Legislator Case Law & Legislation
206/2019 AI generated

206/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 206/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χοϊμέ, Μαρία Τζανακάκη, Αντώνιο Τσαλαπόρτα και Θεόδωρο Μαντούβαλο, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

206/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ι. Επί της από 9-11-2015 αιτήσεως αναιρέσεως: Κατά το άρθρο 652 § 1 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε μέχρι την 31.12.2015, ήτοι πριν από την κατάργηση με το άρθρο τέταρτο του άρθρ. 1 Ν. 4335/2015 των άρθρων 646-681Δ ΚΠολΔ, η προθεσμία της έφεσης στις μισθωτικές διαφορές είναι δεκαπέντε ημέρες, αν εκείνος που δικαιούται να ασκήσει το ένδικο αυτό μέσο μένει στην Ελλάδα.

Keywords

AI generated
right to a decision timeliness of filing withdrawal of opposition late recusal request standing to appeal right to an effective remedy
AI generated
2021/2017
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Μαΐου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
1181/2019
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Φεβρουαρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
1277/2017
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23/7/2012 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 16692/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 20/2016 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 28/3/2016 αίτησή της.
352/2024
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Μαΐου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θ.
539/2019
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Νοεμβρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 206 / 2019 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 206/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χοϊμέ, Μαρία Τζανακάκη, Αντώνιο Τσαλαπόρτα και Θεόδωρο Μαντούβαλο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Οκτωβρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Α. Του αναιρεσείοντος: ΟΤΑ με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΘΕΡΜΗΣ", που εδρεύει στη Θέρμη Θεσσαλονίκης και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Ματέλλα, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 26-9-2018 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται.

Του αναιρεσιβλήτου: Σ. Κ. του Θ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ηλία Αγγελακόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις. Β. Του αναιρεσείοντος: Σ. Κ. του Θ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ηλία Αγγελακόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: ΟΤΑ με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΘΕΡΜΗΣ", που εδρεύει στη Θέρμη Θεσσαλονίκης και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Ματέλλα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-4-2012 αγωγή του ΟΤΑ με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΘΕΡΜΗΣ" (ήδη αναιρεσείοντος - αναιρεσιβλήτου), που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 17051/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 411/2015 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο υπό στοιχ. Α αναιρεσείων με την από 9-11-2015 αίτησή του και ο υπό στοιχ. Β αναιρεσείων με την από 17-11-2015 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση των υποθέσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Θεόδωρος Μαντούβαλος διάβασε τις από 7-11-2017 και από 9-10-2018 εκθέσεις της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού, τότε Αρεοπαγίτου και ήδη Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ειρήνης Καλού, με τις οποίες εισηγήθηκε, αντίστοιχα, α) την παραδοχή του δεύτερου λόγου της αίτησης αναίρεσης και την απόρριψη του πρώτου, καθώς και την αναίρεση της υπ' αριθμ. 411/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης (υπό στοιχ. Α αναίρεση) και β) την απόρριψη της από 17-11-2015 αίτησης, για αναίρεση της εκδοθείσας κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών υπ' αριθμ. 411/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης (υπό στοιχ. Β αναίρεση). Ο πληρεξούσιος του ΟΤΑ "ΔΗΜΟΣ ΘΕΡΜΗΣ" ζήτησε την παραδοχή της αίτησής του, την απόρριψη της αντίθετης, καθώς και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Οι υπό κρίση από 9-11-2015 αίτηση του αναιρεσείοντος ΟΤΑ με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΘΕΡΜΗΣ" και από 17-11-2015 αίτηση του αναιρεσείοντος Σ. Κ. πρέπει να συνεκδικαστούν λόγω της μεταξύ τους συνάφειας (αντίθετες) (ΚΠολΔ 246, 573 § 1).Με τις αιτήσεις ζητείται η αναίρεση της εκδοθείσας κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών υπ' αριθμ. 411/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, το οποίο, αφού συνεκδίκασε τις ασκηθείσες από τους διαδίκους: α) ΟΤΑ με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΘΕΡΜΗΣ" και β) Σ. Κ., αντίθετες εφέσεις κατά της υπ' αριθμ. 17051/2013 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που απέρριψε ως προς την κύρια και δέχτηκε εν μέρει, ως προς την επικουρική βάση της, την από 30-4-2012 αγωγή του αναιρεσείοντος - αναιρεσιβλήτου Δήμου Θέρμης ως εκμισθωτή κατά του αναιρεσίβλητου - αναιρεσείοντος Σ. Κ., ως μισθωτή της μεταξύ τους καταρτισθείσας εμπορικής μίσθωσης ακινήτου (αγροτεμαχίου), δέχτηκε (το Εφετείο) τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν τις ως άνω εφέσεις.

Ι. Επί της από 9-11-2015 αιτήσεως αναιρέσεως: Κατά το άρθρο 652 § 1 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε μέχρι την 31.12.2015, ήτοι πριν από την κατάργηση με το άρθρο τέταρτο του άρθρ. 1 Ν. 4335/2015 των άρθρων 646-681Δ ΚΠολΔ, η προθεσμία της έφεσης στις μισθωτικές διαφορές είναι δεκαπέντε ημέρες, αν εκείνος που δικαιούται να ασκήσει το ένδικο αυτό μέσο μένει στην Ελλάδα.

Όμως για το Ελληνικό Δημόσιο, η προθεσμία για την άσκηση έφεσης, κατά οριστικής απόφασης που εκδόθηκε κατά τη διαδικασία των άρθρων 648 έως 661 του ίδιου Κώδικα, είναι τριάντα ημέρες, κατά το άρθρο 10 του από 26.6./10.7.1944 ΠΔ, που εξακολουθεί να ισχύει και μετά την εισαγωγή του ΚΠολΔ, από την επόμενη ημέρα που θα γίνει η επίδοση της εκκαλούμενης απόφασης.

Περαιτέρω, από το άρθρο 276 § 1 εδ. β' Ν. 3463/2006 "Κύρωση του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων" που ορίζει ότι οι Δήμοι και οι Κοινότητες έχουν όλες ανεξαιρέτως τις ατέλειες και τα δικαστικά, διοικητικά και δικονομικά προνόμια που παρέχονται στο Δημόσιο, προκύπτει, ότι η προθεσμία άσκησης έφεσης κατά οριστικής απόφασης που εκδόθηκε κατά τη διαδικασία των άρθρων 648 έως 661 ΚΠολΔ, για τους Δήμους και τις Κοινότητες είναι τριάντα (30) ημέρες.

Η ίδια προθεσμία των 30 ημερών, με βάση την αρχή της ισότητας των όπλων που αποτελεί έκφανση του δικαιώματος για δίκαιη δίκη, ισχύει και για τον αντίδικο του Δημοσίου ή Δήμου ή Κοινότητας (ΟλομΑΠ 12/2002, ΑΠ 1331/ 2013, ΑΠ 328/2005). Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, δημιουργείται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο, μέσω δε αυτού ελέγχεται και το παραδεκτό της ασκήσεως ενδίκου μέσου, ως προς το εμπρόθεσμο της άσκησής του. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο, παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη ως εκπρόθεσμη, την υπ' αριθμ.

καταθ. 3568/9-10-2013 έφεση του αναιρεσιβλήτου κατά της υπ' αριθμ. 17051/2013 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών, αν και ασκήθηκε μετά την πάροδο της δεκαπενθήμερης προθεσμίας του άρθρου 652 § 1 ΚΠολΔ. Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφασή του, αναφορικά με το παραδεκτό των ασκηθεισών από τους διαδίκους ΟΤΑ με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΘΕΡΜΗΣ" αφ' ενός και Σ.

Κ., αφ' ετέρου, με αριθμούς εκθέσεως καταθέσεως ….90/25-9-2013 και …68/9-10-2013, αντίστοιχα, αντίθετων εφέσεων, κατά της υπ' αριθμ. 17051/2013 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών, δέχθηκε τα εξής: "Οι υπό κρίση ως άνω εφέσεις έχουν ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, εντός της προθεσμίας των τριάντα ημερών από την κατά την 10-9-2013 επίδοση της εκκαλουμένης στον εναγόμενο, Σ.

Κ., όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. 7….0Β/10-9-2013 έκθεση επίδοσης τον δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης Κ. Α. (άρθρα 495 επ. 511 επ., 518 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, εφόσον α) για το παραδεκτό της άσκησης και συζήτησης της πρώτης ως άνω έφεσης, καθώς και της εκπροσώπησης του εκκαλούντος Δήμου, στην παρούσα κατ' έφεση δίκη υπό πληρεξουσίου δικηγόρου, προσκομίζεται από τον εκκαλούντα Δήμο η άδεια της οικείας Οικονομικής Επιτροπής και β) για το παραδεκτό της άσκησης της δεύτερης ως άνω έφεσης, κατατέθηκε το προβλεπόμενο από το άρθρο 495 § 4 ΚΠολΔ παράβολο, πρέπει αυτές να γίνουν τυπικά δεκτές και να ερευνηθούν περαιτέρω, κατά την ίδια ως άνω διαδικασία, κατά την οποία εκδόθηκε η εκκαλούμενη απόφαση, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 533 παρ. 1 ΚΠολΔ)".

Έτσι που αποφάνθηκε το Εφετείο και ειδικότερα, μεταξύ άλλων, ότι η έφεση του αναιρεσιβλήτου κατά της 17051/2013 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης που εκδόθηκε κατά τη διαδικασία των μισθωτικών διαφορών ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, εντός της προθεσμίας των τριάντα ημερών από την επίδοση σ' αυτόν, στις 10.9.2013, της εκκαλουμένης αποφάσεως, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επειδή παρά το νόμο και κατά παράβαση του άρθρου 652 § 1 ΚΠολΔ δεν κήρυξε απαράδεκτο, καθόσον στην προκειμένη περίπτωση, που αντίδικος του εκκαλούντος ήταν Δήμος (ΟΤΑ "ΔΗΜΟΣ ΘΕΡΜΗΣ"), ως προς τον οποίο σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας η προθεσμία άσκησης έφεσης κατά της εκκαλούμενης οριστικής απόφασης που εκδόθηκε κατά τη διαδικασία των άρθρων 648 έως 661 ΚΠολΔ ήταν τριάντα ημέρες, η ίδια προθεσμία των 30 ημερών ίσχυε και για τον αντίδικο του εκκαλούντα και ήδη αναιρεσίβλητο.

Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Ο νόμος 813/1978 "περί εμπορικών και ετέρων τινών κατηγοριών μισθώσεων", ο οποίος κωδικοποιήθηκε με το ΠΔ 34/1995, εισήγαγε ειδικό σύστημα ιδιαίτερης προστασίας της επαγγελματικής στέγης προς προαγωγή του συμφέροντος όχι μόνο του μισθωτή, αλλά και της εθνικής οικονομίας και ως εκ τούτου οι διατάξεις του, καθώς και οι διατάξεις των νόμων, που τροποποιούν ή συμπληρώνουν αυτόν ή περατώνουν αναγκαστικώς τη συμβατική διάρκεια των υπαγομένων στη ρύθμισή του μισθώσεων, είναι ειδικές και κατισχύουν άλλων διατάξεων, από την εφαρμογή των οποίων προκύπτουν έννομα αποτελέσματα αντίθετα ή διαφορετικά εκείνων, που απορρέουν από την εφαρμογή του εν λόγω νόμου.

Περαιτέρω, στην ειδική προστασία που θεσπίζουν οι διατάξεις αυτές, υπήχθησαν όλες οι δραστηριότητες, καθώς και τα επαγγέλματα που αναφέρονται στα άρθρα 1 και 2 αντίστοιχα, του εν λόγω δ/τος. Επομένως, στην ανωτέρω προστασία (του ΠΔ 34/1995) υπάγονται και οι μισθώσεις ακινήτων με εκμισθωτή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου ή ΟΤΑ, τα οποία εκμισθώνονται, κατά κανόνα με δημόσιο πλειοδοτικό διαγωνισμό, ύστερα από απόφαση του διοικούντος αυτά οργάνου (ΠΔ 715/1979 "περί τρόπου ενεργείας υπό των ν.π.δ.δ.

προμηθειών, μισθώσεων, εκμισθώσεων εν γένει κλπ, Ν. 3463/ 2006 "Κύρωση του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων", ΠΔ 270/1981 "Περί καθορισμού των οργάνων, της διαδικασίας και των όρων διενεργείας δημοπρασιών δι' εκποίησιν ή εκμίσθωσιν πραγμάτων των δήμων και κοινοτήτων"), εφόσον σε αυτά οι μισθωτές ασκούν τις αναφερόμενες στο άρθρο 1 του εν λόγω π.δ/τος δραστηριότητες ή τα επαγγέλματα του άρθρου 2 αυτού.

Τούτο δε, διότι οι διατάξεις του ως άνω "περί εμπορικών μισθώσεων" ΠΔ, είναι επικρατέστερες εκείνων που ρυθμίζουν εν γένει τις ως άνω μισθώσεις (ΠΔ 715/1979 κλπ) ως ειδικότερες, αφού ρυθμίζουν τις υπαγόμενες σ' αυτές μισθώσεις-εκμισθώσεις, ανεξάρτητα από το πρόσωπο του μισθωτή-εκμισθωτή, λαμβάνοντας πρωτίστως υπόψη τους, τους ειδικούς σκοπούς (προστασία της επαγγελματικής στέγης προς προαγωγή του συμφέροντος, όχι μόνο του μισθωτή, αλλά και της εθνικής οικονομίας) που επιδιώκουν οι νόμοι που έχουν κωδικοποιηθεί με το ΠΔ αυτό (34/1995), και κατισχύουν, επί μη διαδικαστικών ζητημάτων, των διατάξεων που ρυθμίζουν εν γένει τις μισθώσεις των ΝΠΔΔ, ΟΤΑ κ.λπ., εφόσον από την εφαρμογή των τελευταίων προκύπτουν έννομα αποτελέσματα αντίθετα ή και διαφορετικά εκείνων που προκύπτουν από την εφαρμογή του ΠΔ 34/1995 (ΑΠ 885/2009, ΑΠ 1429/2000, ΑΠ 1744/1991).

Ως εκ τούτου, επί εκμισθώσεως σε τρίτο ακινήτου ΝΠΔΔ ή ΟΤΑ που εμπίπτει στις προστατευτικές διατάξεις των εμπορικών μισθώσεων, ως προς τα ουσιαστικά ζητήματα (και τέτοιο τυγχάνει να είναι και η νόμιμη διάρκεια της εκμίσθωσης), είναι επικρατέστερες οι διατάξεις του ΠΔ 34/1995 και εν προκειμένω εκείνη του άρθρου 5 § 1 του εν λόγω π.δ/τος, όπως αντικαταστάθηκε με την §6 του άρθρου 7 Ν. 2741/1999 και ίσχυε πριν από το Ν. 4242/2014, με την οποία είχε οριστεί ότι η διάρκεια της μίσθωσης είναι δώδεκα χρόνια, έστω και αν συμφωνηθεί για μικρότερο χρόνο ή και για αόριστο (νόμιμη διάρκεια), χωρίς να αξιώνεται από τη διάταξη αυτή, αλλά και από οποιαδήποτε άλλη, για την αυτοδίκαιη παράταση της συνομολογηθείσας για μικρότερο χρόνο εμπορικής μίσθωσης με εκμισθωπή ΟΤΑ ή ΝΠΔΔ, μέχρις ότου συμπληρωθεί δωδεκαετία, οποιαδήποτε άλλη προϋπόθεση και μάλιστα από τις αναφερόμενες στη διάταξη του άρθρου 7 § 19 Ν. 2741/1999 (απόφαση του αρμόδιου οργάνου του ΝΠΔΔ ή ΟΤΑ και συμφωνία του εκμισθωτή ΝΠΔΔ και ΟΤΑ με το μισθωτή), η οποία ρυθμίζει περίπτωση διαφορετική της αυτοδίκαιης παράτασης της διάρκειας της εμπορικής μίσθωσης μέχρι τη συμπλήρωση δωδεκαετίας.

Με την τελευταία αυτή διάταξη του άρθρου 7 § 19 Ν. 2741/1999 υπό τον τίτλο "Παράταση μισθώσεων Δημοσίου, Ν.Π.Δ.Δ. και Ο.Τ.Α." ορίζεται "Με την επιφύλαξη των διατάξεων της παρ. 17 του άρθρου 41 του ν. 2648/1998, μισθώσεις ακινήτων με εκμισθωτή το Δημόσιο ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου ή Ο.Τ.Α. ή την Κτηματική Εταιρία του Δημοσίου, που υπάγονται στο π.δ. 34/1995 και έληξαν σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 58 παράγραφοι 10 και 12 αυτού ή που λήγουν οποτεδήποτε, μπορούν να παρατείνονται μέχρι δώδεκα (12) χρόνια από τη λήξη τους με απόφαση του αρμόδιου οργάνου του Δημοσίου ή του Ν.Π.Δ.Δ.

ή των Ο.Τ.Α. ή της Κτηματικής Εταιρίας του Δημοσίου και με απευθείας σύναψη σύμβασης παράτασης της μίσθωσης με τον εγκατεστημένο στο μίσθιο μισθωτή. Το ετήσιο μίσθωμα στις παραπάνω παρατάσεις δεν μπορεί να συμφωνηθεί κατώτερο από το 10% της εκάστοτε ισχύουσας αντικειμενικής αξίας του μισθίου ή της αγοραίας αξίας, στις περιοχές που δεν ισχύει το σύστημα αυτό.

Σε κάθε περίπτωση το μηνιαίο μίσθωμα δεν μπορεί να είναι κατώτερο από το καταβαλλόμενο". Με τη ρύθμιση της διάταξης αυτής, παρέχεται η δυνατότητα στο Δημόσιο τα ΝΠΔΔ και ΟΤΑ, ως εκμισθωτές εμπορικής μίσθωσης, κατ' απόκλιση από τις διατάξεις που ορίζουν την υποχρεωτική διενέργεια διαγωνισμού για την εκμίσθωση ακινήτων τους (βλ.

ενδεικτικά άρθρο 82 Ν. 2362/1995, άρθρα 26, 37 ΠΔ 715/1979) να παρατείνουν τις υφιστάμενες μισθώσεις για χρονικό διάστημα μέχρι 12 έτη από τη λήξη του νόμιμου χρόνου προστασίας της εμπορικής μίσθωσης, με τις προϋποθέσεις που αναφέρονται στην εν λόγω διάταξη, τόσο δε η παράταση αυτή καθ' εαυτή όσο και η διάρκειά της απόκειται στην απόλυτη κρίση του εκμισθωτή και δεν είναι υποχρεωτική, όπως αντιθέτως συμβαίνει στην περίπτωση του άρθρου 5 § 1 ΠΔ 34/1995, η οποία κατά τα προαναφερόμενα ρυθμίζει διαφορετική περίπτωση.

Τέλος, με το άρθρο 601 ΑΚ, που εφαρμόζεται, κατά τη ρητή διάταξη του άρθρου 44 ΠΔ 34/1995 "Κωδικοποίηση διατάξεων νόμων περί εμπορικών μισθώσεων" και στις μισθώσεις του εν λόγω π.δ/τος, ανεξάρτητα από το ποιος είναι ο μισθωτής ή ο εκμισθωτής και συνεπώς και στις μισθώσεις του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ, ορίζεται ότι "ο μισθωτής, για όσο χρόνο παρακρατεί το μίσθιο μετά τη λήξη της μίσθωσης, οφείλει ως αποζημίωση το συμφωνημένο μίσθωμα, χωρίς αυτό να αποκλείει δικαίωμα του εκμισθωτή να απαιτήσει και άλλη περαιτέρω ζημία".

Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι ο μισθωτής, οφείλει μετά τη λήξη του χρόνου της μίσθωσης να αποδώσει το μίσθιο στον εκμισθωτή, εάν δε δεν το αποδίδει και εξακολουθεί να παραμένει σε αυτό, ευθύνεται κατ' άρθρο 601 ΑΚ για πλήρη αποζημίωση του εκμισθωτή, η οποία συνίσταται στο συμφωνημένο μίσθωμα και στην αξίωση να απαιτήσει κάθε περαιτέρω ζημία.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλομΑΠ 7/2006, 4/2005).

Με το λόγο αναίρεσης από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ.

ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απερρίφθη ή έγινε δεκτή κατ' ουσία (ΟλομΑΠ 10/2011, 2/2013). Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο με το να δεχτεί ότι η ένδικη σύμβαση μίσθωσης, εννεαετούς συμβατικής διάρκειας, αν και εμπορική, υπαγόμενη στην προστασία του ΠΔ 34/1995, έληξε με την πάροδο τον συμβατικού χρόνου της στις 31-11-2008, ενόψει του ότι δεν παρατάθηκε νομότυπα έως ότου συμπληρωθεί 12ετία, με απόφαση του αρμοδίου οργάνου του ενάγοντος - εκμισθωτή ΟΤΑ (Δήμου) και απευθείας σύναψη σύμβασης παράτασης της μίσθωσης με τον εγκατεστημένο στο μίσθιο μισθωτή σύμφωνα με το άρθρο 7 § 19 Ν. 2741/1999, παραβίασε ευθέως, τη διάταξη του άρθρου 5 § 1 ΠΔ 34/1995, την οποία παρέλειψε να εφαρμόσει, αναφορικά με τη νόμιμη διάρκεια της ένδικης μισθώσεως, αν και ήταν εφαρμοστέα, καθώς και τη διάταξη του άρθρου 7 § 19 Ν. 2741/1999, την οποία εφάρμοσε αν και δεν ήταν εφαρμοστέα.

Αναφορικά με το λόγο αυτό, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, δικάζοντας τις ως άνω εφέσεις των διαδίκων, δέχτηκε, τα ακόλουθα: "Ο ενάγων ΟΤΑ (ήδη εκκαλών α' εφέσεως - εφεσίβλητος β' εφέσεως) με την αγωγή του, την οποία απηύθυνε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, κατά του εναγομένου (ήδη εκκαλούντος β' εφέσεως - εφεσίβλητου α' εφέσεως), ισχυρίσθηκε, ότι κατόπιν διενεργηθείσας δημοπρασίας και δυνάμει ιδιωτικού συμφωνητικού, εκμίσθωσε στον εναγόμενο το, λεπτομερώς περιγραφόμενο στην αγωγή και στο ανωτέρω συμφωνητικό, μίσθιο, προκειμένου να το χρησιμοποιήσει για την άσκηση της επαγγελματικής του δραστηριότητας αντί του συμφωνηθέντος ετησίου μισθώματος, όπως αναλυτικά εκθέτει στην αγωγή.

Ότι ο εναγόμενος, μολονότι έκανε ακώλυτη χρήση του μισθίου, δεν του κατέβαλε τα οφειλόμενα μισθώματα για το χρονικό διάστημα που αναφέρεται στην αγωγή, και για το λόγο αυτό με την υπό κρίση αγωγή κατήγγειλε τη μίσθωση. Με βάση τα παραπάνω ζήτησε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να του αποδώσει τη χρήση τον περιγραφομένου στην αγωγή μισθίου ακινήτου και να του καταβάλει τα ως άνω οφειλόμενα μισθώματα, το μίσθωμα που θα καταστεί απαιτητό έως την επέλευση των αποτελεσμάτων της καταγγελίας καθώς και αποζημίωση χρήσης, λόγω λήξης της μίσθωσης με την επέλευση των αποτελεσμάτων της καταγγελίας και μέχρι τη συζήτηση της αγωγής, νομιμότοκα για κάθε κονδύλιο, όπως εκθέτει στην αγωγή και μέχρι την εξόφληση.

Άλλως και επικουρικά, σε περίπτωση που η μίσθωση θεωρηθεί ότι έληξε στις 30-11-2008, ζήτησε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να του αποδώσει τη χρήση του ως άνω μισθίου ακινήτου και να του καταβάλει τα οφειλόμενα μισθώματα για την περίοδο από 1-12-2006 έως 30-11-2008, καθώς και αποζημίωση χρήσης για το μετέπειτα χρονικό διάστημα και μέχρι τη συζήτηση της αγωγής, νομιμότοκα για κάθε κονδύλιο, όπως εκθέτει στην αγωγή και μέχρι την εξόφληση......

Από τις ένορκες καταθέσεις... αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο ενάγων, μετά την διενέργεια δημοπρασίας, που διενεργήθηκε σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 44/1999 απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου Θέρμης και εγκρίθηκε με την υπ' αριθμ. 62/1999 απόφαση αυτού, και δυνάμει του από 1-12-1999 ιδιωτικού συμφωνητικού μίσθωσης, εκμίσθωσε στον εναγόμενο ένα αυτοτελές και διηρημένο τμήμα του υπ' αριθμ. 328 αγροτεμαχίου, εκτάσεως 7.331,20 τ.μ.

που βρίσκεται στη Θέση ... του Δημοτικού Διαμερίσματος ..., και συνορεύει νοτιανατολικά με την εθνική οδό ..., ανατολικά με το υπ' αριθμ. …1 αγροτεμάχιο και τμήμα του …2 αγροτεμαχίου, βόρεια με υπ' αριθμ. …0 αγροτεμάχιο και δυτικά με δίοδο πλάτους 6 μέτρων. Το ετήσιο μίσθωμα συμφωνήθηκε στο ποσό των 351.000 δραχμών/στρέμμα και συνολικά στο ποσό των 2.573.251 δραχμών (7.551,73 ευρώ) πλέον του τέλους χαρτοσήμου, προκαταβαλλόμενο στην αρχή κάθε μισθωτικής περιόδου και αναπροσαρμοζόμενο κατ' έτος κατά ποσοστό 5%.

Η διάρκεια της μίσθωσης ορίστηκε σε εννέα έτη, αρχόμενη από την υπογραφή της μίσθωσης. Όπως ρητά αναφέρεται στο ως άνω ιδιωτικό συμφωνητικό ο εκμισθωτής - ενάγων εκμίσθωσε το μίσθιο ακίνητο στον εναγόμενο, ο οποίος ανακηρύχθηκε μοναδικός πλειοδότης στη δημοπρασία της 8ης-9-1999, "βάσει των όρων που καθορίσθηκαν με την υπ' αριθμ. 44/1999 απόφαση της Δημαρχικής Επιτροπής του Δήμου Θέρμης", σύμφωνα δε με το άρθρο 5 της απόφασης αυτής "η εκμίσθωση του αγροτεμαχίου γίνεται για την άσκηση σ' αυτό οποιασδήποτε επαγγελματικής δραστηριότητας και η σύμβαση θα διέπεται από τις διατάξεις του ΠΔ 34/1995".

Πρόκειται δηλαδή για εμπορική μίσθωση. Από την υπογραφή του ως άνω ιδιωτικού συμφωνητικού, ο εναγόμενος παρέλαβε το μίσθιο και έκτοτε το χρησιμοποιεί για την κάλυψη των αναγκών στάθμευσης αυτοκινήτων πελατών κέντρου διασκέδασης, που λειτουργεί σε όμορο ακίνητο. Με την πάροδο τον συμβατικού χρόνου μίσθωσης στις 31-11-2008, η εν λόγω μίσθωση έληξε, ενόψει του ότι δεν παρατάθηκε νομότυπα έως ότου συμπληρωθεί 12ετία, με απόφαση του αρμοδίου οργάνου του ενάγοντος (ΟΤΑ) και απευθείας σύναψη σύμβασης παράτασης της μίσθωσης με το εγκατεστημένο στο μίσθιο μισθωτή σύμφωνα με το άρθρο 7 § 19 Ν. 2741/1999.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι μολονότι ο εναγόμενος έκανε μέχρι τη συζήτηση της αγωγής ενώπιον τον πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου (22-4-2013) ακώλυτα και ελεύθερα χρήση του παραπάνω μισθίου, δεν κατέβαλε στον ενάγοντα αφενός τα μισθώματα των μισθωτικών περιόδων από 1-12-2006 έως 30-11-2007 και 1-12-2007 έως 30-11-2008, μετά του αναλογούντος τέλους χαρτοσήμου, χρονικό διάστημα κατά το οποίο η επίδικη σύμβαση ήταν ακόμη ενεργή, συνολικού ποσού 22.567,58 ευρώ (11.008,58 ευρώ το ετήσιο μίσθωμα μετά του αναλογούντος τέλους χαρτοσήμου της μισθωτικής περιόδου από 1-12-2006 έως 30-11-2007 + 11.559 ευρώ το ετήσιο μίσθωμα μετά τον αναλογούντος τέλους χαρτοσήμου της μισθωτικής περιόδου από 1-12-2007 έως 30-11-2008), αφετέρου δε την κατ' άρθρο 601 ΑΚ, κατ' αποκοπή προβλεπόμενη ίση προς το συμφωνημένο μίσθωμα αποζημίωση για την εκ μέρους του παρακράτηση του μισθίου κατά το χρονικό διάστημα από 1-12-2008 έως της συζητήσεως της υποθέσεως (22-4-2013)...

Συνεπώς ο εναγόμενος οφείλει για τους παραπάνω λόγους στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 71.597,80 ευρώ, το οποίο και πρέπει να υποχρεωθεί να καταβάλει σ' αυτόν.

Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφασή του δέχθηκε τα ίδια και έκανε εν μέρει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη την αγωγή, ως προς την επικουρική της βάση, απορρίπτοντας την κύρια βάση αυτής, ορθά το νόμο εφάρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε, όσα δε αντίθετα ισχυρίζονται οι διάδικοι με τους σχετικούς λόγους των ένδικων εφέσεών τους, οι οποίοι συνοψίζονται σε εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και σε κακή εκτίμηση των αποδείξεων, είναι αβάσιμα και απορριπτέα".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, και ιδίως με βάση την παραδοχή ότι η ένδικη μίσθωση έληξε με την πάροδο του συμβατικού χρόνου της στις 31-11-2008, το Εφετείο απέρριψε στο σύνολό τους, ως αβάσιμες κατ' ουσία, τις εφέσεις των διαδίκων κατά της πρωτόδικης απόφασης, που κρίνοντας ομοίως, είχε απορρίψει την αγωγή ως προς την κύρια βάση της και έκανε εν μέρει δεκτή αυτή ως ουσιαστικά βάσιμη ως προς την επικουρική.

Κρίνοντας, έτσι, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του αναφορικά με τη λήξη της ένδικης μίσθωσης, και ειδικότερα, ότι η εν λόγω μίσθωση, η διάρκεια της οποίας συμφωνήθηκε για χρονικό διάστημα εννέα ετών, αρχόμενο από την 1-12-1999, έληξε την 31-11-2008, με την πάροδο του συμβατικού χρόνου διάρκειάς της, ενόψει του ότι δεν παρατάθηκε νομότυπα έως ότου συμπληρωθεί 12ετία, με απόφαση του αρμοδίου οργάνου του ενάγοντος (ΟΤΑ) και απευθείας σύναψη σύμβασης παράτασης της μίσθωσης με τον εγκατεστημένο στο μίσθιο μισθωτή σύμφωνα με το άρθρο 7 § 19 Ν. 2741/1999, αν και ως εμπορική, σύμφωνα με τις παραδοχές της εκκαλουμένης απόφασης, υπαγόμενη στις διατάξεις του ΠΔ 34/1995, είχε παραταθεί αυτοδικαίως, εωσότου συμπληρωθεί δωδεκαετία από την έναρξή της, σύμφωνα με την εφαρμοστέα στην προκειμένη περίπτωση ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 5 § 1 του εν λόγω ΠΔ/τος, η οποία δεν εξαρτά, όπως εσφαλμένως δέχτηκε η προσβαλλόμενη απόφαση την αυτοδίκαιη παράτασή της μέχρι τη συμπλήρωση δωδεκαετίας από τις προϋποθέσεις (απόφαση του αρμόδιου οργάνου του Δημοσίου ή του ΝΠΔΔ ή των ΟΤΑ ή της Κτηματικής Εταιρίας του Δημοσίου και συμφωνία του εκμισθωτή Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ με το μισθωτή) που προβλέπονται στο άρθρο 7 § 19 Ν. 2741/1999, το οποίο σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, ρυθμίζει διαφορετική περίπτωση απ' αυτήν της αυτοδίκαιης παράτασης επαγγελματικής μισθώσεως που έχει συνομολογηθεί για χρονικό διάστημα μικρότερο των 12 ετών μέχρι τη συμπλήρωση δωδεκαετίας, και συγκεκριμένα περιπτώσεις παράτασης ή ανανέωσης χωρίς διαγωνισμό αλλά με συμφωνία του εκμισθωτή Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ με το μισθωτή από τη λήξη του νόμιμου χρόνου προστασίας της εμπορικής μίσθωσης και δεν ήταν εφαρμοστέο εν προκειμένω, παραβίασε ευθέως τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 5 § 1 ΠΔ 34/1995 και 7 § 19 Ν. 2741/1999.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος. Μετά απ' αυτά, πρέπει, κατά παραδοχή του δεύτερου αυτού λόγου αναιρέσεως, να γίνει δεκτή η αίτηση και να αναιρεθεί η ως άνω απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο Εφετείο, εφόσον είναι δυνατή η συγκρότησή του από δικαστή άλλον, εκτός εκείνου που δίκασε (ΚΠολΔ 580 § 3).

Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος θα επιβληθούν, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματός του, σε βάρος του αναιρεσίβλητου, λόγω της ήττας του (ΚΠολΔ 176, 183, 191), θα επιβληθούν όμως μειωμένα, σύμφωνα με το άρθρο 281 § 2 Ν. 3463/2006 "Κώδικας Δήμων και Κοινοτήτων", όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΙΙ. Επί της από 17-11-2015 αιτήσεως αναιρέσεως: Σύμφωνα με το άρθρο 1 ΒΔ 24-9/20-10-1958 "Περί Εσόδων Δήμων και Κοινοτήτων", έσοδα των Δήμων είναι μεταξύ άλλων και τα I. α) Τακτικά, προερχόμενα εκ των προσόδων κινητής και ακίνητης περιουσίας. Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 6 ΑΝ 344/1968, ο χρόνος της παραγραφής των αξιώσεων των δήμων και κοινοτήτων είναι είκοσι ετών, αρχόμενος από της λήξεως του οικονομικού έτους εντός του οποίου βεβαιώθηκαν αυτές οριστικά.

Κατ' εξαίρεση οι προερχόμενες από φόρους γενικά, τέλη, δικαιώματα, εισφορές και αντίτιμο προσωπικής εργασίας παραγράφονται μετά πενταετία ως ανωτέρω. Από τα παραπάνω συνάγεται ότι η απορρέουσα από σύμβαση μίσθωσης αξίωση του Δήμου για καταβολή μισθωμάτων υπόκειται στην προβλεπόμενη από το ανωτέρω άρθρο 6 ΑΝ 344/1968 εικοσαετή παραγραφή.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επειδή το Εφετείο, με το να απορρίψει ως μη νόμιμη την παραδεκτώς προταθείσα από τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και επαναφερθείσα με σχετικό λόγο της έφεσής του ένσταση πενταετούς παραγραφής, κατ' άρθρο 250 αρ. 16 ΑΚ της αγωγικής αξιώσεως του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου Δήμου για τα αιτούμενα μισθώματα της μισθωτικής περιόδου από 1.12.2006 μέχρι 30.11.2007, παραβίασε ευθέως, αφ' ενός μεν τις διατάξεις των άρθρων 6 ΑΝ 344/1968, 1 ΒΔ 24-9/20.10.1958 και 44 § 2 εδ.

γ' ΝΔ 496/1974, τις οποίες εφάρμοσε, αν και δεν ήταν εφαρμοστέες, καθόσον η προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 6 ΑΝ 344/1968 εικοσαετής παραγραφή δεν ισχύει για αξιώσεις που απορρέουν από συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου που συνάπτουν οι ΟΤΑ με ιδιώτες αλλά για αξιώσεις που απορρέουν από σχέσεις δημοσίου δικαίου, και επί πλέον αντίκειται στην από το άρθρο 4 του Συντάγματος απορρέουσα αρχή της ισότητας, αφ' ετέρου δε παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 250 αρ. 16 ΑΚ, την οποία δεν εφάρμοσε, αν και ήταν εφαρμοστέα.

Ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, εφόσον, από τη διάταξη του άρθρου 6 ΑΝ 344/1968 που προαναφέρθηκε, σαφώς προκύπτει ότι η απορρέουσα από σύμβαση μίσθωσης αξίωση του Δήμου για καταβολή μισθωμάτων υπόκειται στην προβλεπόμενη από το ανωτέρω άρθρο 6 ΑΝ 344/1968 εικοσαετή παραγραφή, η οποία δεν αντίκειται στο άρθρο 4 § 1 του Συντάγματος, όπως αβασίμως διατείνεται, επίσης, ο αναιρεσείων, για το λόγο ότι, για τις απαιτήσεις των ιδιωτών από μισθώματα, με το άρθρο 250 αρ. 16 ΑΚ θεσπίστηκε κατά πολύ μικρότερη και συγκεκριμένα πενταετής παραγραφή των αξιώσεων αυτών, αφού η διαφοροποίηση αυτή δικαιολογείται από λόγους γενικότερου δημοσίου συμφέροντος, για την προστασία της περιουσίας και της οικονομικής κατάστασης των Δήμων.

Επομένως, ο λόγος αυτός αναίρεσης (τρίτος) είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Με τους πρώτο και δεύτερο λόγους αναίρεσης, ο αναιρεσείων αιτιάται την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, αποδίδοντάς της πλημμέλειες περί την αποδοχή της επικουρικής βάσης της αγωγής. Συγκεκριμένα με τον πρώτο λόγο εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, επειδή το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες, αναφορικά με το ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα της παρακράτησης του μισθίου εκ μέρους του αναιρεσείοντος κατά το χρονικό διάστημα από 1.12.2008, που λύθηκε η ένδικη σύμβαση μίσθωσης, μέχρι 22.4.2013, καθόσον ειδικότερα, ουδόλως ανέφερε, με ποιόν τρόπο έκανε δήθεν αυτός ακώλυτη και ελεύθερη χρήση του επιδίκου μισθίου κατά το ως άνω χρονικό διάστημα (από 1.12.2008 μέχρι 22.4.2013) και με ποιόν τρόπο αυτός παρακράτησε δήθεν τούτο και μετά τη λήξη της ένδικης σύμβασης μίσθωσης, στερώντας έτσι την απόφασή του νόμιμης βάσης, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος περί της ορθής ή όχι εφαρμογής της ουσιαστικού δικαίου διατάξεως του άρθρου 601 ΑΚ.

Και με το δεύτερο λόγο εκ του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, γιατί το Εφετείο απέρριψε ως μη νόμιμη την προβληθείσα απ' αυτόν πρωτοδίκως και επαναφερθείσα στο Εφετείο με λόγο έφεσης ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος, που προέβαλε τόσο για την άσκηση του δικαιώματος για καταβολή μισθωμάτων (κύρια βάση της αγωγής), όσο και για την καταβολή αποζημίωσης χρήσεως του μισθίου (μισθωμάτων) μετά τη λήξη του συμβατικού χρόνου της μίσθωσης στις 30-11-2008 (επικουρική βάση της αγωγής), μη λαμβάνοντας υπόψη γεγονότα που διαλαμβάνονταν σ' αυτήν και ήταν ουσιώδη για τη νομική θεμελίωσή της.

Μετά την κατ' αποδοχή της από 9-11-2015 αίτησης του αναιρεσείοντος ΟΤΑ με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΘΕΡΜΗΣ", αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης κατά το μέρος που απέρριψε την κύρια βάση της από 30-4-2012 και με αριθ. καταθ. 14793/2012 αγωγής, της οποίας η αναιρετική εμβέλεια καθιστά αλυσιτελή την εξέταση της επικουρικής βάσης αυτής (αγωγής), παρέλκει η έρευνα του πρώτου λόγου του αναιρετηρίου από τους αρ. 1 και 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, καθώς επίσης παρέλκει και η έρευνα της καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος καθόσον αφορά την επικουρική βάση της αγωγής, ενώ καθόσον αφορά την κύρια βάση της αγωγής θα ερευνηθεί ως προς το νόμω και ουσία βάσιμο αυτής από το Δικαστήριο της παραπομπής εφόσον κριθεί ως ουσιαστικά βάσιμη η αξίωση του ενάγοντος κατά την κύρια βάση της αγωγής.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει η ένδικη αίτηση να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, σύμφωνα με το άρθρο 495 § 4 ΚΠολΔ, παραβόλου και ο αναιρεσείων, ως ηττηθείς διάδικος, να καταδικαστεί στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου ΟΤΑ (άρθρα 176, 183 191 § 2 ΚΠολΔ), που κατέθεσε και προτάσεις, μειωμένη σύμφωνα με το άρθρο 281 § 2 Ν. 3463/2006 "Κώδικας Δήμων και Κοινοτήτων", όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει τις από 9-11-2015 αίτηση του αναιρεσείοντος ΟΤΑ με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΘΕΡΜΗΣ" και από 17-11-2015 αίτηση του αναιρεσείοντος Σ. Κ..

Δέχεται την από 9-11-2015 και με αριθμό καταθέσεως ..22/2015 αίτηση.

Αναιρεί την 411/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Παραπέμπει την υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλο Δικαστή.

Επιβάλλει σε βάρος του αναιρεσίβλητου τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

Απορρίπτει την από 17-11-2015 και με αριθμό καταθέσεως …31/2015 αίτηση.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 11 Ιανουαρίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Φεβρουαρίου 2019.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ