Supreme Court dismisses appeal on false accusation and defamation charges due to lack of specific reasoning and procedural errors.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a lower court's conviction for false accusation and defamation. The appellant argued the judgment lacked specific reasoning regarding evidence and failed to grant the defendant the right to question witnesses. The court rejected these claims, stating that the lower court's detailed reasoning was sufficient and that the defendant's right to question witnesses is not automatically triggered by the court's examination of each witness without a specific request.
Legislator headnote
AI generatedArticles 229, 224, 362, 363, 93, 139 of the Penal Code; Articles 333, 358, 171, 368, 510, 583 of the Code of Criminal Procedure: A criminal judgment must provide specific and detailed reasoning; an appeal based on alleged lack of such reasoning is inadmissible if the reasoning is present; the defendant's right to question witnesses is not automatically exercised by the court without a specific request by the parties.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2070 / 2008 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)ΑΡΙΘΜΟΣ 2070/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Ηρακλή Κωνσταντινίδη), Χαράλαμπο Δημάδη, ο οποίος ορίσθηκε με την υπ' αριθμό 54/2008 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Απριλίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ, που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Παπασίμο, περί αναιρέσεως της 4104/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 29 Ιουνίου 2007 αίτησή της αναιρέσεως, καθώς και στους από 18 Μαρτίου 2008 πρόσθετους λόγους, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1232/2007.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 229 παρ. 1 Π.Κ. προκύπτει ότι για την στοιχειοθέτηση της ψευδούς καταμηνύσεως απαιτείται η πράξη που αποδίδεται σε ένα ή περισσότερα συγκεκριμένα πρόσωπα να είναι αξιόποινη ή πειθαρχικώς κολάσιμη και ψευδής και ο υπαίτιος να γνώριζε την αναλήθειά της, να έγινε δε απ' αυτόν με σκοπό να κινηθεί ποινική ή πειθαρχική δίωξη εναντίον εκείνου κατά του οποίου στρέφεται η καταγγελία του ψευδομηνυτού, ενώ για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος του άρθρου 224 παρ. 2 Π.Κ., της ψευδορκίας, απαιτείται αφ' ενός ο μάρτυς να καταθέσει ενόρκως ενώπιον αρμοδίας αρχής ψευδή γεγονότα, αφετέρου να γνωρίζει την αναλήθεια των γεγονότων αυτών, και για την ψευδή ανώμοτη κατάθεση, αυτή πρέπει να αναφέρεται σε γεγονότα που να είναι ψευδή, να κατατέθησαν εν γνώσει της αναληθείας και να συνδέονται διαδικαστικά με την υπόθεση.
Από τις διατάξεις των άρθρων 362 και 363 Π.Κ. προκύπτει ότι για την θεμελίωση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως απαιτείται αντικειμενικώς μεν ισχυρισμός ή διάδοση από τον δράστη για άλλον ενώπιον τρίτου ψευδούς γεγονότος που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει αφ' ενός μεν την γνώση του δράστη με την έννοια της βεβαιότητος ότι το γεγονός αυτό είναι ψευδές και μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου και αφ' ετέρου τη θέληση αυτού να ισχυρισθεί ή διαδώσει ενώπιον τρίτου το γεγονός αυτό.
Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτουμένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ίδιου Κώδικος λόγον αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα προκύψαντα από την ακροαματική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία εστηρίχθη η κρίση του δικαστηρίου για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφηρμόσθη.
Δια την ύπαρξη τοιαύτης αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο, αρκεί δε να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους και χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από έκαστον αυτών. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ των, ούτε απαιτείται να ορίζεται ποίο βαρύνει περισσότερο για τον σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως.
Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβεν υπ' όψη του και συνεξετίμησε για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και όχι τινά εξ αυτών, κατ' επιλογήν, όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 Κ.Π.Δ. (Ολ. Α.Π. 1/2005). Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από αυτά, δεν προκύπτει ότι δεν ελήφθησαν υπ' όψη τα άλλα ούτε ανακύπτει ανάγκη αξιολογήσεως, διότι δεν εξαίρονται τα άλλα.
Η ίδια αιτιολογία, όταν για την θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος απαιτείται άμεσος δόλος, όπως συμβαίνει επί συκοφαντικής δυσφημήσεως, πρέπει να εκτείνεται και σ' αυτόν. Η εν λόγω αιτιολογία απαιτείται και για την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών του κατηγορουμένου, δηλαδή των ισχυρισμών που προτείνονται από αυτόν ή τον συνήγορό του και τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρος της πράξεως ή της ικανότητας προς καταλογισμόν ή την εξάλειψη του αξιοποίνου ή την μείωση της ποινής, με την προϋπόθεση ότι οι ισχυρισμοί αυτοί έχουν προβληθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, ήτοι με όλα τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για την κατά νόμο θεμελίωσή τους, διότι άλλως είναι απαράδεκτοι, οπότε δεν υπάρχει υποχρέωση του δικαστηρίου να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψή τους.
Τοιούτος ισχυρισμός είναι και ο προβλεπόμενος από το άρθρο 367 παρ. 1 ΠΚ, κατά τον οποίον δεν αποτελούν άδικη πράξη οι εκδηλώσεις που γίνονται για την διαφύλαξη δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον, αλλά, όπως συνάγεται από την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, ο ισχυρισμός αυτός μπορεί να προταθεί μόνον όταν στοιχειοθετείται η αντικειμενική υπόσταση της απλής δυσφημήσεως (άρθρ. 362 Π.Κ.) ή της εξυβρίσεως (άρθρ. 361 παρ. 1 Π.Κ.), όχι όμως και όταν οι εκδηλώσεις αυτές περιέχουν τα συστατικά στοιχεία της πράξεως του άρθρου 363 Π.Κ., δηλαδή όταν υπάρχει διάδοση ή ισχυρισμός ενώπιον τρίτων ψευδούς ισχυρισμού, εν γνώσει του ψευδούς.
Στην τελευταία περίπτωση, εφ' όσον ο σχετικός ισχυρισμός δεν είναι νόμιμος, ή απόρριψή του δεν χρήζει ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, το οποίο δίκασε κατ' έφεση, εδέχθη, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό της προσβαλλομένης αποφάσεως, σε συνδυασμό με το διατακτικό της, που αλληλοσυμπληρώνονται, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του που μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που κατ' είδος μνημονεύει, καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και της υπεράσπισης, που εξετάσθηκαν ενόρκως στο Δικαστήριο από, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης που αναγνώσθηκαν, καθώς και τα έγγραφα, που αναγκάσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, την απολογία της κατηγορουμένης και την όλη αποδεικτική διαδικασία, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Η κατηγορουμένη κατέθεσε ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών την από 8/5/2001 έγγραφη μήνυσή της, με την οποία κατεμήνυσε, εκτός των άλλων, που δεν ενδιαφέρουν εν προκειμένω, και τον ήδη εγκαλούντα Α, ιατρό νευρολόγο, ζητώντας την ποινική του δίωξη και εκθέτοντας μεταξύ άλλων γι' αυτόν τα εξής: "..... Επειδή η από 4.12.2000 ιατρική γνωμάτευση του Α αποτελεί είδος διανοητικής πλαστογραφίας αφού βεβαιώνει ότι ο ηλικίας 92 ετών πρώτος των μηνυομένων (πατέρας τους) διατηρεί ακμαίες τις διανοητικές του ικανότητες και έχει πλήρη επίγνωση των πράξεών του και του περιβάλλοντος, το οποίο είναι ψευδές και ούτος διατελεί σε γνώση ότι τα ανωτέρω είναι ψευδή καθόσον διατυπώνει ιατρική άποψη χωρίς να γνωρίζει, όχι μόνο το ιατρικό του ιστορικό, το οποίο μάλιστα το απέκρυψαν οι ανωτέρω αντίδικοί μου (πέμπτη των μηνυομένων μετά της αδελφής μου και του γαμβρού μου) αφού δεν ήταν ο θεράπων ιατρός του αλλά εκλήθη δια πρώτη φορά μετά αρνήσεως του θεράποντος ιατρού Β να δώσει στους ανωτέρω μηνυομένους και ιδία στην αδελφή μου και τρίτη των μηνυομένων πιστοποίηση ιδίου περιεχομένου προς την ανωτέρω ιατρική γνωμάτευση, αφού ούτος της απεκρίθη "εγώ δεν θα σας δώσω τέτοιο χαρτί γιατί δεν είναι εντάξει στο μυαλό του .....", ενώ αντιθέτως ο ανωτέρω ιατρός, γνωστός της φίλης της αδελφής μου ονόματι Γ, οδοντιάτρου εις το επάγγελμα, εντός πέντε λεπτών επισκέψεώς του εις την οικία μου και ουχί παρουσία μου, ήχθη εις την ανωτέρω ψευδή πάντα διάγνωση ιδίου ακριβώς περιεχομένου κατά πιστή αντιγραφή σημειώματος του δικηγόρου Δ που είχε δώσει στην αδελφή μου και τούτο για να κάνουν χρήση ταύτης οι ανωτέρω μηνυόμενοι, ότι δεν ηδύνατο ούτος να ανταποκριθεί και να συνεννοηθεί μαζί του αφού από το έτος 1997 έχει τραχειοστομία, η δε ακοή του από τα δύο αυτά είναι σχεδόν μηδαμινή, ο ίδιος δε δεν μπορεί να γράψει και να εκθέσει σε επιστολή γεγονότα, ούτε ταυτόχρονα να αντιληφθεί το περιεχόμενο που θα τεθεί σε ανάγνωση, καθόσον ευρίσκεται σε κατάσταση πλήρους διαταράξεως της συνειδήσεως, αφού δεν έχει μνήμη, διότι δεν ενθυμείται πραγματικά περιστατικά τόσον του παρελθόντος όσο και των προηγουμένων ημερών, δηλαδή ευρίσκεται σε κατάσταση που προκαλεί στέρηση της ικανότητας προς καταλογισμό, που έχει ως συνέπεια όχι μόνο την καθολική έλλειψη πνευματικής διαύγειας και ικανότητας προς επικοινωνία, αλλά και την πλήρη έλλειψη γνώσεων των όσων διαδραματίζονται γύρω του......".
Με βάση τη μήνυση αυτή ασκήθηκε κατά του άνω κατηγορουμένου ποινική δίωξη για ψευδή ιατρική πιστοποίηση, πράξη όμως για την οποία απηλλάγη αμετάκλητα, δυνάμει του υπ' αριθ. 4542/2004 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών (βλ. Και από 13.1.2005 βεβαίωση του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών, που αναγνώσθηκε) και επομένως, τα άνω περιστατικά, που στοιχειοθετούν την ψευδή καταμήνυση, θεωρείται ότι έχουν αποδειχθεί, λόγω της δεσμευτικότητας που δημιουργεί το δεδικασμένο που παράγεται από την αμετάκλητη κρίση ως προς το παραπάνω προδικαστικό ζήτημα και κατόπιν αυτού, ερευνητέος καθίσταται ο δόλος της κατηγορουμένης, προκειμένου να κριθεί αν τέλεση την πιο πάνω πράξη.
Τα ίδια ως άνω ισχύουν και καθ' ό μέρος το περιεχόμενο της άνω από 8.5.2001 μηνύσεως της κατηγορουμένης συνιστούν την πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης εις βάρος του εγκαλούντος, που αποδίδεται με το κατηγορητήριο στην κατηγορουμένη, της οποίας (μηνύσεως) ο εγκαλών έλαβε γνώση στις 4.12.2002, όταν κλήθηκε να απολογηθεί προανακριτικά.
Περαιτέρω, η κατηγορουμένη την 1.6.2001 σε κατάθεση που έδωσε ενόρκως την 1.6.2001 στο Αστυνομικό Τμήμα ....., επιβεβαίωσε όλα όσα αναφέρει στην άνω μήνυσή της για τον εγκαλούντα, καταθέτοντας επίσης επιπλέον και τα όσα ειδικότερα αναφέρονται στο διατακτικό της παρούσης, ενώ τέλος εξεταζόμενη ανωμοτί στις 26.9.2001 ενώπιον του Πταισματοδίκη του 10ου Τμήματος Αθηνών επιβεβαίωσε τα όσα ανωτέρω αναφέρονται στη μήνυσή της, τα οποία, αφενός μεν συνιστούν την κατηγορία της συκοφαντικής δυσφήμησης και αφετέρου τις τοιαύτες της ψευδορκίας μάρτυρος και της ψευδούς ανώμοτης κατάθεσης, που της αποδίδονται με το κατηγορητήριο.
Επί των όσων ανωτέρω κατέθεσε ενόρκως και ανωμοτί η κατηγορουμένη και δεν αποτελούν περιστατικά του περιεχομένου της μηνύσεώς της, αλλά και ως προς αυτά που αναφέρονται στην τελευταία, καθ' ό μέρος αφορά τον δόλο της, αναφορικά με τις πράξεις της ψευδούς καταμηνύσεως και της συκοφαντικής δυσφημήσεως εις βάρος του εγκαλούντος, από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία, προέκυψαν τα εξής:
Κατά το μήνα Δεκέμβριο του έτους 2000 κλήθηκε από την αδελφή της κατηγορουμένης Ε στην επί της οδού ..... αριθ. ... (.....) οικία που κατοικούσαν οι γονείς, αλλά και η ίδια η κατηγορουμένη, από τη λύση του γάμου της, ο εγκαλών ιατρός Α (νευρολόγος), προκειμένου να εξετάσει τον ηλικίας τότε 92 ετών πατέρα της ΣΤ, ακολούθως δε να του χορηγήσει ιατρική γνωμάτευση αναφορικά με την κατάσταση της πνευματικής του υγείας, επειδή επρόκειτο να προβεί στη σύνταξη συμβολαιογραφικού πληρεξουσίου, με το οποίο θα έδιδε την εντολή και πληρεξουσιότητα σε δικηγόρους, προκειμένου να προβούν σε διάφορες ενέργειες για λογαριασμό του.
Ο άνω ΣΤ από τους έτους 1997 είχε χειρουργηθεί για καρκίνο του λάρυγγος και έκτοτε είχε τραχειοστομία, η οποία τον εμπόδιζε στην εκφορά του προφορικού λόγου ώστε να είναι ακατάληπτη η ομιλία του, ενώ παράλληλα είχε και έντονο πρόβλημα βαρηκοΐας, ώστε η εν γένει επικοινωνία μαζί του να είναι δυσχερής. Ο εγκαλών ιατρός ήδη από το καλοκαίρι του 2000, κληθείς από την Ε στην οικία των γονέων της, είχε εξετάσει τρεις φορές από νευρολογικής απόψεως τον ΣΤ, επειδή παρουσίαζε προβλήματα αστάθειας στην βάδιση και καταβολή δυνάμεων, τα οποία όμως οφείλονταν σε λοιμώξεις του αναπνευστικού και αντιμετωπίσθηκαν με φαρμακευτική αγωγή από τον ιατρό πνευμονολόγο Ζ.
Κατά την επίσκεψη του εγκαλούντος ιατρού στις 4.12.2000 στην οικία του ΣΤ, αφού διαπίστωσε ότι ο τελευταίος δεν παρουσιάζει απραξία και αγνωσία, ότι έχει καλό τοποχρονικό προσανατολισμό και κρίση, δεν παρουσιάζει διαταραχές αντίληψης ή ψευδαισθήσεις και ότι έχει καλή άμεση και απώτερη μνήμη με ηπιότατη διαταραχή της πρόσκαιρης μήνης, χορήγησε την γνωμοδότηση που του ζητήθηκε, στην οποία βεβαίωσε τα ανωτέρω, καθώς επίσης ότι διατηρεί ακμαίες τις διανοητικές του ικανότητες και έχει πλήρη επίγνωση των πράξεών του και του περιβάλλοντος.
Τα ανωτέρω επιβεβαίωσε και στην ανώμοτη κατάθεσή του ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου ο εγκαλών ιατρός, με εκτενή ανάλυση της ψυχικής υγείας του θανόντος ήδη ΣΤ, κατά το μήνα Δεκέμβριο του 2000. Ομοίως, ο μάρτυρας Η, ιατρός νευρολόγος, ο οποίος εξέτασε τον ΣΤ, κατά το μήνα Δεκέμβριο του 2001, στην ένορκη κατάθεσή του ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου αναφέρει, ότι ο ΣΤ είχε διανοητική διαύγεια και βούληση και ήταν ικανός για δικαιοπραξία.
Και ο μάρτυρας Ζ, ιατρός πνευμονολόγος και θεράπων ιατρός του ΣΤ από το φθινόπωρο του 2000, στην ένορκη κατάθεσή του, αφού αναφέρεται στην παθολογική κατάσταση του ΣΤ και τα εν γένει προβλήματα που αντιμετώπιζε λόγω της ηλικίας του, αναφέρει περαιτέρω ότι κατά το τέλος του 2000, αλλά και μέχρι τις αρχές του έτους 2003, δεν είχε έκπτωση των νοητικών του λειτουργιών και ήταν σε πλήρη διαύγεια.
Αλλά και σύμφωνα με την από 10.12.2001 ιατρική γνωμάτευση του νευρολόγου ψυχιάτρου Θ και του ψυχιάτρου Ι, οι οποίοι εξέτασαν τον ΣΤ κατά την ανωτέρω ημερομηνία, δεν διαπιστώνουν στον τελευταίο "μείζονα ψυχοπαθολογία, ούτε γνωσιακού τύπου διαταραχές αξιόλογες" και καταλήγουν στην γνωμάτευσή τους ότι ο ανωτέρω ΣΤ "δύναται να διαχειρισθεί τα περιουσιακά του στοιχεία και έχει επίγνωση της κατάστασης εις την οποία ευρίσκεται".
Αποδεικνύεται περαιτέρω, ότι με αφορμή την προαναφερόμενη μήνυση της κατηγορουμένης εις βάρος του εγκαλούντος (και των άλλων που δεν ενδιαφέρουν εν προκειμένω) και τις περιεχόμενες σ' αυτήν καταγγελίες, ιδία σε ότι αφορά την κατάσταση των πνευματικών λειτουργιών του ΣΤ, κατά τη διάρκεια της προανάκρισης, διατάχθηκε από τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, η οποία έγινε τέλος Μαΐου του 2003 από τον ειδικό πραγματογνώμονα ιατρό ΙΑ, νευρολόγο - ψυχίατρο και Προϊστάμενο της Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας Αθηνών.
Ο τελευταίος συνέταξε και ενεχείρησε στον ενεργούντα την προανάκριση Εισαγγελέα την από 27.5.2003 "Έκθεση Ψυχιατρικής Πραγματογνωμοσύνης", στην οποία αναφέρει ότι "Ο ΣΤ είναι ανίκανος για δικαιοπραξία σήμερα (τέλος Μαΐου 2003). Δεν δύναμαι όμως να διατυπώσω ασφαλή γνώμη περί της δικαιοπρακτικής του ικανότητας στο παρελθόν και ειδικότερα κατά την επίδικη περίοδο, από τον Δεκέμβριο του 2000 μέχρι τον Δεκέμβριο του 2001.
Και τούτο διότι ως γνωστόν οι άνοιες είναι νοσήματα βαθμιαίως επί τα χείρω εξελισσόμενα, με άλλοτε άλλη ταχύτητα". Παράλληλα, ο ανωτέρω πραγματογνώμονας αναφέρει ότι επισταμένα αναζήτησε από την ίδια την (τότε) εγκαλούσα (τώρα κατηγορουμένη) να του επιδείξει ιατρικές γνωματεύσεις αντιθέτου περιεχομένου από αυτές που χορήγησαν οι (τότε) κατηγορούμενοι ιατροί Α, ΙΒ και ΙΓ, προκειμένου να καταστεί δυνατό να μορφώσει πλήρη άποψη σχετικά με την εικόνα που πιθανόν να εμφάνιζε τον επίδικο χρόνο η κατάσταση της υγείας και η ψυχοδιανοητική κατάσταση του ΣΤ.
Όπως όμως αποδεικνύεται, η κατηγορουμένη δεν διέθετε γνωματεύσεις οι οποίες να αποδεικνύουν διαφορετική κατάσταση της ψυχοδιανοητικής τοιαύτης της υγείας του πατέρα της κατά τον Δεκέμβριο του 2000, αλλά και μέχρι του Δεκεμβρίου του 2001, αυτής που διαπιστώνει στην άνω γνωμάτευσή του ο εγκαλών ιατρός Α και επιβεβαιώνουν με τις ένορκες καταθέσεις τους ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου οι άνω μάρτυρες ιατροί, αλλά και στην γνωμάτευσή τους οι προαναφερόμενοι τοιούτοι, καθώς και στις γνωματεύσεις τους οι ιατροί που αναφέρει στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης, ο άνω πραγματογνώμονας.
Δεν αναιρούνται δε τα ανωτέρω, ούτε από τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν αλλά ούτε και από τις καταθέσεις των μαρτύρων υπερασπίσεως, οι οποίοι δεν είναι ιατροί, και οι οποίοι αρκούνται να εμφανίζουν την κατάσταση της υγείας του ΣΤ από παθολογικής κυρίως απόψεως, και ειδικότερα, την κατάστασή του λόγω λαρυγγοεκτομής που είχε υποβληθεί, της έντονης βαρυκοΐας του και εν γένει των συμπτωμάτων που είχε λόγω της ηλικίας του (92 ετών τότε), που όμως δεν είχαν επηρεάσει τις διανοητικές του λειτουργίες, ούτε του είχαν δημιουργήσει τέτοιας φύσεως ψυχικά προβλήματα, που να μην του επιτρέπουν να έχει ικανότητα προς δικαιοπραξία.
Εξάλλου, το ότι η ψυχοδιανοητική κατάσταση του ΣΤ κατά το μήνα Μάιο του 2003 ήταν τέτοια, που τον καθιστούσε ανίκανο προς δικαιοπραξία, εκτός του ότι δεν ενδιαφέρει εν προκειμένω, δεν αμφισβητείται και από τους διαδίκους, αλλά και τους μάρτυρες ιατρούς και ιδίως τον εξ αυτών Ζ, ο οποίος, ως πνευμονολόγος, ήταν θεράπων ιατρός του μέχρι τον θάνατο αυτού (ΣΤ), ο οποίος επήλθε στις 28.11.2003, δηλαδή λίγους μήνες μετά την παραπάνω πραγματογνωμοσύνη.
Πρέπει επίσης να σημειωθεί, ότι, ούτε από την κατάθεση του μάρτυρα υπεράσπισης ΙΔ, που απομαγνητοσκόπησε κασέτες, με συνομιλίες εντός της οικίας των γονέων της κατηγορουμένης, στην οποία, όπως προαναφέρθηκε, κατοικούσε και η ίδια, αναιρούνται τα όσα γνωμάτευσε στην άνω από 4.12.2000 ιατρική γνωμάτευσή του ο εγκαλών ιατρός.
Το περιεχόμενο των παραπάνω κασετών αποτυπώθηκε σε έγγραφο το οποί αναγνώσθηκε, σε τρόπον ώστε εξ αυτού του λόγου να μην είναι αναγκαία να διαταχθεί πραγματογνωμοσύνη για την απομαγνητοσκόπηση των άνω κασετών, αλλά κυρίως για τον λόγο, ότι δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη ως αυτοτελές αποδεικτικό μέσον, αφού λήφθηκαν κατά παράνομο τρόπο και ως εκ τούτου, πρέπει να απορριφθεί το σχετικό αίτημα που υποβλήθηκε προς τούτο, με παράλληλη αναβολή της δίκης, από την υπεράσπιση της κατηγορουμένης.
Συνεπώς, σύμφωνα με όσα ανωτέρω πλήρως αποδείχθηκαν, ο ήδη θανών ΣΤ στις 4.12.2000 αλλά και μέχρι τον Δεκέμβριο του 2001, είχε ακμαίες τις διανοητικές του ικανότητες και είχε πλήρη επίγνωση των πράξεών του και του περιβάλλοντος, ώστε να έχει πλήρη ικανότητα προς δικαιοπραξία, τα ανωτέρω δε βεβαιωθέντα στην προαναφερόμενη γνωμάτευση του εγκαλούντος ιατρού ήταν απολύτως αληθή, είχε δε καταλήξει σ' αυτά ως επιστήμονας ιατρός με ειδικότητα νευρολόγου, αφού προηγουμένως είχε εξετάσει τον ΣΤ στην οικία του επισταμένως και είχε παρακολουθήσει αυτόν από εξαμήνου περίπου, πριν του χορηγήσει την άνω γνωμάτευση.
Αντιθέτως, τα όσα εκτίθενται στην προαναφερόμενη μήνυση της κατηγορουμένης, αναφορικά με το πιο πάνω γεγονός και τα όσα κατέθεσε ενόρκως και ανωμοτί ήταν εντελώς ψευδή, αυτή δε τελούσε εν γνώσει της αναληθείας τους και παρά ταύτα προέβη με πρόθεση στις άνω ενέργειές της, επιδιώκοντας να προκαλέσει την καταδίωξη του άνω εγκαλούντος γιατρού, κάτι το οποίο και πέτυχε, αφού ασκήθηκε εις βάρος του ποινική δίωξη για ψευδή ιατρική πιστοποίηση, πράξη όμως από την οποία απηλλάγη αμετάκλητα, κατά τα προαναφερόμενα.
Είχε δε πλήρη γνώση της πραγματικής κατάστασης της ψυχοδιανοητικής κατάστασης του πατέρα της η κατηγορουμένη, η οποία είναι αυτή που πιστοποιείται στην άνω γνωμάτευση του εγκαλούντος ιατρού, αφού κατοικούσε στην ίδια οικία μ' αυτόν και είχε παρακολουθήσει όλη την πορεία της υγείας αυτού από του έτους 1997 που χειρουργήθηκε για καρκίνο του λάρυγγος μέχρι και τον θάνατό του το έτος 2003.
Η γνώση της δε ότι αυτή ήταν η πραγματική ψυχοδιανοητική κατάσταση του πατέρα της κατά τον Δεκέμβριο του 2000, αλλά και μέχρι τον Δεκέμβριο του 2001 ενισχύεται και από το γεγονός ότι, ενώ επεχείρησε να λάβει διαφορετική πιστοποίηση, κανένας γιατρός δεν γνωμάτευσε διαφορετικά. Τέλος, όλα τα παραπάνω περιστατικά που ισχυρίσθηκε στη μήνυσή της, καθώς και την ένορκη και ανωμοτί κατάθεσή της η κατηγορουμένη εις βάρος του εγκαλούντος ιατρού σαφώς μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψή του, αφού κατ' αυτόν τον τρόπο αμφισβητείται η εντιμότητά του ως ιατρού και εμφανίζεται ως επιστήμονας που ενεργεί ιδιοτελώς και αντιδεοντολογικά και ως συνεργός, προκειμένου να ενεργήσουν άλλοι αξιόποινες πράξεις, αφού κατά την κατηγορουμένη, με την άνω γνωμάτευσή του, επιχειρεί να εμφανίσει κάποιον ως ικανό προς δικαιοπραξία, ενώ κατά τους ισχυρισμούς της, δεν ήταν.
Είχε δε πλήρη γνώση, όπως προαναφέρθηκε, ότι τα όσα ανωτέρω ισχυρίσθηκε, με τη μήνυση και τις καταθέσεις της, ήταν παντελώς ψευδή. Των ανωτέρω ψευδών ισχυρισμών της κατηγορουμένης έλαβαν γνώση τρίτοι και ειδικότερα ο Εισαγγελέας που επελήφθη της μηνύσεως, οι προανακριτικοί υπάλληλοι που ασχολήθηκαν με αυτήν, οι δικαστές που εξέδωσαν το απαλλακτικό βούλευμα, καθώς και οι προανακριτικοί υπάλληλοι που έλαβαν τις παραπάνω ένορκη και ανώμοτη καταθέσεις της.
Ισχυρίσθηκε η κατηγορουμένη ότι δεν είχε δόλο να τελέσει τις παραπάνω πράξεις της, το ότι όμως συνέβαινε τούτο, πλήρως αποδεικνύεται από τα προεκτεθέντα, αφού ο δόλος της ως προς την ψευδή καταμήνυση συνίσταται στη γνώση και στη θέληση των στοιχείων της πράξεως και στο σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξη του καταγγελλομένου, κάτι μάλιστα το οποίο πέτυχε, ενώ στην ψευδορκία μάρτυρος και στην ψευδή ανώμοτη κατάθεση υφίσταται δόλος, όταν ο δράστης εν γνώσει του με όρκο ή χωρίς όρκο καταθέτει ψευδώς ή αρνείται ή αποκρύπτει τα αληθή κατά την εξέτασή του ενώπιον αρμόδιας για τέτοια εξέταση αρχής.
Τέλος, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα και στην περίπτωση της συκοφαντικής δυσφημήσεως υφίστατο δόλος της κατηγορουμένης, αφού η τελευταία ηθελημένα ισχυρίσθηκε και διέδωσε ενώπιον των ανωτέρω τρίτων, τα παραπάνω γεγονότα, εν γνώσει της ότι αυτά μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του εγκαλούντα γιατρού, ενώ παράλληλα είχε πλήρη γνώση ότι αυτά που ισχυρίσθηκε και διέδωσε ήταν ψευδή.
Τέλος, η κατηγορουμένη προέβαλε τον αυτοτελή ισχυρισμό, ότι με τα όσα ανωτέρω ισχυρίσθηκε και διέδωσε με τη μήνυση και την ένορκη και ανώμοτη κατάθεσή της εις βάρος του εγκαλούντος γιατρού, δεν ήθελε να βλάψει την τιμή και την υπόληψη αυτού, αλλά σαν σκοπό είχε να διαφυλάξει και να προστατεύσει την περιουσία της ίδιας και της ανήλικης θυγατέρας της, ενόψει της αγωγής που άσκησαν εις βάρος της οι δικηγόροι του πατέρα της, μετά την χορήγηση σ' αυτούς συμβολαιογραφικού πληρεξουσίου, που καταρτίσθηκε τέλος Δεκεμβρίου του 2000 και μετά την γνωμάτευση του εγκαλούντος ιατρού, περί της άρτιας ψυχοδιανοητικής του κατάστασης και της συνεπεία τούτου πλήρους δικαιοπρακτικής του ικανότητας και με την οποία (αγωγή) επιδιώκετο η ανάκληση της δωρεάς που είχε κάνει προς αυτήν, λόγω αχαριστίας, της ψιλής κυριότητας της προαναφερόμενης οικίας του στο ..... .
Όμως, και υπό την εκδοχή ότι η κατηγορουμένη, με τα προαναφερόμενα δυσφημηστικά γεγονότα και ισχυρισμούς εις βάρος του εγκαλούντος, επεδίωκε να διαφυλάξει το άνω δικαίωμά της ή χάριν άλλου δεδικαιολογημένου ενδιαφέροντός της προέβη στα ανωτέρω, δεν αίρεται ο άδικος χαρακτήρας της άνω πράξης της (συκοφαντικής δυσφήμησης άρθρο 363 ΠΚ) καθόσον στην περίπτωση αυτή δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 367 παρ. 1 ΠΚ, αφού σύμφωνα με την παρ. 2 του εν λόγω άρθρου, η διάταξη της παρ. 1 αυτού, δεν εφαρμόζεται, όταν οι κρίσεις και οι εκδηλώσεις που αναφέρονται στην τελευταία αυτή παράγραφο περιέχουν τα συστατικά στοιχεία της πράξης του άρθρου 363 του ΠΚ, όπως συμβαίνει εν προκειμένω.
Ενόψει των ανωτέρω, πρέπει η κατηγορουμένη να κηρυχθεί ένοχη των πράξεων που της αποδίδονται με το κατηγορητήριο και συγκεκριμένα για α) ψευδή καταμήνυση, β) συκοφαντική δυσφήμηση κατ' εξακολούθηση, γ) ψευδορκία μάρτυρος και δ) ψευδή ανώμοτη κατάθεση.
Με τις άνω παραδοχές το δικαστήριο εκήρυξε ένοχο την κατηγορουμένη για ψευδή καταμήνυση, συκοφαντική δυσφήμηση και ψευδή ανώμοτη κατάθεση και επέβαλε σ' αυτή συνολική ποινική φυλακίσεως ένδεκα (11) μηνών ανασταλείσαν επί τριετίαν. Με αυτά που δέχθηκε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφαση την από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρει εις αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την διαδικασία στο ακροατήριο και στοιχειοθετούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω εγκλημάτων τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία επείσθη γι' αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους υπήγαγε αυτά στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 229 παρ. 1, 224 παρ. 2, 363 σε συνδ.
με το άρθρο 362 και 225 παρ. 1α ΠΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, δηλαδή με ασαφείς ή ελλειπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ή διατάξεις. Ειδικότερα παρατίθενται στην απόφαση τα γεγονότα, τα οποία είναι ψευδή, αιτιολογεί δε το δικαστήριο με σαφήνεια και πληρότητα τον άμεσο δόλο της κατηγορουμένης, με την έκθεση στο σκεπτικό της προσβαλλομένης αποφάσεώς του των πραγματικών περιστατικών, από τα οποία προκύπτει η γνώση, με την έννοια της βεβαιότητας (επιγνώσεως) της κατηγορουμένης για την αναλήθεια των γεγονότων τα οποία διέδωσε ενώπιον τρίτων, ενόρκως εβεβαίωσε και για το οποίο ψευδώς καταμήνυσε τον εγκαλούντα.
Περαιτέρω, ως εκ περισσού αιτιολογεί την απόρριψη του εκ του άρθρου 367 παρ. 1γ' ΠΚ προβληθέντος από την κατηγορουμένη ισχυρισμού, περί άρσεως του αδίκου χαρακτήρα της πράξεως, ως εκ του ότι επεδίωξε να προστατεύσει νόμιμο δικαίωμά της, με την αναφορά εις το σκεπτικό ότι η άνω διάταξη δεν τυγχάνει εφαρμογής επί συκοφαντικής δυσφημήσεως, την οποία δέχεται ότι ετέλεσε και για την οποία καταδικάστηκε η κατηγορουμένη.
Παραλλήλως, πλήρως αιτιολογημένα απερρίφθη με την προσβαλλομένη απόφαση το αίτημα της κατηγορουμένης περί αναγνώσεως της απομαγνητοφωνημένης τηλεφωνικής συνομιλίας μεταξύ μελών της οικογενείας (της κατηγορουμένης), γιατί το δικαστήριο εδέχθη ότι η συγκεκριμένη συνομιλία αποτυπώθηκε χωρίς τη συναίνεση των εν λόγω προσώπων, ανεξαρτήτως του ότι η κατηγορουμένη εκηρύχθη αθώα της παραβάσεως του άρθρου 370 Α του ΠΚ.
Τέλος, η ειδικότερη αιτίαση που διατυπώνεται με τον μόνο λόγο του κυρίου δικογράφου της αναιρέσεως ότι δηλαδή δεν ελήφθησαν υπόψη από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο οι καταθέσεις των εκεί μνημονευομένων μαρτύρων και τα αναφερόμενα έγγραφα, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμη, γιατί, κατά την βεβαίωση της αποφάσεως, στο προοίμιον του σκεπτικού, ελήφθησαν και αξιολογήθησαν όλα τα προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα, προκειμένου το δικαστήριο να καταλήξει στην περί ενοχής κρίση της κατηγορουμένης, χωρίς ουδείς μάρτυς και ουδέν έγγραφο να εξαιρεθεί.
Η, υπό την επίφαση ελλείψεως αιτιολογίας, από την αναιρεσείουσα διάφορος εκτίμηση και αποδεικτική αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, ως πλήττουσα την περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου είναι απαράδεκτη και απορριπτέα.
Συνεπώς ο μοναδικός λόγος του κυρίου δικογράφου της αναιρέσεως, περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της αποφάσεως εκ του ότι δεν αναφέρει το περιεχόμενο ενός προς ένα των εις αυτόν (τον λόγο) αριθμουμένων εγγράφων, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 171 παρ. 1δ ΚΠΔ ακυρότητα που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπ' όψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Αρειο Πάγο ακόμη προκαλείται αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν την εμφάνιση, την εκπροσώπηση, και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται, στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος.
Εξ αυτών προκύπτει ότι η άσκηση των προσηκόντων στον κατηγορούμενο δικαιωμάτων αναφέρεται σε όλες τις περιπτώσεις, κατά τις οποίες υφίσταται από τον νόμο υποχρέωση του δικαστού να δημιουργήσει οίκοθεν τις προϋποθέσεις που καθιστούν δυνατή την άσκηση των άνω δικαιωμάτων, χωρίς να απαιτείται προηγουμένη σχετική αίτηση του κατηγορουμένου.
Ούτως από τις διατάξεις των άρθρων 333, 358 ή άλλη διάταξη του ΚΠΔ δεν υφίσταται υποχρέωση του δικαστού όπως μετά την εξέταση κάθε μάρτυρος δώσει, χωρίς αίτηση των διαδίκων τον λόγο σε αυτούς για να προβούν σε δηλώσεις και εξηγήσεις, σχετικές με τις καταθέσεις που έγιναν και συντείνουν στην συναγωγή συμπερασμάτων για την αξιοπιστία τους και την σχέση τους προς την δικαζομένη υπόθεση.
Συνεπώς δεν επήλθε απόλυτη ακυρότητα από την μη παροχή από τον διευθύνοντα την συζήτηση αυτεπαγγέλτως, χωρίς αίτηση της αναιρεσειούσης ή του συνηγόρου της, του λόγου σε αυτούς, μετά την κατάθεση κάθε μάρτυρος για να εκθέσουν τις απόψεις και παρατηρήσεις τους, σχετικά με την αξιοπιστία του. Αυτά πέραν του ότι, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλομένης αποφάσεως, ο Πρόεδρος έδινε τον λόγο στον Εισαγγελέα και στο συνήγορο της κατηγορουμένης και στην κατηγορουμένη για να απευθύνουν ερωτήσεις ή παρατηρήσεις στους μάρτυρες, και όχι κατά το άρθρο 368 ΚΠΔ, όπως αβασίμως υποστηρίζει ή αναιρεσείουσα, αφού αυτό αναφέρεται στις ενέργειες του διευθύνοντος την συζήτηση μετά την απολογία του κατηγορουμένου.
Συνεπώς ο σχετικός μόνος λόγος των προσθέτων λόγων, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α' Κ.Π.Δ. είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Μετά ταύτα απορριπτομένων των λόγων αναιρέσεως τόσο του κυρίου δικογράφου, όσο και του προσθέτου, πρέπει η αίτηση και οι πρόσθετοι λόγοι να απορριφθούν στο σύνολό τους, και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 29/6/2007 αίτηση και τους από 18/3/2008 προσθέτους λόγους της Χ για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4104/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα εξ ευρώ διακοσίων είκοσι (220).
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Ιουλίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 25 Σεπτεμβρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ