Legislator Case Law & Legislation
2069/2022 AI generated

Supreme Court dismisses additional appeal grounds due to procedural delay and remands case for retrial.

Case Number 2069/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's additional appeal grounds filed on April 21, 2022, because they were not submitted thirty days prior to the hearing as required by law. The appellant argued that the lower court erred in accepting new evidence regarding the bank's acceptance of bills of exchange, but the court found the procedural defect fatal. Consequently, the court annulled the first-instance judgment and remanded the case for a new trial with a different judge.

Legislator headnote

AI generated

Articles 569(2) and 577(1)-(2) of the Code of Civil Procedure; The additional grounds of appeal are inadmissible if the relevant documents are not filed and served at least thirty full days before the hearing, resulting in their automatic rejection.

Keywords

AI generated
additional appeal grounds thirty day rule procedural inadmissibility remand for retrial Code of Civil Procedure automatic rejection different judge composition

Cited Legislation

AI generated
Articles 569(2) and 577(1)-(2) of the Code of Civil Procedure
Article 1(12)(a) of Law 1157/1981
Article 559(8a)-(8b) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, and 191(2) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2069 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 2069/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Γεώργιο Αυγέρη και Αγαθή Δερέ - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Μαΐου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Κ. Κ. του Η., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αριστέα Ραγιά.

Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θωμά Καναβέλη. Στο σημείο αυτό, η πληρεξούσια δικηγόρος του αναιρεσείοντος ζήτησε την αναβολή της υπόθεσης για τους λόγους που ανέπτυξε. Για το αίτημα της αναβολής έλαβε τον λόγο και ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου, ο οποίος δε συναίνεσε.

Το Δικαστήριο διασκέφθηκε και, διά του Προέδρου του, απέρριψε το αίτημα της αναβολής.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 6-9-2012, 17-9-2012 και 27-9-2012 ανακοπές του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Ειρηνοδικείο Καρδίτσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 529/2014 και 533/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 135/2019 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 29-11-2019 αίτησή του και τους από 21-4-2022 προσθέτους αυτής λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 569 παρ. 2 και 577 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η παραδεκτή άσκηση των προσθέτων λόγων αναίρεσης προϋποθέτει όπως τόσο η κατάθεση του σχετικού δικογράφου στη γραμματεία του Αρείου Πάγου όσο και η επίδοση αντιγράφου αυτού στον αναιρεσίβλητο και τους άλλους διαδίκους έχει λάβει χώρα τριάντα, τουλάχιστον, πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης, ήτοι δεν υπολογίζονται η ημέρα κατάθεσης, επίδοσης και συζήτησης (ΟλΑΠ 33/1996, ΟλΑΠ 143/1984).

Η παράλειψη τήρησης των παραπάνω διατυπώσεων ή της μιας απ' αυτές συνεπάγεται την απόρριψη αυτών ως απαράδεκτων και αυτεπαγγέλτως (ΟλΑΠ 143/1984, ΑΠ 1367/2022, ΑΠ 527/2022). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 12 εδ. α' του ν.1157/12.5.1981 η διαδρομή των υπό του νόμου ή των δικαστηρίων τεταγμένων προθεσμιών αρχίζει από την επομένη της ημέρας της επίδοσης ή της ημέρας κατά την οποία συνέβη το αποτελούν την αφετηρία της προθεσμίας γεγονός και λήγει την 7μ.μ.

ώρα της τελευταίας ημέρας, και εάν αυτή είναι κατά νόμο εξαιρετέα ή Σάββατο, την ίδια ώρα της επομένης εργάσιμης ημέρας. "Από τη σαφή διατύπωση της εν λόγω διάταξης, αλλά και όμοιων διατάξεων του άρθρου 144 ΚΠολΔ, στην παρ. 3 του οποίου ορίζεται ότι το Σάββατο θεωρείται για τον παρόντα Κώδικα εξαιρετέα και μη εργάσιμη ημέρα, συνάγεται ότι αυτές, ως προς τη λήξη της προθεσμίας που καθιερώνουν, εφαρμόζονται τόσο επί των προθεσμιών ενέργειας όσο και επί των προπαρασκευαστικών προθεσμιών, δηλαδή εκείνων που τάσσονται και είναι απαραίτητο να παρέλθουν πριν από την ενέργεια ορισμένης πράξης, έτσι ώστε αν η τελευταία ημέρα των προθεσμιών αυτών συμπίπτει με τη θεωρούμενη ως εξαιρετέα ημέρα του Σάββατο αυτή δεν υπολογίζεται και η προθεσμία λήγει την ίδια ώρα (7 μ.μ.) της επόμενης εργάσιμης ημέρας (ΟλΑΠ 266/1985).

Τέτοια προπαρασκευαστική προθεσμία είναι και εκείνη των τριάντα (30) τουλάχιστον πλήρων ημερών, οι οποίες πρέπει να έχουν περάσει από την κατάθεση και επίδοση των προσθέτων λόγων αναίρεσης μέχρι την ημέρα της συζήτησης της αναίρεσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 569 παρ. 2 ΚΠολΔ. Επομένως, αν η τελευταία (30η), πριν από τη δικάσιμο, ημέρα (με αφετηρία την επομένη της επίδοσης) συμπίπτει με εξαιρετέα ημέρα, δεν υπάρχει εμπρόθεσμη άσκηση των λόγων αυτών, οι οποίοι απορρίπτονται και αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτοι, σύμφωνα με το άρθρο 577 παρ. 2 ΚΠολΔ (ΑΠ 1367/2022, ΑΠ 527/2022).

Στην προκείμενη περίπτωση, ως ημέρα συζήτησης, ενώπιον του Α2 Τμήματος του Αρείου Πάγου, της κρινόμενης από 29-11-2019 αίτησης αναίρεσης, κατά της αναιρεσίβλητης ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.", ήδη παρασταθείσα, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, με αριθμό ΓΕΜΗ 225501000, ως καθολική διάδοχος, μετά τη διάσπαση με απόσχιση του κλάδου της τραπεζικής δραστηριότητας με σύσταση νέας εταιρίας - πιστωτικού ιδρύματος (επωφελούμενης), η οποία εγκρίθηκε με τη με αριθμ.

πρωτ. 139241/30-12-2020 απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης και Επενδύσεων, και καταχωρήθηκε στο ΓΕΜΗ δυνάμει της με αριθμ. πρωτ. 139264/30-12-2020, της αρχικώς αναιρεσίβλητης ανώνυμης τραπεζικής εταιρία με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Ανώνυμος Εταιρία", με αριθμό ΓΕΜΗ ……., για αναίρεση της 139/2019 τελεσίδικης απόφασης του δικάσαντος ως Εφετείου Μονομελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας ορίστηκε η δικάσιμος της 23-5-2022 και ο αναιρεσείων άσκησε προσθέτους λόγους με το από 21-4-2022 ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στη γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου την ίδια ημερομηνία και επιδόθηκε αυθημερόν στην αναιρεσίβλητη, ήτοι στις 21-4-2022, όπως προκύπτει από τη με ...

έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Π. Α.. Έτσι, η τριακοστή ημέρα, από την επομένη της επίδοσης του δικογράφου των προσθέτων λόγων, ήτοι από 22 Απριλίου 2022, συμπίπτει με την 21 Μαΐου 2022, ημέρα Σάββατο, όπως προκύπτει από το ημερολόγιο του τρέχοντος έτους, ώστε η πιο πάνω 30ήμερη προθεσμία, παρατεινόμενη και την εξαιρετέα ημέρα της Κυριακής λήγει στις 7 το βράδυ της επόμενης εργάσιμης ημέρας, δηλαδή στις 23 Μαΐου 2022, η οποία είναι και η δικάσιμος της υπόθεσης, η συζήτηση της οποίας έχει οριστεί για την 9.30 π.μ.

ώρα, μέχρι την οποία, όμως, δεν είχε συμπληρωθεί η 30νθήμερη προθεσμία. Επομένως, οι πρόσθετοι αυτοί λόγοι ασκήθηκαν εκπρόθεσμα και, αυτεπαγγέλτως, ως εκ τούτου, είναι απαράδεκτοι.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρ. 1, 3, 9, 11, 15, 17, 21 και 28 του ν. 5325/1932 "περί συναλλαγματικής και γραμματίου εις διαταγήν" προκύπτει ότι η ενοχή από συναλλαγματική είναι μεν αναιτιώδης, αφού η αιτία της έκδοσής της δεν αποτελεί στοιχείο του κύρους της και συνεπώς ούτε της αγωγής προς πληρωμή της, όμως ο οφειλέτης από συναλλαγματική, όπως προπάντων είναι ο αποδέκτης της, μπορεί να επικαλεσθεί και να αποκαλύψει την εσωτερική (υποκείμενη ή βασική) σχέση που τον συνδέει με τον εκδότη ή και τον κομιστή της συναλλαγματικής, εφόσον διατελεί σε προσωπική σχέση μ' αυτόν ή αν αυτός κατά την κτήση της συναλλαγματικής ενήργησε εν γνώσει του προς βλάβη του οφειλέτη, προβάλλοντας την ένσταση ότι δεν υπάρχει αιτία για την έκδοση ή την οπισθογράφηση της συναλλαγματικής, είτε διότι αυτή ήταν εξ αρχής ανύπαρκτη, παράνομη, ανήθικη ή ελαττωματική (λχ.

εικονική) είτε διότι έληξε ή δεν επακολούθησε, οπότε αν η ένστασή του αποδειχθεί, καθίσταται ανενεργός η αξίωση από τη συναλλαγματική και ο οφειλέτης ελευθερώνεται (ΑΠ 1266/20112, ΑΠ 896/2006, ΑΠ 903/2006), αφού διαφορετικά η πληρωμή της συναλλαγματικής θα οδηγούσε σε αδικαιολόγητο σε βάρος του πλουτισμό του κομιστή της συναλλαγματικής κατά τα άρθρ. 904 επ.

ΑΚ (ΑΠ 1/2017, ΑΠ 536/2915, ΑΠ 544/1998 πρβλ. και ΑΠ 1312/1991, ΑΠ 8/1994). Ο οφειλέτης δεν είναι πάντως αναγκαίο για να ελευθερωθεί να επικαλεσθεί ρητά τον προκαλούμενο από την πληρωμή της συναλλαγματικής αδικαιολόγητο σε βάρος του πλουτισμό του κομιστή της, αλλά αρκεί να αναφερθεί στα στοιχεία που καθιστούν χωρίς νόμιμη αιτία την υποχρέωσή του και συνεπώς αχρεώστητη την πληρωμή της συναλλαγματικής, ο δε κομιστής αυτής ενεργεί προς βλάβη του οφειλέτη, όταν κατά το χρόνο κτήσης της συναλλαγματικής γνώριζε την ανυπαρξία ή την ελαττωματικότητα της αιτίας έκδοσης ή οπισθογράφησής της και την απέκτησε για να τον εμποδίσει να αντιτάξει ουσιώδεις ενστάσεις από τις προσωπικές του σχέσεις με τον εκδότη ή τον προηγούμενο κομιστή της συναλλαγματικής και να επιτευχθεί έτσι η πληρωμή της, η οποία χωρίς τη μεταβίβασή της δεν θα επιτυγχανόταν (ΑΠ 1266/2011, πρβλ.

ΑΠ 1287/2021). Μεταγενέστερη γνώση του κομιστή δεν ασκεί επίδραση.

Συνεπώς, σε περίπτωση που ο ενεχόμενος από τη συναλλαγματική ασκήσει είτε ανακοπή κατά της εκδοθείσας σε βάρος του διαταγής πληρωμής είτε αγωγή περί ανυπαρξίας της οφειλής του, πρέπει να εκθέτει στο σχετικό δικόγραφο, και, ακολούθως, να αποδεικνύει, τα περιστατικά αυτά, γιατί η καλή πίστη του κομιστή τεκμαίρεται. Έτσι, εκτός από τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την ιστορική βάση της σχετικής ένστασής του, πρέπει στην ανακοπή ή την αγωγή του να περιλαμβάνει και τον ισχυρισμό, ότι ο κομιστής της συναλλαγματικής, κατά το χρόνο της κτήσης αυτής, γνώριζε την ένσταση και επιπλέον αυτός είχε συνείδηση, ότι με την απόκτηση του τίτλου ήταν ενδεχόμενο να υποστεί βλάβη ο οφειλέτης με τη πληρωμή της συναλλαγματικής. Τέτοια ένσταση είναι και η ένσταση της συναλλαγματικής ευκολίας, η ένσταση δηλαδή ότι κανένα χρέος δεν υπήρχε μεταξύ του αποδέκτη και του εκδότη ή του οπισθογράφου και του προηγούμενου κομιστή της συναλλαγματικής, που να δικαιολογεί την αποδοχή της ή την οπισθογράφησή της, αλλ' αυτή έγινε προς διευκόλυνση απλώς του εκδότη ή του προηγούμενου κομιστή, με την αύξηση της πιστοληπτικής του δυνατότητας.

Συνεπώς εναντίον του κομιστή που δέχθηκε συναλλαγματική ευκολίας, ο οφειλέτης μπορεί να αντιτάξει ότι κατά την απόκτησή της εγνώριζε τούτο, ότι δηλαδή αυτή ήταν συναλλαγματική ευκολίας και ότι ενήργησε για να βλάψει τον οφειλέτη, για να επιτευχθεί δηλαδή, με τη στέρησή του από τη δυνατότητα προβολής της σχετικής ένστασης, η είσπραξη της συναλλαγματικής, η οποία αλλιώς θα ήταν αδύνατη.

Σε περίπτωση που ο κομιστής είναι νομικό πρόσωπο, η γνώση και ο σκοπός βλάβης του οφειλέτη κρίνονται κατ' αρχήν από το πρόσωπο του καταστατικού εκπροσώπου του (άρθρο 70 ΚΠολΔ). Όταν όμως το νομικό πρόσωπο ενήργησε με αντιπρόσωπο, ακόμη δε και με πρόσωπο, το οποίο έχει απλώς φαινόμενη πληρεξουσιότητα, διότι μέσω αυτού το νομικό πρόσωπο διεκπεραιώνει τις σχετικές υποθέσεις του στις συναλλαγές, όπως συμβαίνει με τους υπαλλήλους των τραπεζών μέσω των οποίων οι τράπεζες παραλαμβάνουν και προεξοφλούν συναλλαγματικές ή άλλα αξιόγραφα, η γνώση και ο σκοπός βλάβης κρίνονται από το πρόσωπο του αντιπροσώπου (άρθρο 214 ΑΚ), που έχει έστω και φαινόμενη πληρεξουσιότητα, αφού θα ήταν αντίθετο στην καλή πίστη και στα συναλλακτικά ήθη η τράπεζα να μπορούσε να επιδιώξει την είσπραξη συναλλαγματικής που έλαβε για λογαριασμό της τέτοιο πρόσωπο, αλλά να μην δεσμεύεται από τη συμπεριφορά του προσώπου αυτού κατά την παραλαβή της (ΑΠ 1847/2005, πρβλ ΑΠ 83/2020).

Συνήθης στην πράξη είναι η έκδοση καταπιστευτικών αξιογράφων, συναλλαγματικής ή επιταγής, που εκδίδονται χάριν εγγύησης. Με τον όρο αυτό νοούνται οι περιπτώσεις εκείνες, στις οποίες προσπορίζεται μεν η νομική θέση δικαιούχου του τίτλου, συγχρόνως όμως συμφωνείται - ως ένα είδος pactum fiduciale - ότι ο δικαιούχος αυτού κατά ορισμένο μόνο τρόπο και υπό ορισμένες προϋποθέσεις θα είναι δυνατό να ενασκήσει το δικαίωμά του από τον τίτλο της συναλλαγματικής.

Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις παρέχεται στον οφειλέτη ένσταση αναβλητική ή ανατρεπτική, κατά τις περιστάσεις, βασιζόμενη στην αιτιώδη (υποκείμενη) σχέση, την οποία αυτός ως ενιστάμενος οφείλει να αποκαλύψει και να αποδείξει. Η ένσταση είναι προσωπική και υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 17 του νόμου 5325/1932.

Στην κατηγορία των ενστάσεων αυτών υπάγονται, εκτός άλλων, και οι περιπτώσεις κατά τις οποίες συμφωνείται μεταξύ των ενδιαφερομένων, ότι ο αντισυμβαλλόμενος θα δικαιούται να εισπράξει τον τίτλο υπό την προϋπόθεση, ότι εκπληρώθηκαν ορισμένοι όροι από την αιτιώδη σχέση ή θα έχει πληρωθεί κάποια άλλη αίρεση ή ακόμη, όταν η συναλλαγματική επέχει θέση εγγυοδοσίας και εκδίδεται για ασφάλεια μελλοντικής απαίτησης του κομιστή, ο οποίος δεσμεύεται να μην προβεί σε πρόωρη χρήση αυτής αλλά μόνο εάν αποκτήσει αξίωση από τη βασική σχέση (ΑΠ 761/2021, ΑΠ 50/2020, ΑΠ 83/2020, ΑΠ 1758/2017), οπότε αν η ένστασή του αποδειχθεί, καθίσταται ανενεργός η αξίωση από τη συναλλαγματική και ο οφειλέτης ελευθερώνεται (ΑΠ 903/2006, ΑΠ 896/2006).

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 1251 του ΑΚ, που προβλέπει την ενεχυρίαση τίτλου σε διαταγή, και 38 του ν.δ. 17.7/13.8.1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιριών", το οποίο εξακολουθεί να ισχύει κατά το άρθρο 41 παρ. 1 του ΕισΝΑΚ, προκύπτει, ότι μεταξύ των τίτλων σε διαταγή, που ενεχυριάζονται με οπισθογράφηση, χωρίς άλλη διατύπωση, κατά την παραπάνω διάταξη του άρθρου 1251 ΑΚ, είναι και η συναλλαγματική.

Η μη αναζήτηση τιμολογίων, παραστατικών από την πλευρά της Τράπεζας ή οποιουδήποτε άλλου κομιστή της επιταγής κατά την ενεχυρίαση των τίτλων δεν οδηγεί άνευ ετέρου στην επιβεβαίωση και κατάφαση γνώσης, όπως αυτή απαιτείται από τη διάταξη του άρθρου 17 του ν. 5325/1932, για την ύπαρξη οποιασδήποτε προσωπικής ένστασης, την οποία είναι δυνατό να διατηρεί βάσιμα ο εκδότης της συναλλαγματικής σε βάρος του λήπτη αυτής.

Η γνώση θα πρέπει να επιβεβαιώνεται θετικά και να προκύπτει από συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά και να μη συνάγεται απλώς συμπερασματικά, αφού η καλή πίστη του κομιστή της συναλλαγματικής τεκμαίρεται και κατά συνέπεια δεν είναι αρκετή η επισήμανση της παράλειψης της Τράπεζας να προβεί στην αναζήτηση τιμολογίων ή άλλων εγγράφων, που να πιστοποιούν την υποκείμενη αιτία, για την κατάφαση γνώσης της για οποιαδήποτε προσωπική ένσταση (καταπιστευτική επιταγή ή συναλλαγματική, επιταγή "ευκολίας", εικονικότητα, τοκογλυφία κ.λπ.), αφού η παράλειψη αυτή είναι δυνατό να οφείλεται όχι μόνο σε δόλο, αλλά και σε αμέλεια ακόμη, η οποία υπό την εκδοχή αυτή αναβαθμίζεται ανεπίτρεπτα σε μέγεθος ισοδύναμο προς εκείνο του δόλου.

Πέραν αυτού, η αξίωση απέναντι στην Τράπεζα ή οποιοδήποτε άλλον κομιστή της συναλλαγματικής ή επιταγής για την προσκόμιση σ` αυτούς τιμολογίων, που να πιστοποιούν προηγούμενες συναλλακτικές σχέσεις των ενεχόμενων από τον τίτλο προσώπων μεταξύ τους, στο πλαίσιο των οποίων έχει λάβει χώρα η έκδοση ή καθεμία από τις οπισθογραφήσεις της συναλλαγματικής, δεν επιβάλλεται από καμία διάταξη νόμου, ούτε και συνιστά στοιχείο της επιμέλειας, που απαιτείται στις συναλλαγές κατά τον κανόνα του άρθρου 330 εδ.

β του ΑΚ (ΑΠ 1122/2019, ΑΠ 353/2015) και άρα η μη ανταπόκριση της Τράπεζας, ως τελευταίας κομίστριας της συναλλαγματικής, στο μέτρο αυτό της μη αναγκαίας επιμέλειας, δεν καθιστά καταχρηστική, υπό την έννοια του άρθρου 281 του ΑΚ, την άσκηση της αξίωσης του ουσιαστικού δικαίου από το αξιόγραφο, με την εμφάνισή του για πληρωμή, τη βεβαίωση για τη μη πληρωμή κ.τ.λ., από τη δικαιούχο της αξίωσης αυτής τελευταία κομίστρια της συναλλαγματικής (ΑΠ 83/2020, ΑΠ 1346/2017).

Εξάλλου, οποιαδήποτε εγκύκλιος ή τραπεζική πρακτική έχουν σχέση αποκλειστικά και μόνο με την εσωτερική λειτουργία των καταστημάτων των Τραπεζών, αφορούν την έκδοση διαταγών, οδηγιών ή και κατευθύνσεων για τη ρύθμιση θεμάτων εσωτερικής οργάνωσης και λειτουργίας της υπηρεσίας τους και δεν έχουν ισχύ νόμου, με αποτέλεσμα να μη γεννώνται δικαιώματα και υποχρεώσεις από αυτές.

Επιπροσθέτως, οι εσωτερικές σχέσεις και ιδιαίτερες συμφωνίες σχετικά με το αξιόγραφο και την άσκηση των αξιώσεων από αυτό, πρέπει να αποδεικνύονται από τα υπάρχοντα αποδεικτικά στοιχεία, ότι εμπίπτουν στο πεδίο της γνώσης της τράπεζας ή άλλης τελευταίας κομίστριας. Η υιοθέτηση αντίθετης άποψης θα οδηγούσε στην πλήρη ανατροπή της αρχής του αναιτιώδους χαρακτήρα της ενοχής από την συναλλαγματική και θα καθιστούσε την αιτία (causa), τόσο της έκδοσης αυτής, όσο και των οπισθογραφήσεών της, "εν τοις πράγμασι", σε στοιχείο του αξιογράφου, κάτι που θα οδηγούσε στην αντιστροφή του συστήματος, που καθιερώνεται με το νόμο 5325/1932, δεδομένου, ότι, από τις διατάξεις του νόμου αυτού, συνάγεται, ότι η ενοχή από τη συναλλαγματική είναι αναιτιώδης, ότι η αιτία έκδοσης και οπισθογράφησής της δεν αποτελεί στοιχείο της συναλλαγματικής και ότι αποκαλύπτεται η αιτία μόνο με την προβολή σχετικής ένστασης, πως η αιτία εξέλιπε (έληξε ή δεν επακολούθησε), ή ήταν εξαρχής ανύπαρκτη, παράνομη, ανήθικη, ελαττωματική κ.τ.λ., από τον οφειλέτη, που καλείται για την πληρωμή της, είτε με την άσκηση αγωγής εναντίον του, είτε με την έκδοση σε βάρος του διαταγής πληρωμής (ΑΠ 50/2020, ΑΠ 1347/2018, ΑΠ 1317/2017).

Τέλος, το άρθρο 560 ΚΠολΔ καθορίζει περιοριστικά τους λόγους αναίρεσης και δεν περιλαμβάνει σ' αυτούς και την εσφαλμένη εκτίμηση δικογράφων, μεταξύ των οποίων και η ανακοπή, ενώ το άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ δεν καθιερώνει ιδιαίτερο λόγο αναίρεσης, αλλά επιτρέπει την εξέταση, αν από την εσφαλμένη εκτίμηση του περιεχομένου διαδικαστικού εγγράφου, ιδρύεται λόγος αναίρεσης από τους αναφερομένους στο άρθρο 560 ΚΠολΔ (ΑΠ 1063/2020, ΑΠ 717/2016, ΑΠ 904/2010).

Ο λόγος αναίρεσης από τον αρ. 5 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης η αντένστασης, ή λόγου έφεσης, και όχι οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 744/2021, ΑΠ 434/2021).

Εξάλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1997), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 744/2021, ΑΠ 59/2020).

Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο αναίρεσης του κυρίως δικογράφου πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αρ. 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, εκθέτοντας ότι έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και συγχρόνως δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη έκβαση της δίκης, και ειδικότερα, α) ότι εσφαλμένα εκτίμησε ως λόγο των ένδικων τριών ανακοπών, ότι αποδέχθηκε τις ένδικες συναλλαγματικές, με βάση τις οποίες εκδόθηκαν οι ανακοπτόμενες διαταγές πληρωμής, χάριν ευκολίας της εκδότριας - λήπτριας αυτών ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "…", προκειμένου αυτή να δανειοδοτηθεί από την αναιρεσίβλητη - καθ' ης η ανακοπή τράπεζας, και ότι κατά το χρόνο κτήσης των αρχικών και των μεταγενέστερων συν/κών η αναιρεσίβλητη τελούσε σε γνώση της ύπαρξης της ως άνω ένστασης του αναιρεσείοντος και με την αποδοχή της οπισθογράφησης, λόγω ενεχύρου, σε αυτήν των συναλλαγματικών ενήργησε με πρόθεση βλάβης του οφειλέτη - αναιρεσείοντος, και β) δεν έλαβε υπόψη το μοναδικό προβληθέντα λόγο ανακοπής, με τον οποίο εξέθετε, ότι η πληρωμή των ένδικων συναλλαγματικών, τις οποίες ο αναιρεσείων, κατά τη συμφωνία του με την εκδότρια, αποδέχθηκε ως εγγύηση προκαταβολής μέρους τιμήματος αγοράς - αμοιβής τοποθέτησης προκατασκευασμένης κατοικίας επί του αναφερόμενου ιδιόκτητου ακινήτου, που τελούσε με την αίρεση της προηγούμενης έγκρισης και εκταμίευσης στο όνομα του αναιρεσείοντος δανείου αγοράς - κατασκευής κατοικίας από τον Αγροτική ή άλλη Τράπεζα, και ότι, κατά τη συμφωνία τους, οι ένδικες συναλλαγματικές δεν θα ετίθεντο σε κυκλοφορία αλλά θα παρέμεναν στο χαρτοφυλάκιο της λήπτριας, από την οποία θα επιστρέφονταν στον αναιρεσείοντα μετά την έγκριση του δανείου, στο όνομά του, για την αγορά της κατοικίας και την καταβολή της πρώτης δόσης, οπότε θα άρχιζαν και οι εργασίες κατασκευής της κατοικίας, ότι λόγω μη έγκρισης του δανείου μέχρι την ημερομηνία λήξης των συν/κών λήξης … και … έγινε αντικατάσταση αυτών με δύο συν/κές λήξης ….

και…, αντίστοιχα, με τους αυτούς παραπάνω όρους, και ότι κατά το χρόνο κτήσης των αρχικών και των μεταγενέστερων συν/κών η αναιρεσίβλητη τελούσε σε γνώση της ύπαρξης της ένστασης αυτής του αναιρεσείοντος και με την αποδοχή της οπισθογράφησης, λόγω ενεχύρου, σε αυτήν των συναλλαγματικών ενήργησε με πρόθεση βλάβης του οφειλέτη - αναιρεσείοντος, διότι γνώριζε ότι η λήπτρια - οπισθογράφος δεν είχε εξουσία διάθεσης αυτών και τις έλαβε η τράπεζα για τις εισπράξει από τον αναιρεσείοντα καθώς η μεταβιβάσασα είχε άκρως δυσμενή οικονομικά στοιχεία.

Το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Με τις ... διαταγές πληρωμής του Ειρηνοδικείου Καρδίτσας ο ανακόπτων (ήδη αναιρεσείων) υποχρεώθηκε να καταβάλει στην καθ' ης η ανακοπή - εφεσίβλητη (ήδη αναιρεσίβλητη) το συνολικό ποσό των 39.651,00 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων, για απαίτησή της από τρεις συναλλαγματικές, ποσού 10.000,00 ευρώ η πρώτη και η δεύτερη και 19.651,00 ευρώ η τρίτη, λήξεως 27-02-2012, 30-03-2012 και 30-04-2012, αντίστοιχα.

Η συναλλαγματική λήξεως την 27-02-2012 αντικαταστάθηκε με άλλη ίδιου ποσού και λήξεως την 27-06-2012 ενώ αυτή λήξεως την 30-03-2012 αντικαταστάθηκε με άλλη ίδιου ποσού και λήξεως την 30-07-2012. Τα ανωτέρω ποσά εκάστης συναλλαγματικής προς πληρωμή ήταν πληρωτέα με το νόμιμο τόκο από την επομένη της λήξεως της κάθε συναλλαγματικής μέχρι την ολοσχερή τους εξόφληση, τις οποίες συναλλαγματικές εξέδωσε η εταιρία με την επωνυμία "…", που εδρεύει στη …, σε διαταγή της, πληρωτέες στην … (στο κατάστημα της καθ' ης η ανακοπή), τις οποίες αποδέχθηκε αυθημερόν ο ανακόπτων στην ….

Ακολούθως, η ως άνω εκδότρια ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "…" υπογράφοντας δια του νομίμου εκπροσώπου της στην κάθε μία ξεχωριστά στην πρώτη κατά σειρά θέση οπισθογράφου, ενεχυρίασε, κατέθεσε και παρέδωσε στην καθ' ης η ανακοπή τις συναλλαγματικές αυτές ως αξία λόγω ενεχύρου, χωρίς υποχρέωση διαμαρτυρήσεως, εμφανίσεως και ειδοποιήσεων σε περίπτωση μη πληρωμής και έτσι η καθ' ης - εφεσίβλητη κατέστη κομίστρια αυτών από οπισθογράφηση ως αξία λόγω ενεχύρου, χωρίς ειδοποίηση για μη πληρωμή, γεγονός που φέρεται στην πίσω όψη των ανωτέρω συναλλαγματικών.

Με το μοναδικό λόγο των ένδικων ανακοπών του, κατά την ορθότερη εκτίμησή του, ο ανακόπτων ισχυρίζεται ότι οι ένδικες συναλλαγματικές εκδόθηκαν στο πλαίσιο της σύμβασης πώλησης μιας προκατασκευασμένης οικίας από την ως άνω εκδότρια εταιρία στον ανακόπτοντα εμβαδού 110,90 τ.μ., έναντι συνολικού τιμήματος 113.291,00 ευρώ, για την κατασκευή της οποίας η ως άνω εταιρία θα λάμβανε χρηματοδότηση μέσω δανείου από την καθ' ης και για το λόγο αυτό, συμφωνήθηκε μεταξύ των υπογραφέων των συναλλαγματικών, ήτοι της εκδότριας και ως άνω εταιρίας και του ιδίου ως αποδέκτη, ότι η εκδότρια θα τις προσκόμιζε στην καθ' ης η ανακοπή προς διευκόλυνσή της για την εν λόγω χρηματοδότηση, ότι επρόκειτο δηλαδή περί συναλλαγματικών ευκολίας, προκειμένου να λάβει αυτή το εν λόγω δάνειο και ότι η καθ' ης γνώριζε το γεγονός αυτό και απέκτησε τις συναλλαγματικές αυτές, προκειμένου να χρηματοδοτήσει την εν λόγω εκδότρια εταιρία, με σκοπό βλάβης του ιδίου, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στο δικόγραφο.

Όμως ο λόγος αυτός της ανακοπής δεν είναι ουσιαστικά βάσιμος και πρέπει να απορριφθεί για τους ακόλουθους λόγους. Κατόπιν των ανωτέρω αναφερόμενων αιτήσεων της καθ' ης, εκδόθηκαν σε βάρος του ανακόπτοντος - αποδέκτη, οι ανακοπτόμενες διαταγές πληρωμής του Δικαστή του Ειρηνοδικείου Καρδίτσας, βάσει των προαναφερθέντων συναλλαγματικών, τις οποίες είχε εκδώσει η ως άνω ανώνυμη εταιρία και είχε αποδεχθεί ο ανακόπτων και των οποίων κομίστρια κατέστη η καθ' ης, κατά τα προαναφερθέντα.

Αποδείχθηκε, όμως, ότι οι αρχικές συναλλαγματικές και οι εκδοθείσες σε αντικατάσταση αυτών ένδικες συναλλαγματικές εκδόθηκαν για έγκυρη υποκείμενη αιτία, ήτοι την εκ συμβάσεως πωλήσεως υποχρέωση του ανακόπτοντος προκαταβολή του τιμήματος πώλησης μεταλλικής οικίας, εμβαδού 110,90 τ.μ. συνολικής αξίας 113.291,00 ευρώ ....

Αντίθετα, δεν αποδείχθηκε ότι οι επίδικες συναλλαγματικές ήταν συναλλαγματικές ευκολίας, εκδοθείσες προς διευκόλυνση της πωλήτριας εταιρίας, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο ανακόπτων. Εξάλλου, ο ανακόπτων κατά την αντικατάσταση των συναλλαγματικών ελάμβανε τα σώματα αυτών και συνεπώς μπορούσε ευχερώς να διαπιστώσει την ενεχυρίασή τους στην καθ' ης, πλην όμως, καίτοι ο ίδιος γνώριζε την ενεχυρίασή τους στην καθ' ης και την ευθύνη του από τη κυκλοφορία τους, αποδέχονταν νέες συναλλαγματικές σε αντικατάσταση παλαιότερων, χωρίς να αντιτίθεται σε αυτήν την πρακτική της πωλήτριας εταιρίας, διότι οι συναλλαγματικές αυτές είχαν ως υποκείμενη αιτία εκδόσεως την πώληση σε αυτόν της προκατασκευσμένης οικίας έναντι του τιμήματος των 113.291,00 ευρώ.

Ακολούθως δεν αποδείχθηκε ότι κατά το χρόνο κτήσεως των επίδικων συναλλαγματικών η καθ' ης δια των υπαλλήλων της τελούσε σε γνώση ότι οι συναλλαγματικές αυτές δεν ενσωμάτωναν απαίτηση της εκδότριας σε βάρος του αποδέκτη τους, ήτοι είχαν εκδοθεί μόνο φαινομενικά, ενήργησε δε προς βλάβη του ανακόπτοντος, διότι από τα παραστατικά έγγραφα και δη από την από 11-05-2011 σύμβαση πωλήσεως και τα σχετικά τρία γραμμάτια εισπράξεως, τα οποία αποδείκνυαν την απαίτηση και μπορούσε να έχει προς έλεγχο η καθ' ης κατά το χρόνο ενεχυρίασης των συναλλαγματικών, στον οποίο έλεγχο σημειωτέον προβαίνουν όλες οι τράπεζες βάσει εγκυκλίων προς αποφυγή φαινομένων λήψης αξιογράφων, το κύρος των οποίων μπορεί να προσβληθεί στη συνέχεια, προέκυπτε με σαφήνεια η πραγματοποίηση της εμπορικής συναλλαγής μεταξύ της εκδότριας και του αποδέκτη των συναλλαγματικών και η αιτία εκδόσεως των επίδικων συναλλαγματικών.

Από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε ότι οι υπάλληλοι της καθ' ης γνώριζαν ότι επρόκειτο για συναλλαγματικές ευκολίας, αφού δεν τους γνωστοποιήθηκε προηγουμένως κάτι σχετικό. Άλλωστε, μια τόσο σημαντική συμφωνία περί απαγόρευσης μεταβιβάσεως των επίδικων συναλλαγματικών θα έπρεπε να συμπεριλαμβάνεται στο έγγραφο ιδιωτικό συμφωνητικό πωλήσεως γεγονός που εν προκειμένω δεν περιλήφθηκε στην επίδικη συμφωνία μεταξύ της πωλήτριας εταιρίας και του αποδέκτη.

Η μοναδική πηγή από την οποία η καθ' ης η ανακοπή θα μπορούσε να πληροφορηθεί κάτι τέτοιο, θα ήταν η ίδια η ως άνω πιστούχος ανώνυμη εταιρία (εκδότρια των συναλλαγματικών), η οποία βεβαίως δεν είχε κανένα λόγο να ενημερώσει σχετικώς την τράπεζα, καθώς σ' αυτήν την περίπτωση, βάσει των διδαγμάτων της κοινής πείρας και λογικής και την επικρατούσα στην τραπεζική αγορά συναλλακτική πρακτική, η καθ' ης η ανακοπή τράπεζα δε θα δεχόταν να της ενεχυριασθούν οι επίδικες συναλλαγματικές και η εκδότρια των συναλλαγματικών αυτών δε θα επετύγχανε την επιδιωκόμενη χρηματοδότησή της από την τράπεζα μέσω της μεταβιβάσεως λόγω ενεχύρου των πιστωτικών τίτλων, των οποίων ήταν κομίστρια.

Συνεπώς, κατά την επικρατούσα στη τραπεζική αγορά συναλλακτική πρακτική, η καθ' ης η ανακοπή δε θα δέχονταν την οπισθογράφηση λόγω ενεχύρου συναλλαγματικών, εφόσον γνώριζε ότι αυτές δεν ενσωμάτωναν πραγματική απαίτηση, καθιστώντας επισφαλή την πληρωμή τους κατά το χρόνο λήξης τους. Τέλος, και αν ακόμα ήθελε θεωρηθεί ότι η καθ' ης δεν ζήτησε παραστατικά στοιχεία και δεν προέβη σε έλεγχο κατά την κτήση των επίδικων συναλλαγματικών, η σχετική παράλειψη δεν την καθιστά κακής πίστεως κομίστρια, με την έννοια της απαιτούμενης θετικής γνώσεως περί της αιτίας εκδόσεως των εν λόγω συναλλαγματικών, αλλά και περί της γνώσεως του δυνατού της βλάβης του ανακόπτοντος - αποδέκτη αυτών.

Τα όσα περί του αντιθέτου κατέθεσαν οι μάρτυρες αποδείξεως, ήτοι ότι αφενός η καθ' ης διά των υπαλλήλων της προέτρεψε την πωλήτρια εταιρία να προβαίνει στην ενεχυρίαση συναλλαγματικών ευκολίας, προκειμένου να συνεχίζεται η κίνηση του λογαριασμού της, αφετέρου ότι οι υπάλληλοι της τράπεζας γνώριζαν ότι πρόκειται για συναλλαγματικές ευκολίας, δεν αποδεικνύονται βάσιμα.

Από όλα τα παραπάνω προκύπτει ότι δεν συντρέχουν εν προκειμένω οι προϋποθέσεις του άρθρου 17 του ν. 5325/1932, βάσει των οποίων ο ανακόπτων θα μπορούσε να αντιτάξει κατά της καθ' ης ενστάσεις από τις εσωτερικές του σχέσεις με τον εκδότη των συναλλαγματικών, αφού δεν αποδείχθηκε αφενός μεν θετική γνώση της καθ' ης η ανακοπή περί της αιτίας εκδόσεως των ενδίκων συναλλαγματικών, αφετέρου δε πρόθεση βλάβης του ανακόπτοντος.

Συνεπώς ο μοναδικός λόγος των ανακοπών είναι απορριπτέος ως αβάσιμος..." Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμες τις δύο συνεκδικασθείσες εφέσεις του αναιρεσείοντος κατά των με αριθμ. 529/2014 και 533/2014 εκκαλούμενων αποφάσεων του Ειρηνοδικείου Καρδίτσας, με τις οποίες είχαν απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμες οι αναφερόμενες τρεις ανακοπές κατά των αναφερόμενων τριών διαταγών πληρωμής του Ειρηνοδικείου Καρδίτσας, και επικυρώθηκαν οι ανωτέρω διαταγές πληρωμής.

Έτσι κρίνοντας το δικάσαν ως Εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο Καρδίτσας, παρά το νόμο έλαβε υπόψη λόγο ανακοπής διάφορο από τον παραπάνω προταθέντα από τον ήδη αναιρεσείοντα - ανακόπτοντα, ο οποίος αφορούσε άλλη ένσταση αυτού, και, ειδικότερα, το Εφετείο, α) παρά το νόμο, έλαβε υπόψη και απέρριψε τον μη προταθέντα με τις ανακοπές λόγο, με περιεχόμενο την ένσταση, ότι οι ένδικες συναλλαγματικές, τις οποίες αποδέχθηκε ο αναιρεσείων, ήσαν συναλλαγματικές ευκολίας, προκειμένου η εκδότρια - λήπτρια αυτών να λάβει χρηματοδότηση μέσω δανείου από την αναιρεσίβλητη τράπεζα και ότι γεγονός αυτό γνώριζε η αναιρεσίβλητη, αλλά απέκτησε τις συναλλαγματικές, προκειμένου να χρηματοδοτήσει την εν λόγω εκδότρια εταιρία, με σκοπό βλάβης του ιδίου, και β) παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τον μοναδικό λόγο ανακοπής, που πράγματι πρότεινε, κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα, ο αναιρεσείων με τις ένδικες τρείς ανακοπές του και είχε ως περιεχόμενο άλλη ένσταση, δηλαδή ότι αποδέχθηκε τις συναλλαγματικές ως εγγύηση προκαταβολής μέρους του τιμήματος αγοράς - αμοιβής τοποθέτησης της προκατασκευασμένης κατοικίας, που τελούσε, όμως, υπό την αίρεση της προηγούμενης έγκρισης και εκταμίευσης στο όνομα του αναιρεσείοντος δανείου αγοράς - κατασκευής κατοικίας από τον Αγροτική ή άλλη Τράπεζα, ότι, κατά τη συμφωνία τους, οι ένδικες συναλλαγματικές δεν θα ετίθεντο σε κυκλοφορία αλλά θα παρέμεναν στο χαρτοφυλάκιο της λήπτριας, από την οποία θα επιστρέφονταν στον αναιρεσείοντα μετά την έγκριση του δανείου, στο όνομά του, και την καταβολή της πρώτης δόσης αυτού, και ότι κατά το χρόνο κτήσης των αρχικών και των μεταγενέστερων συν/κών η αναιρεσίβλητη τελούσε σε γνώση της ύπαρξης της ένστασης αυτής του αναιρεσείοντος και με την αποδοχή της οπισθογράφησης, λόγω ενεχύρου, σε αυτήν των συναλλαγματικών ενήργησε με πρόθεση βλάβης του οφειλέτη - αναιρεσείοντος, διότι γνώριζε ότι η λήπτρια - οπισθογράφος δεν είχε εξουσία διάθεσης αυτών και τις έλαβε η τράπεζα για τις εισπράξει από τον αναιρεσείοντα καθώς η μεταβιβάσασα είχε άκρως δυσμενή οικονομικά στοιχεία.

Επομένως, το Εφετείο, δέχτηκε πράγματα, τα οποία δεν προτάθηκαν, και δεν δέχτηκε πράγματα τα οποία είχαν νόμιμα προταθεί, και ειδικότερα τον προαναφερόμενο λόγο ανακοπής, που είχε ουσιώδη επίδραση στο καταληκτικό της προσβαλλόμενης απόφασης πόρισμα. Επομένως, ο από τους αρ. 8α και 8β του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρώτος λόγος αναίρεσης του κυρίως δικογράφου είναι βάσιμος.

Κατ' ακολουθίαν, πρέπει, κατά παραδοχή του γενομένου δεκτού ως βασίμου πρώτου λόγου αναίρεσης του κυρίως δικογράφου, η αναιρετική εμβέλεια του οποίου καταλαμβάνει και τους λοιπούς λόγους αναίρεσης του κυρίως δικογράφου, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση στο σύνολό της. Ακολούθως, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά την παρ. 3 του άρθρου 580 του ΚΠολΔ, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από δικαστή διαφορετικό απ' αυτόν που εξέδωσε την απόφαση αυτή.

Πρέπει, επίσης, να διαταχθεί, κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 του ίδιου Κώδικα, η απόδοση στον αναιρεσείοντα του προκατατεθέντος απ' αυτόν, για το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης, παραβόλου. Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσίβλητης, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματός του (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), όπως ορίζεται, ειδικότερα, στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει τους από 21-4-2022 πρόσθετους λόγους του αναιρεσείοντος Κ. Κ.

Αναιρεί τη με αριθμ. 135/2019 απόφαση του δικάσαντος ως Εφετείου Μονομελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, στη σύνθεση του οποίου δεν θα μετέχει η Δικαστής, που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.

Διατάσσει την απόδοση του κατατεθέντος παραβόλου στον αναιρεσείοντα. Επιβάλλει στην αναιρεσίβλητη τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000,00) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1η Νοεμβρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Δεκεμβρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ