206/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 206 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Legislator headnote
AI generated206/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 206 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 206 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 206/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές: Χρυσούλα Παρασκευά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Χαράλαμπο Μαχαίρα, Σοφία Καρυστηναίου και Αρετή Παπαδιά, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, στις 2 Μαΐου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "Εθνικό Κέντρο Βιώσιμης και Αειφόρου Ανάπτυξης" (ΕΚΒΑΑ) που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικού διαδόχου του Ινστιτούτου Γεωλογικών και Μεταλλευτικών Ερευνών (ΙΓΜΕ), το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Αρβανιτάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων:1) Μ. Κ. του Κ., κατοίκου ..., 2) Β. Β. του Ε., κατοίκου ..., 3) Α. Κ. του Α., κατοίκου ... και 4) Α. Κ. του Ι., κατοίκου ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν και δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-3-2001 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 723/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5099/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε το ήδη αναιρεσείον με την από 9-11-2005 αίτησή του και τους από 16-3-2007 πρόσθετους λόγους της.
Εκδόθηκε η 1019/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία αναίρεσε και παρέπεμψε την υπόθεση για εκ νέου συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο.
Εκδόθηκε η 53/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά το αναιρεσείον με την από 9-1-2013 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αρετή Παπαδιά, ανέγνωσε την από 22-10-2016 έκθεση του κωλυομένου να συμμετάσχει στην σύνθεση Αρεοπαγίτη Νικολάου Τσάκου, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτηση.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1 και 2 και 576 παρ. 1-3 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι. Περαιτέρω κατά τις διατάξεις του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. γ και δ Κ.Πολ.Δ. που εφαρμόζονται και στην αναιρετική δίκη (άρθρο 575 παρ. 1 εδ. β Κ.Πολ.Δ.) αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε, κατά την οποία δεν χρειάζεται νέα κλήση του διαδίκου προς εμφάνιση, η δε αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Ωστόσο κατά την έννοια των τελευταίων αυτών διατάξεων η αναβολή της συζήτησης και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο για τη μετ' αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και επομένως δεν χρειάζεται νέα κλήση του απολειπόμενου κατ' αυτή διαδίκου εφόσον αυτός είτε είχε επισπεύσει ο ίδιος τη συζήτηση της υπόθεσης κατά την αρχική δικάσιμο είτε είχε νόμιμα κλητευθεί να παραστεί κατά την αρχική δικάσιμο είτε είχε σε κάθε περίπτωση νόμιμα παραστεί κατ' αυτή, οπότε με τη νόμιμη παράστασή του χωρίς εναντίωσή του καλύφθηκε η τυχόν ακυρότητα της κλήτευσής του για την αρχική δικάσιμο. Διαφορετικά η αναβολή της υπόθεσης και η αναγραφή της στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ' αναβολή δικάσιμο δεν ισχύει ως κλήτευση του απολειπόμενου κατ' αυτή διαδίκου. Στην προκειμένη περίπτωση από την 2863 ΣΤ'-26-9-2016 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Αθηνών Ε. Κ. την οποία επικαλείται και προσκομίζει το αναιρεσείον προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης από 9-1-2013 αίτησης αναίρεσης με την κάτω από αυτήν από 12-7-2016 πράξη του προέδρου του Β1 πολιτικού τμήματος του Αρείου Πάγου, με την οποία ορίσθηκε δικάσιμος προς εκδίκαση της υπόθεσης η 6-12-2016 και με κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο εκείνη επιδόθηκε με παραγγελία του πληρεξούσιου δικηγόρου του αναιρεσείοντος εμπρόθεσμα (άρθρ. 568 παρ. 4 και 144 παρ. 1 ΚΠολΔικ) στον δικηγόρο Κωνσταντίνο Βερβεσό ο οποίος ήταν πληρεξούσιος δικηγόρος των αναιρεσιβλήτων, τόσο κατά την πρωτοβάθμια όσο και κατά την δευτεροβάθμια δίκη, όπως τούτο προκύπτει από το παρέχον πλήρη απόδειξη, ως προς το περιστατικό αυτό, προεισαγωγικό μέρος των οικείων αποφάσεων (άρθ. 312 παρ. 1 ΚΠολΔ), ήτοι των 723/2004 και 53/2010 του Μονομελούς Πρωτοδικείου και Εφετείου (Τριμελούς) Αθηνών αντιστοίχως. Κατά τη δικάσιμο εκείνη, όπως προκύπτει από τα αντίστοιχα πρακτικά συνεδρίασης του δικαστηρίου αυτού, η συζήτηση αναβλήθηκε κατ' αντιμωλία των διαδίκων για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, κατά την οποία όμως οι αναιρεσίβλητοι δεν παρέστησαν στο ακροατήριο του δικαστηρίου κατά τη νόμιμη εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το πινάκιο ούτε εκπροσωπήθηκαν νομίμως από πληρεξούσιο δικηγόρο τους ούτε με δήλωση κατά το άρθρο 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.
Συνεπώς και ενόψει του ότι με επίσπευση του αναιρεσείοντος είχαν νόμιμα και εμπρόθεσμα κληθεί να παραστούν στην προηγηθείσα (αρχική) δικάσιμο της 6/12/2016, η μεταφορά της υπόθεσης από τη δικάσιμο εκείνη στο πινάκιο της αναφερόμενης στην αρχή της παρούσας μετ' αναβολή δικασίμου (2-5-2017) ισχύει ως κλήτευσή τους για την τελευταία αυτή και πρέπει να δικασθούν ερήμην αλλά η συζήτηση της υπόθεσης να προχωρήσει σαν να ήταν και αυτοί παρόντες.
2. Κατά τη διάταξη του άρθρου 579 παρ.1 εδαφ.β` του ΚΠολΔ αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και η διαδικασία ακυρώνεται μόνο κατά το σημείο που στηρίζεται στην παράβαση για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση, κατά δε το άρθρο 581 παρ.1 και 2 του ίδιου Κώδικα στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση εισάγεται και συζητείται με κλήση μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση και αφού κατατεθούν προτάσεις κατά το άρθρο 237 (Α.Π. 1220/2007). Εξ άλλου, κατά το άρθρο 580 παρ.4 ΚΠολΔ οι αποφάσεις της Ολομέλειας και των Τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν. Τα νομικά ζητήματα, για τα οποία ομιλεί το άρθρο τούτο, μπορεί να ανάγονται είτε στο ουσιαστικό, είτε στο δικονομικό δίκαιο, γεγονός που προκύπτει τόσο από την αδιάστικτη διατύπωση της διατάξεως, όσο και από το ότι η παραπομπή διατάσσεται επί αναιρέσεως, για παράβαση όχι μόνο του ουσιαστικού, αλλά, με τους κατ` ιδίαν λόγους αναιρέσεως που θεσπίζει το άρθρο 559 ΚΠολΔ, και του δικονομικού δικαίου (Α.Π. 1129/1997). Ιδρύεται δε ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθ.18 ΚΠολΔ, όταν το δικαστήριο της παραπομπής δεν συμμορφωθεί προς την αναιρετική απόφαση, δηλαδή δεν ακολουθήσει, όσον αφορά το νομικό ζήτημα για το οποίο απαγγέλθηκε η αναίρεση, τη λύση που δόθηκε από τον Άρειο Πάγο. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δικογραφίας, (που επισκοπούνται κατά το άρθρο 561 παρ.2 του ΚΠολΔ) προκύπτουν τα ακόλουθα: Οι ενάγοντες και τώρα αναιρεσίβλητοι με την από 16-3-2001 αγωγή τους, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ισχυρίσθηκαν ότι προσλήφθηκαν από το εναγόμενο - αναιρεσείον ΝΠΙΔ Ινστιτούτο Γεωλογικών και Μεταλλευτικών Ερευνών, με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, τις ημερομηνίες και με τις ειδικότητες που ειδικότερα αναφέρουν σ' αυτή. Ότι το έτος 1999 ίσχυε η από 6-5-1996 ειδική συλλογική σύμβαση εργασίας <<για τους όρους αμοιβής και εργασίας του προσωπικού του ΙΓΜΕ>> στο άρθρο 7 της οποίας προεβλέπετο ότι << σε περίπτωση λύσης της σύμβασης εργασίας για οποιαδήποτε αιτία, πλην των εθελουσίων μετατάξεων, το ΙΓΜΕ χορηγεί πέραν από τα ισχύοντα από την εργατική νομοθεσία και ένα μηνιαίο μισθό για κάθε πενταετία πραγματικής υπηρεσίας στο ΙΓΜΕ .Για κλάσμα της πενταετίας χορηγείται το αναλογούν του μηνιαίου μισθού>>. Ότι την 7.4.1999 τέθηκε σε ισχύ ο ν.2702/1999 με το άρθρο 5 του οποίου ορίσθηκε ότι το προσωπικό του ΙΓΜΕ μειώνεται, περαιτέρω δε καθορίζονταν η διαδικασία σχετικά με τη μετάταξη και μεταφορά του πλεονάζοντος προσωπικού. Ότι αυτοί, ως πλεονάζον προσωπικό μετετάγησαν αναγκαστικά στις αναφερόμενες στην αγωγή υπηρεσίες του Δημοσίου και ΝΠΔΔ και ότι, αν και αιτήθηκαν να τους χορηγηθεί η προβλεπόμενη παροχή από το άρθρο 7 της προαναφερόμενης ΣΣΕ, επικαλούμενοι λύση της εργασιακής τους σχέσης με αυτό μετά την αναγκαστική τους μετάταξη, το τελευταίο αρνήθηκε την χορήγησή του .Ζήτησαν ,ως εκ τούτου ,οι ενάγοντες την καταβολή των σ'αυτή χρηματικών ποσών. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 723/2004 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών η οποία δέχθηκε αυτή ως βάσιμη κατ' ουσίαν. Την απόφαση αυτή προσέβαλε το εναγόμενο με την έφεσή του και επ' αυτής εκδόθηκε η 5099/2005 οριστική απόφαση του Εφετείου Αθηνών με την οποία η έφεση απορρίφθηκε κατ'ουσίαν. Η απόφαση αυτή αναιρέθηκε ύστερα από αίτηση του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος με την 1019/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου για το λόγο ότι, όπως στην αναιρετική αυτή απόφαση εκτίθεται, το Εφετείο παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 5 ν. 2702/1999 και του άρθρου 7 της από 6-5-1996 συλλογικής σύμβασης εργασίας << για τους όρους αμοιβής και εργασίας του προσωπικού του ΙΓΜΕ>> (ΚΠολΔ 559 αρ.1). Ειδικότερα, με την προαναφερθείσα απόφαση του Αρείου Πάγου έγιναν δεκτά τα ακόλουθα :Aπό τις διατάξεις του άρθρου 5 ν.2702/1999 συνάγεται ότι η μεταφορά και η ένταξη του πλεονάζοντος προσωπικού με σχέση ιδιωτικού δικαίου του αναιρεσείοντος ΙΓΜΕ, ΝΠΙΔ του δημόσιου τομέα σε υπηρεσία του Δημοσίου ή ΝΠΔΔ και η ένταξη αυτού σε κενές θέσεις, με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, γίνεται αναγκαστικά με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Ανάπτυξης και του οικείου Υπουργού σε κατηγορία, κλάδο ή ειδικότητα που ανήκει ο μεταφερόμενος .'Ετσι με τη μεταφορά του ως άνω προσωπικού επέρχεται μεν, κατ' αποτέλεσμα, λύση της σχέσεως εργασίας, ιδιωτικού δικαίου αυτού με τον προηγούμενο εργοδότη του (χωρίς, μάλιστα, καταβολή αποζημιώσεως από τον προηγούμενο φορέα) και με πλήρη διασφάλιση των εργασιακών σχέσεων και ασφαλιστικών δικαιωμάτων. Επομένως, η μεταφορά του ως άνω προσωπικού δεν ταυτίζεται με την έννοια της απολύσεως η οποία αποτελεί καταγγελία της συμβάσεως εργασίας από τον εργοδότη και επιφέρει τη λύση της εργασιακής σχέσεως ,χωρίς τη μεταφορά του εργαζομένου σε άλλη θέση και διασφάλιση της προηγούμενης υπηρεσιακής του καταστάσεως, σε αντίθεση με την εν λόγω μεταφορά αυτού, που γίνεται σε ίδια θέση, με την αυτή ειδικότητα και την ίδια σχέση εργασίας στο νέο εργοδότη και έχει ως αποτέλεσμα την πλήρη διασφάλιση των εργασιακών του σχέσεων και των ασφαλιστικών του δικαιωμάτων. Το Εφετείο, το οποίο στη συνέχεια, ως δικαστήριο παραπομπής, δεσμευόμενο κατ` άρθρο 580 αριθ. 4 του ΚΠολΔ ως προς το ως άνω λυθέν νομικό ζήτημα (ότι η κατά το άρθρο 5 ν.2702/1999 αναγκαστική μετάταξη - μεταφορά του πλεονάζοντος προσωπικού δεν ταυτίζεται με την έννοια της απολύσεως γεγονός που αποκλείει αξίωση επί της από το άρθρο 7 της άνω σσε παροχής) με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση δέχθηκε ανέλεγκτα τα εξής: Οι εφεσίβλητοι (ενάγοντες) προσελήφθησαν από το εκκαλούν ΙΓΜΕ με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ,η πρώτη την 1-11-1975 στην ειδικότητα του Διοικητικού κλάδου (ΠΕ), η δεύτερη την 1-9-1975 στην ειδικότητα του Διοικητικού-Οικονομικού κλάδου, ο τρίτος την 15-5-1976 στην ειδικότητα του Γεωτρυπανιστή και η τέταρτη την 23-8-1975 στην ειδικότητα του Διοικητικού-Οικονομικού κλάδου (ΠΕ), έκτοτε δε, προσέφεραν την εργασία τους, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις εργασιακές τους συμβάσεις. Το έτος 1996 ίσχυε για τους εφεσίβλητους η από 6-5-1996 ειδική συλλογική σύμβαση εργασίας για τους όρους αμοιβής και εργασίας του προσωπικού του ΙΓΜΕ το άρθρο 7 της οποίας προέβλεπε ότι σε περίπτωση λύσης της σύμβασης εργασίας για οποιαδήποτε αιτία, πλην των εθελουσίων μετατάξεων, το ΙΓΜΕ χορηγεί πέραν από τα ισχύοντα από την εργατική νομοθεσία και ένα μηνιαίο μισθό για κάθε πενταετία πραγματικής υπηρεσίας στο ΙΓΜΕ. Το ίδιο έτος τέθηκε σε ισχύ ο νόμος 2702/1999 με το άρθρο 5 του οποίου ορίσθηκε ότι μειώνεται το προσωπικό του ΙΓΜΕ.... Εν συνεχεία πραγματοποιήθηκε η μείωση του προσωπικού με τη μετάταξη του πλεονάζοντος προσωπικού του, στο οποίο περιλαμβάνονταν και οι εφεσίβλητοι, οι οποίοι μετετάγησαν η πρώτη, την 9-3-2000, στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων ως διοικητική υπάλληλος κλάδου ΠΕ, η δεύτερη την 9-3-2000 στο ΤΠΔΑ ως διοικητική υπάλληλος, ο τρίτος στο Γενικό Χημείο του Κράτους την10-3-2000 ως γεωτρυπανιστής και η τέταρτη στον ΟΑΕΔ... την 13-10-2000 ως διοικητική υπάλληλος... η μεταφορά του πλεονάζοντος προσωπικού, στο οποίο περιλαμβάνονταν και οι εφεσίβλητοι, ήταν αναγκαστική... Κατά συνέπεια, εφόσον οι εργασιακές συμβάσεις των εφεσιβλήτων με το ΙΓΜΕ λύθηκαν λόγω αναγκαστικής μετάταξης, οι εφεσίβλητοι δικαιούνται τα ποσά που προβλέπονται από το άρθρο 7 της ισχύουσας γι' αυτούς ειδικής συλλογικής σύμβασης εργασίας από 6-5-1996 και ειδικότερα: α)η πρώτη εφεσίβλητη Μ. Κ., ... 2.735.244 δρχ. ... β)η δεύτερη εφεσίβλητη Β. Β. ... 2.131.014 δρχ. γ) ο τρίτος εφεσίβλητος Α. Κ. ... 2.006.332 δρχ. και δ) η τέταρτη εφεσίβλητη Α. Κ. ... 2.082.460 δρχ. ή 6.111,40 ευρώ. Με τις παραδοχές αυτές απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 723/2004 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την κρίση του αυτή, το δικαστήριο της παραπομπής, υιοθέτησε ως προς το νοηματικό περιεχόμενο του άρθρου 5 ν.2702/1999 ασυμβίβαστη εκδοχή προς εκείνη που στηρίχθηκε η αναιρετική απόφαση. Ειδικότερα η τελευταία (αναιρετική απόφαση) έκρινε ότι η με βάση το άρθρο 5 ν.2702/1999 μεταφορά των υπαλλήλων του αναιρεσείοντος δεν ταυτίζεται με την έννοια της απολύσεως, γεγονός που αποκλείει αξίωση επί της προβλεπόμενης από το άρθρο 7 της άνω ΣΣΕ παροχής αντίθετα όμως η αναιρεσιβαλλομένη με βάση τις προαναφερόμενες παραδοχές δεν ακολούθησε, όσον αφορά το άνω νομικό ζήτημα τη λύση που δόθηκε αφού έκρινε ότι η κατά τις διατάξεις του άρθρου 5 ν. 2702/ 1999 αναγκαστική μετάταξη των αναιρεσιβλήτων ταυτίζεται με την έννοια της απολύσεως και δικαιούνται την προβλεπόμενη από το άρθρο 7 της άνω ΣΣΕ παροχή. Επομένως, ο συναφής πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης ,υπό την επίκληση της πλημμέλειας από τον αριθμό 18 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι βάσιμος και ως εκ τούτου παρέλκει η έρευνα των λοιπών. 3. Μετά από αυτά, πρέπει, κατά παραδοχή του πρώτου λόγου αναίρεσης, να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Στη συνέχεια, πρέπει να κρατηθεί η υπόθεση και να εκδικαστεί, από το παρόν Δικαστήριο, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 580 παρ. 3 εδάφ. α' ΚΠολΔ, αφού δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση και τελικά η αγωγή, με το προεκτιθέμενο στην αρχή της παρούσας περιεχόμενο, ήτοι καταβολή στους ενάγοντες της παροχής του άρθρου 7 της από ΣΣΕ λόγω λύσεως της σύμβασης εργασίας τους εξαιτίας της μεταφοράς - αναγκαστικής μετάταξης τους κατά τις διατάξεις του άρθρου 5 ν.2702/1999, να απορριφθεί ως μη νόμιμη δεδομένης της ενέργειας της αναιρετικής απόφασης, που είναι δεσμευτική για το λυθέν νομικό ζήτημα (άρθρ. 580 παρ. 4 του ίδιου Κώδικα). Τέλος, τα δικαστικά έξοδα της όλης δίκης ενώπιον των Δικαστηρίων, δευτεροβαθμίου πρωτοβαθμίου καθώς και του παρόντος πρέπει να επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσιβλήτων (ΚΠολΔ 176, 183,191 παρ.2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 53/2010 απόφαση του Εφετείου (Τριμελούς) Αθηνών.
Κρατεί την υπόθεση.
Δέχεται τυπικά και κατ' ουσία την έφεση.
Εξαφανίζει την εκκαλουμένη 723/2004 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Δικάζει την από 16-3-2001 αγωγή.
Απορρίπτει αυτή. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Οκτωβρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Ιανουαρίου 2018.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ