Legislator Case Law & Legislation
206/2009 AI generated

206/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 206/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Θεμέλη, Ειρήνη Αθανασίου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη και Παναγιώτη Κομνηνάκη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

206/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Τούτο καθίσταται σαφές τόσο από το περιεχόμενο όλων αυτών των διατάξεων, που σε κανένα σημείο τους δεν θέτουν την ύπαρξη έγκυρης σύμβασης εργασίας ως προϋπόθεση για να δοθούν οι ανωτέρω παροχές προς τους εργαζομένους, αλλά και από το ότι, αντιθέτως, στις διατάξεις των άρθρων 1 § 1 του ν. 1082/1980, του άρθρου 1 § 2 της ΥΑ 19040/1981 και του άρθρου 3 § 16 του ν. 4504/1966 γίνεται ρητά λόγος για σχέση εργασίας ή για εργασιακή σχέση.

Keywords

AI generated
work permits unauthorized gainful employment prisoner work posted workers detachment expatriation and foreign residence allowances abandonment of employment
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 206 / 2009 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 206/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Θεμέλη, Ειρήνη Αθανασίου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη και Παναγιώτη Κομνηνάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ......, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Θεολογία Παντόλμου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ENERGY OIL - ΜΕΤΑΦΟΡΙΚΗ - ΕΜΠΟΡΙΑ ΠΕΤΡΕΛΑΙΟΕΙΔΩΝ Α.Ε.", που εδρεύει στον ...... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Νικολόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-12-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2272/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 7731/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 27-2-2008 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Κομνηνάκης διάβασε την από 2-12-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με το άρθρο 23 § 1 του ν. 1975/1991 που αναφέρεται στους αλλοδαπούς, οι οποίοι δεν διέπονται από το κοινοτικό δίκαιο (άρθρο 2 του ίδιου νόμου), και ορίζει ότι "η άσκηση οποιουδήποτε επαγγέλματος ή η ανάληψη οποιασδήποτε εργασίας από αλλοδαπό σε ελληνικό έδαφος απαγορεύεται ρητώς, εκτός αν ενδιαφερόμενος έχει εφοδιαστεί με σχετική άδεια από τον Υπουργό Εργασίας ή άλλη εξουσιοδοτημένη από αυτόν Αρχή", η σύμβαση εργασίας στην Ελλάδα του αλλοδαπού που δεν είναι υπήκοος κράτους-μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης και δεν είναι εφοδιασμένος με την απαιτούμενη κατά νόμο άδεια εργασίας, είναι απολύτως άκυρη, γιατί αντιβαίνει στην ως άνω απαγορευτική διάταξη, που είναι δημόσιας τάξης, σύμφωνα με τα άρθρα 3, 174 και 180 ΑΚ.

Εάν ο αλλοδαπός σε εκτέλεση της άκυρης αυτής σύμβασης παρέχει την εργασία στον εργοδότη δεν δικαιούται να λάβει τις συμφωνηθείσες ή νόμιμες αποδοχές αλλά έχει αξίωση από τις διατάξεις των άρθρων 904 και επ. ΑΚ για απόδοση της ωφελείας που αποκόμισε ο εργοδότης από την παροχή της εργασίας του σε εκτέλεση της άκυρης εργασιακής σύμβασης.

Η ωφέλεια αυτή ισούται με τις αποδοχές που θα κατέβαλε ο εργοδότης σε άλλο μισθωτό με έγκυρη σύμβαση εργασίας για την παροχή της ίδιας εργασίας και με τις αυτές συνθήκες και δεν υπολογίζονται τα οικογενειακά επιδόματα, το επίδομα προϋπηρεσίας και οι πρόσθετες παροχές που θα ελάμβανε ο αλλοδαπός λόγω της συνδρομής στο πρόσωπό του ορισμένων προϋποθέσεων σε εκτέλεση έγκυρης σύμβασης εργασίας, αφού τα επιδόματα και τις παροχές αυτές ο εργοδότης δεν θα κατέβαλε οπωσδήποτε σε άλλο μισθωτό για την παροχή της ίδιας εργασίας και με τις ίδιες συνθήκες.

Εξάλλου, από τις διατάξεις του άρθρου 1 § 1 του ν. 1082/1980, του άρθρου 1 § 2 της 19040/1981 Α.Υ. Οικονομικών και Εργασίας, της 18130/1946 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, όπως αυτή ερμηνεύθηκε και συμπληρώθηκε με την υπ' αριθμ. 25825/Ι951 απόφαση των ιδίων Υπουργών και την Φ. 27019/1953 απόφαση του Υπουργού Εργασίας, της 8900/1946 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, όπως αυτή ερμηνεύθηκε με την 25825/1951 απόφαση των ίδιων Υπουργών σε συνδυασμό με το άρθρο 10 § 1 του β.δ. 748/1966 και το άρθρ. 2 του ν. 435/1976, του άρθρου 1 § 1 και του άρθρου 2 του α.ν. 539/1945, του άρθρου 3 § 16 του ν. 4504/1966, του άρθρου μόνου του ν. 133/1975 (που κύρωσε την από 26.2.1975 ΕΣΣΕ) και 1 § 2 ν. 435/1976 συνάγεται ότι επιδόματα (δώρα) εορτών, άδεια, αποδοχές αδείας και επίδομα αδείας, προσαύξηση 25% νυκτερινής εργασίας και 75% εργασίας κατά Κυριακές και προσαύξηση ίση προς 100% του καταβαλλομένου ημερομισθίου για παρασχεθείσα παράνομη υπερωριακή απασχόληση, δικαιούνται όχι μόνο οι μισθωτοί οι απασχολούμενοι σε κάποιον εργοδότη με έγκυρη σύμβαση εξηρτημένης εργασίας αλλά και οι προσφέροντες τις υπηρεσίες τους- βάσει άκυρης συμβάσεως εργασίας - με απλή σχέση εργασίας.

Τούτο καθίσταται σαφές τόσο από το περιεχόμενο όλων αυτών των διατάξεων, που σε κανένα σημείο τους δεν θέτουν την ύπαρξη έγκυρης σύμβασης εργασίας ως προϋπόθεση για να δοθούν οι ανωτέρω παροχές προς τους εργαζομένους, αλλά και από το ότι, αντιθέτως, στις διατάξεις των άρθρων 1 § 1 του ν. 1082/1980, του άρθρου 1 § 2 της ΥΑ 19040/1981 και του άρθρου 3 § 16 του ν. 4504/1966 γίνεται ρητά λόγος για σχέση εργασίας ή για εργασιακή σχέση.

Συνεπώς και σε περίπτωση άκυρης σύμβασης εργασίας, ο εργαζόμενος δικαιούται ευθέως εκ του νόμου τις αποδοχές για το επίδομα αδείας, τα επιδόματα εορτών τις προσαυξήσεις 25% για παροχή νυκτερινής εργασίας, 75% για παροχή εργασίας κατά τις Κυριακές και την προσαύξηση του 100% λόγω παράνομης υπερωριακής απασχόλησης.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1 § 2 του ν. 435/1976 οι μισθωτοί που απασχολούνται νομίμως πέρα από τα επιτρεπόμενα για κάθε κατηγορία ανώτατα χρονικά όρια της ημερησίας εργασίας δικαιούνται αμοιβής για κάθε ώρα τέτοιας απασχόλησης ίσης προς το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο αυξημένο κατά τα οριζόμενα σε αυτό ποσοστά, ενώ οι μισθωτοί που παρέχουν μη νόμιμη υπερωριακή εργασία δικαιούνται από την πρώτη ώρα, πέρα από τον πλουτισμό που αποκόμισε ο εργοδότης χωρίς νόμιμη αιτία και πρόσθετη αποζημίωση ίση προς το 100% του καταβαλλομένου ωρομισθίου τους.

Κατά το άρθρο 6 της από 14.2.1984 Εθνικής Γενικής Συλλογικής Συμβάσεως Εργασίας, που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως με την 11710/20.3.1984 απόφαση του Υπουργού Εργασίας (Φ.Ε.Κ. Β. 81) η εβδομαδιαία διάρκεια της εργασίας των μισθωτών ορίσθηκε από 1.1.1984 σε 40 ώρες, για την απασχόληση δε πέρα από το συμβατικό (συλλογικό) αυτό εβδομαδιαίο ωράριο έως τη συμπλήρωση του νομίμου ανώτατου ορίου εβδομαδιαίας εργασίας καταβάλλεται αμοιβή σύμφωνα με το άρθρο 9 της 1/1982 αποφάσεως του Δ.Δ.Δ.Δ Αθηνών, που κυρώθηκε με το άρθρο 29 του ν. 1346/1983.

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι υπερωριακή εργασία θεωρείται η πέραν των οκτώ (8) ωρών ημερησίως και η πέραν των εννέα (9) ωρών ημερησίως για όσους απασχολούνται επί πέντε ημέρες την εβδομάδα, έστω και αν με την υπεραπασχόληση αυτή δεν πραγματοποιείται υπέρβαση του οριζόμενου από τον νόμο ανώτατου ορίου εβδομαδιαίας εργασίας, αφού δεν χωρεί συμψηφισμός της ημερησίας υπερωρίας με τις ολιγότερες ώρες εργασίας ή με τη πραγματοποιηθείσα εργασία σε άλλη εργάσιμη ημέρα της ίδιας εβδομαδιαίας περιόδου.

Επί παροχής παράνομης υπερωριακής εργασίας οφείλεται στο μισθωτό κατά τις αρχές του αδικαιολόγητου πλουτισμού (άρθρα 904 επ. ΑΚ) το ποσό που θα κατέβαλε ως βασική αμοιβή σε άλλο μισθωτό με τις ικανότητες και τα προσόντα του απασχοληθέντος (χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι λοιπές προσωπικές περιστάσεις του τελευταίου), αφού κατά το ποσό αυτό, που δεν μπορεί να είναι κατώτερο από το νόμιμο ωρομίσθιο, καθίσταται χωρίς νόμιμη αιτία πλουσιότερος ο εργοδότης από την υπερωριακή εργασία του απασχοληθέντος μισθωτού.

Κατά το άρθρο 4 του ν. 2874/2000 από 1-4-2001 καταργήθηκε η υπερεργασία, η απασχόληση πέραν της 40ης και μέχρι 43ης ώρας θεωρείται ιδιόρρυθμη υπερωριακή απασχόληση, η δε απασχόληση πέραν της 43ης ώρας θεωρείται υπερωριακή που μπορεί να είναι νόμιμη και παράνομη. Από τη διάταξη αυτή σαφώς προκύπτει, ότι μετά την ισχύ του ανωτέρω νόμου ο εργαζόμενος για την παράνομη υπερωριακή απασχόλησή του δεν έχει πλέον δύο διακριτές αξιώσεις , όπως όριζε το άρθρο 1 § 2 του ν. 435/1976, αλλά μία για τη θεμελίωση της οποίας δεν απαιτείται η επίκληση των προϋποθέσεων του αδικαιολογήτου πλουτισμού.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το δικόγραφο της αγωγής (που η εκτίμηση του περιεχομένου του ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο σύμφωνα με το άρθρο 561 § 2 του ΚΠολΔ), ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων με την επίκληση καταρτίσεως μεταξύ αυτού και της αναιρεσίβλητης συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου, βάσει της οποίας απασχολήθηκε από την τελευταία ως φύλακας, ειδικός ελεγκτής πύλης και μετρητής των ποσοτήτων και παραδιδομένων καυσίμων στις εγκαταστάσεις υγρών και αερίων καυσίμων που διατηρεί αυτή στον ......, κατά το ένδικο χρονικό διάστημα, ζήτησε με την κύρια βάση της αγωγής ευθέως από τη σύμβαση και, σε περίπτωση ακυρότητας από οποιαδήποτε αιτία της συμβάσεώς του ή μη νόμιμης παροχής της εργασίας του (εν όλω ή εν μέρει), με την επικουρική βάση της από τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού 1)την αναγνώριση ότι η αναιρεσίβλητη οφείλει να του καταβάλει για διαφορές αποδοχών, αμοιβή ιδιόρρυθμης και παράνομης υπερωρίας, εργασία κατά τη νύκτα και κατά Κυριακές, επιδόματα εορτών, αποδοχές και επιδόματα άδειας το ποσό των 75.208,63 ευρώ και 2) να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη να του καταβάλλει για διαφορές αποδοχών, υπερεργασία, ιδιόρρυθμη και παράνομη υπερωρία, εργασία κατά τη νύκτα και κατά τις Κυριακές, επιδόματα αδείας και εορτών και αποδοχές αδείας το συνολικό ποσό των 25.069,54 ευρώ.

Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα εξής: "Ο ενάγων, ο οποίος είναι Πακιστανός υπήκοος, εργάσθηκε στην εναγομένη ως φύλακας κλπ εγκαταστάσεων καυσίμων από 13-7-1998 μέχρι 31-8-2002 παρανόμως, δηλαδή χωρίς προηγούμενη άδεια εργασίας καθ' όλο το διάστημα της εργασίας του. Ο ενάγων μη έχοντας τηρήσει τις νόμιμες προϋποθέσεις εργασίας στη χώρα, δεν μπορεί να επικαλείται τους νόμους της χώρας αυτής ώστε να δικαιωθεί των εργατικών του απαιτήσεων (όπως δικαιούται κάθε νομοταγής ιθαγενής ή αλλοδαπός), έστω και με τη βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού, διότι με τον τρόπο αυτό εμφανίζεται το άτοπο φαινόμενο, ενώ ο ίδιος καταστρατηγεί τις διατάξεις των νόμων περί εργασίας και παραμονής του ως αλλοδαπού στην Ελλάδα και προβαίνει με τον τρόπο αυτό στη διάπραξη αξιόποινων πράξεων, να έχει την απαίτηση να εφαρμόζουν οι δημόσιες αρχές του κράτους τις διατάξεις του νόμου επιλεκτικώς οπότε αυτές τον ευνοούν".

Με βάση τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο έκρινε ότι ο αναιρεσείων δεν δικαιούται των αιτουμένων με την ένδικη αγωγή του εργατικών διαφορών και επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, η οποία είχε κρίνει ομοίως, απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο παραβίασε τις παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και, επομένως, αμφότεροι οι λόγου αναιρέσεως από τον αριθ. 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ , σύμφωνα με τους οποίους ο αναιρεσείων έχει αξίωση για τις συμφωνηθείσες ή νόμιμες αποδοχές του και υπερεργασία (για το χρονικό διάστημα από 1-1-1999 έως 31-3-2001) από τις διατάξεις των άρθρων 904 επ.

ΑΚ και, περαιτέρω, δικαιούται ευθέως εκ του νόμου των αποδοχών από ιδιόρρυθμη (μετά την 1-4-2001) και παράνομη υπερωρία, εργασία κατά τη νύκτα και κατά Κυριακές, επιδόματα αδείας και εορτών και των αποδοχών αδείας, είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί.. Μετά από αυτά, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, του οποίου είναι δυνατή η σύνθεση από άλλους δικαστές (άρθρο 580 § 3 ΚΠολΔ), και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 7731/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. Και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Ιανουαρίου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Ιανουαρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ