Legislator Case Law & Legislation
206/2017 AI generated

206/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 206/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

206/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 206 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 206/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Δεκεμβρίου 2016, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Γ. Κ., κατοίκου ... και 2) Ε. Κ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Κωστόπουλο.

Της αναιρεσίβλητης: Εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "...", που εδρεύει στη ..., διατηρεί γραφεία στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Δ. Σ..

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-6-2009 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την από 17-11-2010 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, καθώς και με τη με αρ. εκθ. καταθ. .../2010 πρόσθετη παρέμβαση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ", μη διαδίκου στην παρούσα δίκη.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1088/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2540/2014 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 16-9-2014 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Διονυσοπούλου διάβασε την από 9-10-2015 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού, τότε Αρεοπαγίτη και ήδη Αντιπροέδρου Αρείου Πάγου Γεωργίου Σακκά, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της από 16-9-2014 αιτήσεως για αναίρεση της 2540/2014 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών ως προς τους πρώτο, δεύτερο κατά το πρώτο σκέλος του, τρίτο και τέταρτο κατά το πρώτο σκέλος του λόγους αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ. 1, 104, 105, 576 παρ. 1, 2 Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται στα πολιτικά δικαστήρια, περιλαμβανομένου και του Αρείου Πάγου, με πληρεξούσιο δικηγόρο, που διορίζεται είτε με συμβολαιογραφικό έγγραφο είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά, αν δε εκπροσωπούνται στη συζήτηση από δικηγόρο, χωρίς αυτός να αποδεικνύει την πληρεξουσιότητά του, η έλλειψη της οποίας εξετάζεται αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης θεωρούνται δικονομικώς απόντες.

Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 576 παρ. 1-3 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης για αναίρεση κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί και δε λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται ως εάν ήταν παρόντες οι διάδικοι.

Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος που δεν εμφανίσθηκε ή αν και εμφανίσθηκε δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση.

Αν όμως κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως προχωράει στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. β’ , γ’ Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατ’ άρθρο 575 εδ. β’ Κ.Πολ.Δ., αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως, μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε.

Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Προϋπόθεση όμως της εγκυρότητας της κλήτευσης αυτής λόγω αναβολής της υπόθεσης και της εγγραφής αυτής στο πινάκιο είναι ότι ο απολειπόμενος κατά τη μετ’ αναβολή δικάσιμο διάδικος είτε είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί για τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση είτε είχε παραστεί νομίμως κατά την πρώτη αυτή δικάσιμο και επομένως με τη νόμιμη παράσταση και τη μη εναντίωσή του καλύφθηκε η ακυρότητα της κλήτευσής του κατά την αρχική δικάσιμο.

Αντίθετα, αν κατά την αρχική δικάσιμο ο απολειπόμενος κατά τη μετ’ αναβολή συζήτηση διάδικος δεν επέσπευσε τη συζήτηση ή δεν είχε κλητευθεί νομίμως, κατά δε την αρχική αυτή δικάσιμο δεν παραστάθηκε νομίμως και επομένως δεν καλύφθηκε η έλλειψη ή η ακυρότητα της επίσπευσης της συζήτησης ή η μη νομιμότητα ή η έλλειψη της κλήτευσής του για την αρχική δικάσιμο, η αναβολή της υπόθεσης από το πινάκιο και η εγγραφή αυτής για τη νέα μετ’ αναβολή δικάσιμο δεν ισχύει ως κλήτευσή του για τη νέα δικάσιμο και απαιτείται νόμιμη κλήτευσή του.

Στην προκειμένη περίπτωση φέρεται προς συζήτηση η από 16-9-2014 αίτηση περί αναιρέσεως της 2540/2014 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου, κατά την αναφερόμενη στην αρχή δικάσιμο (2-12-2016) η αναιρεσίβλητη εκπροσωπήθηκε από τη δικηγόρο Δ. Σ., όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδρίασης του δικαστηρίου τούτου της προαναφερομένης δικασίμου, η οποία προς απόδειξη της νομιμοποίησής της να εκπροσωπήσει αυτήν, προσκομίζει και επικαλείται το .../7-12-2016 πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Ευαγ.

Τρέζου - Διαμαντοπούλου. Το πληρεξούσιο όμως αυτό έχει συνταχθεί μετά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και επομένως η παραπάνω δικηγόρος της αναιρεσίβλητης δεν είχε την ιδιότητα της νομίμως διορισθείσας πληρεξουσίου κατά τη συζήτηση αυτής.

Συνεπώς η αναιρεσίβλητη δεν παραστάθηκε όπως ο νόμος ορίζει κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και θεωρείται για το λόγο αυτό δικονομικώς απούσα. Περαιτέρω από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει ότι δικάσιμος για τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ορίσθηκε αρχικώς η 23-10-2015, κατά την οποία όμως η συζήτηση αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 15-4-2016 και ακολούθως αναβλήθηκε πάλι για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της αποφάσεως (2-12-2016) με σχετικές επισημειώσεις στο πινάκιο. Από την .../15-5-2015 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Χ. Ζ. με την προσαρτημένη σ’ αυτήν απόδειξη παράδοσης αντιγράφου της αίτησης αναίρεσης και κλήσης για την αρχική δικάσιμο στο αστυνομικό τμήμα και βεβαίωσης ταχυδρόμησης ειδοποίησης, προκύπτει ότι η αναιρεσίβλητη κλητεύθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα για να παραστεί κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης στην αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο, από τους αναιρεσείοντες, που επισπεύδουν τη συζήτηση αυτής. Έτσι η εγγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο για τη μετ’ αναβολή δικάσιμο, που αναφέρεται στην αρχή της αποφάσεως, ισχύει ως κλήτευση για την απολειπόμενη αναιρεσίβλητη Συνεπώς πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υποθέσεως ως εάν ήταν παρούσα και η αναιρεσίβλητη.

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 2540/ 2014 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατ’ αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 647 επ. Κ.Πολ.Δ. Ειδικότερα το παραπάνω Δικαστήριο δίκασε έφεση των αναιρεσειόντων κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που δίκασε κατά το ενδιαφέρον μέρος, αγωγή τους κατά της αναιρεσίβλητης με την οποία ζήτησαν, ως συνιδιοκτήτες με την τελευταία οριζοντίων ιδιοκτησιών, την άρση κατασκευών στην ιδιοκτησία τους και στους κοινόχρηστους χώρους, που κατά παράβαση των διατάξεων του κανονισμού η ίδια πραγματοποίησε και την απέρριψε ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας. Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη ως άνω απόφασή του δέχθηκε κατ’ ουσίαν την έφεση, εξαφάνισε την εκκληθείσα απόφαση και απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την αγωγή, κατά παραδοχή ένστασης της αναιρεσίβλητης περί καταχρηστικής άσκησης της αγωγικής αξίωσης.

Επειδή, κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικώς, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, χωρίς κατά νόμο να εμποδίσουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο.

Απαιτείται δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υπόχρεου και η υπ’ αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, επαγόμενη ιδιαιτέρως επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου.

Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση στον υπόχρεο ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται αυτό να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική την μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλά απαιτείται να συντρέχουν, προσθέτως, ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες, κυρίως, από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υπόχρεου, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, τείνουσα στην ανατροπή της διαμορφωθείσας καταστάσεως υπό τις ανωτέρω ειδικές συνθήκες και διατηρηθείσας για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, να εξέρχεται των υπό της ανωτέρω διατάξεως διαγραφομένων ορίων.

Η ειρημένη δε αδράνεια του δικαιούχου, που δεν είναι απαραίτητο να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες για τον υπόχρεο συνέπειες, αρκεί και η επέλευση δυσμενών απλώς για τα συμφέροντά του επιπτώσεων, πρέπει να υφίσταται επί μακρό χρονικό διάστημα, πλην ελάσσονα του διά την παραγραφή του δικαιώματος υπό του νόμου προβλεπομένου, από τότε που ο δικαιούχος μπορούσε να ασκήσει το δικαίωμά του (Ολ.ΑΠ 7/2002, 8/2001).

Περαιτέρω κατά το άρθρο 559 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόσθηκε ενώ δεν έπρεπε καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Στην προκειμένη περίπτωση, με την από 17-11-2016 αγωγή τους οι ενάγοντες (αναιρεσείοντες) εξέθεσαν ότι τυγχάνουν συγκύριοι του ... διαμερίσματος, που προβλέπεται να ανεγερθεί στο δεύτερο όροφο πολυωρόφου οικοδομής, η οποία κείται στη Γλυφάδα Αττικής (...) και έχει υπαχθεί στη ρύθμιση του Ν. 3741/1929 με την υπ’ αριθμ. .../1992 πράξη σύστασης οριζοντίου ιδιοκτησίας, όπως αυτή τροποποιήθηκε με τις .../ 1992, .../1995 και .../1997 πράξεις της Συμβ/φου Αθηνών Αλεξάνδρας Στρουμπάκου.

Ότι η εναγόμενη εταιρεία (αναιρεσίβλητη) είναι από το 1999 ιδιοκτήτρια του ... διαμερίσματος του δευτέρου ορόφου της ίδιας οικοδομής με το .../1999 συμβόλαιο της Συμβ/φου Αθηνών Ειρήνης Μπορόβα, με το οποίο προσχώρησε στους όρους της .../1992 ανωτέρω πράξης. Ότι ο δεύτερος όροφος περιλαμβάνει επίσης τους κοινόχρηστους χώρους, δηλαδή το συνεχιζόμενο κλιμακοστάσιο μετά του πλατυσκάλου αυτού και το συνεχιζόμενο φρέαρ του ανελκυστήρα, καθώς και το ...

διαμέρισμα των εναγόντων, που πρόκειται να ανεγερθεί. Ότι σύμφωνα με το άρθρο 1 του Κανονισμού της πολυκατοικίας επί όλων των κοινών ή κοινοχρήστων και επί όλων των εχόντων άμεσου ή έμμεσου σχέση με την εμφάνιση και το αρχιτεκτονικό σύνολο της οικοδομής, ουδεμία επιτρέπεται μεταβολή, αφαίρεση ή προσθήκη.

Ότι η εναγομένη κατά το έτος 2000 έχει προβεί σε αντισυμβατικές και παράνομες ενέργειες, ήτοι 1) εγκατέστησε στο χώρο που θα ανεγερθεί το ... διαμέρισμά τους ογκώδη μηχανήματα αερισμού και κλιματισμού, με αποτέλεσμα να είναι αδύνατη τεχνικώς η ανέγερση της οριζόντιας αυτής ιδιοκτησίας, 2) κατασκεύασε παραπλεύρως του ανελκυστήρα ξύλινη πόρτα, ενσωματώνοντας στο ...

διαμέρισμά της μέρος του κοινοχρήστου διαδρόμου, 3) καθαίρεσε τμήματα του τοίχου που διαχωρίζει το ... διαμέρισμα από το ... διαμέρισμά τους και δημιούργησε ανοίγματα από μεταλλικό πλαίσιο και 4) σταθμεύει μόνιμα μπροστά από τη 15η θέση στάθμευσης διάφορα αυτοκίνητα, με αποτέλεσμα να εμποδίζεται η χρησιμοποίηση των υπόλοιπων θέσεων στάθμευσης οχημάτων.

Με το ιστορικό αυτό ζήτησαν την επαναφορά των πραγμάτων στην πρότερη κατάσταση, με την αποξήλωση και απομάκρυνση των ανωτέρω μηχανημάτων και της ξύλινης πόρτας, την αφαίρεση τζαμαρίας κ.λπ. Όπως προκύπτει από την παραδεκτή κατ’ άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων η αναιρεσίβλητη ως εναγομένη, προς απόκρουση της αγωγής με τις προτάσεις της ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου πρόβαλε μεταξύ άλλων ισχυρισμών και την ένσταση καταχρηστικής άσκησης της αγωγικής αξίωσης, την οποία επανέφερε με τις προτάσεις της και ενώπιον του Εφετείου, επικαλούμενη προς θεμελίωση της ιστορικής βάσης αυτής, ότι οι αναφερόμενες στην αγωγή πράξεις έχουν πραγματοποιηθεί από το έτος 1995, που οι ενάγοντες εκμίσθωσαν την ...

ιδιοκτησία στην εταιρεία …, οι οποίοι είχαν γνώση αυτών και έδωσαν τη συναίνεσή τους, έκτοτε δε έχουν παρέλθει 17 χρόνια και δεν οχλήθηκαν ποτέ ούτε η ίδια, που αγόρασε το διαμέρισμα από τους ενάγοντες το 1999, αλλ’ ούτε και η μισθώτρια εταιρεία, που συνέχισε τη μίσθωση με την ίδια, με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί σ’ αυτήν η πεποίθηση ότι δεν θα ασκήσουν το δικαίωμά τους.

Τα επικαλούμενα αυτά περιστατικά όμως και αν υποτεθεί ότι είναι αληθινά δεν είναι ικανά να καταστήσουν καταχρηστική την άσκηση του αγωγικού δικαιώματος. Διότι και η συναίνεση των εναγόντων, που δόθηκε πριν 17 χρόνια από την έναρξη της ανωτέρω μισθώσεως, προκειμένου να πραγματοποιηθούν οι ως άνω εργασίες, δεν μπορεί να δημιουργήσει, κατά την αντικειμενική καλή πίστη και τα χρηστά ήθη, την πεποίθηση στην εναγομένη ότι οι ενάγοντες δεν θα ασκήσουν ποτέ το δικαίωμά τους να ανεγείρουν το ...

διαμέρισμά τους και να κάνουν χρήση των κοινοχρήστων χώρων του δευτέρου ορόφου.

Συνεπώς το Εφετείο, που έκρινε ως νόμιμη την ένσταση αυτή και στη συνέχεια τη δέχθηκε κατ’ ουσίαν, απορρίπτοντας ως αβάσιμη την αγωγή, παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, διότι προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, οι συναφείς, από το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., πρώτος, δεύτερος κατά το πρώτο σκέλος του, τρίτος και τέταρτος κατά το πρώτο σκέλος του λόγοι αναιρέσεως, είναι βάσιμοι.

Συνεπώς πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που εξέδωσε την αναιρουμένη απόφαση. Περαιτέρω πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στους αναιρεσείοντες του κατατεθέντος παραβόλου, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 εδ. ε’ Κ.Πολ.Δ., που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του Ν. 4045/2012 και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη, ως ηττηθείσα διάδικος, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων (άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 2540/2014 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Μονομελές Εφετείο Αθηνών, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, πλην αυτής που εξέδωσε την αναιρουμένη απόφαση.

Διατάσσει την επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στους αναιρεσείοντες. Και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, την οποία ορίζει στο ποσόν των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Ιανουαρίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του την 1η Φεβρουαρίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ