Supreme Court dismisses appeal on property ownership, ruling lower court correctly applied interpretation rules.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the Third Panel of the Patras Court of Appeal. The appellant argued that the lower court violated substantive law by failing to apply specific interpretation rules regarding property declarations. The court found the lower court's reasoning sufficient and correct in applying these rules to the facts of the co-ownership dispute.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 577 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that an appeal based on the violation of interpretation rules is admissible only if the lower court applied such rules despite finding the declaration clear, or omitted them despite finding a gap, and the reasoning must be clear and sufficient.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 206 / 2022 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 206/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου-Απέργη, Μαρία Κουφούδη, Αθανάσιο Θεοφάνη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 22 Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Σ., Ι. Λ. - Σ., του Α. και Ά., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη - Διονύσιο Φιλιώτη, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Λ. - Σ. του Α. και Ά., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ματθαίο Βαραγγούλη, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-11-2015 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ζακύνθου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 23/2017 οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου και 62/2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 2-7-2019 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 02.07.2019 αίτηση αναιρέσεως, προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία, εκδοθείσα, υπ' αριθμ. 62/2019 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, το οποίο απέρριψε την από 16.10.2017 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμ. 23/2017 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ζακύνθου, το οποίο είχε απορρίψει την από 24.11.2015 αγωγή αρνητική κυριότητας αυτού (αναιρεσείοντος). Η αίτηση αυτή αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553§1 στοιχ. β', 556§1, 558 εδάφ. α', 564§1, 566§2 Κ.Πολ.Δ.). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρο 577§1 Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρο 577§2 Κ.Πολ.Δ.).
O λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται και όταν η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου αφορά τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, γενικούς ή ειδικούς, με τους οποίους αίρονται οι ασάφειες ή πληρούνται τα κενά που διαπιστώνονται στις δικαιοπρακτικές δηλώσεις βουλήσεως των μερών.
Ειδικότερα, παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, που περιέχονται στα άρθρα 173 και 200 Α.Κ., υφίσταται όταν το δικαστήριο της ουσίας είτε προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες προς συμπλήρωση ή ερμηνεία δικαιοπραξίας, μολονότι, κατά την ανέλεγκτη ως προς αυτό κρίση του, δέχθηκε ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπληρώσεως ή ερμηνείας (Α.Π. 426/2010) είτε παρέλειψε να προσφύγει στους ίδιους ερμηνευτικούς κανόνες, καίτοι, ανέλεγκτα επίσης, διαπίστωσε την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, οι οποίες έχρηζαν έτσι κατάλληλης συμπληρώσεως ή ερμηνείας με εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 Α.Κ. (Α.Π. 574/2010, Α.Π. 832/2009, Α.Π. 416/1993).
Η διαπίστωση εξάλλου από το δικαστήριο της ουσίας κενού ή ασάφειας στην δικαιοπραξία μπορεί να αναφέρεται ρητά στην απόφασή του, αρκεί όμως να προκύπτει και έμμεσα από αυτή, όπως συμβαίνει όταν, παρά την έλλειψη σχετικής διαπιστώσεως στην απόφαση ή ακόμη και παρά την ρητή διαβεβαίωση της ανυπαρξίας της, το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, γεγονός που αποκαλύπτει ακριβώς ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε κενό ή ασάφεια στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, που το ανάγκασαν να καταφύγει στην συμπλήρωση ή, ανάλογα, στην ερμηνεία τους (Α.Π. 311/1993).
Παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των άρθρων 173 και 200 Α.Κ. συνιστά και η εσφαλμένη εφαρμογή τους, με την έννοια της ευθείας κατ' αρχήν παραβάσεως των κανόνων αυτών, στην περίπτωση που το σχετικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο ως προς την ερμηνεία ή την συμπλήρωση της δικαιοπραξίας, δεν είναι σύμφωνο με την καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη (Α.Π. 715/2010, Α.Π. 832/2009, Α.Π. 1580/1995), πρέπει δε για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.
να αναφέρεται στο αναιρετήριο το περιεχόμενο της δικαιοπραξίας που δεν ερμηνεύθηκε ή εσφαλμένα ερμηνεύθηκε, η διαπίστωση από το δικαστήριο της ουσίας κενού ή ασάφειας ως προς την δικαιοπρακτική δήλωση βουλήσεως, το περιεχόμενο που έπρεπε να προσδώσει σε αυτή με σωστή ερμηνεία η απόφαση και σε τι συνίσταται το σφάλμα της ως προς την παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων (Α.Π. 574/2010, Α.Π. 5/2010).
Οι ίδιοι κανόνες παραβιάζονται όμως και εκ πλαγίου στην περίπτωση που δεν εκτίθενται στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας με σαφήνεια και πληρότητα όλα τα πραγματικά περιστατικά που διαπιστώθηκαν για τους σκοπούς της ερμηνείας ή συμπληρώσεως της δικαιοπραξίας και ιδίως η διατύπωση της δηλώσεως βουλήσεως, οπότε η απόφαση αυτή στερείται νόμιμης βάσεως και υπόκειται στον λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 16/2021, Α.Π. 71/2016, Α.Π. 683/2010, Α.Π. 416/1993).
Στην συγκεκριμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως (άρθρο 561§2 Κ.Πολ.Δ.) προκύπτει ότι αυτή, εκτιμώντας το σύνολο των επικληθέντων και προσκομισθέντων από τους διαδίκους αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ως προς την ουσία της υποθέσεως και τα ακόλουθα: "Οι διάδικοι είναι αδέλφια, ο εκκαλών ….
και ο εφεσίβλητος …. στην εκκλησία του….. , του δήμου…. . Ο πατέρας αυτών ήταν …. και …. στον ίδιο ναό, μέχρι και τον θάνατό του, το έτος…. . Ο εκκαλών με το υπ' αριθμ. … συμβόλαιο, της συμβολαιογράφου Ζ., Α. Κ.- Κ., το οποίο έχει μεταγραφεί νόμιμα στα Βιβλία Μεταγραφών Ζακύνθου, στον τόμο … και με αριθμό .. απέκτησε από τη μητέρα του, χάριν γονικής παροχής, την ψιλή κυριότητα ενός ακινήτου (οικοπέδου με τα εντός αυτού κτίσματα), επιφάνειας ….
τ.μ. (και κατά τον τίτλο κτήσης ….τ.μ.), μετά των επ' αυτού κτισμάτων, ήτοι: α) …. που βρίσκεται στη θέση "…. " της περιοχής "…." και συνορεύει γύρωθεν με ιδιωτική εμβασιά, ιδιοκτησία κληρονόμων Α. Σ. - Λ., κληρονόμων Ά. Α. Σ. - Λ. και με ιδιοκτησία του εφεσίβλητου. Την επικαρπία του ανωτέρω ακινήτου παρακράτησε η δικαιοπάροχος μητέρα του εκκαλούντος, εφ' όρου ζωής της ιδίας και εφ' όρου ζωής του συζύγου της (και πατέρα των διαδίκων), Α.
Σ. - Λ.. Την ίδια ημέρα (….) η μητέρα των διαδίκων, με το υπ' αριθμ. ….συμβόλαιο της αυτής συμβολαιογράφου …., Α. Κ., μεταβίβασε στον έτερο υιό της και εφεσίβλητο, Γ. Λ. - Σ., έτερο, συνεχόμενο με του εκκαλούντος, αγροτεμάχιο, στην ίδια περιοχή, επιφάνειας 5.127,26 τ.μ., παρακρατώντας την επικαρπία αυτού εφ' όρου ζωής της ίδιας και του συζύγου της, Α.
Σ. - Λ.. Η ως άνω δικαιοπάροχος των διαδίκων στο προαναφερόμενο συμβόλαιο του εκκαλούντος καταχώρησε δύο δηλώσεις της, με τις οποίες δήλωσε επί λέξει τα κάτωθι: 1) "Εντός του άνω ακινήτου υπάρχει Ναΐσκος …. ο οποίος θα ανήκει από κοινού στον αφετέρου συμβαλλόμενο, Σ. Λ. - Σ. και τον αδελφό του, Γ. Λ. - Σ." και 2) "Γίνεται μνεία ότι τετράπλευρον τμήμα του άνω περιγραφέντος ακινήτου, που περικλείεται και απεικονίζεται στο ως άνω τοπογραφικό διάγραμμα από τα κεφάλαια αλφαβητικά γράμματα…., θα είναι κοινόχρηστο, η χρήση του οποίου θα ανήκει από κοινού στον αφετέρου συμβαλλόμενο Σ.
Λ. - Σ. και τον αδελφό του Γ. Λ. - Σ.". Η υπό 1 δήλωση της δικαιοπαρόχου των διαδίκων και μητέρα τους εκφράζει ξεκάθαρα την αληθινή βούλησή της να ανήκει ο … και στους δύο γιούς της, από κοινού (διαδίκους) και δεν χρήζει ερμηνείας, κατ' άρθ. 173 και 200 ΑΚ. Από την άλλη μεριά η καταχώρηση της δήλωσης βουλήσεως της μητέρας των διαδίκων στο συμβόλαιο του εκκαλούντος ήταν ο μόνος ασφαλής τρόπος για να υλοποιηθεί η επιθυμία της αυτή και να καταστεί κατά το νόμο συγκύριος του ναΐσκου, με τα προσόντα της χρησικτησίας και ο έτερος γιος της, Γ.
Τούτο διότι, σύμφωνα και με όσα λέχθηκαν παραπάνω στην πρώτη μείζονα σκέψη της παρούσας, υπήρχε ρητή νομοθετική απαγόρευση, που ίσχυε και αφορούσε και το επίδικο οικόπεδο που μεταβίβασε η ως άνω δικαιοπάροχος στον εκκαλούντα και πήγαζε από τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 2 του ν.δ. 690/1948, η οποία, καταργηθείσα με το άρθρο 3§1 α.ν. 625/1968, επαναφέρθηκε σε ισχύ με το άρθρο 6§1 ν. 651/1977, η οποία όριζε ότι "απαγορεύεται η μεταβίβαση της κυριότητας οικοπέδων επαγόμενη τη δημιουργία οικοπέδων μη άρτιων, είτε κατά το ελάχιστο εμβαδόν, είτε κατά το ελάχιστο πρόσωπο ή το βάθος", σε συνδυασμό και με τη διάταξη της παραγράφου 3 του ίδιου άρθρου, που όριζε ότι "πάσα δικαιοπραξία εν ζωή ή αιτία θανάτου, έχουσα αντικείμενο απαγορευομένην κατά τις προηγούμενες παραγράφους μεταβίβαση κυριότητας, είναι αυτοδικαίως και εξ υπαρχής απολύτως άκυρη". ...".
Με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι, αν και διαπίστωσε ασάφεια ως προς το περιεχόμενο της υπ' αριθμ. 1 ως άνω δηλώσεως της μητέρας των διαδίκων και προέβη σε ερμηνεία του περιεχομένου αυτής, δεν προσέφυγε στις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ.
για τις ανάγκες της ερμηνείας, άλλως, σε κάθε περίπτωση, δεν προκύπτει από τις αιτιολογίες της η προσφυγή στις διατάξεις αυτές. Ο λόγος αυτός της αιτήσεως αναιρέσεως είναι αβάσιμος και τούτο διότι, από το προαναφερόμενο τμήμα της προσβαλλόμενης αποφάσεως, προκύπτει ότι το Δικαστήριο, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά σχετική κρίση του (Α.Π. 355/2020, Α.Π. 1266/2018, Α.Π. 1581/2007), δεν διαπίστωσε την ύπαρξη κενού ή αμφίβολου σημείου στην επίδικη δήλωση και δεν προσέφυγε σε χρήση των προμνημονευόμενων ερμηνευτικών κανόνων.
Οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ότι το Δικαστήριο πράγματι προέβη σε ερμηνεία της ως άνω δηλώσεως διότι με την απόφασή του αναφέρθηκε στην σκοπιμότητα της διατυπώσεώς της (παράκαμψη της δεσμεύσεως από το άρθρο 2§1 ν.δ. 690/1948) επιπλέον δε δέχθηκε ότι, κατά την ημέρα συντάξεως του ένδικου συμβολαιογραφικού εγγράφου, στο οποίο περιλήφθηκε η επίδικη δήλωση, παραδόθηκε η συννομή του ….
στον αναιρεσίβλητο από την δηλώσασα ως άνω μητέρα του καθώς και ότι δέχθηκε ότι μετά του ποσοστού 50% της κυριότητας του …. μεταβιβάσθηκε στον αναιρεσίβλητο και αντίστοιχο ποσοστό του τμήματος του εδάφους του όλου ακινήτου επί του οποίου είχε ανεγερθεί αυτός … , δεν είναι βάσιμοι και τούτο διότι η μεν πρώτη από τις ανωτέρω παραδοχές συνιστά επιχείρημα του Δικαστηρίου για να ενισχύσει την κρίση του ως προς το πλήρες και σαφές της γενόμενης δηλώσεως ενώ οι λοιπές παραδοχές αφορούν όχι την δήλωση, αλλά το ζήτημα της περιελεύσεως ή μη της συγκυριότητας του ναΐσκου στον αναιρεσίβλητο.
Συνεπώς, πρέπει, σύμφωνα με τα παραπάνω, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως να απορριφθεί.
Κατά το άρθρο 1033 του Α.Κ. για την μεταβίβαση της κυριότητας ακινήτου απαιτείται συμφωνία μεταξύ του κυρίου και εκείνου που την αποκτά, ότι μετατίθεται σ' αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία. Η συμφωνία γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο και υποβάλλεται σε μεταγραφή. Εξάλλου, κατά μεν την διάταξη του άρθρου 369 Α.Κ.
συμβάσεις που έχουν αντικείμενο, μεταξύ άλλων, την μετάθεση εμπράγματων δικαιωμάτων πάνω σε ακίνητα απαιτείται να γίνονται ενώπιον συμβολαιογράφου, ενώ κατά τις διατάξεις των άρθρων 1192 και 1198 ίδιου Κώδικα, μεταξύ άλλων, κάθε εν ζωή δικαιοπραξία με την οποία επέρχεται μεταβίβαση της κυριότητας επί ακινήτου υποβάλλεται σε μεταγραφή, χωρίς την οποία δεν συντελείται η μεταβίβαση της κυριότητας αυτού (Α.Π. 811/2020, Α.Π. 1083/2019).
Περαιτέρω, κατά τα άρθρα 1041, 1042, 1043 και 1045 του Α.Κ. καθίσταται κάποιος κύριος ακινήτου με τα προσόντα της τακτικής χρησικτησίας (νόμιμο ή νομιζόμενο τίτλο, καλή πίστη και νομή δέκα ετών) καθώς και της έκτακτης χρησικτησίας (εικοσαετής νομή) ενώ κατά το άρθρο 974 του ίδιου Κώδικα όποιος απέκτησε την φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου..
Αποτελούν δε πράξεις νομής, όταν πρόκειται για ακίνητο, οι υλικές και εμφανείς πάνω σ' αυτό πράξεις που προσιδιάζουν στην φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες φανερώνεται η βούληση του νομέα να έχει το πράγμα για δικό του. Επίσης, κατά την διάταξη του άρθρου 976 εδάφ. α' του Α.Κ., σε πράγμα που βρίσκεται στην νομή άλλου η νομή αποκτάται με παράδοση που γίνεται με την βούληση του νομέα.
Από την διάταξη αυτή, η οποία καθιερώνει παράγωγο τρόπο κτήσεως της νομής, με ειδική διαδοχή, η οποία συντελείται με απλή παράδοση της νομής, σύμφωνα με την βούληση του μέχρι την μεταβίβαση νομέα, προκύπτει ότι προϋποθέσεις για την κτήση της νομής με παράδοση είναι: α) Η ύπαρξη της ιδιότητας του νομέα κατά τον χρόνο παραδόσεως της νομής, σ' αυτόν που μεταβιβάζει την νομή β) η κτήση της φυσικής εξουσίας του πράγματος από τον αποκτώντα και γ) η μετάθεση της φυσικής εξουσίας από τον μέχρι τώρα νομέα στον αποκτώντα να γίνεται με την θέληση και των δύο, δηλαδή, και εκείνου που μεταβιβάζει την νομή.
Το στοιχείο αυτό της θελήσεως του μεταβιβάζοντος νομέα υπάρχει, όχι μόνο όταν αυτός παραδίδει στον αποκτώντα το πράγμα, αλλά και όταν επιτρέπει ή εγκρίνει την κατάληψη του πράγματος από αυτόν (Α.Π. 956/2010). Η συμφωνία αυτή, μη απαιτούσα την ύπαρξη νόμιμης αιτίας, αποτελεί αφηρημένη δικαιοπραξία και είναι αδιάφορο αν γι' αυτήν τηρείται ο τύπος του συμβολαιογραφικού εγγράφου ή γίνεται ατύπως (Α.Π. 811/2020, Α.Π. 1139/2011).
Εξάλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως, για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόσθηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στον νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφήρμοσε τον νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του, ή δεν εφήρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Με τον λόγο αυτό ελέγχεται εάν υπήρξε σφάλμα στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού είτε αυτό διατυπώνεται ρητώς είτε εξυπονοείται, ή σφάλμα στην υπαγωγή της ελάσσονος προτάσεως, την οποία συνιστούν οι πραγματικές παραδοχές, στην μείζονα πρόταση (Ολ.Α.Π. 4/2018, Ολ.Α.Π. 6/2017). Περαιτέρω, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ.19 του Κ.Πολ.Δ., η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.
Αντιφατικότητα των αιτιολογιών υπάρχει, όταν εξαιτίας της δεν προκύπτει ποία πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν σωστά εφάρμοσε τον νόμο (Ολ.Α.Π. 2/2019, Ολ.Α.Π. 8/2018). Στην συγκεκριμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως διαπιστώνεται ότι το εκδόσαν αυτή Δικαστήριο δέχθηκε τα ακόλουθα: " ...
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο εφεσίβλητος με βάση τον όρο του επίδικου συμβολαίου απέκτησε με ειδική διαδοχή από τη μητέρα του τη νομή επί του ως άνω …., κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου με τον εκκαλούντα - αδελφό του, δεδομένου ότι από την κατάρτιση του συμβολαίου (την ….) η μέχρι τότε νομέας του …. (….) αποξενώθηκε, με τη θέλησή της, από τη νομή του, παρακρατώντας υπέρ αυτής και του συζύγου της και μέχρι τον θάνατό τους το δικαίωμα επικαρπίας (δικαίωμα οιονεί νομής δικαιούχου επικαρπίας), την οποία νομή παρέδωσε κατά 50% εξ αδιαιρέτου στον εφεσίβλητο, παραδίδοντάς του και τα κλειδιά για τον σκοπό αυτό του ….
Με τον τρόπο αυτό του επέτρεψε να θέσει αυτόν στην άμεση και διαρκή φυσική εξουσίασή του, ασκώντας διακατοχικές πράξεις, με διάνοια κυρίου και πράξεις που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του ως χώρου …. Ο εφεσίβλητος πράγματι από την παραπάνω ημερομηνία (….) μέχρι και την ημερομηνία συζήτησης της έφεσης χρησιμοποιούσε τον … καθ' όλη τη διάρκεια του έτους, όποτε το επιθυμούσε, αυτός και η οικογένειά του και οπωσδήποτε κατά τα χρονικά διαστήματα που τελούνταν σε αυτόν οι ….
με εορτασμούς, αφιερώματα, αρτοκλασίες και εορτασμό με γλέντι και ασκούσε στον ως άνω ναό με διάνοια κυρίου, δηλαδή με πρόθεση να καταστεί κύριος αυτού, όλες τις πράξεις που αρμόζουν στη φύση και τον προορισμό του ως ναού και συγκεκριμένα πριν, κατά τη διάρκεια και μετά από τους ετήσιους εορτασμούς του ναού, κατά τις προαναφερθείσες τρεις ημεροχρονολογίες, χρησιμοποιώντας τα κλειδιά που η ….
του τού είχε παραδώσει, εισερχόταν στο ναό χωρίς την άδεια του εκκαλούντος και προετοίμαζε και περιποιείτο αυτόν, τακτοποιούσε τους άρτους και τα πρόσφορα, φρόντιζε την εικόνα του ναού, έψελνε κατά τη διάρκεια της θείας λειτουργίας και των τελουμένων ιερών μυστηρίων (λ.χ. βαπτίσεων). Κλειδιά δε του ναού είχαν μόνο έκαστος εκ των διαδίκων και καμία από…..
Όπως ενόρκως καταθέτει η Ι. Τ., η μεγαλύτερη αδελφή των διαδίκων και όλων των τέκνων των γονέων τους, με τους οποίους (γονείς της) είχε άριστη σχέση, στην υπ' αριθμ. …. ένορκη κατάθεσή της, η μητέρα τους ήθελε το επίδικο μικρό εκκλησάκι που υπάρχει μέσα στο οικόπεδο που μεταβίβασε κατά τα προαναφερόμενα στον εκκαλούντα να ανήκει και στους δύο …..
της, κατά 50 % εξ αδιαιρέτου και έτσι να το χρησιμοποιούν πάντα και γι' αυτό τούτο αναφέρθηκε ρητά στο προαναφερόμενο συμβόλαιο που κατάρτισε με τον εκκαλούντα. Καταθέτει ακόμα μετά λόγου γνώσεως, με σαφήνεια και πειστικότητα ότι η συμμετοχή του εφεσίβλητου, ο οποίος είχε κλειδιά του ναού και πριν το έτος …, ήταν ….
του εκκαλούντος, αφού ο εκκαλών ως …. τελούσε την εορταστική … και ο εφεσίβλητος ως …. . Επίσης, και ότι ο εφεσίβλητος καθ' όλη τη διάρκεια του χρόνου μεριμνούσε για τις επισκευές στον ναΐσκο, όπως να τον βάψει, να τον καθαρίσει και να τον επισκευάσει. Μάλιστα και μετά το θάνατο της δικαιοπαρόχου μητέρας τους την ……. -σημειωτέον ότι ο πατέρας τους είχε προαποβιώσει το έτος …. - ο εφεσίβλητος συνέχισε όπως και πριν να συμπεριφέρεται με διάνοια κυρίου και να ασκεί επ' αυτού όλες τις πράξεις που προσιδιάζουν στον κύριο επί του επίδικου ναΐσκου, χωρίς να παρακωλυθεί από κανέναν, ούτε κάποιος να παραπονεθεί για την συμπεριφορά του αυτή, ούτε και ο εκκαλών, που σημαίνει ότι και ο τελευταίος αναγνώριζε ως συγκύριο του ….
και τον αδελφό του, σύμφωνα και με την θέληση της δικαιοπαρόχου … , που πολύ καλά γνώριζε ρητή και εκπεφρασμένη στο δικό του με αρ. …συμβόλαιο. Και η μάρτυρας του εκκαλούντος και σύζυγός του δεν αρνήθηκε την διενέργεια από τον εφεσίβλητο των παραπάνω πράξεων επί του ναΐσκου και μάλιστα επιβεβαίωσε ότι εισερχόταν εντός του ναού με δικά του κλειδιά και φρόντιζε αυτόν.
Περαιτέρω, το γεγονός ότι ο εκκαλών προσάγει μετ' επικλήσεως την από … βεβαίωση του πολιτικού μηχανικού Δ. Γ. περί της υποβολής δηλώσεως με αρ. 2665715 εντάξεως του εν λόγω ναΐσκου στη ρύθμιση του ν. 4178/2013 περί αυθαιρέτων κτισμάτων και την από ….ειδική του άρθ. 3§1α του ν. 4178/2013 βεβαίωση του ίδιου ως άνω μηχανικού περί της υποβολής δήλωσης ένταξης απάντων των αυθαίρετων κτισμάτων του όλου αγροκτήματός του στη ρύθμιση του ως άνω νόμου δεν αναιρεί την από τον εφεσίβλητο απόκτηση με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας και κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου του επίδικου ναΐσκου, αφού, όπως αποδείχθηκε, τουλάχιστον από την …και για είκοσι οπωσδήποτε και περισσότερο χρόνια βρισκόταν στη νομή και κατοχή αυτού με καλή πίστη και με διάνοια κυρίου, διαθέτοντας τα κλειδιά του ναού, έχοντας άμεση και απρόσκοπτη πρόσβαση σε αυτόν και χρησιμοποιώντας τον κατά τα παραπάνω αναφερόμενα, πράττοντας όλες τις εξωτερικές υλικές πράξεις που προσιδιάζουν σε κύριο, νομέα και κάτοχο ακινήτου, γεγονότα που ο εκκαλών δεν αμφισβητεί ειδικά.
Εξάλλου τα όσα περί του αντιθέτου ισχυρίζεται ο εκκαλών καθώς και οι μάρτυρές του, μεταξύ των οποίων και η ανηψιά του, Α. Π., στην με αρ. … ένορκη βεβαίωσή της δεν κρίνονται πειστικά, ιδίως δε ο ισχυρισμός ότι η … αν ήθελε να ανήκει ο ναός και στους … θα το έπραττε με το συμβόλαιο, ξεχωρίζοντας το 50% του ναΐσκου, πλην, όμως, τούτο, όπως λέχθηκε παραπάνω δεν ήταν κατά νόμο δυνατό.
Σε κάθε περίπτωση ο εκκαλών και οι μάρτυρές του επιβεβαιώνουν την παρουσία του εφεσίβλητου στον ναό και όλες τις πράξεις που αυτός ασκούσε επ' αυτού όλα αυτά τα χρόνια, στα οποία και θεμελίωσε με έκτακτη χρησικτησία, αρχόμενη από την ημέρα σύνταξης του συμβολαίου το δικαίωμά του της συγκυριότητας κατά ποσοστό 50% επί αυτού....
Ειδικότερα, αβάσιμος και απορριπτέος είναι ο πρώτος λόγος της ένδικης έφεσης, με τον οποίο ο εκκαλών παραπονείται ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έσφαλε ως προς την εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 953 και 954 του Αστικού Κώδικα, αφού έπρεπε να γίνει δεκτός ο ισχυρισμός του ότι δεν δημιουργήθηκε ποτέ χωριστή ιδιοκτησία με το με αριθμ.
…. συμβόλαιο γονικής παροχής της συμβολαιογράφου … , Α. Κ. - Κ., έστω και εάν αναφέρεται ρητά στο συμβόλαιο εκείνο ότι "Εντός του άνω ακινήτου υπάρχει…. , ο οποίος θα ανήκει από κοινού στον αφετέρου συμβαλλόμενο … Σ. Λ. - Σ. και τον αδελφό του Γ. Λ. - Σ.", αφού, σύμφωνα με όσα λέχθηκαν παραπάνω, ο εφεσίβλητος είχε κατά το νόμο την δυνατότητα να αποκτήσει κυριότητα επ' αυτού, με τα προσόντα της τακτικής ή έκτακτης χρησικτησίας, όπως και αποδείχθηκε ότι απέκτησε με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας. ... ".
Με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, ο αναιρεσείων αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 1α' και 19 του Κ.Πολ.Δ. με την αιτίαση ότι αυτό (Εφετείο) εσφαλμένα δέχθηκε ότι ο αναιρεσίβλητος νομίμως ασκούσε συννομή στον επίδικο ναΐσκο και απέκτησε δικαίωμα συγκυριότητας κατά 50% εξ αδιαιρέτου με έκτακτη χρησικτησία, καίτοι αυτός (ναϊσκος) ήταν συστατικό του ακινήτου, το οποίο μεταβιβάσθηκε σ' αυτόν, ενώ με το έτερο σκέλος του ίδιου λόγου αιτιάται το Εφετείο ότι στην προσβαλλόμενη απόφασή του περιέλαβε αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με την παράδοση της συννομής του ναΐσκου στον αναιρεσίβλητο.
Με το περιεχόμενο αυτό οι πιο πάνω αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες, καθόσον το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1041 επ., 974 επ., 976 ΑΚ ως προς το ζήτημα της απόκτησης της κυριότητας επί του επιδίκου ακινήτου (ναϊσκου) από τον αναιρεσίβλητο, τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως, αφού οι προαναφερόμενες ουσιαστικές παραδοχές του πληρούσαν το πραγματικό τους και δικαιολογούσαν την εφαρμογή τους.
Συγκεκριμένα, το Εφετείο, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, δέχθηκε ότι κατά την ημέρα συντάξεως του ως άνω συμβολαίου η μητέρα των διαδίκων μεταβίβασε κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου την κυριότητα του επίδικου ναΐσκου στον αναιρεσίβλητο, του παρέδωσε την συννομή αυτού, άσκησε την οιονεί νομή αυτής στα ονόματα των διαδίκων έως τον θάνατό της και ακολούθως ένας έκαστος των διαδίκων τη συννομή αυτού (ναΐσκου) εωσότου συμπληρώθηκε ο απαιτούμενος χρόνος έκτακτης χρησικτησίας για την απόκτηση εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου του δικαιώματος συγκυριότητας κατά ποσοστό 50% επ' αυτού.
Επιπροσθέτως, από το σύνολο των παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης συνάγεται ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι το ως άνω αποκτηθέν από τον αναιρεσίβλητο δικαίωμα συγκυριότητας επί του επίδικου ναΐσκου, ελλείψει άλλης προβλέψεως, είχε το κατά το άρθρο 1001 του Α.Κ. περιεχόμενο, δηλαδή εκτεινόταν και στην επιφάνεια του εδάφους επί του οποίου αυτός (ναΐσκος) είχε ανεγερθεί.
Εξάλλου, το Εφετείο ούτε και εκ πλαγίου παραβίασε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις ούτε στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, καθόσον περιέλαβε σ' αυτήν σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς ως το πιο πάνω ζήτημα της απόκτησης εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου του δικαιώματος συγκυριότητας κατά 50% εξ αδιαιρέτου επί του επιδίκου ακινήτου (ναϊσκου), ενώ δεν ήταν αναγκαίο να περιλαμβάνονται σ' αυτήν και άλλες αιτιολογίες προς αποσαφήνιση του ως άνω ζητήματος, ενώ ουδεμία αντίφαση ή ασάφεια υφίσταται στις παραδοχές της ως προς αυτό.
Επομένως, είναι αβάσιμος ο πιο πάνω δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλονται σχετικές αιτιάσεις. Η προσωπική δουλεία της επικαρπίας συνίσταται στο εμπράγματο δικαίωμα του επικαρπωτή να χρησιμοποιεί και να καρπώνεται ξένο πράγμα, διακρατώντας όμως ακέραιη την ουσία του. Παρέπεται ότι ο επικαρπωτής αποκτά την οιονεί νομή επικαρπίας, δηλαδή την φυσική εξουσίαση του πράγματος με διάνοια περιορισμένου εμπραγμάτου δικαιούχου, ενώ η κυρία νομή, δηλαδή η καθολική εξουσίαση του πράγματος με διάνοια κυρίου παραμένει στον ψιλό κύριο, ασκείται όμως στο όνομά του από τον επικαρπωτή.
Η επικαρπία συνιστάται με δικαιοπραξία ή με χρησικτησία. Οι αντίστοιχες για την κτήση της κυριότητας διατάξεις εφαρμόζονται αναλόγως. Ο κύριος ακινήτου μπορεί, μεταβιβάζοντάς το, για νόμιμη αιτία, σε άλλον με συμβόλαιο μεταγεγραμμένο, να παρακρατήσει την επ' αυτού επικαρπία υπέρ του εαυτού του ή υπέρ τρίτου ή υπέρ του εαυτού του και του τρίτου (άρθρο 1143 Α.Κ.).
Στην περίπτωση αυτή δεν καταρτίζεται μία μοναδική δικαιοπραξία (με περιεχόμενο ότι ο κύριος παραχωρεί την ψιλή κυριότητα και παρακρατεί υπέρ αυτού την επικαρπία, διότι τούτο θα προϋπέθετε ότι η επικαρπία υπάρχει ήδη στο πρόσωπο του κυρίου του συνιστώντος την επικαρπία ως ιδιαίτερο δικαίωμα ανεξάρτητο από την κυριότητα, πράγμα που όμως δεν συμβαίνει, γιατί η επικαρπία ως δουλεία είναι δυνατόν να υπάρχει μόνο σε ξένο πράγμα και όχι σε ίδιο), αλλά δύο δικαιοπραξίες, αφενός μεν η μεταβίβαση της κυριότητας στον αποκτώντα, αφετέρου δε η σύσταση από τον αποκτώντα επικαρπίας υπέρ του μεταβιβάσαντος.
Οι δικαιοπραξίες αυτές μπορούν να συντελεσθούν σε ενιαία εξωτερική πράξη, αν πρόκειται για ακίνητο και να ενσωματωθούν στο ίδιο συμβολαιογραφικό έγγραφο. Κατά συνέπεια μπορεί να προσκομισθεί για μεταγραφή και το μοναδικό αυτό συμβολαιογραφικό έγγραφο (Α.Π. 811/2020, Α.Π. 1192/2011). Με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως αποδίδεται στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο η αιτίαση ότι με την προσβαλλόμενη απόφασή του εσφαλμένα ερμήνευσε και εφήρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 1142 και 1147 του Α.Κ., τις οποίες παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου, ενόψει του ότι η νομή του ιδιωτικού ναϊσκου είχε ήδη μεταβιβαστεί προηγουμένως μαζί με την ψιλή κυριότητά του στον αναιρεσείοντα με το επίδικο συμβόλαιο από τη δικαιοπάροχο μητέρα των διαδίκων αλλά και του ότι η τελευταία είχε παρακρατήσει την επικαρπία μέχρι του θανάτου της… .
Ο λόγος αυτός της αιτήσεως αναιρέσεως είναι αβάσιμος, καθόσον με αυτά που δέχθηκε ως άνω το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις παραπάνω διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως, καθόσον τα δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά πληρούσαν το πραγματικό των διατάξεων αυτών και δικαιολογούσαν την εφαρμογή τους.
Εξάλλου, το Εφετείο ούτε εκ πλαγίου παραβίασε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις ούτε στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσεως, καθόσον περιέλαβε σ' αυτή σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων. Ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη απόφαση με πληρότητα και σαφήνεια εκτίθενται όλα τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία στην συγκεκριμένη περίπτωση για την κρίση του Δικαστηρίου περί της συνδρομής των όρων και των προϋποθέσεων των διατάξεων που εφαρμόσθηκαν αναφορικά με την κτήση κυριότητας μέρους πράγματος με έκτακτη χρησικτησία, ενώ δεν υφίστανται ελλείψεις και ανεπάρκεια στις αιτιολογίες αυτής, σχετικά με τον χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Επιπλέον, δεν ήταν αναγκαίο να περιλαμβάνονται σ' αυτήν άλλες αιτιολογίες προς αποσαφήνιση του ότι στην συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν όλες οι προϋποθέσεις για την εκ μέρους του αναιρεσίβλητου κτήση της συγκυριότητας κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου επί του επίδικου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία.
Συγκεκριμένα, με την προσβαλλόμενη απόφαση με πληρότητα και σαφήνεια γίνεται δεκτό ότι εντός του όλου ακινήτου υπήρχε πράγμα δεκτικό χρησικτησίας, ότι η κυρία αυτού παρέδωσε την συγκυριότητα και τη συννομή του κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου σε έκαστο των διαδίκων, ότι παρακράτησε εφ' όρου ζωής αυτής και του συζύγου της, πατέρα των διαδίκων, την επικαρπία του πράγματος, ότι ο αναιρεσίβλητος νεμήθηκε το επίδικο επί εισοσαετία τουλάχιστον και ότι απέκτησε πρωτοτύπως την συγκυριότητα αυτού (επιδίκου), χωρίς να ασκεί ουδεμία έννομη επιρροή το ότι η ως άνω δικαιοπάροχος μητέρα του είχε παρακρατήσει την επικαρπία επ' αυτού μέχρι του θανάτου αυτής και του συζύγου της.
Τούτο δε διότι το εν λόγω εμπράγματο δικαίωμα παρείχε στους επικαρπωτές μόνο την εξουσία για πλήρη χρήση και κάρπωση τούτου (επιδίκου), χωρίς να θίγει την ουσία του και χωρίς να παρακωλύει την ως άνω άσκηση του δικαιώματος συννομής κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου.
Συνεπώς, ενόψει των ανωτέρω, πρέπει ο τρίτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, ενόψει της ήττας του αναιρεσείοντος (άρθρο 495§3 εδάφ. ε' του Κ.Πολ.Δ.). Διάταξη για τον προσδιορισμό και την επιβολή δικαστικών εξόδων δεν θα περιληφθεί στην απόφαση αυτή, διότι το σχετικό περί αυτών αίτημα υποβλήθηκε με τις, επέχουσες θέση υπομνήματος, προτάσεις του νικώντος αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκαν μετά τη συζήτηση, στις 27.09.2021.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 02.07.2019 αίτηση του …. περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 62/2019 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Και Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχει καταβάλει ο αναιρεσείων.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 17 Δεκεμβρίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 8 Φεβρουαρίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ