2069/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού και Χρήστο Βρυνιώτη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated2069/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): κυκλοφορίας ... ΙΧΦ αυτοκινήτου, ασφαλισμένου στην αρχικώς εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία, δέχθηκε, κατά ένα μέρος, κατ' ουσίαν, την παραπάνω αγωγή και επεδίκασε στους ενάγοντες χρηματικά ποσά, ως αποζημίωση για θετικές και αποθετικές ζημίες τους καθώς και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, νομιμοτόκως από της επιδόσεως της αγωγής μέχρις εξοφλήσεως.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2069 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2069/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού και Χρήστο Βρυνιώτη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Νοεμβρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως ειδικού εκ του νόμου διαδόχου της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "...", της οποίας η άδεια λειτουργίας ανακλήθηκε, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Κούρτη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Π. του Π. και 2) Χ. Π. του Γ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Γκούβα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-3-2010 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1329/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 217/2015 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 15-11-2015 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρήστος Βρυνιώτης διάβασε την από 22-8-2016 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού, τότε Αρεοπαγίτη και νυν Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σακκά, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της, από 15-11-2015, αιτήσεως, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 217/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση, από 15-11-2015 και με αριθμό κατάθεσης .../2015 αίτηση, του αναιρεσείοντος: "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", για αναίρεση της υπ' αριθμ. 217/2015 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Αθηνών, είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τη βασιμότητα των προβαλλομένων με αυτή λόγων.
Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτουν τα ακόλουθα: Επί της από 16-3-2010 και με αριθμό καταθ. …/ 2010 αγωγής των αναιρεσιβλήτων (εναγόντων), κατά του αναιρεσείοντος, που υπεισήλθε στη θέση της αρχικώς εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία: ..., λόγω ανακλήσεως της άδειας λειτουργίας της, με την οποία (αγωγή) οι αναιρεσίβλητοι, ζητούσαν αποζημίωση για θετική και αποθετική ζημία καθώς και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, εξαιτίας του αναφερομένου σ' αυτή, τροχαίου αυτοκινητικού ατυχήματος, εκδόθηκε η υπ' αριθ. 1329/2013 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία, αφού έκρινε αποκλειστικά υπαίτιο του ενδίκου ατυχήματος, τον οδηγό του υπ' αριθμ.
κυκλοφορίας ... ΙΧΦ αυτοκινήτου, ασφαλισμένου στην αρχικώς εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία, δέχθηκε, κατά ένα μέρος, κατ' ουσίαν, την παραπάνω αγωγή και επεδίκασε στους ενάγοντες χρηματικά ποσά, ως αποζημίωση για θετικές και αποθετικές ζημίες τους καθώς και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, νομιμοτόκως από της επιδόσεως της αγωγής μέχρις εξοφλήσεως.
Κατά της άνω 1329/2013 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το ήδη, αναιρεσείον "Επικουρικό Κεφάλαιο" άσκησε, την από 10-12-2013 έφεση, με την οποία, αυτό προσέβαλε, το κεφάλαιο της αγωγής, αναφορικά με την υπαιτιότητα, επανέφερε παραδεκτά την ένσταση συνυπαιτιότητας που πρόβαλε επίσης παραδεκτά και πρωτοδίκως και απερρίφθη κατ' ουσία και τέλος, με τον πρώτο λόγο της έφεσης προέβαλε την αιτίαση ότι το πρωτοδικείο, εσφαλμένα δεν εφάρμοσε το ν. 4092/12 και απέρριψε τον ισχυρισμό του, περί περιορισμού της ευθύνης του, προς καταβολή της επιδικασθείσης αποζημίωσης, σε ορισμένο ποσοστό της πλήρους αποζημίωσης κυμαινόμενο, από 70% έως 90%.
Επί της παραπάνω έφεσης, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία απέρριψε τον περί συνυπαιτιότητας σχετικό λόγο της έφεσης, δέχθηκε την έφεση αυτή, εξαφάνισε την εκκαλουμένη κατά το κεφάλαιο της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, κράτησε την υπόθεση και δίκασε την αγωγή αυτή κατά το προαναφερόμενο κεφάλαιο, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή αυτή και αναγνώρισε ότι το αναιρεσείον οφείλει για χρηματική ικανοποίηση στον πρώτο ενάγοντα 500 ευρώ και στον δεύτερο ενάγοντα 300 ευρώ.
Αρνήθηκε δε να εφαρμόσει τις διατάξεις του ν. 4092/2012 και να προβεί σε μείωση του ποσού της αποζημίωσης, ως αντίθετες στο Σύνταγμα, το Ευρωπαϊκό δίκαιο και την ΕΣΔΑ. Από τις διατάξεις των άρθρων 10 του Ν. ΓΠΝ/1911, 297 έως 300, 330 εδαφ. β', 914 και 932 ΑΚ προκύπτει ότι, σε περίπτωση συγκρούσεως μεταξύ δύο ή περισσοτέρων οχημάτων, η ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση της ζημίας και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς αυτής και της ζημίας.
Μορφή υπαιτιότητος είναι και η αμέλεια, η οποία υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή που αν είχε καταβληθεί, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς οδηγού αυτοκινήτου θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή της συγκρούσεως. Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει, όταν η παράνομη συμπεριφορά του οδηγού ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση.
Η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται, κατ' αρχήν, από το γεγονός, ότι στο αποτέλεσμα του ατυχήματος συνετέλεσε και συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος, αλλά η ύπαρξη αυτού, προβαλλόμενη από τον υπαίτιο, κατ' ένσταση, συνεπάγεται τη μη επιδίκαση από το δικαστήριο αποζημιώσεως ή τη μείωση του ποσού της (άρθρο 300 ΑΚ).
Εξάλλου, η παράβαση των διατάξεων του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (ΚΟΚ) δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης παραβάσεως και του επελθόντος αποτελέσματος.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού εσωτερικού δικαίου. Ο κανόνας παραβιάζεται είτε με ψευδή ερμηνεία, η οποία υπάρχει όταν αποδίδεται στον κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε με μη ορθή εφαρμογή, η οποία συντελείται, όταν εφαρμόζεται κανόνας, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή όταν δεν εφαρμόζεται κανόνας, ενώ έπρεπε ή όταν εφαρμόζεται εσφαλμένα.
Έτσι, επί ευθύνης προς αποζημίωση από αυτοκινητικό ατύχημα, ελέγχεται με τον αναιρετικό αυτό λόγο η αξιολογική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, για τη συνδρομή ή μη υπαιτιότητας και αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ αυτής και του ζημιογόνου αποτελέσματος. Και τούτο διότι πρόκειται για αόριστες νομικές έννοιες, που συνιστούν προϋποθέσεις γενέσεως της εν λόγω ευθύνης, δηλαδή στοιχεία του πραγματικού των εφαρμοζομένων στην περίπτωση αυτή κανόνων δικαίου.
Εξάλλου, έλλειψη νόμιμης βάσης της αποφάσεως, η οποία στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως, συντρέχει και όταν η απόφαση έχει αντιφατικές ή ανεπαρκείς αιτιολογίες σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια της αιτιολογίας, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, υπάρχει, όταν στο αιτιολογικό πού αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, αναφέρονται αντιφατικώς ή ανεπαρκώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του, επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε, ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε.
Δεν ιδρύεται όμως ο αναιρετικός αυτός λόγος, αν η αντίφαση ή η ανεπάρκεια ανάγεται στην αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ) και ειδικότερα στην ανάλυση και αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αρκεί τούτο να εκτίθεται στην απόφαση σαφώς (ΑΠ 828/2007, ΑΠ 635/2007). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του το Εφετείο, αναφορικώς με την υπαιτιότητα των εμπλακέντων στο ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα, δέχθηκε ανέλεγκτα τα ακόλουθα: "Στις 10-11-2009 και περί ώρα 13:20' ο Μ.
Β., μη διάδικος, οδηγώντας το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΦ αυτοκίνητο, το οποίο ανήκε στην κυριότητα, νομή και κατοχή της εταιρίας με την επωνυμία "... Α.Ε." και το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην ασφαλιστική εταιρία "...", της οποίας η άδεια λειτουργίας ανακλήθηκε μετά την άσκηση της αγωγής, δυνάμει της υπ' αριθμ.
…/29-3-2011 αποφάσεως της Ε.Π.Α.Θ και στη θέση της υπεισήλθε ως ειδικός διάδοχος το Νομικό Πρόσωπο Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "Επικουρικό Κεφάλαιο Ασφάλισης Ευθύνης Από Ατυχήματα Αυτοκινήτων" κινείτο επί της Νέας Εθνικής Οδού Αθηνών -Κορίνθου, στην περιοχή της Ελευσίνας, με κατεύθυνση από Αθήνα προς Κόρινθο, κατέχοντας την αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας.
Η ως άνω Εθνική Οδός στο ρεύμα κυκλοφορίας προς Κόρινθο διαθέτει τρεις λωρίδες και μία (1) λωρίδα εκτάκτου ανάγκης. Την ίδια χρονική στιγμή, όπισθεν του ως άνω φορτηγού και σε μικρή απόσταση από αυτό, αλλά επί της δεξιάς λωρίδας κυκλοφορίας, κινείτο με την ίδια κατεύθυνση και με κανονική ταχύτητα το οδηγούμενο από τον πρώτο ενάγοντα υπ' αριθμ.
κυκλοφορίας ... ΔΧ υπεραστικό λεωφορείο ενταγμένο στο ΚΤΕΛ Αχαΐας, το οποίο ανήκε κατά ποσοστό 50% εξ' αδιαιρέτου στην κυριότητα εκάστου των εναγόντων. Μόλις τα δύο οχήματα πλησίασαν στο ύψος του 19ου χιλιομέτρου της ανωτέρω οδού, το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΦ αυτοκίνητο, κινούμενο με ιδιαίτερα αυξημένη για τις περιστάσεις ταχύτητα, επιχείρησε απότομα τροχοπέδηση, προκειμένου να αποφύγει τη σύγκρουση με το προπορευόμενο αυτού υπ' αριθμ.
κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, που οδηγούσε ο Δ. Σ., το οποίο είχε μειώσει την ταχύτητά του, με αποτέλεσμα λόγω και της ολισθηρότητας του οδοστρώματος από προηγηθείσα βροχόπτωση, να εκτραπεί της πορείας του προς τα αριστερά, να προσκρούσει στην τσιμεντένια διαχωριστική των δύο ρευμάτων πορείας νησίδα και να ακινητοποιηθεί κάθετα στο οδόστρωμα, καταλαμβάνοντας ολόκληρη την αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας, καθώς και μεγάλο τμήμα της δεξιάς λωρίδας κυκλοφορίας του ρεύματος πορείας προς Κόρινθο.
Έτσι παρεμβλήθηκε στην πορεία του υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... ΔΧ λεωφορείου, που οδηγούσε ο πρώτος ενάγων, ο οποίος, ενόψει της ελάχιστης απόστασης που χώριζε τα δύο οχήματα και παρά τον προς τα δεξιά ελιγμό που επιχείρησε, δεν κατάφερε να αποφύγει τη σύγκρουση και επέπεσε με το εμπρόσθιο αριστερό τμήμα του λεωφορείου στο οπίσθιο και αριστερό τμήμα του ως άνω ακινητοποιημένου φορτηγού.
Με βάση τα παραπάνω περιστατικά το ένδικο ατύχημα οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού του υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΦ αυτοκινήτου, ο οποίος από έλλειψη της προσήκουσας (απαιτουμένης) επιμέλειας και προσοχής την οποία μπορούσε, αναλόγως των αντικειμενικών περιστάσεων και ικανοτήτων του και όφειλε κατά τους νομικούς κανόνες, τις επικρατούσες οδικές και κυκλοφοριακές συνθήκες και την κοινή πείρα και λογική να καταβάλει ως μέσος συνετός και ευσυνείδητος οδηγός αυτοκινήτου και η οποία θα οδηγούσε σε πρόβλεψη του ζημιογόνου αποτελέσματος, αν και ήταν υποχρεωμένος, α) να ρυθμίζει την ταχύτητα του οχήματός του λαμβάνοντας υπόψη τις επικρατούσες οδικές συνθήκες κυκλοφορίας (ολισθηρότητα οδοστρώματος λόγω βροχόπτωσης), ώστε να είναι σε θέση να διακόψει την πορεία του μπροστά από οποιοδήποτε εμπόδιο που μπορούσε να προβλεφθεί και β) να οδηγεί αποφεύγοντας κάθε συμπεριφορά που ενδεχομένως θα εξέθετε σε κίνδυνο ή θα δημιουργούσε εμπόδια στην κυκλοφορία, έχοντας διαρκώς τεταμένη την προσοχή και ασκώντας τον έλεγχο του οχήματος που οδηγούσε, εν τούτοις, δεν συμμορφώθηκε με τις άνω υποχρεώσεις του, αλλά κινούμενος επί της ανωτέρω οδού, δεν ρύθμισε την αυξημένη για τις περιστάσεις ταχύτητα του οχήματός του ώστε να ασκεί επί αυτού τον επιβαλλόμενο έλεγχο, ούτε ανέκοψε εγκαίρως αυτή με ασφαλή τροχοπέδηση τη στιγμή που το προπορευόμενο αυτού αυτοκίνητο μείωσε την ταχύτητά του, αλλά αντίθετα επιχείρησε απότομη τροχοπέδηση, με αποτέλεσμα, λόγω και της ολισθηρότητας του οδοστρώματος να απολέσει τον, έλεγχο και την εποπτεία του οχήματός του, το οποίο, αφού εξετράπη της πορείας του προς τα αριστερά προσέκρουσε στην τσιμεντένια διαχωριστική νησίδα, όπου και ακινητοποιήθηκε κάθετα στο οδόστρωμα, παρεμβαίνοντας κατ' αυτόν τον τρόπο στην κανονική πορεία του άνω λεωφορείου.
Βέβαια, το ακριβές ύψος της ταχύτητας του ως άνω φορτηγού δεν διαπιστώθηκε από ασφαλές αποδεικτικό μέσο, πλην όμως το παρόν Δικαστήριο διαμόρφωσε την ως άνω κρίση του περί αυξημένης για τις περιστάσεις ταχύτητας αυτού, από την εκτίμηση των προαναφερομένων συνθηκών υπό τις οποίες έλαβε χώρα τούτο, της εκτροπής του από την πορεία του και της πρόσκρουσης αυτού στη διαχωριστική νησίδα ασφαλείας, στοιχεία, από τα οποία σαφέστατα και χωρίς αμφιβολία προκύπτει ότι η ταχύτητα αυτού ήταν υπερβολική για τις ως άνω περιστάσεις.
Στοιχεία που να θεμελιώνουν οποιαδήποτε υπαιτιότητα του πρώτου ενάγοντα, οδηγού του ως άνω λεωφορείου σχετικά με την πρόκληση του επιδίκου τροχαίου, δεν αποδείχθηκαν. Ο τελευταίος, ενόψει της ελάχιστης απόστασης που χώριζε τα δύο οχήματα, παρά τον προς τα δεξιά ελιγμό που επιχείρησε, δεν κατάφερε να αποφύγει τη σύγκρουση και επέπεσε με το εμπρόσθιο αριστερό τμήμα του οχήματός του στο οπίσθιο και αριστερό τμήμα του ως άνω ακινητοποιημένου φορτηγού.
Η κρίση του Δικαστηρίου περί των ως άνω συνθηκών υπό τις οποίες έλαβε χώρα το ένδικο τροχαίο ατύχημα και της συμπεριφοράς των εμπλεκομένων σ' αυτό οδηγών, διαμορφώθηκε λαμβάνοντας υπόψη τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής καθώς και τις συνήθειες που επικρατούν σε παρόμοιες περιπτώσεις, και από τη συνολική αξιολογική εκτίμηση όλων των πιο πάνω αποδεικτικών στοιχείων και ιδιαίτερα του υπ' αριθμ.
πρωτ. …/10-11-2009 δελτίο τροχαίου ατυχήματος υλικών ζημιών, που συντάχθηκε από τα αρμόδια όργανα του Τμήματος Τροχαίας Ελευσίνας, καθώς και των φωτογραφιών που απεικονίζουν τη θέση των εμπλεκομένων στο ατύχημα αυτοκινήτων μετά τη σύγκρουση, καθώς και τα ανωτέρω σημεία συγκρούσεως αυτών, τα οποία είναι το εμπρόσθιο αριστερό μέρος του υπ' αριθμ. ...
Δ.Χ. λεωφορείου και η οπίσθια αριστερή πλευρά του υπ' αριθμ. ... ΙΧΦ αυτοκινήτου. Ενισχύθηκε δε και από την από 19-12- 2009 ένορκη κατάθεση της μάρτυρα Ι. Ν., που εξετάστηκε στα πλαίσια της διενεργούμενης προκαταρκτικής εξέτασης ενώπιον του Θ. Κ., Υπ/κα του Τ.Τ Πατρών, η οποία επέβαινε στο ως άνω λεωφορείο που εκτελούσε το δρομολόγιο Αθηνών - Πατρών και η οποία κατέθεσε με σαφήνεια ότι το λεωφορείο κινείτο στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας και ότι στο ύψος της Χαλυβουργικής, ενώ είχε δει εκ των προτέρων το φορτηγό να κινείται με την ίδια πορεία πιο μπροστά στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας, ξαφνικά το οπίσθιο μέρος του φορτηγού εξετράπη της πορείας του και εισήλθε στο ρεύμα του λεωφορείου κάθετα, κλείνοντας το δρόμο.
Ο ισχυρισμός του εκκαλούντος, ότι ο πρώτος ενάγων, οδηγός του λεωφορείου, εξετράπη της πορείας του προς τα αριστερά λόγω της αυξημένης ταχύτητάς του και ότι για το λόγο αυτό συγκρούστηκε με το προπορευόμενο στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΦ αυτοκίνητο, δεν αποδεικνύεται βάσιμος και αντιβαίνει στους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής, αφού αν συνέβαινε κάτι τέτοιο, τότε το προπορευόμενο φορτηγό θα είχε υποστεί σημαντικές ζημίες και στρεβλώσεις στο οπίσθιο δεξιό μέρος του και όχι στο αριστερό, που δικαιολογείται μόνο από την κατά τον προαναφερόμενο τρόπο σύγκρουση των δύο οχημάτων.
Με βάση λοιπόν τα παραπάνω, η ένσταση περί συνυπαιτιότητας του ενάγοντος οδηγού στην επέλευση του ένδικου ατυχήματος (άρθρο 300 ΑΚ), που πρότεινε η εναγομένη ασφαλιστική εταιρία στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και επαναφέρει με την έφεσή του στο παρόν Δικαστήριο το εκκαλούν Επικουρικό Κεφάλαιο, πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 914, 330 και 300 ΑΚ, διέλαβε δε στην απόφασή του πλήρεις, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο στο ζήτημα της αποκλειστικής υπαιτιότητας του οδηγού του φορτηγού αυτοκινήτου, συνιστάμενη στην εκτροπή της πορείας του προς τα αριστερά παρεμβαίνοντας στην κανονική πορεία του άνω λεωφορείου.
Συνεπώς δεν ήταν αναγκαίο να εκθέτει την ταχύτητα τόσο του λεωφορείου, όσο και του ζημιογόνου φορτηγού, αλλ' ούτε και το πλάτος και μήκος των οχημάτων αυτών. Επομένως, ο από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού εσωτερικού δικαίου. Ο κανόνας παραβιάζεται είτε με ψευδή ερμηνεία, η οποία υπάρχει όταν αποδίδεται στον κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε με μη ορθή εφαρμογή, η οποία συντελείται όταν εφαρμόζεται κανόνας, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή όταν δεν εφαρμόζεται κανόνας, ενώ έπρεπε ή όταν εφαρμόζεται εσφαλμένα.
Τέτοια παραβίαση υπάρχει και όταν κανόνας δικαίου κρίνεται αντισυνταγματικός και έτσι δεν εφαρμόζεται, ενώ αυτός είναι σύμφωνος με το Σύνταγμα και πρέπει να εφαρμόζεται. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 19 παρ. 1 του Π.Δ. 237/1986, το Επικουρικό Κεφάλαιο είναι υποχρεωμένο να καταβάλει στα πρόσωπα που ζημιώθηκαν την κατά την παράγραφο 2 του άρθρου αυτού αποζημίωση λόγω θανάτου ή σωματικών βλαβών ή υλικών ζημιών από αυτοκινητιστικά ατυχήματα και σε περίπτωση που αυτά προκαλούνται από ανασφάλιστο όχημα ή από όχημα αγνώστων στοιχείων ή ασφαλισμένο σε ασφαλιστική εταιρεία που πτώχευσε ή της οποίας η άδεια λειτουργίας ανακλήθηκε.
Κατά την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του από το ν. 4092/2012, η αποζημίωση δεν μπορεί να υπερβεί τα κατά το άρθρο 6 παρ. 5 κατώτατα όρια ασφαλιστικών ποσών του χρόνου του ατυχήματος. Η διάταξη αυτή αντικαταστάθηκε με την παρ. γ' του 4ου άρθρου του ν. 4092/2012 (ΦΕΚ Α' 220/8-11-2012) και ορίστηκε για τις υλικές ζημιές από τροχαίο ατύχημα στην περίπτωση που ο ασφαλιστής πτώχευσε ή σε βάρος του εκτέλεση απέβη άκαρπη ή ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας ασφαλιστικής επιχείρησης ένεκα παραβάσεως νόμου, ότι το συνολικό ποσό για την αποζημίωση καταβάλλεται σύμφωνα με τα ακόλουθα:
α) για αποζημίωση ύψους έως 4.000 ευρώ καταβάλλεται συνολικό ποσόν ίσο προς το 90% αυτής, β) για αποζημίωση ύψους από 4.001 έως 10.000 ευρώ καταβάλλεται συνολικό ποσόν ίσο προς το 87,5% αυτής, με κατώτατο όριο 3.600 ευρώ, γ) για αποζημίωση ύψους από 10.001 έως 30.000 ευρώ καταβάλλεται συνολικό ποσόν ίσο προς το 85% αυτής, με κατώτατο όριο 8.750 ευρώ, δ) για αποζημίωση ύψους από 30.001 έως 60.000 ευρώ καταβάλλεται συνολικό ποσόν ίσο προς το 80% αυτής, με κατώτατο όριο 25.000 ευρώ, ε) για αποζημίωση ύψους από 60.001 έως 100.000 ευρώ καταβάλλεται συνολικό ποσόν ίσο προς το 70% αυτής, με κατώτατο όριο 48.000 ευρώ, στ) για αποζημιώσεις το ύψος των οποίων υπερβαίνει τις 100.000 ευρώ καταβάλλεται συνολικό ποσόν ίσο με το 70% αυτής, με ανώτατο όριο τις 100.000 ευρώ.
Στην ίδια διάταξη ορίζεται ότι η ρύθμιση αυτή καταλαμβάνει και τις ήδη γεγενημένες αξιώσεις κατά του Επικουρικού Κεφαλαίου, χωρίς πάντως να θίγει αξιώσεις που έχουν επιδικασθεί με οριστική δικαστική απόφαση. Τέλος η ανωτέρω διάταξη του ιδίου νόμου, κατά την οποία οι τόκοι που υποχρεούται να καταβάλει το Ε.Κ.
υπολογίζονται σε κάθε περίπτωση με επιτόκιο 6% ετησίως, είναι ανίσχυρη λόγω αντιθέσεώς της στο άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος, διότι αναγνωρίζει ευνοϊκή μεταχείριση υπέρ του ΕΚ. σε σχέση με άλλα πρόσωπα ως προς το επιτόκιο που αυτά πληρώνουν, μεταξύ των οποίων και οι παθόντες τροχαίων ατυχημάτων, αλλά και λόγω αντίθεσης στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, αφού ενέχει προσβολή της περιουσίας του παθόντος, χωρίς συνδρομή λόγου δημοσίου συμφέροντος (Ολ.ΑΠ 5/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δικάζοντας επί της από 10-12-2013 εφέσεως (αριθ. κατ. .../2013) του αναιρεσείοντος Επικουρικού Κεφαλαίου κατά της 1329/2013 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε κατά ένα μέρος δεκτή η από 16-3-2010 (αριθ.
κατ. 88414/2010) αγωγή αποζημίωσης των ήδη αναιρεσιβλήτων από αδικοπραξία και επιδίκασε σ' αυτούς αποζημίωση για υλικές ζημίες και χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη, νομιμοτόκως από της επιδόσεως της αγωγής και όχι με επιτόκιο 6% ετησίως, σύμφωνα με την παρ. γ' του άρθρου τέταρτου του ν. 4092/2012 που αντικατέστησε τη σχετική διάταξη του άρθρου 19 παρ. 2 του ν. 489/76 όπως πρότεινε παραδεκτά στο Πρωτοδικείο και στο Εφετείο το αναιρεσείον, απέρριψε τον ως άνω ισχυρισμό, κρίνοντας τη διάταξη αυτή αντισυνταγματική και αντίθετη στο άρθρο 1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ με την παραπάνω αιτιολογία και οι αντίθετες αναιρετικές αιτιάσεις, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που προβάλλει το αναιρεσείον με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης είναι απορριπτέες και ο λόγος αυτός (απορριπτέος) ως αβάσιμος.
Ακολούθως το Εφετείο δέχτηκε την έφεση και εξαφάνισε την εκκαλουμένη κατά το κεφάλαιο της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, αναγνώρισε δε ότι το αναιρεσείον οφείλει για την αιτία αυτή στον πρώτο ενάγοντα 500 ευρώ και στο δεύτερο ενάγοντα 300 ευρώ. Αρνήθηκε δε να εφαρμόσει τις ανωτέρω διατάξεις του ν. 4092/2012 και να προβεί σε μείωση του ποσού της αποζημίωσης, ως αντίθετες στο Σύνταγμα, το Ευρωπαϊκό Δίκαιο και την ΕΣΔΑ.
Κατά το άρθρο 249 εδ. α' ΚΠολΔ αν η διάγνωση της διαφοράς εξαρτάται ολικά ή εν μέρει από την ύπαρξη ή ανυπαρξία μιας έννομης σχέσης ή την ακυρότητα ή τη διάρρηξη μιας δικαιοπραξίας που συνιστά αντικείμενο άλλης δίκης εκκρεμούς σε πολιτικό ή διοικητικό δικαστήριο ή από ζήτημα που πρόκειται να κριθεί ή κρίνεται από διοικητική αρχή, το δικαστήριο μπορεί αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου να διατάξει την αναβολή της συζήτησης εωσότου περατωθεί τελεσίδικα ή αμετάκλητα η άλλη δίκη ή εωσότου εκδοθεί από τη διοικητική αρχή απόφαση που δεν μπορεί να προσβληθεί.
Από τη διατύπωση και το σκοπό της διάταξης αυτής η οποία έχει θεσπισθεί προς εξοικονόμηση χρόνου και δαπάνης και προς αποφυγή έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων, συνάγεται ότι η εφαρμογή της δεν είναι εκ προοιμίου ασυμβίβαστη με την αναιρετική δίκη. Διότι παρά τη μη ειδική αναφορά της στο άρθρο 573 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπου γίνεται ενδεικτική μνεία μιας σειράς από διατάξεις του γενικού μέρους του ΚΠολΔ που μπορούν να έχουν εφαρμογή και στην αναιρετική διαδικασία, δεν αποκλείεται σε συγκεκριμένη περίπτωση, η διακριτική ευχέρεια που παρέχεται από το άρθρο 249 ΚΠολΔ να εξασφαλίζει την προσφορότερη λύση για την εξυπηρέτηση του παραπάνω σκοπού.
Αυτό συμβαίνει προεχόντως, όταν κάποιο σοβαρό νομικό ζήτημα, το οποίο πρέπει να επιλυθεί από το οικείο αναιρετικό τμήμα, έχει παραπεμφθεί ήδη στην Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, ως γενικότερης σημασίας ζήτημα, όπου και εκκρεμεί.
Στην προκειμένη περίπτωση, το αναιρεσείον, με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ 1) για εσφαλμένη ερμηνεία και μη εφαρμογή της ουσιαστικής διάταξης, κατά το μέρος που δεν περιορίζει την αποζημίωση που υποχρεούται αυτό να καταβάλει, σε ορισμένο ποσοστό της πλήρους αποζημίωσης του παθόντος (άρθρο 19 παρ. 2 του ν. 489/76 όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο τέταρτο παρ.
γ' του ν. 4092/12, 2) καθώς και των άρθρων 4, 7 παρ. 1, 17, 20, 25, 26, 78 παρ. 2 του Συντάγματος, του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, του άρθρου 1 παρ. 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, την οδηγία 84/5/ΕΟΚ αλλά και το άρθρο 10 παρ. 1 της οδηγίας 2009/103 ΕΚ, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τους. Ανακύπτει, συνεπώς, νομικό ζήτημα, γενικοτέρου ενδιαφέροντος, αν η ρύθμιση του άρθρου 4 παρ.
γ' του ν. 4092/2012 με την οποία περιορίζεται το όριο της ευθύνης του Επικουρικού Κεφαλαίου να καταβάλει αποζημίωση για τη ζημία που προκλήθηκε από αυτοκίνητο καλυπτόμενο από ασφαλιστική εταιρεία της οποίας, μεταξύ άλλων ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας, σε ορισμένο ποσοστό της πλήρους αποζημίωσης του παθόντος κυμαινόμενο από 70% έως 90% αυτής είναι η όχι αντίθετη με τις διατάξεις του Συντάγματος, του Ευρωπαϊκού δικαίου και της ΕΣΔΑ.
Το ζήτημα αυτό αφού χαρακτηρίστηκε γενικοτέρου ενδιαφέροντος έχει ήδη παραπεμφθεί κατά τα άρθρα 563 παρ. 2 εδαφ. β' ΚΠολΔ και 23 παρ. 2 εδαφ. γ', δ' του Οργανισμού των Δικαστηρίων (Ν. 1756/ 1988), στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, με την 1780/2017 απόφαση του ιδίου πολιτικού τμήματος (Δ') που ήταν γνωστή στο παρόν Δ' τμήμα όταν άρχισε η διάσκεψη για την ένδικη υπόθεση.
Επομένως, για την ενότητα της νομολογίας, και προκειμένου να αποφευχθεί η έκδοση αντιφατικών αποφάσεων συντρέχει, εύλογα περίπτωση εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 249 ΚΠολΔ, σύμφωνα και με όσα αναπτύχθηκαν στη μείζονα σκέψη. Κατόπιν αυτού, πρέπει να ανασταλεί η πρόοδος της παρούσας δίκης (επί του δευτέρου λόγου της αίτησης αναίρεσης) μέχρι να εκδοθεί οριστική απόφαση από την Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου προς την οποία η τυχόν παραπομπή και της υπόθεσης αυτής θα επιβράδυνε ακόμη την εκδίκασή της.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναβάλλει τη συζήτηση, ως προς τον δεύτερο λόγο της από 15-11-2015 και με αριθμ. κατάθεσης .../2015 αίτησης για αναίρεση της 217/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης από την Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, για την υπόθεση που έχει παραπεμφθεί σ' αυτή με τη 1780/2017 απόφαση του Δ' Τμήματος του Αρείου Πάγου. Και
Απορρίπτει κατά τα λοιπά την ως άνω αίτηση αναίρεσης.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα την 1η Δεκεμβρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Δεκεμβρίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ