206/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 206 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Legislator headnote
AI generated206/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 206 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Full text
Απόφαση 206 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 206/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο, Διονύσιο Γιαννακόπουλο και Χαράλαμπο Δημάδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ :
Των αναιρεσειόντων : 1).... και 2)...., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Παπακωνσταντίνου.
Του αναιρεσιβλήτου : ....., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αργύριο Καραβίδα
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-2-2001 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 593/2002 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 42/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 17 Ιανουαρίου 2005 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Διονύσιος Γιαννακόπουλος ανέγνωσε την από 12 Σεπτεμβρίου 2006 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη Βασιλείου Ρήγα, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση, αν παρεβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Εξάλλου, κατά το αυτό άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς επί ζητήματος που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 904 Α.Κ., υποχρέωση αποδόσεως της ωφέλειας από εκείνον που έγινε πλουσιότερος από την περιουσία ή με ζημιά άλλου αναγνωρίζεται όχι μόνο στις ενδεικτικώς αναφερόμενες σ'αυτό περιπτώσεις αδικαιολογήτου πλουτισμού, δηλαδή της αχρεώστητης παροχής και της παροχής για αιτία που δεν επακολούθησε ή έληξε ή για αιτία παράνομη ή ανήθικη, αλλά σε κάθε περίπτωση κατά την οποία από την παροχή του δότη γίνεται πλουσιότερος ο λήπτης χωρίς νόμιμη αιτία. Τέτοια αιτία, που δικαιολογεί τη διατήρηση της παροχής στο λήπτη, δεν υπάρχει όταν η παροχή έγινε σε εκτέλεση συμβάσεως, για την οποία δεν τηρήθηκε ο απαιτούμενος τύπος και η οποία, εφόσον δεν ορίζεται το αντίθετο, είναι άκυρη και θεωρείται ως μη γενομένη (άρθρα 159 § 1 και 180 Α.Κ.), αφού η βούληση του δότη, που εκδηλώθηκε άτυπα, δεν αναγνωρίζεται από το νόμο. Κατά συνέπεια, η καταβολή τιμήματος σε εκτέλεση συμβάσεως αγοράς ακινήτου, για την οποία δεν συντάχθηκε συμβολαιογραφικό έγγραφο, που απαιτείται από τα άρθρα 369, 513 και 1033 Α.Κ., επάγεται πλουτισμό του πωλητή χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία του αγοραστή. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 905 § 1 Α.Κ., η απαίτηση αχρεωστήτου αποκλείεται, αν ο λήπτης της παροχής αποδείξει, ότι αυτός που κατέβαλε γνώριζε, ότι δεν υπήρχε το χρέος. Η δικαιολογία του αποκλεισμού με τη διάταξη αυτή της απαιτήσεως αχρεωστήτου συνίσταται στο ότι στην περίπτωσή της τεκμαίρεται ότι η περιουσιακή επίδοση έγινε με το σκοπό της δωρεάς ή για άλλη νόμιμη αιτία. Επομένως, αποκλεισμός της απαιτήσεως αχρεωστήτου με βάση την ανωτέρω διάταξη δεν υφίσταται στην περίπτωση καταβολής τιμήματος σε εκτέλεση συμβάσεως αγοράς ακινήτου, για την οποία δεν έχει συνταχθεί συμβολαιογραφικό έγγραφο, αφού δεν υπάρχει νόμιμη αιτία.
Εν προκειμένω, το Εφετείο εδέχθη, ανελέγκτως τα ακόλουθα: "Το έτος 1995 ο ενάγων, προτιθέμενος να προβεί στην αγορά εκτάσεως άνω των 300 στρεμμάτων στην περιοχή "...." της κτηματικής περιφερείας της πρώην κοινότητας ...και ήδη Δήμου .... Ευβοίας προς τουριστική αξιοποίηση και μεταπώλησή της σε τρίτους, προήλθε σε διαπραγματεύσεις με τους εναγομένους για την αγορά παρ' αυτών ενός ακινήτου, συγκυριότητας αμφοτέρων κατ' ίσο ποσοστό εξ αδιαιρέτου, εκτάσεως 62 στρεμμάτων, το οποίο βρίσκεται στην ειδικότερη θέση "...." ή "...." της ανωτέρω περιφέρειας. Οι διαπραγματεύσεις των διαδίκων κατέληξαν σε οριστική συμφωνία και στις 28-2-1996 οι εναγόμενοι μεταβίβασαν κατά κυριότητα στον ενάγοντα το άνω ακίνητό τους αντί τιμήματος 564.000 δραχμών ανά στρέμμα και συνολικού 35.000.000 δραχμών. Προς κάλυψη του τιμήματος αυτός εξέδωσε την ίδια ημέρα πέντε μεταχρονολογημένες επιταγές σε διαταγή του, πληρωτέες επί της Τράπεζας Αθηνών εκ του υπ' αριθμ. .....τηρούμενου λογαριασμού του με ημερομηνία εκδόσεως την ...., .... ,..., .... και ...., ποσού 5.000.000 δραχμών καθεμία εκ των τεσσάρων πρώτων και 15.000.000 δραχμών η τελευταία, τις οποίες εισέπραξαν οι εναγόμενοι τις αντίστοιχες ημερομηνίες. Προκειμένου, όμως, να αποφευχθούν τα έξοδα και οι φόροι μεταβιβάσεως του πωληθέντος ακινήτου, ενόψει του ότι ο ενάγων είχε σκοπό τη μεταπώληση του όλου ή τμήματος αυτού σε τρίτους, οι διάδικοι δεν συνέταξαν συμβολαιογραφικό έγγραφο για την ανωτέρω πώληση, αλλά οι εναγόμενοι με το από ....έγγραφό τους, έδωσαν στον ενάγοντα την αποκλειστική και αμετάκλητη "εντολή" να προβεί, για λογαριασμό τους, στην πώληση του άνω αγροτεμαχίου τους αντί "... 564.000 δραχμών κατά στρέμμα, ήτοι 35.000.000 δραχμές...". Επίσης, στο ίδιο έγγραφο ανέφεραν, ότι το πέραν των 564.000 δραχμών ανά στρέμμα τίμημα, που τυχόν επετύγχανε ο ενάγων από την πώληση του ακινήτου, θα το παρακρατούσε ο ίδιος για αμοιβή και εν γένει έξοδα, που θα πραγματοποιούσε. Για τον ίδιο λόγο επακολούθησε και το υπ' αριθμ. ....ειδικό πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Ιστιαίας Ελένης Γλιγλίου, με το οποίο οι εναγόμενοι χορήγησαν την ειδική εντολή και πληρεξουσιότητα στον ενάγοντα, αλλά και στη σύζυγό του ...., όπως, εκτός άλλων ενεργειών, προβούν, από κοινού ή χωριστά ο καθένας, στην πώληση και μεταβίβαση του εν λόγω ακινήτου σε τρίτο ή στον εαυτό τους με αυτοσύμβαση, με οποιοδήποτε όρο και τίμημα. Κατόπιν αυτών και δεδομένου ότι στο με το υπ' αριθμ. ....έγγραφο του Δασαρχείου Ιστιαίας είχε γνωστοποιηθεί στον ενάγοντα ότι 12.900 τ.μ. εκ του άνω ακινήτου των 62 στρεμμάτων αποτελούσαν μέρος του διακατεχομένου από το Ελληνικό Δημόσιο δάσους του Αγίου Ιστιαίας, αυτός δυνάμει του υπ' αριθμ. ....αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών ...., στο οποίο με βάση το άνω πληρεξούσιο συμβλήθηκε για λογαριασμό των εναγομένων, πώλησε και μεταβίβασε την υπόλοιπη έκταση (μη δασική) των 49.100 τ.μ., κατά 23100 τ.μ. εξ αδιαιρέτου στον εαυτό του, κατά 20.000 τ.μ. εξ αδιαιρέτου στη σύζυγό του και κατά 1200 τ.μ. εξ αδιαιρέτου σε καθένα εκ των ..., ....., ...., ....και ..... Ακολούθως, με την υπ' αριθμ. .....πράξη του Δασάρχη Ιστιαίας η χαρακτηρισθείσα ως δασική έκταση των 12.900 τ.μ. περιορίσθηκε τελεσιδίκως σε 7.7.97 τ.μ., για τα οποία ο ενάγων είχε καταβάλει στους εναγομένους ως τίμημα της προαναφερθείσας άκυρης μεταξύ τους συμβάσεως πωλήσεως το ποσόν των 4.397.508 δραχμών. Κατά το ποσόν, όμως, αυτό οι εναγόμενοι κατέστησαν πλουσιότεροι χωρίς νόμιμη αιτία εκ της περιουσίας του ενάγοντος και υποχρεούνται σε απόδοσή του κατ' ισομοιρία ο καθένας. Ο ισχυρισμός αυτών ότι το τίμημα της πωλήσεως συμφωνήθηκε κατ' αποκοπή στο ποσόν των 35.000.000 δραχμών ανεξαρτήτως του εμβαδού που ήθελε προκύψει, δηλαδή μεγαλύτερου ή μικρότερου των 62 στρεμμάτων, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, εφόσον στο από .... ιδιωτικό έγγραφο, που προαναφέρθηκε, αναφέρεται ρητώς ότι η τιμή πωλήσεως συμφωνήθηκε στο ποσόν των 564.000 δραχμών ανά στρέμμα. Επίσης, ο ισχυρισμός τους ότι ο ενάγων, μολονότι γνώριζε, ότι υπήρχε πιθανότητα τμήμα της άνω εκτάσεως να χαρακτηρισθεί ως δασικό, αγόρασε αυτήν στο σύνολό της και κατέβαλε το συμφωνηθέν τίμημα, δεν μπορεί να θεμελιώσει νόμιμη ένσταση εκ του άρθρου 905 § 1 Α.Κ., αφού η εν λόγω διάταξη δεν τυγχάνει εφαρμογής στην προκειμένη περίπτωση, που αφορά πλουτισμό από μη νόμιμη αιτία. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, απορριπτομένης της ενστάσεως των εναγομένων ως μη νόμιμης, η ένδικη αγωγή, όπως αυτή περιορίσθηκε, πρέπει να γίνει δεκτή και ως κατ' ουσίαν βάσιμη και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να καταβάλουν στον ενάγοντα, συμμέτρως, το ποσόν των 12.905 Ευρώ". Επομένως, το Εφετείο, μη προκυπτούσης αμφιβολίας ή κενού στις δηλώσεις των διαδίκων, δεν παρεβίασε τις ως άνω ουσιαστικές διατάξεις, ούτε τα άρθρα 513 επ., 380 έως 382, 200 και 454 του ΑΚ και η απόφασή του έχει νόμιμη βάση, και δη την απαιτουμένη αιτιολογία, η οποία δεν είναι αντιφατική ή ανεπαρκής. Κατ' ακολουθίαν, οι αντίθετοι, εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, λόγοι της αιτήσεως είναι αβάσιμοι.
Επειδή, κατά το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση, αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται και οι διά λόγου εφέσεως ή αντεφέσεως προτεινόμενοι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, καθώς και οι παραδεκτώς προτεινόμενοι στο εφετείο από τον εφεσίβλητο ισχυρισμοί.
Εν προκειμένω, το Εφετείο έλαβε υπόψη τους ανωτέρω ισχυρισμούς, που προέβαλε ο εκκαλών - ενάγων με την έφεσή του κατά της απορριψάσης την αγωγή του πρωτόδικης αποφάσεως, ενώ δεν έλαβε υπόψη ισχυρισμό περί παραιτήσεως του ενάγοντος εκ της ένδικης αξιώσεως, διότι δεν προέβαλαν τέτοιο οι αναιρεσείοντες. Επομένως, οι αντίθετοι, εκ του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, λόγοι της αιτήσεως είναι αβάσιμοι.
Επειδή κατά το άρθρο 559 αρ. 11 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις, που δεν προσεκομίσθησαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επεκαλέσθησαν και προσεκόμισαν.
Εν προκειμένω, οι αναιρεσείοντες μέμφονται το Εφετείο, ως υποπεσόν στο ανωτέρω σφάλμα, αλλά ο σχετικός λόγος στερείται πραγματικού. Επομένως, ο λόγος αυτής της αιτήσεως, εκ του άρθρου 559 αρ. 11 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος.
Επειδή κατά το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Τέτοια μη κήρυξη απαραδέκτου υφίσταται και όταν το δικαστήριο θεωρεί ορισμένη την ποσοτικώς ή ποιοτικώς αόριστη αγωγή, ήτοι τη μη εξειδικεύουσα με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα ή τη μνημονεύουσα απλώς τα στοιχεία του νόμου χωρίς αναφορά περιστατικών.
Εν προκειμένω, ο αναιρεσίβλητος περιλαμβάνει στην αγωγή του πάντα τα κατ΄ άρθρο 216 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ, στοιχεία, αναφέροντας και τα ως άνω γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα γεγονότα. Επομένως, το Εφετείο, που δεν κήρυξε απαράδεκτη την αγωγή λόγω αοριστίας, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 14 Κ.Πολ.Δικ. και γι΄ αυτό ο περί του αντιθέτου αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 17 Ιανουαρίου 2005, αίτηση του ..... κ.λ.π., για αναίρεση της 42/2004 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία καθορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα ευρώ (1.170).
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 1 Φεβρουαρίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 5 Φεβρουαρίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ