2069/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated2069/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Διάδικοι είναι εκείνοι οι οποίοι από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι δικάσθηκαν με αυτήν. Εξάλλου το άρθρο 76 παρ. 1 του ιδίου Κώδικα ορίζει μεταξύ άλλων, ότι όταν η διαφορά επιδέχεται ενιαία μόνο ρύθμιση, οι ομόδικοι που μετέχουν νόμιμα στη δίκη έχουν προσεπικληθεί, αν δεν παραστούν, θεωρούνται ότι αντιπροσωπεύονται από εκείνους που παρίστανται, με τους οποίους συνδέονται με το δεσμό της αναγκαστικής ομοδικίας.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2069 / 2007 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 2069/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας:Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", η οποία εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Πρόεδρο του Διοικητικού Συμβουλίου και Διοικητή της Θεόδωρο Καρατζά, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Τσικρικά, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ..
Της αναιρεσίβλητης: ......, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Τριαναταφύλλου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ..
Κοινοποιουμένης στην "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-3-1999 ανακοπή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Καβάλας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 277/2001 του ίδιου Δικαστηρίου και 333/2003 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καβάλας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 15-1-2004 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Ιωαννίδης ανέγνωσε την από 22-3-2005 έκθεση του αποχωρήσαντος από την υπηρεσία Αρεοπαγίτη Νικολάου Κασσαβέτη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
ΕΠΕΙΔΗ κατά το άρθρο 558 ΚΠολΔ η αναίρεση απευθύνεται κατά εκείνων οι οποίοι ήταν διάδικοι στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ή των καθολικών διαδίκων τους ή των κληροδόχων του. Αν υπάρχει αναγκαστική ομοδικία, η αναίρεση πρέπει να απευθύνεται κατά όλων των ομοδίκων, αλλιώς απορρίπτεται ως απαράδεκτη.
Διάδικοι είναι εκείνοι οι οποίοι από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι δικάσθηκαν με αυτήν. Εξάλλου το άρθρο 76 παρ. 1 του ιδίου Κώδικα ορίζει μεταξύ άλλων, ότι όταν η διαφορά επιδέχεται ενιαία μόνο ρύθμιση, οι ομόδικοι που μετέχουν νόμιμα στη δίκη έχουν προσεπικληθεί, αν δεν παραστούν, θεωρούνται ότι αντιπροσωπεύονται από εκείνους που παρίστανται, με τους οποίους συνδέονται με το δεσμό της αναγκαστικής ομοδικίας.
Όπως δε προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 933 παρ.1 και 934 παρ.1 ΚΠολΔ η ανακοπή εκείνου κατά του οποίο στρέφεται η εκτέλεση και κάθε δανειστή που έχει έννομο συμφέρον, αν μεν αφορά την εγκυρότητα του εκτελεστού τίτλου ή την προδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης και πέρα ή την απαίτηση, στρέφεται κατά του επισπεύδοντος την εκτέλεση, αν δε αφορά την εγκυρότητα της τελευταίας πράξης εκτέλεσης στρέφεται κατά του επισπεύδοντος την εκτέλεση και του υπερθεματιστή που τελούν σε αναγκαστική παθητική ομοδικία κατά το άρθρο 76 παρ.1 ΚΠολΔ γιατί η διαφορά επιδέχεται μονό ενιαία ρύθμιση, αφού, εξαιτίας της πλήρους γι' αυτούς ταυτότητας του αντικειμένου της δίκης, δεν μπορεί να νοηθεί ουσιαστική κρίση ακυρότητας του πλειστηριασμού για τον ένα και κύρους για τον άλλο (Ολ ΑΠ 11/1992, ΑΠ 1639/2002, ΑΠ 1171/2001).
Περαιτέρω, με την παρ. 4 του άρθρου 76 ΚΠολΔ ορίζεται ότι η άσκηση ενδίκων μέσων από κάποιον από τους ομοδίκους της παρ. 1 έχει αποτελέσματα και για τους άλλους. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής αν κάποιος αναγκαίος ομόδικος άσκησε ένδικο μέσο, θεωρούνται από το νόμο ως ασκήσαντες αυτό και οι ομόδικοί του, αν και αδρανήσαντες.
Στην περίπτωση δε αυτή (της πλασματικής ασκήσεως του ένδικου μέσου) πρέπει οι μη ασκήσαντες ομόδικοι να καλούνται σε όλες τις συζητήσεις του ενδίκου μέσου (άρθρο 76 παρ. 3 και 110 παρ. 2 ΚΠολΔ), αλλιώς η συζήτηση αυτού κηρύσσεται απαράδεκτη, ως προς όλους τους διαδίκους. Στην προκειμένη περίπτωση, η ανακόπτουσα - καθής η εκτέλεση και ήδη αναιρεσίβλητη, με την ένδικη ανακοπή της, όπως απ΄ αυτή προκύπτει, ζήτησε την ακύρωση του κατά την 4-11-98 διενεργηθέντος αναγκαστικού πλειστηριασμού ακινήτου της ιδιοκτησίας της.
Η ανακοπή αυτή είχε στραφεί κατά της επισπεύδουσας την εκτέλεση ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΠΙΣΤΕΩΣ και κατά της υπερθεμάστριας Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος ήδη αναιρεσείουσας οι οποίες αμφότερες όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, μετείχαν και στην κατ΄ έφεση δίκη ως εφεσίβλητοι. Η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε μόνο από την υπερθεμάστρια όχι δε και από την αναγκαία ομόδικό της ως άνω επισπεύδουσα την εκτέλεση η οποία θεωρείται, κατά τα προεκτεθέντα, ότι και αυτή άσκησε το ένδικο τούτο μέσον, εφόσον όμως αποδεικνύεται ότι κλητεύθηκε για να παραστεί κατά την δικάσιμο της 27-11-06 και μετά από αναβολή στην αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο από την επισπεύδουσα τη συζήτηση αναιρεσίβλητη νόμιμα και εμπρόθεσμα όπως προκύπτει από την υπ΄ αριθμ. 116Δ/9.6.06 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών ......
παραδεκτώς χωρεί η συζήτηση της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως.
ΕΠΕΙΔΗ ενόψει της αυτονομίας της ιδιωτικής βουλήσεως (άρθρο 361 ΠΚ) το με συνδυασμό και προς το άρθρο 1019 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι δεκτή η αναστολή του πλειστηριασμού και με συμφωνία μεταξύ του επισπεύδοντα την εκτέλεση και του οφειλέτη. Για το έγκυρο της εν λόγω συμφωνίας δεν απαιτείται η τήρηση συμβολαιογραφικού τύπου ή κατάρτιση αυτής ενώπιον του επί του πλειστηριασμού υπαλλήλου.
Απαιτείται όμως κατ΄ αναλογία λόγω της ταυτότητας του νομοθετικού λόγου, εφαρμογή των ισχυόντων επί της διατάσσουσας την αναστολή αποφάσεως, η γνωστοποίηση αυτής, με επιμέλεια των διαδίκων, στον επί του πλειστηριασμού υπάλληλο χωρίς την οποία εγκύρως διενεργείται ο πλειστηριασμός (Ολ. ΑΠ 33/95). Οι διατάξεις για τον πλειστηριασμό είναι κατά κανόνα δημοσίας τάξεως, αποβλέπουν δε στην παροχή έννομης προστασίας με την μορφή της αναγκαστικής εκτέλεσης μετά από στάθμιση των συμφερόντων των δανειστών που δεν εισέπραξαν την απαίτησή τους, του οφειλέτη στον οποίο ανήκει το πλειστηριαζόμενο πράγμα, αλλά και του υπερθεματιστή ο οποίος μετέχει στη διαδικασία του πλειστηριασμού πρωτίστως μεν προς το συμφέρον του, συγχρόνως όμως και προς το συμφέρον των δανειστών του καθού η εκτέλεση.
Και στις περιπτώσεις αυτές εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ που είναι επίσης δημόσιας τάξης. Επομένως ο οφειλέτης μπορεί για απόκρουση του επισπευδομένου πλειστηριασμού να προβάλλει ότι λόγω των συνθηκών που συντρέχουν, η πραγμάτευση του δικαιώματος απ΄ αυτόν (επισπεύδοντα δανειστή) απαγορεύεται γιατί υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλο0υν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.
Μόνη όμως η διαβεβαίωση του επισπεύδοντα την εκτέλεση δανειστή προς τον οφειλέτη ότι θα συναινέσει στην αναστολή ή ματαίωση του πλειστηριασμού υπόσχεση που δεν έλαβε συμβατική μορφή και δόθηκε ερήμην του υπαλλήλου επί του πλειστηριασμού και των άλλων δανειστών που τυχόν έχουν αναγγείλει, δεν μπορεί να οδηγήσει με κρίση ακυρότητας του πλειστηριασμού που ενεργήθηκε χωρίς επίκληση και παραδοχή από το δικαστήριο της ουσίας ότι και ο αποθεματιστής που κυρίως ζημιώνεται από την ακύρωση είχε οποιαδήποτε γνώση των όσων συνέβησαν πριν από τον πλειστηριασμό.
Και τούτο διότι η όλη λειτουργία της αναγκαστικής εκτελέσεως χαρακτηρίζεται αφενός από μια κινητικότητα ομάδας προσώπων, που δεν περιλαμβάνει αναγκαστικά μόνο τον αρχικώς επισπεύδοντα δανειστή και τον οφειλέτη του και αφετέρου μια αποτελεσματικότητα μέσων που δεν αφήνει ανεπηρέαστες τις ουσιαστικού δικαίου έννομες σχέσεις των εμπλεκομένων προσώπων που είναι υποκείμενα της αναγκαστικής εκτελέσεως.
Εξ άλλου στο αντικείμενο της δίκης οι ανακοπές κατά της εκτελέσεως δεν είναι ενιαίο και επομένως, στην περίπτωση που προτείνονται περισσότεροι λόγοι ανακοπής, πρόκειται για υποχρεωτική αντικειμενική σώρευση περισσοτέρων ανακοπών. Κάθε λόγος ανακοπής συνιστά ίδια και αποτελεί βάση (ΑΠ 408/2000, ΑΠ 914/04, ΑΠ 1154/04).
ΕΠΕΙΔΗ από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 25 παρ. 3 του Συντάγματος 116 Κ.Πολ.Δ. και 281 ΑΚ συνάγεται ότι λόγο της από τη διάταξη του άρθρου 933 Κ.Πολ.Δ. ανακοπής κατά της αναγκαστικής εκτέλεσης μπορεί να αποτελέσει η αντίθεση της στην καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος (ΑΠ 431/1981, ΑΠ 115/1994).
Περαιτέρω κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά και στην περίπτωση, που η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε από την άσκηση του και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε δεν δικαιολογούν επαρκώς τη μεταγενέστερη άσκηση του από την οποία προκύπτει αντιθέτως προφανής υπέρβαση των ορίων της καλής πίστης (ΑΠ 563/2003).
Στην προκείμενη περίπτωση από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Πολυμελές Πρωτοδικείο Καβάλας, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δέχθηκε ως προς την αναιρεσείουσα και την εταιρία με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", την ασκηθείσα από την αναιρεσίβλητη και κατ' αυτών από τη διάταξη του άρθρου 933 Κ.Πολ.Δ.
ανακοπή αφού δέχθηκε ως προς αυτή ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Στις 20-2-1998 η α' καθής και ήδη εφεσίβλητη ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΙΣΤΕΩΣ" κοινοποίησε στην ανακόπτουσα εκκαλούσα αντίγραφο από το πρώτο (1) εκτελεστό απόγραφο της με αριθμό 46/1998 διαταγής πληρωμής του Ειρηνοδικείου Καβάλας, η οποία εκδόθηκε με αίτησή της εναντίον της τελευταίας για το ποσό των 522.191 δραχμών για επιδικασθείσα απαίτηση κεφάλαιο, 17.675 δρχ.
για τόκους 53.000 δρχ. για δικαστική δαπάνη και 20.000 δρχ. για απόγραφο αντίγραφα για επίδοση αντιγράφου εξ απογράφου και για σύνταξη επιταγής. Στη συνέχεια της επέδωσε στις 11-3-1998 την υπ' αριθμ. 2018/11-3 -1998 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας του δικαστικού επιμελητή Καβάλας ..... δυνάμει της οποίας προέβη στην κατάσχεση ενός οικοπέδου της εκτάσεως 50 τ.μ.
κατά τον τίτλο κτήσης και 61,94 τ.μ κατά νεώτερη καταμέτρηση, που βρίσκεται στην Καβάλα και επί της οδού .... και συνορεύει βορειοανατολικά με την οδό ...., νοτιοανατολικά με ιδιοκτησία ..... και βορειοδυτικά με παραπάνω οδό, επί του οποίου έχει ανεγερθεί μια διώροφη οικοδομή εκτάσεως εκάστου ορόφου 61,94 τ.μ.. Το ως άνω ακίνητο περιήλθε στην ανακόπτουσα δυνάμει του υπ΄ αριθμ. 762/17-9-1996 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Ελευθερούπολης Σουλτάνας Τσέλιου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ελευθερούπολης στο τόμο ..
και αριθμ. ..... Αμέσως μετά την επίδοση της ως άνω κατασχετήριας έκθεσης και συγκεκριμένα στις 6-4-1998, η ανακόπτουσα και ήδη εκκαλούσα μετέβη στο υποκατάστημα της α' καθής - εφεσίβλητης προκειμένου να ρυθμίσει το χρέος της και να ματαιωθεί ο πλειστηριασμός καθόσον η οικία της αυτή αποτελούσε το μόνο της ακίνητο περιουσιακό στοιχείο καθώς και την οικογενειακή της στέγη.
Πράγματι την ίδια μέρα κατέβαλε το ποσό των 400.000 δρχ. (βλ. το από 6-4-1998 αποδεικτικό είσπραξης οφειλής της ΑLΡΗΑ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΠΙΣΤΕΩΣ), και κατόπιν συμφωνίας με τον υποδιευθυντή της α' καθής ρύθμισε το χρέος της με τμηματικές καταβολές και ειδικότερα με μηνιαίες δόσεις ύψους 40.000 δρχ. η κάθε μία μέχρι την πλήρη εξόφληση, υπό την προϋπόθεση ότι θα ματαιωνόταν ο πλειστηριασμός που είχε οριστεί για τις 29-4-1998.
Στη συνέχεια όμως εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 2027/29-4-1998 περίληψη κατασχετήριας έκθεσης ακίνητης περιουσίας του δικαστικού επιμελητή Καβάλας ..... σε εκτέλεση της από 29-4-1998 γραπτής εντολής της α' εφεσίβλητης δυνάμει της οποίας, εκτίθετο στις 4-11-1998 σε δημόσιο αναγκαστικό πλειστηριασμό το ακίνητο της εκκαλούσας με τιμή πρώτης προσφοράς το ήμισυ της εκτίμησης του δηλ.
για 6.000.000 δρχ. Στις 4-5-1998, ημερομηνία κατά την οποία της επιδόθηκε σύμφωνα με την υπ' άριθμ. 14106/4-5-1998 έκθεση επίδοσης του παραπάνω δικαστικού επιμελητή η περίληψη της ως άνω κατασχετήριας έκθεσης, η ανακόπτουσα και ήδη εκκαλούσα μετέβη και πάλι στο υποκατάστημα της α' καθής στην Καβάλα, προκειμένου να ελέγξει για πιο λόγο επισπευδόταν ο πλειστηριασμός.
Ο διευθυντής δε του υποκαταστήματος την/ διαβεβαίωσε πως δεν πρόκειται να εκπλειστηριασθεί το ακίνητο της, καθόσον ο πλειστηριασμός ορίστηκε για τις 4-11-1998 με μόνο σκοπό να την προστατέψει ώστε να μην μπορεί τρίτος δανειστής να προχωρήσει σε δήλωση συνεχίσεως πλειστηριασμού. Μολονότι όμως η ανακόπτουσα κατέβαλλε εμπροθέσμως κάθε μήνα τις δόσεις της (βλ.
τα από 6-5-1998, 9-6-1998,6-7-1998, 7-8-1998, 7-9-1998 και 16-101998 αποδεικτικά εισπράξεως οφειλών της ΑΙΡΗΑ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΠΙΣΤΕΩΣ), πληροφορήθηκε όλως τυχαίως ότι ο πλειστηριασμός δεν ματαιώθηκε. Έσπευσε λοιπόν στον τόπο του πλειστηριασμού που γινόταν στο κατάστημα Δήμου Καβάλας, μαζί με τον ανηψιό της ...., όπου και προσπαθούσε μάταια να σταματήσει την διαδικασία, δείχνοντας τις αποδείξεις στην κ. .....
διευθύντρια της πλειοδότριας κτηματικής τράπεζας. Η τελευταία μάλιστα ενόψει της εν λόγω ρύθμισης του χρέους που είχε γίνει έκανε κάποιες προσπάθειες να μην γίνει ο πλειστηριασμός, αλλά τελικά το ακίνητο κατακυρώθηκε με την υπ1 αριθμ. 4101/4-11-1998 κατακυρωτική έκθεση της συμβολαιογράφου Καβάλας .... που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου Καβάλας στον τόμο ..
και αριθμ. 1624/12-3-1999, στην δεύτερη καθ' ης και ήδη εφεσίβλητη Εθνική Τράπεζα της Ελλάδας ως καθολικής διαδόχου της απορροφηθείσης δια συγχωνεύσεως Εθνικής Κτηματικής Τράπεζας της Ελλάδας Α.Ε, με την τιμή πρώτης προσφοράς (6.000.000 δρχ.). Περαιτέρω το Πολυμελές Πρωτοδικείο έκρινε ότι με βάση όμως τα παραπάνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, είναι προφανές ότι πλειστηριασμός του ακινήτου της εκκαλούσας έγινε κατά υπέρβαση των αρχών που επιβάλλουν η καλή πίστη και τα χρηστά ήθη, αφού η επισπεύδουσα α' καθ' ης και ήδη εφεσίβλητη με την παραπάνω συμπεριφορά της, δημιούργησε εύλογα την πεποίθηση στην τελευταία ότι δεν πρόκειται να εκπλειστηριασθεί το ακίνητο της.
Επιπλέον με εκτίμηση των γεγονότων, ότι η εκκαλούσα κατέβαλλε κανονικά τις δόσεις κάθε μήνα όπως προέβλεπε η ρύθμιση του χρέους της, του ότι κατέβαλλε επιπλέον το ποσό των 400.000 δρχ., ότι η πραγματική αξία του ακινήτου της ανερχόταν περίπου στο ποσό των 40.000.000 δρχ., ότι το υπόλοιπο οφειλόμενο ποσό ήταν μηδαμινό σε σχέση με την αξία του ακινήτου, ότι παρόλο το προχωρημένο της ηλικίας της (περίπου εβδομήντα πέντε ετών) κατέβαλλε απέλπιδες και συνεχείς προσπάθειες να περισώσει το μοναδικό ακίνητο περιουσιακό της στοιχείο στο οποίο και διαμένει, οδηγούν κατ΄ αντικειμενικά κριτήρια σε αποτελέσματα που έρχονται σε αντίθεση με το περί δικαίου αίσθημα και την ηθική τάξη κα προκαλεί την έντονη εντύπωση της αδικίας .
Έτσι που έκρινε το Πολυμελές Πρωτοδικείο και ακύρωσε τον αναγκαστικό πλειστηριασμό που διεξήχθη την 4-11-1998 ενώπιον Συμβολαιογράφου Καβάλας ..... δεν παραβίασε τις παραπάνω ουσιαστικές διατάξεις ενόψει των παραδοχών της περί της αντιφατικής συμπεριφοράς της καθής η ανακοπή, της γνώσης της συμπεριφοράς αυτής από την αναιρεσείουσα που υπερθεμάτισε κατά τον αναγκαστικό αυτό πλειστηριασμό και του κατά το χρόνο της διεξαγωγής του αναγκαστικού πλειστηριασμού μηδαμινού ποσού της οφειλής της αναιρεσίβλητης σε σύγκριση με την από 40.000.000 δρχ, αξία της πλειστηριασθείσης οικίας, που αποτελεί την οικογενειακή στέγη της σε προχωρημένη ηλικία, (εβδομήντα πέντε ετών), αναιρεσίβλητης.
Επομένως οι από τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ 1ος και 2ος λόγοι της υπό κρίση αναίρεσης με τους οποίους διατυπώνονται αιτιάσεις για παραβίαση των ανωτέρω ουσιαστικών διατάξεων είναι απορριπτέοι, ως αβάσιμοι.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 15-1-04 αίτηση, για αναίρεση της υπ΄ αριθ. 33/2003 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καβάλας. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Οκτωβρίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Νοεμβρίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ