Legislator Case Law & Legislation
206/2011 AI generated

206/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 206/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece · Case Law (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 206 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 206/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη), Γεώργιο ΧρυσικÏ...

Legislator headnote

Placeholder

Keywords

Placeholder

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 206 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 206/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη), Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή και Γεώργιο Γεωργέλλη Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του στις 24 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Π. Δ. του Β., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Νικολόπουλο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Β. χήρας Γ. Κ., το γένος Χ. Δ., 2. Σ. Κ. του Γ. και 3. Μ. Κ. του Γ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξουσία δικηγόρο τους Ευανθία Κουλούκη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30 Δεκεμβρίου 2008 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6303/2008 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 5530/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 30 Νοεμβρίου 2009 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Φούκας ανέγνωσε την από 8 Νοεμβρίου 2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθούν οι λόγοι αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξουσία των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, στο πλαίσιο της δικαστικής διαγνώσεως μιας διαφοράς η χρησιμοποίηση της μεθόδου της αναλογίας νόμου προϋποθέτει, αφενός μεν, την ύπαρξη ακούσιου κενού ως προς τη νομοθετική ρύθμιση μίας συγκεκριμένης βιοτικής σχέσεως, δηλαδή την κατάλειψη αυτής αρρύθμιστης, αφετέρου δε, την ομοιότητα της εν λόγω βιοτικής σχέσεως, κατά τα ουσιώδη σημεία της, με άλλη νομοθετικώς ρυθμισμένη. Ως εκ τούτου, δεν υπάρχει κενό που να απαιτεί συμπλήρωση με αναλογία, δηλαδή με προσφυγή σε έναν άλλο κανόνα δικαίου, όταν ο νομοθέτης άφησε μία περίπτωση αρρύθμιστη είτε διότι δεν τον ενδιέφερε η ρύθμισή της είτε, κατά μείζονα λόγο, διότι δεν επιθυμούσε να τη ρυθμίσει. Εξάλλου, το άρθρο 1400 παρ. 1 ΑΚ, το οποίο έχει ενταχθεί στο αναφερόμενο στις σχέσεις των συζύγων από το γάμο τέταρτο κεφάλαιο του ιδίου Κώδικα, ορίζει ότι "αν ο γάμος λυθεί και η περιουσία του ενός συζύγου έχει, αφότου τελέσθηκε ο γάμος, αυξηθεί, ο άλλος σύζυγος, εφόσον συνέβαλε με οποιονδήποτε τρόπο στην αύξηση αυτή, δικαιούται να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αύξησης το οποίο προέρχεται από τη δική του συμβολή". Από τη διάταξη αυτή, αποσκοπούσα στην προστασία του συζύγου με τη μικρότερη αύξηση της περιουσίας, δηλαδή, κατά κανόνα του οικονομικώς ασθενεστέρου, και περιέχουσα, ως εκ τούτου κανόνα αναγκαστικού δικαίου, συνάγεται ότι η εφαρμογή της προϋποθέτει τέλεση γάμου και άρα στο ρυθμιστικό της πεδίο εμπίπτει μόνο η αξίωση του ενός συζύγου για συμμετοχή στα αποκτήματα του άλλου συζύγου. Αναλογική εφαρμογή αυτής της ρυθμίσεως στη λεγόμενη ελεύθερη (εκτός γάμου) ένωση δύο ετερόφυλων προσώπων δεν είναι δυνατή, καθόσον δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις της αναλογίας. Ειδικότερα, κατά τη θέσπιση της κρίσιμης ρυθμίσεως, ο νομοθέτης, επιθυμώντας την υπαγωγή σε αυτή μόνο της έγγαμης σχέσεως, απέφυγε ηθελημένως όμοια ή ανάλογη ρύθμιση και της ελεύθερης ενώσεως, μολονότι τη γνώριζε ως υπάρχουσα de facto κατάσταση. Μεταξύ των δύο περιπτώσεων άλλωστε υπάρχουν ουσιώδεις διαφορές, ως προς τη σύσταση, τη λειτουργία, τη λύση, τα δικαιώματα, τις υποχρεώσεις, τις δεσμεύσεις κλπ, και ως εκ τούτου η ελεύθερη ένωση, μη υπαγόμενη στο νομικό καθεστώς του γάμου, δεν επιφέρει τις έννομες συνέπειες του, ενόψει μάλιστα και του ότι οι ίδιοι οι ενδιαφερόμενοι, αρνούμενοι να τελέσουν γάμο, δεν θέλησαν να υπαχθούν γενικώς στις διατάξεις που ρυθμίζουν το γάμο (ΑΠ 874/2008). Ο νομοθέτης για πρώτη φορά ρύθμισε τα θέματα των περιουσιακών σχέσεων ατόμων συμβιούντων σε ελεύθερη (εκτός γάμου) σχέση με το άρθρο 6 του Ν. 3719/2008, με τις προϋποθέσεις του άρθρου 2 αυτού. Οι διατάξεις του νόμου αυτού δεν έχουν αναδρομική ισχύ (άρθρο 29 αυτού), ώστε δεν τίθεται ζήτημα "επιγενόμενου κενού" αλλά για ηθελημένη κατάλειψη αρρύθμιστων ... των προηγουμένων σχέσεων. Περαιτέρω, η εξώγαμη συμβίωση και η σιωπηρώς ενυπάρχουσα συμφωνία για την αμοιβαία, μέσα στο πλαίσιο της δημιουργούμενης σχέσεως εμπιστοσύνης, παροχή υπηρεσιών ή περιουσιακή επίδοση μεταξύ των συμβιούντων αποτελεί αιτία διατηρήσεως των εντεύθεν περιουσιακών ωφελειών του ενός ή του άλλου, που αποκλείει την αξίωση αδικαιολογήτου πλουτισμού (ΑΠ 359/1993, ΑΠ 1356/1992). Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, απέρριψε έφεση κατά της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε ως νόμω αβάσιμη αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας κατά των ήδη αναιρεσιβλήτων, ως εξ αδιαθέτου συγκληρονόμων του συζύγου της πρώτης και πατέρα των λοιπών από αυτούς, με την οποία εξέθεσε ότι συμβίωσε με εκείνον επί δέκα οκτώ έτη, σε ελεύθερη (εκτός γάμου) σχέση, ότι η περιουσία εκείνου αυξήθηκε κατά 6.850.000 ευρώ, με τη δική της συμβολή κατά 50% και ζήτησε να αναγνωρισθεί, όπως παραδεκτώς περιόρισε το αίτημα, ότι οι εναγόμενοι υποχρεούνται να της καταβάλουν το ποσό των 3.425.000 ευρώ συνολικώς, κατά την αναλογία του κληρονομικού μεριδίου του ο καθένας, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 1400 ΑΚ και επικουρικώς κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή, τις αναφερόμενες παραπάνω διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, τόσο σε σχέση με την κυρία, εκ των διατάξεων για συμμετοχή στα αποκτήματα, όσο και σε σχέση με την επικουρική, εκ των διατάξεων περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, βάση της αγωγής, ούτε αυτές των άρθρων 2 παρ. 1, 17 παρ. 1, 4 παρ. 1 του Συντάγματος και του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ.

Συνεπώς όλοι οι λόγοι (τέσσερις) της αναιρέσεως, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλομένη πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1 και 8 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι. Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης. Η αναιρεσείουσα πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176 και 183 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 30-11-2009 αίτηση της Π. Β. Δ., περί αναιρέσεως της υπ' αριθμό 5530/2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία καθορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα την 1η Φεβρουαρίου 2011.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Φεβρουαρίου 2011.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ