2070/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Φεβρουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated2070/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί κατ’ άρθρ. 495 § 4 ΚΠολΔ η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2070 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 2070/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό και Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Φεβρουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Α. χήρας Κ. Γ., το γένος Α. Λ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Ζαφειρόπουλο.
Του αναιρεσιβλήτου: Β. Γ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Κωνσταντίνα Ροΐδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-5-2010 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 200/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 4407/2014 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 25-2-2015 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Μιλτιάδης Χατζηγεωργίου ανέγνωσε την από 9-2-2017 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η, κατ’ αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 678 επ. ΚΠολΔ υπ’ αριθμ. 4407/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε την από 5-3-2013 έφεση της αναιρεσείουσας, εξαφάνισε την 200/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και δέχθηκε εν μέρει κατ’ ουσίαν την από 12-5-2010 αγωγή του αναιρεσιβλήτου, με την οποία αυτός ζητούσε να υποχρεωθεί η αναιρεσείουσα να του καταβάλει το υπόλοιπο της συμφωνηθείσης δικηγορικής αμοιβής, για την εκτέλεση της ανατεθείσης σ’ αυτόν εντολής περί εργολαβίας δίκης.
Από τις διατάξεις του άρθρου 92 §§ 3 και 5 του προϊσχύσαντος Ν.Δ. 3026/1954 "περί Κώδικος των Δικηγόρων" συνάγεται ότι η συμφωνία μεταξύ του εντολέα και του δικηγόρου, που εξαρτά την αμοιβή ή το είδος της αμοιβής του τελευταίου από την έκβαση της δίκης ή το αποτέλεσμα της εργασίας, είναι επιτρεπτή, η αμοιβή δε αυτή δεν μπορεί να υπερβαίνει το ποσοστό 20% του αντικειμένου της δίκης και είναι απαιτητή από τότε που ο εντολέας ικανοποιηθεί από τη δικαστική ή εξώδικη επίλυση της διαφοράς του με τις ενέργειες του δικηγόρου (ΑΠ 1310/2012).
Η συμφωνία αυτή (εργολαβία δίκης), που εξαρτά την αμοιβή από την έκβαση της δίκης, τότε μόνο ισχύει, όταν ο δικηγόρος ανέλαβε την υποχρέωση να διεξαγάγει τη δίκη μέχρι τελεσιδικίας, χωρίς σε περίπτωση αποτυχίας να λάβει αμοιβή ούτε ο ίδιος, ούτε ο κατά τον αυτό ή άλλο βαθμό συμπληρεξούσιος ή υποκατάστατος.
Αν λείπει ο ουσιώδης αυτός όρος, η συμφωνία είναι άκυρη κατά τα άρθρα 174 και 180 ΑΚ και δεν συνεπάγεται αποτελέσματα, η δε αγωγή περί καταβολής δικηγορικής αμοιβής, βάσει τέτοιας συμφωνίας, χωρίς τον προαναφερόμενο όρο είναι μη νόμιμη (ΑΠ 187/2014). Από τις ίδιες διατάξεις προκύπτει επίσης ότι η περί αμοιβής απαίτηση του δικηγόρου, ο οποίος ανέλαβε εργολαβικώς τη διεξαγωγή της δίκης ή την διεκπεραίωση της εργασίας, τελεί υπό αναβλητική αίρεση και γεννιέται όταν διεξαχθεί επιτυχώς ή δίκη ή επιλυθεί δια συμβιβασμού επιτυχώς η διαφορά η περαιωθεί η εργασία.
Πέρας δε της υποθέσεως νοείται εκείνο το στάδιο κατά το οποίο ο εντολέας δικαιώθηκε από τις ενέργειες του εντολοδόχου δικηγόρου, δηλαδή ικανοποιήθηκε από τη δικαστική ή εξώδικη επίλυση της διαφοράς (ΑΠ 712/1990). Επίσης η περί εργολαβίας της δίκης ως άνω συμφωνία εξακολουθεί να υπάρχει και να ισχύει μέχρι περατώσεως τελεσιδίκως της δίκης, εκτός εάν καταργηθεί με νεότερη αντίθετη συμφωνία, η οποία μπορεί να γίνει ατύπως και σιωπηρώς, αρκεί να προκύπτει ότι τα συμβαλλόμενα μέρη θέλησαν την κατάργηση της σύμβασης εργολαβίας δίκης και τον καθορισμό της αμοιβής του πληρεξουσίου δικηγόρου για κάθε δικαστική ή δικηγορική ενέργειά του, είτε με βάση τη νέα συμφωνία, είτε με βάση τα προβλεπόμενα ελάχιστα νόμιμα όρια της αμοιβής.
Μόνη η κατά τη διάρκεια της εκκρεμότητας της σχετικής δίκης, που αφορά η δικηγορική αυτή εργολαβική σύμβαση, καταβολή από τον εντολέα στον εντολοδόχο δικηγόρο ενός χρηματικού ποσού έναντι της συμφωνηθείσης με τη σύμβαση αυτή αμοιβής, δεν επιφέρει άνευ ετέρου την κατάργηση της σύμβασης εργολαβίας, εκτός αν συνάγεται, έστω και σιωπηρώς, ότι με την καταβολή αυτή τα μέρη θέλησαν να παύσει η αρχική αυτή σύμβαση και ο εντολοδόχος δικηγόρος να αμειφθεί για όλες τις ενέργειές του σχετικά με την χειριζόμενη από αυτόν υπόθεση σύμφωνα με τις προβλεπόμενες από τον Κώδικα Δικηγόρων αμοιβές.
Τούτο δε διότι, εάν με την καταβολή αυτή δεν ορίσθηκε διαφορετικά, η καταβολή αυτή, ως αφορώσα την αμοιβή που έχει συμφωνηθεί, αποτελεί προκαταβολή και γίνεται έναντι της αμοιβής που τυχόν θα δικαιούται ο πληρεξούσιος δικηγόρος σε περίπτωση ευνοϊκής για τον εντολέα τελεσίδικης έκβασης της δίκης. Δηλαδή η καταβολή αυτή γίνεται υπό την εξυπακουόμενη αίρεση ότι η δίκη θα κερδηθεί τελεσιδίκως, άλλως ο εντολοδόχος δικηγόρος υποχρεούται ν’ αποδώσει στον εντολέα του τα ποσά που έχει προεισπράξει (ΑΠ 1310/2012).
Εξ άλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α’ του ΚΠολΔ: "Αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένως, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλ.
απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλ. με εσφαλμένη υπαγωγή. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: "Δυνάμει του από 10-8-1974 ιδιωτικού συμφωνητικού που καταρτίστηκε μεταξύ του εφεσίβλητου και της Άννας χήρας Α.
Λ., η οποία ενεργούσε ατομικώς και ως εκπρόσωπος των ανηλίκων τέκνων της, Δ. Λ. και Α. Λ. (ήδη εκκαλούσας), ο εφεσίβλητος δικηγόρος ανέλαβε εργολαβικώς τον δικαστικό αγώνα των ως άνω εντολέων του κατά της Έ. Π. για τη διεκδίκηση του ιδανικού μεριδίου συγκυριότητας του δικαιοπαρόχου τους Α. Λ., ήτοι του 1/6 εξ αδιαιρέτου επί ενός ακινήτου κείμενου στη Γλυφάδα Αττικής, το οποίο (ιδανικό μερίδιο) είχε περιέλθει ισομερώς στους εντολείς του και στον, επίσης εντολέα του, Ε.
Λ. του Α. ως εξ αδιαθέτου κληρονόμους του αποβιώσαντος στις 29-12-1965 συζύγου και πατέρα τους, αντίστοιχα. Μετά την ενηλικίωση των Δ. Λ. και Α. Λ., καταρτίστηκε μεταξύ αυτών και του εφεσίβλητου το από 26-5-1983 εργολαβικό δίκης, με το οποίο οι δύο πρώτοι αποδέχθηκαν και ενέκριναν το από 10-8-1974 εργολαβικό, ειδικότερα δε, συμφώνησαν τα εξής:
Ότι ο εφεσίβλητος ανέλαβε και θα εξακολουθήσει να διεξάγει τον ως άνω δικαστικό αγώνα με δικά του χρήματα, είτε μόνος είτε σε συνεργασία με οποιονδήποτε δικηγόρο της εκλογής του, καταβάλλοντας ο ίδιος όλα τα έξοδα, δικαστικές δαπάνες και αμοιβές πληρεξουσίων δικηγόρων. Ότι, στην περίπτωση που το τελικό αποτέλεσμα της δίκης είναι αρνητικό γι’ αυτούς (εντολείς), δεν έχουν καμία υποχρέωση έναντι του εφεσίβλητου για δαπάνες του ιδίου ή οποιουδήποτε δικηγόρου σε σχέση με τη συγκεκριμένη υπόθεση και η ζημία θα βαρύνει αποκλειστικά τον τελευταίο, ενώ αν το αποτέλεσμα είναι θετικό, δηλαδή κερδίσουν την υπόθεση είτε εξολοκλήρου είτε εν μέρει, ο εφεσίβλητος θα δικαιούται να λάβει από αυτούς, εκτός από τη δικαστική δαπάνη που θα επιδικαστεί, και ποσοστό 20% επί πάσης ωφελείας τους, δηλαδή κεφαλαίου και τόκων, μισθωμάτων ή τιμήματος πώλησης του διεκδικούμενού ιδανικού μεριδίου του ως άνω ακινήτου, οποτεδήποτε πωληθεί τούτο κατά το ποσοστό που αναλογεί στον καθένα από αυτούς.
Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι η έκβαση του δικαστικού αγώνα κατά της Έ. Π. για τη διεκδίκηση του ως άνω ιδανικού μεριδίου ήταν θετική για τους εντολείς του εφεσίβλητου, οι οποίοι δικαιώθηκαν με την υπ’ αριθ. 8277/10-8-1979 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου. Επακολούθησε σειρά δικών, που αφορούσε αφενός την καταβολή από τη μισθώτρια του ακινήτου Εμπορική Τράπεζα στους εντολείς του εφεσίβλητου του αναλογούντος στο ιδανικό μερίδιο αυτών ποσοστού από τα μισθώματα του ως άνω ακινήτου, δηλαδή του 1/6 των μισθωμάτων, και αφετέρου την αναπροσαρμογή του μισθώματος, η τελική έκβαση δε των ως άνω δικών, που διήρκεσαν μέχρι το έτος 1990, ήταν θετική για τους τελευταίους και κατόπιν αυτού υπεγράφη στις 4-2-1991 ιδιωτικό συμφωνητικό μεταξύ αυτών και της Εμπορικής Τράπεζας για τη μίσθωση του ως άνω ιδανικού μεριδίου τους.
Οι σχετικές με την επιδίκαση και αναπροσαρμογή του μισθώματος δίκες περιλαμβάνονται στην ανωτέρω συμφωνία εργολαβίας, με την οποία έχει συμφωνηθεί ως αμοιβή του εφεσίβλητου ποσοστό 20% επί των μισθωμάτων που θα εισπράξουν οι εντολείς του μετά τη θετική έκβαση της δίκης για τη διεκδίκηση του ιδανικού μεριδίου τους επί του μισθίου ακινήτου.
Ακολούθως, δυνάμει του υπ’ αριθ. .../28-7-2005 συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Αθηνών Ε. Π., που μεταγράφηκε νόμιμα, οι εντολείς του εφεσίβλητου πώλησαν και μεταβίβασαν στην ανωτέρω Τράπεζα το ιδανικό τους μερίδιο (1/6) επί του ως άνω ακινήτου κατά το εξ αδιαιρέτου ποσοστό (1/24) που αναλογούσε στον καθένα, αντί συνολικού τιμήματος 780.000 ευρώ, που καταβλήθηκε στις 18-8-2005 και από το οποίο έλαβε ο καθένας το μερίδιο που του αναλογούσε, δηλαδή το 1/4, ανερχόμενο στο ποσό των (780.000 : 4 = ) 195.000 ευρώ.
Σύμφωνα με το προαναφερόμενο εργολαβικό δίκης, ο εφεσίβλητος δικαιούνταν ως αμοιβή το 20% του τιμήματος της πώλησης του ως άνω ιδανικού μεριδίου, δηλαδή το ποσό των (780.000 Χ 20% =) 156.000 ευρώ επιμεριζόμενο ισομερώς μεταξύ των εντολέων του, συνεπώς ο καθένας από τους τελευταίους είχε την υποχρέωση να καταβάλει στον εφεσίβλητο ως αμοιβή, για την πιο πάνω αιτία, το ποσό των (156.000 : 4 =) 39.000 ευρώ.
Έναντι του οφειλομένου ποσού των 39.000 ευρώ η εναγομένη και ήδη εκκαλούσα κατέβαλε στον εφεσίβλητο το ήμισυ, δηλαδή 19.500 ευρώ, εξακολουθεί δε να του οφείλει το υπόλοιπο, το οποίο ανέρχεται στο ποσό των 19.500 ευρώ. Αποδεικνύεται, επίσης, ότι ο εφεσίβλητος έχει εισπράξει ως αμοιβή ποσοστό 20% επί των μισθωμάτων που αναλογούν στο 1/6 του ως άνω ακινήτου και αφορούν το χρονικό διάστημα από 4-2-1991 έως 28-7-2005, γεγονός το οποίο συνομολογεί αυτός με την από 12-5-2010 αγωγή του, χωρίς να προσδιορίζει το ποσό που εισέπραξε, το οποίο δεν προκύπτει από τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίζουν οι διάδικοι.
Το ως άνω εισπραχθέν από αυτόν ποσοστό επί των μισθωμάτων αποτελεί συμφωνηθείσα με το προαναφερόμενο εργολαβικό δίκης αμοιβή του.
Συνεπώς τα αντίθετα υποστηριζόμενα από την εκκαλούσα με τον δεύτερο ... λόγο έφεσης, με τον οποίο επαναφέρει την ένσταση εξόφλησης της επίδικης απαίτησης του εφεσίβλητου, την οποία παραδεκτά είχε προβάλει με τις πρωτόδικες προτάσεις της, κρίνονται απορριπτέα ως αβάσιμα κατ’ ουσίαν. Περαιτέρω, κατά τη διάρκεια των δικών που είχε αναλάβει εργολαβικώς, ο εφεσίβλητος εισέπραξε τα ακόλουθα ποσά:
α) Στις 3-9-1982 το ποσό των 10.000 δραχμών από την Ά. Λ., το οποίο κατέβαλε στον συνεργαζόμενο με αυτόν δικηγόρο Ι. Χ. έναντι δαπανών του για την άσκηση αναίρεσης κατά απόφασης του Εφετείου Αθηνών σχετικής με την απαίτηση των κληρονόμων Α. Λ. επί του ακινήτου της Γλυφάδας (βλ. την από 3-9-1982 απόδειξη) και β) στις 9-3-1984 το ποσό των 87.741 δραχμών από την Ά.
Λ. για λογαριασμό της ίδιας και των τέκνων της, Δ. και Α. Λ., προς εξόφληση συμφωνηθείσας δικηγορικής αμοιβής του ιδίου (εφεσίβλητου) και των δικηγόρων Κ. Κ. και Ι. Χ. για τη διεξαγωγή δικών προς επιδίκαση των μισθωμάτων από 1-6-1980 έως 30-11-1983, τα οποία είχαν παρακρατηθεί από τη μισθώτρια Εμπορική Τράπεζα και καταβλήθηκαν από την τελευταία κατά την ως άνω ημερομηνία (βλ.
την από 9-3-1984 απόδειξη). Οι κατά τη διάρκεια των δικών, που είχε αναλάβει εργολαβικώς ο εφεσίβλητος, καταβολή σ’ αυτόν από τους εντολείς του των ανωτέρω υπό στοιχ. α’ και β’ ποσών έναντι της συμφωνηθείσας με τη σύμβαση εργολαβίας αμοιβής του, δεν επέφερε την κατάργηση της σύμβασης εργολαβίας, καθόσον δεν συνάγεται, έστω και σιωπηρώς, ούτε άλλωστε οι διάδικοι ισχυρίζονται ότι με τις καταβολές αυτές θέλησαν να παύσει η αρχική σύμβαση και ο εντολοδόχος δικηγόρος να αμειφθεί για όλες τις ενέργειες του σχετικά με τη χειριζόμενη από αυτόν υπόθεση σύμφωνα με τις προβλεπόμενες από τον Κώδικα Δικηγόρων αμοιβές, αλλά αποτελούν προκαταβολή και έγιναν έναντι της αμοιβής που θα δικαιούνταν ο τελευταίος σε περίπτωση ευνοϊκής για τους εντολείς του τελεσίδικης έκβασης της δίκης ....
Εξάλλου, οι ανωτέρω καταβολές δεν καθιστούν άκυρη τη συμφωνία εργολαβίας, παρά τα αντίθετα υποστηριζόμενα από την εκκαλούσα με τον τρίτο λόγο έφεσης ..., τα οποία κρίνονται απορριπτέα ως αβάσιμα κατ’ ουσίαν. Αντιθέτως, οι ως άνω καταβολές κατά το ποσοστό που αναλογούν στην εκκαλούσα, ήτοι κατά το 1/4 που ανέρχεται στο ποσό των .... 71,71 ευρώ, πρέπει να αφαιρεθούν από το ποσό της αμοιβής που ο εφεσίβλητος ζητεί, με την από 12-5-2010 αγωγή του, να υποχρεωθεί να του καταβάλει η τελευταία".
Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε την έφεση της αναιρεσείουσας και, δικάζοντας κατ’ ουσία την αγωγή, δέχτηκε αυτήν εν μέρει, και επιδίκασε στον αναιρεσίβλητο τη διαφορά μεταξύ του αιτουμένου από αυτόν ποσού (19.500 €) και αυτού που έπρεπε να αφαιρεθεί (71,71 €), ήτοι 19.428,29 €, με το νόμιμο τόκο από 19-8-2005.
Με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου κατά το πρώτο μέρος του η αναιρεσείουσα προβάλλει την εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ αιτίαση, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο παραβίασε τους ουσιαστικούς κανόνες των παραγράφων 3 και 5 του άρθρου 92 του Ν.Δ/τος 3026/1954, με το να δεχθεί ότι υπήρξε έγκυρη σύμβαση εργολαβίας δίκης όσον αφορά τη διεκδίκηση μισθωμάτων από τη μισθώτρια του ακινήτου Εμπορική Τράπεζα, αν και δεν προσδιοριζόταν επακριβώς το αντικείμενο αυτής αλλ’ απλώς οριζόταν ότι το ποσοστό της αμοιβής θα ανέρχεται σε 20% "επί πάσης ωφελείας" η οποία ήθελε προκύψει από επιτυχή έκβαση της εντολής.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι αφενός προσδιορίζεται επαρκώς το αντικείμενο της εργολαβίας δίκης και αφετέρου κατά τις άνω διατάξεις ακυρότητα θα έπασχε η σύμβαση αυτή αν έλειπε ο ουσιώδης όρος ότι ο δικηγόρος ανέλαβε την υποχρέωση να διεξαγάγει τη δίκη μέχρι τελεσιδικίας, χωρίς σε περίπτωση αποτυχίας να λάβει αμοιβή ούτε ο ίδιος, ούτε ο κατά τον αυτό ή άλλο βαθμό συμπληρεξούσιος ή υποκατάστατος, πράγμα που δεν ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα.
Επίσης αβάσιμος είναι ο από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ ίδιος λόγος αναιρέσεως κατά το δεύτερο μέρος του, με το οποίο η αναιρεσείουσα προβάλλει ότι υπήρξε παραβίαση των αυτών κανόνων δικαίου από το Εφετείο με το να δεχθεί αυτό ότι η είσπραξη από τον αναιρεσίβλητο δικηγόρο δύο χρηματικών ποσών (στις 3-9-1982 και στις 9-3-1984) έναντι δαπανών του και προς εξόφληση συμφωνηθείσης δικηγορικής αμοιβής του ιδίου και των δικηγόρων Κ.
Κ. και Ι. Χ. για τη διεξαγωγή δίκης προς διεκδίκηση μισθωμάτων δεν επέφερε κατάργηση της συμβάσεως εργολαβίας δίκης, εφόσον -κατά την αναιρεσείουσα- κατά τον χρόνο των καταβολών αυτών δεν είχε πληρωθεί η αίρεση της επιτυχούς εκβάσεως της δίκης. Και τούτο διότι οι καταβολές αυτές αποτελούσαν προκαταβολή έναντι της αμοιβής που θα εδικαιούτο ο αναιρεσίβλητος, δεδομένου ότι, όπως ανελέγκτως δέχεται το Εφετείο, δεν συνάγεται καθ’ οιονδήποτε τρόπο, έστω και σιωπηρώς, ότι με τις καταβολές αυτές οι διάδικοι θέλησαν να παύσει η αρχική σύμβαση και να αμειφθεί ο εντολοδόχος για τις ενέργειές του σχετικά με την υπόθεση αυτή σύμφωνα με τις προβλεπόμενες από τον Κώδικα Δικηγόρων αμοιβές.
Εξάλλου υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση αρκούντως επαρκείς και όχι αντιφατικές αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των προαναφερθεισών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων. Ειδικότερα, δεν υπάρχει αντίφαση μεταξύ της παραδοχής της αποφάσεως ότι ο αναιρεσίβλητος εισέπραξε από την Ά.
Λ. για λογαριασμό της ίδιας και των τέκνων της το ποσό των 87.741 δραχμών στις 9-3-1984, προς εξόφληση δικηγορικής αμοιβής του ίδιου και των δικηγόρων Κ. και Χ. για τη διεξαγωγή δικών προς επιδίκαση των μισθωμάτων και εκείνης ότι το ως άνω ποσό (και εκείνο των 10.000 δραχμών που δόθηκε στις 9-3-1982 στον αναιρεσίβλητο), πρέπει να αφαιρεθούν από το ποσό της αμοιβής που ζητεί με την αγωγή του, αφού, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές του Εφετείου, τα ποσά αυτά αποτελούν προκαταβολή και ότι έγιναν έναντι της αμοιβής που θα δικαιούτο ο τελευταίος σε περίπτωση ευνοϊκής για τους εντολείς του έκβασης της δίκης.
Ούτε άλλωστε ήταν αναγκαία για την πληρότητα της αιτιολογίας της αποφάσεως, ειδικότερη αναφορά του ποσού των μισθωμάτων που εισέπραξε ο αναιρεσίβλητος για λογαριασμό των εντολέων του για τον προσδιορισμό του αντικειμένου της δίκης και του παρακρατηθέντος από τον ίδιο ποσοστού εκ των εισπραχθέντων μισθωμάτων, εφόσον κατά τις προεκτεθείσες παραδοχές, τούτο αποτελεί συμφωνηθείσα με το εργολαβικό της δίκης αμοιβή του.
Επομένως ο περί του αντιθέτου τρίτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Με τον δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ η αναιρεσείουσα μέμφεται το Εφετείο ότι παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 250 αριθ. 11 και 251 ΑΚ και 92 § 5 του Ν.Δ/τος 3026/1954 με το να απορρίψει το σχετικό λόγο της εφέσεώς της, για εσφαλμένη απόρριψη της ενστάσεως πενταετούς παραγραφής της αξιώσεως του αναιρεσιβλήτου.
Το Εφετείο εν προκειμένω δέχθηκε ότι "Η ένδικη αξίωση του εφεσίβλητου, η οποία αφορά καταβολή αμοιβής συνισταμένης σε ποσοστό 20% επί του τιμήματος της πώλησης του ιδανικού μεριδίου συγκυριότητας της αντιδίκου του επί του ως άνω ακινήτου, απορρέει από την προαναφερόμενη σύμβαση εργολαβίας και γεννήθηκε στις 18-8-2005, οπότε η εκκαλούσα εισέπραξε το τίμημα των 195.000 ευρώ, η δε αγωγή ασκήθηκε στις 22-7-2010 (βλ.
υπ’ αριθ. .../22-7-2010 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Κορίνθου Γ. Β.), ήτοι εντός της πενταετούς προθεσμίας παραγραφής του άρθρου 250 αριθ. 11 του Α.Κ. Τα αντίθετα υποστηριζόμενα από την εκκαλούσα με τον τέταρτο λόγο έφεσης, με τον οποίο αυτή παραδεκτά για πρώτη φορά προβάλλει την ένσταση παραγραφής της αξίωσης του εφεσίβλητου ως αποδεικνυόμενη εγγράφως από το ίδιο το δικόγραφο της αγωγής του (άρθρο 269 παρ. 2 εδ.
γ’ ΚΠολΔ), ισχυριζόμενη ότι η εν λόγω αξίωση γεννήθηκε με τη δημοσίευση της προαναφερόμενης υπ’ αριθ. 8277/10-8-1979 απόφασης αυτού του Δικαστηρίου, κρίνονται απορριπτέα ως αβάσιμα κατ’ ουσίαν". Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή και ο ερευνώμενος λόγος αναιρέσεως τυγχάνει αβάσιμος.
Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί κατ’ άρθρ. 495 § 4 ΚΠολΔ η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 25 Φεβρουαρίου 2015 αίτηση της Α. χήρας Κ. Γ. το γένος Α. Λ., για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 4407/2014 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Ιουνίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Δεκεμβρίου 2017.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ