206/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated206/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): IIΙ. Επειδή το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, έκρινε ότι είναι αβάσιμη κατ' ουσίαν η από 8/1/1991 αγωγή του αναιρεσείοντος και η από 16/10/1991 παρέμβαση του θείου του Χ1, ο οποίος απεβίωσε κατά τη διάρκεια της δίκης και κληρονομήθηκε από τον αναιρεσείοντα, με τις οποίες, ο ενάγων και ο κυρίως παρεμβάς ζητούσαν να κηρυχθούν άκυρες οι με αριθμούς ....., .....
Full text
Απόφαση 206 / 2008 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 206/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Φώσκολο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο και Χαράλαμπο Παπαηλιού, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος - καθού η κλήση: ....., κατοίκου ΗΠΑ, για τον εαυτό του ατομικά και ως ειδικού διαδόχου κληρονομικώ δικαιώματι του αποβιώσαντος αρχικού δικαιούχου και συνδικαιούχου Χ1, ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Της αναιρεσίβλητης - καλούσας: Ψ1 θετής κόρης ....., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεόδωρο Κοσμόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-1-1991 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και την από 16-10-1991 κύρια παρέμβαση του Χ1 που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδκείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1467/1992 προδικαστική, 1635/1998 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3328/1999 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση των δύο τελευταίων αποφάσεων ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 1-3-2000 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκαν οι 1174/2003 και 1273/2007 αποφάσεις του Αρείου Πάγου που κήρυξαν τη συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επαναφέρει προς συζήτηση η καλούσα με την από 21-6-2007 κλήση της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσίβλητη όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Λεωνίδας Ζερβομπεάκος ανέγνωσε την από 9-5-2003 έκθεσή του αποχωρήσαντος από την υπηρεσία Αρεοπαγίτη Ιωάννη Βερέτσου, με την οποία, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Όπως προκύπτει άπα την ..... έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Πειραιώς ....., που επικαλείται και προσκομίζει η αναιρεσίβλητη, καθώς και τα από την τελευταία επικαλούμενα και προσκομιζόμενα υπ' αριθ. ..... και .... φύλλα των εκδιδομένων στην Αθήνα ημερήσιων εφημερίδων "ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ" και "ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΩΡΑ", αντιστοίχως, ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της από 21-6-2007 κλήσεως για συζήτηση της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στον αναιρεσείοντα, ως αγνώστου διαμονής, ο οποίος όμως δεν εμφανίστηκε κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από το οικείο πινάκιο και συνεπώς η συζήτηση της αναίρεσης θα προχωρήσει παρά την απουσία του (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).
II. Επειδή αν η πρωτόδικη απόφαση προσβλήθηκε με έφεση και αυτή έγινε τυπικώς δεκτή, σε αναίρεση υπόκειται μόνον η απόφαση του Εφετείου. Γιατί η πρωτόδικη απόφαση, αν μεν η έφεση ευδοκίμησε κατ' ουσίαν, εξαφανίστηκε και έπαψε να υπάρχει, αν δε η έφεση απορρίφθηκε κατ' ουσίαν, ενσωματώθηκε στην Εφετειακή. Επομένως απαραδέκτως η υπό κρίση αίτηση πλήττει την πρωτόδικη 1635/1998 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, αφού η επίσης αναιρεσιβαλλόμενη υπ' αριθμ. 3328/1999 απόφαση του Εφετείου Αθηνών έκρινε την έφεση του ήδη αναιρεσείοντος παραδεκτή, την δέχθηκε τυπικώς, ακολούθως δε ερεύνησε κατ' ουσίαν την διαφορά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση, με αποτέλεσμα να έχει ενσωματωθεί σ' αυτήν η πρωτόδικη απόφαση.
IIΙ. Επειδή το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, έκρινε ότι είναι αβάσιμη κατ' ουσίαν η από 8/1/1991 αγωγή του αναιρεσείοντος και η από 16/10/1991 παρέμβαση του θείου του Χ1, ο οποίος απεβίωσε κατά τη διάρκεια της δίκης και κληρονομήθηκε από τον αναιρεσείοντα, με τις οποίες, ο ενάγων και ο κυρίως παρεμβάς ζητούσαν να κηρυχθούν άκυρες οι με αριθμούς ....., .....
και .... δημόσιες διαθήκες της κατά την 27/5/1990 αποβιώσασας θείας του ενάγοντος και αδελφής του παρεμβάντος Π1, που συντάχθηκαν ενώπιον του συμβολαιογράφου Αθηνών Ηλία Παπασταθόπουλου, λόγω ελλείψεως συνειδήσεως των πραττομένων εκ μέρους της διαθέτιδας, όταν συντάχθηκαν οι άνω διαθήκες (άρθρο 1719 παρ. 1 εδ.
δ' ΑΚ ως ίσχυε προ του ν. 2447/1996), άλλως να ακυρωθούν οι άνω διαθήκες ως προϊόντα πλάνης της διαθέτιδας (άρθρο 1784 ΑΚ), απειλής που ασκήθηκε σε βάρος της και απάτης, χωρίς την οποία η διαθέτιδα δε θα τις συνέτασσε (άρθρο 1782 παρ. 1 και 2 ΑΚ). Ειδικότερα το Εφετείο δέχθηκε ότι η άνω διαθέτιδα κατά τους χρόνους σύνταξης των ανωτέρω διαθηκών είχε κλονισμένη υγεία, καθόσον έπασχε από σακχαρώδη διαβήτη, εκφυλιστική σπονδυλοαρθρίτιδα και είχε μόνιμο βηματοδότη, ενώ νοσηλευόταν κατά καιρούς στα νοσοκομεία "Ευαγγελισμός" και "Αλεξάνδρα", όμως δεν είχε περιέλθει, κατά τους παραπάνω κρίσιμους χρόνους σε κατάσταση τέτοια, που να μην είχε συνείδηση των πράξεών της και στη συγκεκριμένη περίπτωση τη δύναμη να διαγνώσει και να προσδιορίσει ελεύθερα με λογικές σκέψεις την ουσία και το περιεχόμενο της δήλωσης βούλησής της, για σύνταξη των επιμάχων δημοσίων διαθηκών και την υπογραφή τους ενώπιον του συμβολαιογράφου που τις συνέταξε, με την παρουσία των αναφερομένων σ' αυτές μαρτύρων.
Ενόψει των παραδοχών αυτών το Εφετείο έκρινε ότι η άνω διαθέτιδα δεν ήταν ανίκανη να συντάξει τις επίμαχες διαθήκες κατά τους κρίσιμους χρόνους της σύνταξής τους. Περαιτέρω το Εφετείο δέχθηκε, ότι δεν αποδείχθηκαν οι ισχυρισμοί του ενάγοντος και του κυρίως παρεμβαίνοντος ότι η εναγομένη δεν άφηνε κανένα συγγενή της διαθέτιδας να την επισκέπτεται και δημιούργησε έτσι στη διαθέτιδα την πεπλανημένη εντύπωση, για πλήρη αδιαφορία των συγγενών της έναντί της, που συνιστούσε, κατά την ρητώς διατυπωθείσα άποψή της, συστηματική αχαριστία των συγγενών της, αφού οι τελευταίοι μπορούσαν να την επισκέπτονται ελεύθερα στην κατοικία της και στα νοσοκομεία, όταν νοσηλευόταν.
Ενόψει των παραδοχών αυτών το Εφετείο έκρινε, ότι το γεγονός της αδιαφορίας των συγγενών της διαθέτιδας έναντι αυτής, το οποίο μνημονεύεται στην τελευταία διαθήκη της, ως παραγωγικό της βούλησής της αίτιο, δεν οφείλεται στην, κατά τον ενάγοντα και τον κυρίως παρεμβάντα, συμπεριφορά της εναγομένης να απομονώσει την διαθέτιδα από τους συγγενείς της.
Ωσαύτως το Εφετείο δέχθηκε ότι δεν αποδείχθηκε, ότι οι επίμαχες διαθήκες είναι προϊόντα απάτης που μετήλθε η εναγομένη σε βάρος της διαθέτιδας, χωρίς την οποία η τελευταία δεν θα συνέτασσε αυτές ούτε και ότι ασκήθηκε οιαδήποτε απειλή από την εναγομένη σε βάρος της διαθέτιδας, εξαιτίας της οποίας αυτή συνέταξε τις άνω δημόσιες διαθήκες.
Κατόπιν των παραδοχών αυτών το Εφετείο έκρινε ότι είναι αβάσιμες κατ' ουσίαν και η αγωγή και η κύρια παρέμβαση, ως προς όλες τις βάσεις αυτών (κυρία και επικουρικές). Ενόψει τούτων ο πρώτος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται στην απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 8 περ. β' ΚΠολΔ γιατί δεν έλαβε υπόψη τον αγωγικό ισχυρισμό, ότι "η διαθέτιδα Π1 βρισκόταν υπό την σωματική, πνευματική και ψυχική ομηρία της εναγομένης Ψ1, η οποία την έσερνε κάθε τόσο σε δικούς της συμβολαιογράφους, με δικούς της μάρτυρες προκειμένου να συντάξει διαθήκη ή να την αλλάξει", είναι αβάσιμος, αφού από τις άνω παραδοχές του Εφετείου συνάγεται, ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη τους άνω ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, τους οποίους απέρριψε, ως αβάσιμους.
Εξάλλου, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 10 ΚΠολΔ γιατί δέχθηκε χωρίς απόδειξη και χωρίς να διατάξει απόδειξη για το ότι η διαθέτιδα ήταν "μια δυναμική γυναίκα με ισχυρή προσωπικότητα και υψηλό πνευματικό επίπεδο" είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι τα ανωτέρω, που δέχθηκε το Εφετείο στην αιτιολογία του, δεν αποτελούν πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης κατά την έννοια της προαναφερόμενης διάταξης, δηλαδή πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι στηρίζουν κατά νόμο αυτοτελή αίτηση ή ανταίτηση των διαδίκων (αγωγή ή ένσταση) αλλά επιχείρημα που προέκυψε από τα ανταποδεικτικώς προσαχθέντα από την εναγομένη στοιχεία.
IV. Επειδή ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 11 ΚΠολΔ γιατί δεν έλαβε υπόψη προγενέστερη ιδιόγραφη διαθήκη της διαθέτιδας με ημερομηνία 9/4/1982 είναι αβάσιμος, αφού από το κείμενο της αποφάσεως (φύλλο 5°) συνάγεται ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη την άνω διαθήκη που προσκόμισε και επικαλέστηκε ο αναιρεσείων στο Εφετείο. Ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, γιατί υπό την επίκληση της πλημμέλειας του άρθρου 559 αρ. 12 ΚΠολΔ ότι δηλαδή δεν αξιολογήθηκαν σωστά τα αναφερόμενα στην άνω ιδιόγραφη διαθήκη, πλήττεται η ουσιαστική εκτίμηση του δικαστηρίου. Επίσης, απορριπτέος ως απαράδεκτος είναι και ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται στην απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ περί παραμορφώσεως του περιεχομένου της άνω ιδιόγραφης διαθήκης αφού από τον αναιρετικό αυτό λόγο συνάγεται ότι αποδίδεται στην απόφαση σφάλμα περί την εκτίμηση του περιεχομένου της άνω διαθήκης. Τέλος η απόφαση δεν περιέχει αντιφατικές διατάξεις, αλλά οι επικαλούμενες αορίστως με τον έκτο λόγο αναιρέσεως αντιφάσεις αναφέρονται στις αιτιολογίες της αποφάσεως και όχι στο διατακτικό της.
Συνεπώς ο έκτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 17 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 1-3-2000 αίτηση αναιρέσεως των 1635/1998 και 3328/1999 αποφάσεων του Πολυμελούς Πρωτοδικείου και του Εφετείου Αθηνών, αντίστοιχα.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1200) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Ιανουαρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Φεβρουαρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ