγής διατάξεων του Ν. 5960/1933 και ιδίως των άρθρων 1, 3 και 35 αυτού, καθώς και του άρθρου 361 ΑΚ, προκύπτει ότι η σύμβαση της επιταγής καταρτίζεται μεταξύ τραπεζίτου και πελάτου αυτού, ρητώς ή σιωπηρώς με την παράδοση από τον πρώτο στον δεύτερο βιβλιαρίου (μπλοκ) επιταγών, σύμφωνα δε με αυτήν ο μεν πελάτης (έκδοτης επιταγής), έχει το δικαίωμα διαθέσεως των προς τούτο διαθέσιμων κεφαλαίων του στην Τράπεζα, η δε τελευταία υποχρεούται να πληρώσει την επιταγή, σύμφωνα με τους όρους της συμβάσεως και τις τραπεζικές συνήθειες.

Η έννομη αυτή σχέση δημιουργείται είτε αυτοτελώς, οπότε διέπεται από τις περί εντολής διατάξεις, είτε παρεπομένως άλλης συμφωνίας, όπως είναι η ανώμαλη παρακαταθήκη με την τραπεζική κατάθεση χρημάτων, όταν, ιδίως, συνοδεύεται με τον όρο ότι ο συγκεκριμένος λογαριασμός θα εξυπηρετεί τις επιταγές που εκδίδει ο καταθέτης, οπότε στην περίπτωση αυτή η συνδέουσα τα ως άνω πρόσωπα σχέση διέπεται από τις διατάξεις των άρθρων 822-831 του ΑΚ (Α.Π. 1131/2020).

Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, η κατάθεση χρημάτων σε τράπεζα φέρει το χαρακτήρα ανώμαλης παρακαταθήκης, επί της οποίας, σύμφωνα με το άρθρο 830 παρ. ΑΚ, έχουν εφαρμογή, αφενός η περί δανείου διάταξη του άρθρου 806 ΑΚ, κατά την οποία η τράπεζα αποκτά την κυριότητα των κατατιθεμένων χρημάτων, αφετέρου δε η διάταξη του άρθρου 827 ΑΚ, που ορίζει ότι, αν ο παρακαταθέτης απαιτεί το πράγμα, οφείλει (η τράπεζα) να το αποδώσει και αν ακόμη δεν έχει περάσει η προθεσμία που ορίστηκε για τη φύλαξή του.

Από τη διάταξη δε του άρθρου 823 ΑΚ, από την οποία προβλέπεται η ευθύνη του θεματοφύλακα, η οποία έχει εφαρμογή και στην περίπτωση της ανώμαλης παρακαταθήκης που δημιουργείται με την κατάθεση των χρημάτων στην Τράπεζα, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 361, 330-336 ΑΚ προβλέπεται ότι ο θεματοφύλακας οφείλει να καταβάλει την επιμέλεια που καταβάλλει στις δικές του υποθέσεις.

Αν όμως οφείλεται αμοιβή για τη φύλαξη, ευθύνεται για κάθε πταίσμα. Για να απαλλαγεί από την ευθύνη του, θα πρέπει να ισχυρισθεί και να αποδείξει ότι η αδυναμία του οφείλεται, σε γεγονός που δεν υπέχει ευθύνη αυτός ή τα πρόσωπα, για το πταίσμα των οποίων ευθύνεται, όπως για δικό του πταίσμα. Περαιτέρω, αν τρίτος μετήλθε αξιόποινη πράξη και συνεπεία αυτής πέτυχε την απόδοση σ` αυτόν του ποσού της κατάθεσης, η αδικοπραξία τελείται σε βάρος της τράπεζας, η οποία είναι κυρία των χρημάτων και της οποίας η περιουσία βλάπτεται από την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του τρίτου, ενώ η εναντίον της ενοχική αξίωση του καταθέτη από τη σύμβαση της ανώμαλης παρακαταθήκης ή της εντολής παραμένει άθικτη, και στις δύο δε περιπτώσεις (εντολής και παρακαταθήκης), η τράπεζα ευθύνεται για κάθε πταίσμα, εφόσον, όπως προαναφέρθηκε, αυτή αμείβεται για τις υπηρεσίες της (άρθρα 714, 823 ΑΚ).

Η τράπεζα, κατά την πληρωμή της επιταγής, οφείλει να τηρεί τις προφυλάξεις που επιβάλλονται από το νόμο ή τις τραπεζικές συνήθειες, όπως είναι ο έλεγχος της εγκυρότητας της επιταγής. Ακόμη, οι τράπεζες εν γένει, αφού η δραστηριότητα τους αντανακλά ευθέως στην εθνική οικονομία, έχουν απέναντι στους πελάτες τους υποχρέωση να προστατεύουν τα περιουσιακά αγαθά τους, όπως απαιτεί η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, σύμφωνα με το άρθρο 288 ΑΚ.

Στην τελευταία αυτή περίπτωση η τράπεζα ευθύνεται για κάθε πταίσμα των προστηθέντων από αυτήν υπαλλήλων, όπως τούτο ειδικότερα προκύπτει από το άρθρο 3 παρ. 1 εδ. α` του Ν. 5960/1933, που ορίζει ότι "η επιταγή εκδίδεται επί τραπεζίτου έχοντος κεφάλαια εις την διάθεσιν του εκδότου επί τη βάσει συμφωνίας, ρητώς ή σιωπηρώς, καθ` ην ο εκδότης έχει το δικαίωμα διαθέσεως των κεφαλαίων τούτων δι` επιταγής" και από το άρθρο 35 του ιδίου νόμου που ορίζει ότι "ο πληρωτής, ο πληρώνων επιταγήν οπισθογραφήσιμον, υποχρεούται να εξακριβώσει την κανονικότητα της συνεχείας των οπισθογραφήσεων, ουχί όμως και την υπογραφήν των οπισθογράφων".

Από τις τελευταίες αυτές διατάξεις, προκύπτει η υποχρέωση της πληρώτριας Τράπεζας να ελέγχει την κανονικότητα της συνέχειας των γενομένων οπισθογραφήσεων, όχι όμως και το υπαρκτό των υπογραφών των οπισθογράφων. Επίσης, βάσει της σύμβασης περί επιταγής, η Τράπεζα υποχρεούται να ελέγχει την υπογραφή του εκδότη με αντιπαραβολή προς το τηρούμενο δείγμα υπογραφής του, ενώ όταν κατονομάζεται ο λήπτης της επιταγής, η Τράπεζα οφείλει να ελέγχει κατά πόσο η ταυτότητα του αιτούντος την πληρωμή κομιστή συμπίπτει με το όνομα του δικαιούχου της επιταγής, με βάση το κείμενο του τίτλου.

Σε κάθε άλλη περίπτωση, που από πταίσμα των οργάνων της Τράπεζας ζημιώνεται τρίτος, η ευθύνη της προστήσασας Τράπεζας, ελλείψει ειδικής διατάξεως, οριοθετείται από τον Α.Κ., ήτοι ευθύνεται για κάθε πταίσμα (ΑΚ 330 και 334 § 1, Α.Π. 1439/2019, Α.Π. 1717/2012). Εξάλλου, η διάταξη του άρθρου 3 του ν.δ. της 17/7-23/8/1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών" κατά την οποία "η εκδότρια ονομαστικής ομολογίας ή άλλης αποδείξεως καταθέσεως χρημάτων εταιρεία, η πληρώσασα αυτήν εξοφλημένην δια της επ' αυτής υπογραφής του δικαιούχου, απαλλάσσεται και αν η υπογραφή ήτο πλαστή, πλην αν η εκδότρια κατά την πληρωμήν ετέλει εν δόλω ή εν μεγάλη αμελεία", οριοθετούσα την ευθύνη της εταιρείας, που πλήρωσε, μόνο στην περίπτωση δόλου ή βαρείας αμελείας των οργάνων της, εφαρμόζεται μόνο στην περίπτωση της εκδόσεως ονομαστικής ομολογίας ή άλλης αποδείξεως καταθέσεως χρημάτων, όπως είναι το εκδιδόμενο από την Τράπεζα βιβλιάριο καταθέσεως Ταμιευτηρίου, όχι δε και στην περίπτωση που η πληρώτρια, βάσει συμβάσεως επιταγής, Τράπεζα εξοφλεί πλαστογραφημένη επιταγή στον φερόμενο κομιστή και χρεώνει με το αντίστοιχο ποσό τον λογαριασμό του πελάτου της, που φέρεται ως εκδότης αυτής.

Στην τελευταία αυτή περίπτωση η Τράπεζα ευθύνεται για κάθε πταίσμα των προστηθέντων από αυτήν υπαλλήλων, ως τούτο ειδικότερα παραπάνω αναφέρθηκε (Α.Π. 295/2017, Α.Π. 1717/2012, Α.Π. 254/2011, Α.Π. 841/2006). Από όλα τα παραπάνω προκύπτει, ειδικότερα, ότι ναι μεν κατά το άρθρο 35 του ν. 5960/1933, η πληρώτρια τράπεζα επί οπισθογραφήσιμης (εις διαταγήν) επιταγής υποχρεούται να ελέγξει την κανονικότητα της συνέχειας των οπισθογραφήσεων (η οποία, όταν η επιταγή εκδίδεται στο όνομα του ιδίου του εκδότη, αρχίζει με την υπογραφή αυτού, που είναι ο πρώτος νόμιμος κομιστής και γίνεται ο πρώτος οπισθογράφος), ιδίως δε ότι αυτές έχουν γίνει από πρόσωπα που εδικαιούντο προς τούτο, όχι όμως να εξακριβώσει και την εγκυρότητα (γνησιότητα) των γενομένων οπισθογραφήσεων, έλλειψη που ανάγεται στην ουσιαστική νομιμοποίηση του κομιστή της επιταγής, ωστόσο αυτό δεν οδηγεί στο συμπέρασμα, ότι ο νομοθέτης θέλησε να απαλλάξει τον πληρωτή της επιταγής από κάθε ευθύνη του σε περίπτωση πληρωμής πλαστής ή νοθευμένης επιταγής, ιδιαίτερα στις περιπτώσεις συνδρομής περιστατικών, τα οποία μπορούν και πρέπει να δημιουργήσουν στους αρμοδίους υπαλλήλους της τράπεζας υποψίες ή αμφιβολίες ως προς την ουσιαστική νομιμοποίηση του κομιστή και τα οποία οι τελευταίοι οφείλουν, κατά την πληρωμή της επιταγής, να λαμβάνουν υπόψη, οπότε, η μη λήψη των περιστατικών αυτών καταλογίζεται σ' αυτούς και θεμελιώνεται εναντίον της τράπεζας αξίωση προς αποζημίωση.

Ο βαθμός επιμέλειας της τράπεζας κρίνεται, στην περίπτωση αυτή, από τις ισχύουσες γενικές διατάξεις, με βάση, μεταξύ άλλων, το είδος της συγκεκριμένης επιταγής, το μέγεθος της διενεργούμενης συναλλαγής και ιδίως τη σύγκριση της συναλλαγής με τις συνηθιζόμενες συναλλαγές του εκδότη της επιταγής.

Συνεπώς, η πληρώτρια τράπεζα δεν ευθύνεται πάντοτε, όταν αποδεικνύεται, ότι ο τυπικά νομιμοποιούμενος κομιστής δεν είναι και ο δικαιούχος της επιταγής, αφού κάτι τέτοιο θα παρεμπόδιζε ουσιαστικά την ταχεία διεκπεραίωση των σχετικών συναλλαγών, πλην, όμως, ευθύνεται σε περίπτωση βάσιμων αμφιβολιών ως προς την ύπαρξη ουσιαστικής νομιμοποίησης του κομιστή, αφού η επιβαλλόμενη ταχύτητα στις συναλλαγές με επιταγές δεν μπορεί, να αναιρέσει τον έλεγχο της επιταγής, όταν σε μια συγκεκριμένη περίπτωση δημιουργούνται ή πρέπει να δημιουργηθούν υποψίες ως προς την ουσιαστική νομιμοποίηση του κομιστή της, καθόσον στην περίπτωση αυτή, προηγείται ασφαλώς η απορρέουσα από τη σύμβαση επιταγής, την καλή πίστη και τους γενικούς κανόνες επιμέλειας στην τραπεζική συναλλακτική πρακτική, σύμφωνα με το άρθρο 288 ΑΚ, υποχρέωση της τράπεζας να προστατεύει το συμφέρον του εκδότη κατά την πληρωμή της επιταγής.

Μόνον το γεγονός ότι η τράπεζα κατέβαλε σε πρόσωπο, που νομιμοποιήθηκε με πλαστά έγγραφα ως δικαιούχος, δεν μπορεί να την απαλλάξει από την ευθύνη της, αφού αυτό τοποθετείται στη δική της σφαίρα ευθύνης, ιδίως στην περίπτωση που δεν προέβη, όπως όφειλε, σε επιμελή έλεγχο και της ουσιαστικής, πέραν της τυπικής, νομιμοποίησης του κομιστή.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 297, 298, 299, 330 και 932 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει, ότι προϋποθέσεις της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία αλλά και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης που αποτελεί μη περιουσιακή ζημία είναι:

α) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), β) παράνομος χαρακτήρας της πράξης ή παράλειψης, γ) υπαιτιότητα, που περιλαμβάνει τον δόλο και την αμέλεια και δ) πρόσφορος αιτιώδης συνάφεια μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς και αποτελέσματος, δηλαδή της ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας.

Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της εννόμου τάξεως. Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρεώσεως πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της, κοινωνικώς επιβεβλημένης και εκ της θεμελιώδους δικαιϊκής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς απορρέουσας, υποχρεώσεως λήψεως ορισμένων μέτρων επιμέλειας για την αποφυγή προκλήσεως ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων.

Η κατά τον άνω τρόπο παράνομη συμπεριφορά μπορεί να εκδηλωθεί και κατά τη λειτουργία της σύμβασης επιταγής. Εξάλλου, την ευθύνη για αποζημίωση ως προς ορισμένα (ειδικά) θέματα, καλύπτει η ρυθμιστική εμβέλεια του άρθρου 8 του Ν. 2251/1994 για την "προστασία των καταναλωτών", το οποίο ορίζει, μεταξύ άλλων, ότι "ο παρέχων υπηρεσίες ευθύνεται για κάθε περιουσιακή ζημία ή ηθική βλάβη που προκάλεσε παράνομα και υπαίτια, με πράξη ή παράλειψη, κατά την παροχή αυτών στον καταναλωτή" (παρ.1 α'), ότι "ως παρέχων υπηρεσίες νοείται όποιος, στο πλαίσιο της άσκησης επαγγελματικής δραστηριότητας, παρέχει υπηρεσία κατά τρόπο ανεξάρτητο" (παρ.1 εδ.

β`), ότι "ο ζημιωθείς υποχρεούται να αποδείξει τη ζημία και την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της παροχής της υπηρεσίας και της ζημίας" (παρ.3), ότι "ο παρέχων τις υπηρεσίες φέρει το βάρος της απόδειξης για την έλλειψη παρανομίας και υπαιτιότητας" (παρ. 4 εδ. α`), ότι "για την έλλειψη υπαιτιότητας λαμβάνονται υπόψη η ευλόγως προσδοκώμενη ασφάλεια και το σύνολο των ειδικών συνθηκών και ιδίως:

α) η φύση και το αντικείμενο της υπηρεσίας, ιδίως σε σχέση με τον βαθμό επικινδυνότητάς της, β) η παρουσίαση και ο τρόπος παροχής της, γ) ο χρόνος παροχής της υπηρεσίας, δ) η αξία της παρεχόμενης υπηρεσίας, ε) η ελευθερία δράσης που καταλείπεται στον ζημιωθέντα στο πλαίσιο της υπηρεσίας, στ) αν ο ζημιωθείς ανήκει σε κατηγορία μειονεκτούντων ή ευπρόσβλητων προσώπων και ζ) αν η παρεχόμενη υπηρεσία αποτελεί εθελοντική προσφορά του παρέχοντος" (παρ. 4 εδ.

β`) και ότι "η ύπαρξη ή δυνατότητα παροχής τελειότερης υπηρεσίας κατά τον χρόνο παροχής της συγκεκριμένης υπηρεσίας ή μεταγενέστερα δεν θεμελιώνει, χωρίς άλλο λόγο υπαιτιότητα" (παρ. 5). Από την τελευταία αυτή διάταξη, προκύπτει ότι η ευθύνη του παρέχοντος υπηρεσίες, ο οποίος κατά την έννοια της διατάξεως αυτής δύναται να είναι και τράπεζα έναντι του πελάτη της ή άλλου με αυτή συμβεβλημένου προσώπου, μπορεί να είναι είτε ενδοσυμβατική είτε αδικοπρακτική, ανεξάρτητα από προϋφιστάμενη ενοχική σχέση μεταξύ παρέχοντος τις υπηρεσίες και ζημιωθέντος.

Προϋποθέσεις για τη θεμελίωση ευθύνης σε βάρος του παρέχοντος υπηρεσίες είναι οι παρακάτω: α) παροχή ανεξάρτητων υπηρεσιών στο πλαίσιο άσκησης επαγγελματικής δραστηριότητας, β) υπαιτιότητα του παρέχοντος υπηρεσίες κατά την παροχή υπηρεσίας, η οποία τεκμαίρεται και ο παρέχων έχει το βάρος απόδειξης της έλλειψής της.

Ως κριτήρια για την εκτίμηση της ύπαρξης υπαιτιότητας αναφέρονται στο νόμο η ευλόγως προσδοκώμενη ασφάλεια και το σύνολο των ειδικών συνθηκών, γ) παράνομο. Η συμπεριφορά του παρέχοντος υπηρεσίες θα πρέπει να ανταποκρίνεται στην ευλόγως προσδοκώμενη ασφάλεια, δηλαδή στις συναλλακτικές υποχρεώσεις πρόνοιας και ασφάλειας που επιβάλλουν οι κανόνες της επιστήμης ή τέχνης του, δ) ζημία με βάση το γενικό δίκαιο της αποζημίωσης και ε) αιτιώδης συνάφεια μεταξύ παροχής της υπηρεσίας και ζημίας.

Για τη θεμελίωση της (αδικοπρακτικής) ευθύνης απαιτείται όπως προεκτέθηκε παράνομη και υπαίτια πρόκληση ζημίας. Αμφότερες οι προϋποθέσεις αυτές (παρανομία και υπαιτιότητα) συντρέχουν ταυτοχρόνως με βάση τη θεώρηση της αμέλειας ως μορφής πταίσματος και ως μορφής παρανομίας ("διπλή λειτουργία της αμέλειας").

Έτσι, αν, στο πλαίσιο παροχής υπηρεσιών από την τράπεζα, εκδηλωθεί συμπεριφορά μη ανταποκρινόμενη στην ευλόγως προσδοκώμενη ασφάλεια, δηλαδή στις συναλλακτικές υποχρεώσεις πρόνοιας και ασφάλειας, τότε η συμπεριφορά αυτή είναι παράνομη και συγχρόνως υπαίτια. Ενόψει δε της καθιερούμενης, συναφώς, νόθου αντικειμενικής ευθύνης, με την έννοια της αντιστροφής του βάρους αποδείξεως, τόσο ως προς την υπαιτιότητα όσο και ως προς την παρανομία, ο ζημιωθείς φέρει το βάρος να αποδείξει την παροχή των υπηρεσιών, τη ζημία του και τον αιτιώδη σύνδεσμο της ζημίας με την εν γένει παροχή των υπηρεσιών, όχι όμως και τη συγκεκριμένη πράξη ή παράλειψη που επέφερε το ζημιογόνο αποτέλεσμα, ενώ ο παρέχων τις υπηρεσίες προκειμένου να απαλλαγεί από την ευθύνη, πρέπει να αποδείξει είτε την ανυπαρξία παράνομης και υπαίτιας πράξης του, είτε την έλλειψη αιτιώδους συνδέσμου της ζημίας με την παράνομη και υπαίτια πράξη του, είτε τη συνδρομή κάποιου λόγου επαγόμενου την άρση ή τη μείωση της ευθύνης του (Α.Π. 1439/2019, Α.Π. 2257/2014, Α.Π. 535/2012).

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη εφαρμογή (Ολ.Α.Π. 7/2006, Ολ.Α.Π. 4/2005).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.Α.Π. 20/2005, Ολ.Α.Π. 32/1996).

Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στις αρχές του έτους 2011 η ενάγουσα και ο πρώτος εναγόμενος, που παρουσιαζόταν ως σύμβουλος επενδύσεων και στον οποίο πολλά άτομα του φιλικού της περιβάλλοντος είχαν εμπιστευθεί τα χρήματά τους, συμφώνησαν να καταρτίσουν σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, προκειμένου να προβεί αυτός στην πλέον ασφαλή και αποδοτική τοποθέτηση του κεφαλαίου της.

Μέχρι τον χρόνο σύναψης της εν λόγω σύμβασης ο πρώτος εναγόμενος πρότεινε, μεταξύ άλλων, στην ενάγουσα να ρευστοποιήσει πρόωρα έναν προθεσμιακό καταθετικό λογαριασμό ύψους 400.000 ευρώ, που τηρούσε αυτή στην "...", καθολική διάδοχος της οποίας λόγω συγχωνεύσεως δι' απορροφήσεως τυγχάνει η δεύτερη εναγομένη, από το ποσό δε αυτό στη συνέχεια να επενδύσει το ποσό των 150.000 ευρώ σε προϊόντα των αναδυόμενων αγορών των χωρών BRICS και τα υπόλοιπα 250.000 ευρώ να τοποθετήσει σε νέα προθεσμιακή κατάθεση, με ευνοϊκότερο επιτόκιο, στην ίδια ως άνω τράπεζα.

Αναφορικά με την επένδυση σε BRICS, ο πρώτος εναγόμενος προσφέρθηκε να τη διενεργήσει για λογαριασμό της με κεφάλαιο από δικά του διαθέσιμα, λαμβάνοντας μια ισόποση επιταγή της, μόνο ως "εξασφάλιση", μέχρι την υπογραφή της μεταξύ τους σύμβασης, οπότε οι επενδύσεις θα πραγματοποιούνταν και τυπικά επ' ονόματι της.

Περαιτέρω, ως προς το ποσό των 250.000 ευρώ της πρότεινε να το καταθέσει ο ίδιος σε προθεσμιακό λογαριασμό που θα ανοιγόταν επ' ονόματι της στο ευρισκόμενο στην … κατάστημα της "...", ισχυριζόμενος ότι λόγω των γνωριμιών του στο συγκεκριμένο υποκατάστημα θα επιτύγχανε υψηλότερο επιτόκιο. Η ενάγουσα αποδέχθηκε τις ανωτέρω προτάσεις του και σε υλοποίηση της συμφωνίας τους ζήτησε αυτή κι έλαβε από την ως άνω τράπεζα τρεις επιταγές, εκδοθείσες από τον προθεσμιακό της λογαριασμό εις διαταγήν της και δη την υπ' αριθ. ...

επιταγή ποσού 150.000 ευρώ με ημερομηνία έκδοσης 2.6.2011 και τις υπ' αριθ. ... και ... επιταγές, ποσού 200.000 ευρώ και 49.950 ευρώ (το ποσό των 50 ευρώ παρακρατήθηκε από την τράπεζα για έξοδα ρευστοποίησης της προθεσμιακής κατάθεσης), αντίστοιχα, με ημερομηνία έκδοσης 8.6.2011 και τις παρέδωσε στον εναγόμενο, χωρίς να προβεί σε οπισθογράφησή τους, προκειμένου ο τελευταίος να κρατήσει την πρώτη ως "εξασφάλιση" για την επένδυση που θα πραγματοποιούσε για λογαριασμό της με δικό του κεφάλαιο και τις λοιπές να τις καταθέσει σε προθεσμιακό λογαριασμό επ' ονόματι της στο ευρισκόμενο στην … κατάστημα της "...".

Πλην όμως, όπως η ενάγουσα διαπίστωσε λίγους μήνες αργότερα, ο πρώτος εναγόμενος ουδέποτε προέβη στο άνοιγμα προθεσμιακής κατάθεσης επ' ονόματί της στην "...", ενώ εισέπραξε ο ίδιος τις ένδικες επιταγές, χωρίς να το δικαιούται, και συγκεκριμένα εισέπραξε αυτός α) την υπ' αριθ. ... επιταγή από το υποκατάστημα … την 2.6.2011, β) την υπ' αριθ. ...

από το υποκατάστημα … την 8.6.2011 και γ) την υπ' αριθ. ... από το υποκατάστημα … την 9.6.2011 και ιδιοποιήθηκε παρανόμως τα εισπραχθέντα ποσά. Για να επιτύχει την είσπραξή τους, ο πρώτος εναγόμενος έθεσε την υπογραφή της ενάγουσας στη θέση πρώτης οπισθογράφησης επί της οπίσθιας όψης του σώματος εκάστης επιταγής και εμφάνισε αυτές προς πληρωμή ως δήθεν νόμιμος κομιστής τους.

Η καταβολή των ανωτέρω ποσών στον πρώτο εναγόμενο οφείλεται σε βαριά αμέλεια των προστηθέντων υπαλλήλων της δεύτερης εναγομένης. Ειδικότερα, οι υπάλληλοι αυτοί, αν και είχαν την υποχρέωση, από τη σύμβαση αλλά και σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών στο πλαίσιο της τραπεζικής δεοντολογίας προς προστασία των πελατών της εναγομένης, πριν από την καταβολή του ποσού στον εμφανισθέντα ως δικαιούχο, να προβούν σε εξακρίβωση, με πλήρη βεβαιότητα, της γνησιότητας της υπογραφής της ενάγουσας, η οποία ήταν πελάτισσα της τράπεζας, ως πρώτης οπισθογράφου, ελέγχοντας αυτήν με αντιπαραβολή προς το τηρούμενο στο επί της οδού ...

υποκατάστημα της εναγομένης δείγμα της υπογραφής της, αυτοί, από αδιαφορία για τη διαφύλαξη των συμφερόντων της, επέδειξαν βαριά αμέλεια κατά τις γενόμενες συναλλαγές. Η υπογραφή δε που τέθηκε από τον πρώτο εναγόμενο κάτωθι της ένδειξης στην οπίσθια πλευρά των ένδικων τίτλων "θέση πρώτης οπισθογραφήσεως" διέφερε ουσιωδώς από την υπογραφή της ενάγουσας, που υπήρχε στο σχετικό δείγμα, καθώς και στο δελτίο αστυνομικής της ταυτότητας, αντίγραφο του οποίου, επίσης, διέθετε η εναγομένη, αφού η ενάγουσα επέδειξε τούτο κατά την έκδοση των επιταγών, η διαπίστωση δε αυτή από έναν μέσο ταμειολογιστή δεν απαιτούσε εξειδιασμένη επιμέλεια ούτε ειδικές γνώσεις γραφολογίας.

Εκτός, όμως, των ανωτέρω αναφερόμενων, σε καταβολή ιδιαίτερης προσοχής έπρεπε να οδηγήσουν τους υπαλλήλους της εναγομένης και τα εξής πρόσθετα περιστατικά: α) το ονοματεπώνυμο της ενάγουσας στην ένδειξη "θέση πρώτης οπισθογράφησης" στην οπίσθια όψη των επιταγών έχει γραφεί με το ίδιο χέρι, με το οποίο έχει αναγραφεί το ονοματεπώνυμο του εναγομένου ως δεύτερου οπισθογράφου και κομιστή της επιταγής, στοιχείο που, επίσης, ήταν οφθαλμοφανές, β) τα ποσά της ανάληψης ήταν σημαντικά μεγάλα και γ) οι αναλήψεις από το υποκατάστημα … έγιναν διαδοχικώς μέσα σε διάστημα μόλις πέντε ημερών για μεγάλο χρηματικό ποσό (200.000 ευρώ στο σύνολο) και από το ίδιο πρόσωπο.

Συνεκτιμώντας όλα τα ανωτέρω και καταβάλλοντας την απαιτούμενη από τις συναλλαγές επιμέλεια μπορούσαν ευχερώς οι υπάλληλοι της εναγομένης να λάβουν περισσότερα εξασφαλιστικά μέτρα πριν προβούν στις επίμαχες συναλλαγές, ακόμα δε και να επικοινωνήσουν με την ενάγουσα προς διασταύρωση των απαιτούμενων για τις συναλλαγές στοιχείων.

Εξάλλου, η πλαστότητα των επιταγών αποδεικνύεται από την αντιπαραβολή των υπογραφών στα σώματα τούτων με γνήσιες υπογραφές της ενάγουσας στα μετ' επικλήσεως νομίμως προσκομιζόμενα έγγραφα, που έχουν συνταχθεί σε ανύποπτο χρόνο, αλλά και από τη μετ' επικλήσεως προσκομιζόμενη από την ενάγουσα από 24.11.2011 γραφολογική βεβαίωση της δικαστικής γραφολόγου Μ.

Λ.. Η παντελής έλλειψη ελέγχου της γνησιότητας των υπογραφών κατά την είσπραξη των ένδικων επιταγών συνομολογείται ρητώς από την εναγομένη. Με τον τρόπο αυτό ο πρώτος εναγόμενος προσπορίσθηκε παράνομα το ποσό των 399.950 ευρώ από την περιουσία της ενάγουσας. Είναι αξιοσημείωτο ότι δυνάμει της υπ' αριθ. 1733/2015 απόφασης του Ε' Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών ο πρώτος εναγόμενος έχει καταδικασθεί σε ποινή καθείρξεως 8 ετών για την αξιόποινη πράξη της πλαστογραφίας, που τέλεσε σε βάρος άλλων προσώπων με παρόμοιο με τον προπεριγραφέντα τρόπο...

Με την είσπραξη υπό τις ανωτέρω περιστάσεις από τον μη δικαιούχο πρώτο εναγόμενο του ποσού των επιταγών, τις οποίες εξέδωσε κατ' εντολήν της ενάγουσας η προαναφερθείσα τράπεζα, που στη συνέχεια συγχωνεύθηκε στην εναγομένη, με την κάλυψη χρημάτων που είχε προκαταθέσει σ' αυτήν η ενάγουσα και την παράνομη ιδιοποίηση του ποσού τούτου από τον ανωτέρω η τελευταία υπέστη ισόποση ζημία.

Υπαίτιοι για τη ζημία αυτή της ενάγουσας υπήρξαν και οι προστηθέντες υπάλληλοι των υποκαταστημάτων της τράπεζας αυτής, στα οποία έγινε η εμφάνιση και πληρωμή των επιταγών, οι οποίοι τελούντες σε σχέση προστήσεως, από αμέλειά τους δε διενήργησαν τον οφειλόμενο ως εκ των καθηκόντων τους έλεγχο προς διαπίστωση της γνησιότητας των επιταγών, ο οποίος έλεγχος υπαγορεύεται ως μέτρο επιμέλειας από την καλή πίστη τα συναλλακτικά ήθη και την τραπεζική πρακτική και στην προκειμένη περίπτωση ευχερώς θα μπορούσε να διεξαχθεί κατά τα ήδη εκτεθέντα.

Η πλαστογράφηση των επιταγών από τον πρώτο εναγόμενο και η εν συνεχεία παράνομη ιδιοποίηση των εισπραχθέντων χρημάτων από αυτόν δεν αίρει την ευθύνη των προστηθέντων υπαλλήλων για έλεγχο και εξακρίβωση της υπογραφής της ενάγουσας, ενόψει και του ότι επρόκειτο περί επιταγών που εκδόθηκαν από τράπεζα, καταφάσκεται, συνεπώς, η ευθύνη της εναγομένης προς αποζημίωση της ενάγουσας με βάση τις διατάξεις των άρθρων 8 του Ν. 2251/1994 σε συνδ.

με τις διατάξεις των άρθρων 298, 330 εδ. β', 914, 922 ΑΚ, που έχουν εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση, αφού η ζημία προκλήθηκε στο πλαίσιο παροχής των υπηρεσιών της, από την προεκτεθείσα υπαίτια και εν ταυτώ παράνομη συμπεριφορά των προστηθέντων υπαλλήλων της, η οποία τελεί και σε αιτιώδη συνάφεια με τη ζημία, καθόσον, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, η εν λόγω συμπεριφορά ήταν ικανή κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων να επιφέρει τη ζημία, την οποία και πράγματι επέφερε".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή της αναιρεσίβλητης και είχε αναγνωριστεί ότι η αναιρεσείουσα οφείλει στην αναιρεσίβλητη τα ποσά των 399.950 ευρώ ως περιουσιακή ζημία και 3.000 ευρώ ως ηθική βλάβη.

Με αυτά, που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 8 του Ν. 2251/1994 σε συνδ. με τις διατάξεις των άρθρων 288, 298, 299, 330 εδ. β', 914, 922, 932 ΑΚ, καθώς και αυτή του άρθρου 35 του Ν.5960/1933, καθόσον, υπό τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, οι παραλείψεις των προστηθέντων υπαλλήλων της αναιρεσείουσας, στο πλαίσιο της παροχής των υπηρεσιών της, να προβούν, κατά την εμφάνιση και πληρωμή των ένδικων επιταγών, στις επιβεβλημένες ενέργειες για έλεγχο και εξακρίβωση της υπογραφής της αναιρεσίβλητης πελάτισσάς της, ως πρώτης οπισθογράφου στις ένδικες επιταγές, προς διαφύλαξη των συμφερόντων της, ενόψει του ότι επρόκειτο περί επιταγών που εκδόθηκαν, σε διαταγή της ίδιας, από την "..." (καθολική διάδοχος της οποίας είναι η αναιρεσείουσα), συγκροτούν την αόριστη νομική έννοια της βαριάς αμέλειας, καθόσον αποκλίνει σημαντικά και ασυνήθιστα από τη συμπεριφορά, που θα επιδείκνυε ένας μέτρια συνετός άνθρωπος υπό ανάλογες περιστάσεις, και συνιστούν υπαίτια και παράνομη συμπεριφορά αυτών σε βάρος της αναιρεσίβλητης, η οποία τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την προκληθείσα σε αυτή ζημία και θεμελιώνει εντεύθεν την ένδικη αξίωση της αναιρεσίβλητης προς αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, δεδομένου ότι η εν λόγω συμπεριφορά ήταν ικανή, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων το ανωτέρω επιζήμιο αποτέλεσμα, το οποίο και προκάλεσε κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές του.

Τούτο δε διότι, ειδικότερα, σύμφωνα με τις ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, η υπογραφή που τέθηκε από τον πρώτο εναγόμενο (μη διάδικο εν προκειμένω), στην οπίσθια πλευρά των ένδικων επιταγών, κάτωθι της ένδειξης "θέση πρώτης οπισθογραφήσεως" διέφερε ουσιωδώς από την υπογραφή της αναιρεσίβλητη, που υπήρχε στο σχετικό δείγμα, στο αρχείο της αναιρεσείουσας, η διαπίστωση δε αυτή από έναν μέσο ταμειολογιστή δεν απαιτούσε εξειδιασμένη επιμέλεια ούτε ειδικές γνώσεις γραφολογίας, επιπρόσθετα δε:

α) το ονοματεπώνυμο της αναιρεσίβλητης, στην ένδειξη "θέση πρώτης οπισθογράφησης" στην οπίσθια όψη των επιταγών, έχει γραφεί με το ίδιο χέρι, με το οποίο έχει αναγραφεί το ονοματεπώνυμο του εναγομένου ως δεύτερου οπισθογράφου και κομιστή της επιταγής, στοιχείο που, επίσης, ήταν οφθαλμοφανές, β) τα ποσά της ανάληψης ήταν σημαντικά μεγάλα και γ) οι αναλήψεις από το υποκατάστημα … έγιναν διαδοχικώς μέσα σε διάστημα μόλις πέντε ημερών για μεγάλο χρηματικό ποσό (200.000 ευρώ στο σύνολο) και από το ίδιο πρόσωπο, και συνεπώς, τα πιο πάνω περιστατικά, μπορούσαν και έπρεπε να δημιουργήσουν υποψίες στους υπαλλήλους της αναιρεσείουσας που ενέκριναν την πληρωμή των τριών επιταγών, σχετικά με την ουσιαστική νομιμοποίηση του κομιστή αυτών.

Επομένως, οι πρώτος, κατά το πρώτο σκέλος, και δεύτερος, από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγοι της αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι δεν ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε ορθά τις προαναφερόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, είναι αβάσιμοι.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.19 του Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Ολ.Α.Π.18/08, Ολ.Α.Π.15/2006). Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (Α.Π. 50/2020, Α.Π. 1075/2019, Α.Π. 708/2017).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 578 ΚΠολΔ, αν το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης κρίνεται εσφαλμένο αλλά το διατακτικό της ορθό, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει την αναίρεση, εκτός αν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο, οπότε αναιρείται η απόφαση μόνο ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της.

Κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης, αν ο Άρειος Πάγος διαπιστώσει ότι το διατακτικό της απόφασης είναι ορθό, υπάρχει όμως σφάλμα στις αιτιολογίες, απορρίπτει την αναίρεση, χωρίς να αντικαταστήσει τις αιτιολογίες, οι οποίες όμως στην ουσία αντικαθίστανται με αυτές της αναιρετικής. Απορρίπτεται λοιπόν η αναίρεση που προσβάλλει την απόφαση ως προς τις αιτιολογίες, όταν αυτές δεν επιδρούν στο διατακτικό της και συνεπώς ο αναιρεσείων δεν έχει έννομο συμφέρον να ζητήσει την αντικατάστασή τους (Α.Π.1382/2019, Α.Π.1464/2006).

Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό λόγο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "...Ο ισχυρισμός της (αναιρεσείουσας - εναγομένης) ότι θα ήταν δυσχερής η διαπίστωση της πλαστότητας των ένδικων υπογραφών σε περίπτωση που διενεργείτο τέτοιος έλεγχος ουδεμία έννομη επιρροή ασκεί, αφού, όπως η ίδια συνομολογεί ρητά, ουδείς έλεγχος διενεργήθηκε από τους υπαλλήλους της, ενώ, σε κάθε περίπτωση, η όποια δυσχέρεια δεν μπορεί να αποκλείσει την - ενδεχομένως ελαφρά σε μία τέτοια εκδοχή - αμέλεια της εναγομένης.

Επομένως, η παράλειψη από τους προστηθέντες της εναγομένης υπαλλήλους να προβούν στις ανωτέρω επιβεβλημένες ενέργειες, οι οποίες συνιστούσαν τη στοιχειώδη επιμέλεια για τη διαφύλαξη των συμφερόντων της ενάγουσας - πελάτισσάς της, συνιστά συμπεριφορά που εμφανίζει ασυνήθιστα μεγάλη απόκλιση από τη συμπεριφορά του μέσου ταμειολογιστή τράπεζας και φέρει τον χαρακτήρα βαριάς αμέλειας, όπως η έννοια αυτής αναπτύχθηκε στην προηγηθείσα οικεία νομική σκέψη και συνεπώς, στην προκειμένη περίπτωση, δεν υφίσταται περίπτωση απαλλαγής της ευθύνης της εναγόμενης τράπεζας δυνάμει του άρθρου 3 του ΝΔ 17.7/13.8.1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιριών",..., απορριπτομένου ως αβάσιμου του σχετικού ισχυρισμού της εναγομένης".

Με αυτά, που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο και συγκεκριμένα ότι η παράλειψη από τους προστηθέντες υπαλλήλους της εναγομένης να προβούν στις ανωτέρω επιβεβλημένες ενέργειες φέρει τον χαρακτήρα βαριάς αμέλειας και συνεπώς, στην προκειμένη περίπτωση, δεν υφίσταται περίπτωση απαλλαγής της ευθύνης της εναγόμενης τράπεζας, δυνάμει του άρθρου 3 του ΝΔ 17.7/13.8.1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιριών" και συνακόλουθα απέρριψε ως αβάσιμο τον εκ του ως άνω άρθρου σχετικό ισχυρισμό της εναγομένης, σε ορθό κατ' αποτέλεσμα στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης κατέληξε, έστω και με εσφαλμένη αιτιολογία.

Τούτο δε διότι, όπως προαναφέρθηκε στην οικεία νομική σκέψη, η διάταξη του άρθρου 3 του ΝΔ 17.7/13.8.1923 δεν εφαρμόζεται στην περίπτωση που η πληρώτρια, βάσει συμβάσεως επιταγής, Τράπεζα εξοφλεί πλαστογραφημένη επιταγή στον φερόμενο κομιστή και χρεώνει με το αντίστοιχο ποσό τον λογαριασμό του πελάτου της, που φέρεται ως εκδότης αυτής.

Στην τελευταία αυτή περίπτωση, που από πταίσμα των οργάνων της Τράπεζας ζημιώνεται τρίτος, η ευθύνη της προστήσασας Τράπεζας, ελλείψει ειδικής διατάξεως, οριοθετείται από τον Α.Κ. Συνακόλουθα έπρεπε να απορρίψει τον παραπάνω ισχυρισμό της εναγομένης ως μη νόμιμο. Επομένως, ο τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις, από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αιτιάσεις, ότι δηλαδή η προσβαλλόμενη απόφαση δεν εφάρμοσε ορθά την προαναφερόμενη διάταξη και απέρριψε τον σχετικό ισχυρισμό της με αντιφατικές αιτιολογίες, καθόσον η συμπεριφορά των προστηθέντων υπαλλήλων της δεν εκφεύγει της ελαφράς αμέλειας και συνακόλουθα δεν υφίσταται ευθύνη τους, σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη, πρέπει να απορριφθεί, αφού η προσβαλλόμενη απόφαση, απορρίπτοντας τον ως άνω ισχυρισμό της, σε ορθό αποτέλεσμα, στο διατακτικό της, κατέληξε, έστω και με εσφαλμένη αιτιολογία και η αναιρεσείουσα δεν έχει έννομο συμφέρον να ζητήσει την αντικατάσταση των ως άνω αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.8 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα", των οποίων η λήψη υπόψη, καίτοι μη προταθέντων ή αντίθετα η μη λήψη υπόψη, καίτοι προταθέντων, ιδρύει τον ως άνω αναιρετικό λόγο, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί και παραδεκτά προβαλλόμενοι ισχυρισμοί που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου (Ολ.Α.Π. 22/2005, Ολ.Α.Π. 25/2003, Α.Π. 757/2015 ΝΟΜΟΣ).

Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση (A.Π. 50/2020, Α.Π. 1795/2008 ΝΟΜΟΣ). Επομένως, δεν αποτελούν "πράγματα" οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει σ' αυτούς, ούτε και οι αρνητικοί ισχυρισμοί, που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή ως βάσιμων των θεμελιωτικών τους γεγονότων (Ολ.Α.Π. 8/2013, Ολ.Α.Π. 3/1997, Α.Π. 630/2020, Α.Π. 1142/2019 ΝΟΜΟΣ), ούτε ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων και που δεν έχουν αυτοτέλεια (Α.Π. 150/2015, Α.Π. 726/2014, Α.Π. 1042/2013).

Επίσης, δεν αποτελούν πράγματα, υπό την ως άνω έννοια, τα νομικά επιχειρήματα, που προβάλλουν οι διάδικοι για την υποστήριξη των απόψεών τους σε σχέση με νομικά ζητήματα ή οι ισχυρισμοί τους, που αναφέρονται στην ορθή ερμηνεία του νόμου (Ολ.Α.Π. 31/1997, Α.Π. 1277/2020, Α.Π. 71/2019) ή η νομολογία των δικαστηρίων (Α.Π. 66/2020, Α.Π. 701/2011).

Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου της αναίρεσής της, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.8 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο απέρριψε τους ισχυρισμούς της, ότι οι υπάλληλοί της δεν είχαν καμιά υποχρέωση να ερευνήσουν τη γνησιότητα της υπογραφής της ενάγουσας στη θέση της πρώτης οπισθογράφου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 35 του Ν. 5960/1933, που ορίζει ότι "ο πληρωτής, ο πληρώνων επιταγήν οπισθογραφήσιμον, υποχρεούται να εξακριβώσει την κανονικότητα της συνέχειας των οπισθογραφήσεων ουχί όμως και την υπογραφήν των οπισθογράφων" και συνεπώς δεν έλαβε υπόψη "πράγματα" που προτάθηκαν και είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι οι ως άνω αιτιάσεις της αναιρεσείουσας δεν αποτελούν "πράγματα", δηλαδή δεν είναι πραγματικοί ισχυρισμοί που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αλλά πρόκειται για ισχυρισμούς που αναφέρονται στην ορθή ερμηνεία του νόμου και που προβλήθηκαν από την αναιρεσείουσα ως νομικό επιχείρημα, για την υποστήριξη των αρνητικών της αγωγής απόψεών της, Κατά το άρθρο 300 παρ.1 εδ.

α` ΑΚ, αν εκείνος που ζημιώθηκε συντέλεσε από δικό του πταίσμα στη ζημία ή την έκτασή της, το δικαστήριο μπορεί να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της. Από την πιο πάνω διάταξη προκύπτει ότι προϋποθέσεις εφαρμογής της είναι: α) η ύπαρξη υποχρέωσης προς αποζημίωση και β) ο ζημιωθείς να συντέλεσε από δικό του πταίσμα στη ζημία του ή την έκτασή της, δηλαδή η συμπεριφορά του να συνδέεται αιτιωδώς με την επέλευση ή την έκταση της ζημίας του.

Η έννοια της συνυπαιτιότητας είναι νομική και γι' αυτό η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς την ύπαρξη ή μη συντρέχοντος πταίσματός του ζημιωθέντος για την επέλευση της ζημίας του ή την έκτασή της, δηλαδή ως προς το αν τα περιστατικά που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ανέλεγκτά ως αποδειχθέντα συγκροτούν ή όχι την έννοια της συνυπαιτιότητας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά το άρθρο 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας (Α.Π. 5517/2020, Α.Π. 867/2020, Α.Π. 188/2015, Α.Π. 1673/2013).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό λόγο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Οι ισχυρισμοί της εναγομένης ότι η ενάγουσα μεταβίβασε στην πραγματικότητα τις επίδικες επιταγές στον πρώτο εναγόμενο διά οπισθογραφήσεως ή ότι η παράδοσή τους σε αυτόν συνεπαγόταν την εξουσιοδότησή της προς τον ίδιο για την εμφάνισή τους στην τράπεζα και την πληρωμή τους συνιστούν υποθετικές και αυθαίρετες κρίσεις αυτής, οι οποίες όχι μόνο δεν αποδεικνύονται από κανένα αξιόπιστο αποδεικτικό μέσο, αλλά έρχονται και σε προφανή αντίθεση με το σύνολο του αποδεικτικού υλικού...η εναγομένη προέβαλε πρωτοδίκως τους εξής ισχυρισμούς, τους οποίους επαναφέρει με σχετικούς λόγους έφεσης:

α) ότι η ενάγουσα συνετέλεσε και από δικό της πταίσμα στην πρόκληση και την έκταση της ζημίας, επειδή επέδειξε αμέλεια με την παράδοση των επιταγών στον πρώτο εναγόμενο, πιστεύοντας ότι αυτός δε θα τις εισέπραττε χωρίς τη συναίνεσή της (300 ΑΚ). Η ένσταση αυτή, η οποία είναι νόμιμη ως στηριζόμενη στη διάταξη του άρθρου 288 (300) ΑΚ ..., τυγχάνει απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη, καθόσον, όπως απεδείχθη, αφενός ο εναγόμενος είχε κερδίσει την εμπιστοσύνη της ενάγουσας ως σύμβουλος επενδύσεων, λόγω και των συστάσεων που έφερε από πρόσωπα του περιβάλλοντος της, τα οποία, επίσης, είχαν εμπιστευθεί σε αυτόν τα χρήματά τους, αφετέρου για την είσπραξη των επιταγών από τρίτο πρόσωπο ήταν αναγκαία η υπογραφή της, ως εκ τούτου δεν είχε η ίδια λόγο να ανησυχεί ότι θα εισπραχθούν εν αγνοία της, λαμβανομένου επιπλέον υπόψη ότι τελικώς η είσπραξή τους έγινε κατόπιν πλαστογράφησής τους".

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 300 Α.Κ., την οποία ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, καθόσον, υπό τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, και δη ότι για την είσπραξη των επιταγών από τρίτο πρόσωπο ήταν αναγκαία η υπογραφή της και, ως εκ τούτου, δεν είχε λόγο να ανησυχεί για την εν αγνοία της είσπραξή τους, γεγονός που τελικώς έγινε κατόπιν πλαστογράφησής τους, η αναιρεσίβλητη ουδεμία αμελή συμπεριφορά επέδειξε, που να επέδρασε αιτιωδώς στην επέλευση της ζημιογόνου συνέπειας, σε τρόπον ώστε, να μην πληρούται το πραγματικό της άνω διατάξεως και να μη δικαιολογείται η παραδοχή της περί οικείου πταίσματος ενστάσεως της αναιρεσείουσας.

Επομένως, ο τέταρτος, από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 300 Α.Κ., είναι αβάσιμος.

Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω, και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου αυτής στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ.). Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχήν σχετικού αιτήματός της, πρέπει να επιβληθούν στην αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 6/7/2021 αίτηση της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "...." για αναίρεση της υπ` αριθ. 1785/2021 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου αυτής στο δημόσιο ταμείο. Και

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Νοεμβρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Δεκεμβρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ