Legislator Case Law & Legislation
2069/2006 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for failure to cite specific substantive law and non-prejudicial precedent.

Case Number 2069/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of Appeals' final judgment. The appellant argued the lower court violated substantive law and failed to consider a specific prior decision, but the court found these grounds insufficient. The appeal was rejected because the appellant did not identify the exact substantive provision violated and the cited precedent did not materially affect the case outcome.

Legislator headnote

AI generated

Articles 118(4), 566(1), 577(3) and 559(1) of the Code of Civil Procedure; An appeal for retrial is inadmissible if the appellant fails to specify the exact substantive law provision violated and the resulting legal error, or if the alleged non-consideration of a precedent did not have a decisive impact on the final judgment.

Keywords

AI generated
appeal for retrial substantive law violation res judicata prejudicial precedent Code of Civil Procedure legal error specification decisive impact

Cited Legislation

AI generated
Articles 118(4), 566(1), 577(3) of the Code of Civil Procedure
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 561(2) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 1339/1985

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2069 / 2006 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 2069/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Αχιλλέα Νταφούλη, Ελένη Μαραμαθά, Πλαστήρα Αναστασάκη και Αντώνιο Παπαθεοδώρου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Νοεμβρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ...., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Παπαγιάννη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. .... , 2. ..... και 3. συνεταιρισμού με την επωνυμία "Αλληλοασφαλιστικός Συνεταιρισμός Ιδιοκτητών επιβατικών αυτοκινήτων δημόσιας χρήσεως, μετά μετρητού ή άνευ μετρητού (ΑΓΟΡΑΙΑ) Νομού Ιωαννίνων συν. π-ε", που εδρεύει στα Ιωάννινα και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σωτήριο Σδούκο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31 Οκτωβρίου 2000 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 518/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 51/2005 οριστική του Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 22 Φεβρουαρίου 2005 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Παπαθεοδώρου, ανέγνωσε την από 16 Οκτωβρίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την εν μέρει παραδοχή της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι.Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν η αγωγή κρίθηκε κατ' ουσίαν βάσιμη ή αβάσιμη, για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 παρ. 1 ΚΠολΔ), πρέπει να καθορίζονται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου.

Αν δε το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει να εκτίθενται και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων αποδίδει στο Εφετείο την αιτίαση ότι παραβίασε το άρθρο 268 εδ.

α' του ΑΚ και έτσι, κατά παραδοχή της έφεσης των αναιρεσιβλήτων, απέρριψε ως παραγεγραμμένη την πρωτοδίκως γενόμενη δεκτή αγωγή του περί αποζημίωσης για διαφυγόντα κέρδη λόγω ανικανότητας προς εργασία εκ τροχαίου ατυχήματος. Στο αναιρετήριο όμως, ενώ εκτίθεται το ιστορικό της υπόθεσης, η νομική άποψη του αναιρεσείοντος περί της εννοίας της διάταξης που φέρεται ότι παραβιάστηκε και η περί της εννοίας αυτής κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, δεν παρατίθενται με πληρότητα αλλά εντελώς επιλεκτικά και αποσπασματικά οι ουσιαστικές παραδοχές του Εφετείου, δηλαδή τα δεκτά γενόμενα απ' αυτό πραγματικά περιστατικά, με βάση τα οποία κατέληξε στη νομική κρίση του για τη συνδρομή των όρων των διατάξεων που εφάρμοσε.

Έτσι, όμως, δεν μπορεί να ελεγχθεί η ορθότητα ή μη του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης από την άποψη της ευθείας παραβίασης του παραπάνω κανόνα ουσιαστικού δικαίου και συνεπώς ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος, προεχόντως, ως αόριστος.

ΙΙ.Από το συνδυασμό των άρθρων 247, 251, 248, 914 και 937 ΑΚ συνάγεται ότι, σε περίπτωση αδικοπραξίας, αφότου εκδηλώθηκε το ζημιογόνο γεγονός, γεννάται υπέρ του ζημιωθέντος απαίτηση αποζημίωσης για την όλη ζημία, θετική και αποθετική, παρούσα ή μέλλουσα, η δε παραγραφή της αντίστοιχης αξίωσης, έστω και αν αφορά μέλλουσα ζημία, που όμως είναι προβλεπτή κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, είναι κατ' αρχήν πενταετής και, εφόσον η δικαστική επιδίωξη αυτής της αξίωσης είναι δυνατή, πράγμα που, εξαιρέσει σχετικού νομικού κωλύματος, πάντοτε συμβαίνει, η εν λόγω παραγραφή αρχίζει να τρέχει, για όλες τις ζημίες ενιαίως, από τότε που ο ζημιωθείς έλαβε γνώση της πρώτης επιζήμιας συνέπειας και του υπόχρεου προς αποζημίωση.

Εξάλλου, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 261 εδ. α' ΑΚ και 221 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι σε περίπτωση άσκησης αγωγής για μέρος μόνο της αξίωσης για αποζημίωση, η επίδοση της αγωγής διακόπτει την παραγραφή μόνο για το μέρος αυτό, ως προς το οποίο δημιουργείται αντιστοίχως εκκρεμοδικία. Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 268 εδ.

α' ΑΚ, κατά την οποία "Κάθε αξίωση που βεβαιώθηκε με τελεσίδικη απόφαση ή με δημόσιο έγγραφο εκτελεστό παραγράφεται μετά είκοσι χρόνια και αν ακόμη η αξίωση καθαυτή υπαγόταν σε συντομότερη παραγραφή" εάν βεβαιωθεί με τελεσίδικη δικαστική απόφαση η ύπαρξη αξίωσης για θετική ή αποθετική ζημία από αδικοπραξία, η οποία υπόκειται κατ' αρχήν στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 παρ. 1 ΑΚ, από την τελεσιδικία αρχίζει εικοσαετής παραγραφή και ως προς το μέρος της όλης αξίωσης αποζημίωσης για αποθετική ζημία (απώλεια προσόδων), η οποία ανάγεται σε χρόνο μεταγενέστερο εκείνου για τον οποίο επιδικάστηκε αποζημίωση.

Και αυτό, γιατί και το μέρος αυτό της αξίωσης, καίτοι δεν περιέχεται ειδική αναγνωριστική διάταξη στην απόφαση, θεωρείται ότι έχει βεβαιωθεί (εμμέσως) με δύναμη δεδικασμένου (άρθρο 331 ΚΠολΔ) με την παρεμπίπτουσα δικαστική κρίση, η οποία ήταν αναγκαία για την ύπαρξη δικαιώματος αποζημίωσης του παθόντος γενικά για κάθε ζημία από την αδικοπραξία.

Η νέα όμως αυτή (εικοσαετής) παραγραφή προϋποθέτει αναγκαίως, κατά την έννοια του άρθρου 268 ΑΚ, την ύπαρξη αξίωσης, που δεν έχει ήδη υποκύψει στην μέχρι της τελεσιδικίας ισχύουσα βραχυχρόνια παραγραφή, δεδομένου ότι η τελεσίδικη επιδίκαση της επίδικης τότε αξίωσης, δεν επιφέρει αναβίωση της αξίωσης και κατά το μέρος που δεν έχει ασκηθεί και έχει πλέον αποσβεσθεί λόγω παραγραφής, η οποία διέδραμε χωρίς διακοπή κατά το άρθρο 261 ΑΚ (Ολ.

ΑΠ 24/2003 ΕλλΔνη 44. 949). Εξάλλου, αν η προσβαλλόμενη απόφαση δεν αναφέρει την ύπαρξη ή μη δεδικασμένου, λόγος αναίρεσης ιδρύεται κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, τότε μόνον όταν ο διάδικος προσκόμισε ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας τελεσίδικη απόφαση και επικαλέστηκε το δεδικασμένο που προκύπτει από αυτή προς απόδειξη της βάσης της αγωγής ή προς απόκρουση αυτής και τον ισχυρισμό αυτό που ασκεί ουσιώδη επίδραση της έκβασης της δίκης παρέλειψε να ερευνήσει το δικαστήριο (Ολ.

ΑΠ 1339/1985 ΕλλΔνη 26. 1141). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων προσάπτει στο Εφετείο την από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίαση, συνιστάμενη στο ότι δεν έλαβε υπόψη την με τις εμπρόθεσμες προτάσεις του στο Εφετείο προς υπεράσπιση κατά της έφεσης των αναιρεσιβλήτων επικαλούμενη και προσκομιζόμενη υπ' αριθ. 89/1999 απόφαση του Εφετείου Ιωαννίνων, που αποφάνθηκε ότι η παραγραφή των αξιώσεών του μετά το χρόνο δημοσίευσης, στις 5.1.1997, της υπ' αριθ. 369/1997 τελεσίδικης απόφασης του ίδιου Εφετείου επιμηκύνθηκε σε εικοσαετή, κατ' άρθρο 268 εδ.

α' του ΑΚ και του επιδίκασε αποζημίωση για διαφυγόντα κέρδη από 5.1.1997 μέχρι 21.5.1998, δηλαδή για χρόνο μεταγενέστερο της πενταετίας από τη γνώση του, στις 22.9.1991, της προβλεπτής, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, ζημίας του, και το από την προαναφερόμενη δεύτερη χρονικά τελεσίδικη απόφαση απορρέον δεδικασμένο προς απόδειξη της από 31.10.2000 ένδικης αγωγής του, με την οποία ζητούσε αποζημίωση για διαφυγόντα κέρδη για το μεταγενέστερο χρονικό διάστημα από 25.5.1998 μέχρι 31.12.2000 και έτσι, κατά παραδοχή της σχετικής ένστασης των αναιρεσιβλήτων, απέρριψε την αγωγή αυτή ως παραγεγραμμένη.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι ο προβαλλόμενος ισχυρισμός περί μη λήψης υπόψη του ως άνω απορρέοντος δεδικασμένου, δεν ασκούσε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αφού, όπως προκύπτει από την παραδεκτή κατ΄άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, η προγενέστερη από 10-8-1993 αγωγή, που ασκήθηκε για μέρος της όλης αξίωσης αποζημίωσης του παθόντος και συγκεκριμένα γι διαφυγόντα κέρδη της χρονικής περιόδου από 27-9-1991 μέχρι 25-5-1995 λόγω μερικής ανικανότητας προς εργασία εκ τροχαίου ατυχήματος, προς αποκατάσταση της προβλεπτής, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, ζημίας του, δεν επέφερε σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προηγήθηκε επιμήκυνση της πενταετούς παραγραφής σε εικοσαετή και ως προς το μέρος της ένδικης από 31-10-2000 (αριθ.εκθ.κατάθ.1676/6-11-2000) αγωγής για διαφυγόντα κέρδη από 25-5-1998 μέχρι 31-12-2000, που δεν είχε γίνει αντικείμενο της προγενέστερης αγωγής και για το οποίο είχε συμπληρωθεί ο χρόνος της πενταετούς και διετούς παραγραφής πριν την δημοσίευση, στις 5-11-1997, της τελεσίδικης 369/1997 απόφασης του ίδιου δικαστηρίου.

κατόπιν όλων αυτών, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου (άρθρο 176, 183 ΚΠολΔ), οι οποίοι κατέθεσαν και προτάσεις).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από΄22-2-2005 αίτηση του .... για αναίρεση της υπ'αριθ.51/2005 απόφασης του Εφετείου Ιωαννίνων.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε χίλια εκατό εβδομήντα (1170) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Νοεμβρίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 28 Δεκεμβρίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ