Legislator Case Law & Legislation
2068/2025 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds for vague plea regarding unsubmitted prior criminal judgment.

Case Number 2068/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the Second Instance Court's decision regarding a property dispute. The appellants argued the lower court failed to consider a prior criminal conviction and misinterpreted a witness's statement, but the court found these grounds insufficient. The court ruled the appeal inadmissible because the appellants did not demonstrate how they formally submitted the criminal judgment to the lower court, and the witness's statement was not a valid judicial admission since it contradicted the basis of the original lawsuit.

Legislator headnote

AI generated

Articles 307, 559, 559(11)(c), 559(12) of the Code of Civil Procedure; An appeal based on a prior criminal judgment is inadmissible if the appellant fails to prove the document was formally submitted to the lower court, and a statement by a third party regarding the defendant's knowledge of facts is not a judicial admission when it contradicts the plaintiff's cause of action.

Keywords

AI generated
procedural inadmissibility prior criminal judgment judicial admission cause of action basis Code of Civil Procedure appeal dismissal legal costs

Cited Legislation

AI generated
Article 307 of the Code of Civil Procedure
Article 559(11)(c) of the Code of Civil Procedure
Article 559(12) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183 and 191(2) of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2068 / 2025 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2068/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, λόγω κωλύματος της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου και του αρχαιοτέρου της σύνθεσης Αρεοπαγίτη, Κορνηλία Πανούτσου, Μιχαήλ Αποστολάκη - Εισηγητή, Ιωάννη Αποστολόπουλο και Ευαγγελία Γίτση, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Μαΐου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Ι. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Α. Τ. του Π., συζύγου Α. Ν., κατοίκου ..., 2) Κ. Τ. του Π., κατοίκου ... και 3) Β. Τ. του Π., κατοίκου ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο. Κατά την δικάσιμο της 14ης Φεβρουαρίου 2022, εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ευάγγελο Μήνο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Γ. Κ. του Σ., κατοίκου ..., 2) Α. Κ. του Γ., κατοίκου ..., 3) Σ. Κ. του Γ., κατοίκου ... και 4) Μ. Κ. του Α., κατοίκου ... Οι πρώτος, δεύτερος και τρίτος αναιρεσίβλητοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Δημητρόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.. Η τέταρτη αναιρεσίβλητη εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Παπαδόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. Κατά την δικάσιμο της 14ης Φεβρουαρίου 2022, άπαντες οι αναιρεσίβλητοι παραστάθηκαν κατά τον ίδιο τρόπο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-7-2007 αγωγή προσώπου που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, την από 26-11-2010 ανακοίνωση δίκης με προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση - παρεμπίπτουσα αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, την από 26-11-2010 ανακοίνωση δίκης με προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση - παρεμπίπτουσα αγωγή προσώπου που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, την από 18-6-2009 αγωγή της ήδη τέταρτης αναιρεσιβλήτου και την από 1-10-2012 αγωγή προσώπου που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κοζάνης και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 114/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 40/2019 του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 3-3-2020 αίτησή τους, η οποία συζητήθηκε κατά τη δικάσιμο της 14ης Φεβρουαρίου 2022 χωρίς να εκδοθεί απόφαση. Με την υπ' αριθμ. 250/2024 Πράξη της Προέδρου του Α2 Πολιτικού Τμήματος, ορίστηκε, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 307 του Κ.Πολ.Δ., η δικάσιμος που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.

Κατά την οίκοθεν συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν, μόνο οι αναιρεσίβλητοι όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τις διατάξεις του άρθρου 307 ΚΠολΔ, αν για οποιονδήποτε λόγο που παρουσιάστηκε μετά το τέλος της συζήτησης είναι αδύνατο να εκδοθεί η απόφαση, η συζήτηση επαναλαμβάνεται, αφού οριστεί νέα δικάσιμος και κοινοποιηθεί κλήση. Ο ορισμός της δικασίμου μπορεί να γίνει και η κλήση για τη συζήτηση μπορεί να κοινοποιηθεί με την επιμέλεια είτε κάποιου διαδίκου είτε της γραμματείας του δικαστηρίου. Η επαναλαμβανόμενη κατ' άρθρο 307 ΚΠολΔ συζήτηση αποτελεί, όπως και η από το άρθρο 254 ΚΠολΔ συζήτηση, συνέχεια της προηγούμενης και όχι νέα συζήτηση. Συνακόλουθα, ο διάδικος που δεν παρίσταται στην επαναλαμβανόμενη συζήτηση, είχε όμως παραστεί στην αρχική, δικάζεται αντιμωλία, ο δε διάδικος που παρίσταται στην επαναλαμβανόμενη συζήτηση δεν χρειάζεται να καταθέσει εκ νέου προτάσεις (Α.Π. 572/2024, Α.Π. 139/2024, Α.Π. 674/2023).

Στην προκειμένη περίπτωση, νόμιμα φέρεται προς επανασυζήτηση στη δικάσιμο, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, η από 3-3-2020 αίτηση αναίρεσης των αναιρεσειόντων Α. Τ. κ.λπ. με την 250/2024 πράξη της Προέδρου του Α2 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, κατ' εφαρμογή του άρθρου 307 ΚΠολΔ, επειδή με την 198/2024 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου αφαιρέθηκε η δικογραφία από την εισηγήτρια, που ορίσθηκε κατά την αρχική συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του ίδιου ως άνω Τμήματος κατά τη δικάσιμο της 14-2-2022, λόγω καθυστέρησης ως προς την έκδοση απόφασης.

Κατά την αρχική συζήτηση της υπόθεσης οι αναιρεσείοντες και οι αναιρεσίβλητοι παραστάθηκαν νόμιμα, εκπροσωπούμενοι από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους, και κατέθεσαν προτάσεις, ενώ, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας επαναλαμβανόμενη κατ' άρθρο 307 ΚΠολΔ συζήτηση, οι αναιρεσίβλητοι παραστάθηκαν νόμιμα, εκπροσωπούμενοι ως άνω, οι δε αναιρεσείοντες δεν εμφανίσθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, παρόλο που κλητεύθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα σε αυτήν με επίδοση της 250/2024 πράξης της Αντιπροέδρου του Α2 Τμήματος και της από 11-11-2024 κλήσης προς συζήτηση της Γραμματέως του Αρείου Πάγου στον πληρεξούσιο δικηγόρο τους, και αντίκλητο κατ' άρθρο 143 § 1 ΚΠολΔ, Ευάγγελο Μήνο, όπως προκύπτει από το 26-11-2024 αποδεικτικό επιδόσεως του επιμελητή δικαστηρίων του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης Π. Μ. Επομένως, οι απολειπόμενοι αναιρεσείοντες πρέπει, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην προηγούμενη νομική σκέψη, να θεωρηθούν ως κατ' αντιμωλία δικαζόμενοι, αφού η προκείμενη επαναλαμβανόμενη συζήτηση είναι συνέχεια της αρχικής, στην οποία αυτοί είχαν παραστεί.

Ο από το άρθρο 559 αρ. 14 λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο παρά τον νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αφορά σε ακυρότητες, απαράδεκτα και εκπτώσεις, που χαρακτηρίζονται ως δικονομικές, σχετίζονται δε με τα εισαγωγικά της δίκης έγγραφα (αγωγές, ανακοπές κ.λπ.) ή δημιουργούνται κατά την ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας διαδικασία (Ολ.Α.Π. 1/2019, Ολ.Α.Π. 25/2008, Α.Π. 1383/2021).

Με την ως άνω διάταξη εισάγεται γενικός δικονομικός λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ελέγχεται κάθε μορφή ανισχύρου των διαδικαστικών πράξεων, που πηγάζει από άμεση παραβίαση διάταξης δικονομικής φύσης (Ολ.Α.Π. 2/2001, Α.Π. 933/2019). Ειδικότερα, με τον όρο απαράδεκτο νοείται το δικονομικό απαράδεκτο, δηλαδή αυτό που δημιουργείται από την αθέτηση - παραβίαση δικονομικής διάταξης, με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της (Ολ.Α.Π. 2/2001, Α.Π. 480/2020, Α.Π. 175/2019, Α.Π. 1496/2017).

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, το απαράδεκτο αφορά μόνο στις επιτευκτικές διαδικαστικές πράξεις, δηλαδή εκείνες που τείνουν στη δημιουργία των αναγκαίων όρων για την έκδοση συγκεκριμένης απόφασης, ώστε η κατ' αποτέλεσμα ενέργειά τους να εκδηλώνεται με την απόφαση και μόνο δυνάμει αυτής (Α.Π. 927/2019, Α.Π. 357/2018).

Έτσι, με τον ανωτέρω από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο ελέγχονται, μεταξύ άλλων, το παραδεκτό της ασκήσεως των ενδίκων μέσων (Α.Π. 371/2008), των προσθέτων λόγων εφέσεως, της αντεφέσεως, των ανακοπών (άρθρα 583 επ. 632, 933 ΚΠολΔ) και των προσθέτων λόγων αυτών, καθώς και το παραδεκτό της προβολής των ισχυρισμών (Α.Π. 754/2023, Α.Π. 1206/2019, Α.Π. 2081/2018).

Επίσης, με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 14, αλλά και αυτόν από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ελέγχεται και η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται σ' αυτήν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος αυτής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης (Α.Π. 1005/2022, Α.Π. 916/2022, Α.Π. 473/2022).

Στην προκειμένη περίπτωση, η προσβαλλόμενη 40/2019 οριστική απόφαση του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατά το μέρος της που αφορά τον αναιρετικό έλεγχο και κατ' επιτρεπτή (άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ) εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων: Με την από 15-7-2007 αγωγή της, η αρχική ενάγουσα και ήδη αποβιώσασα Α.

Κ., στη θέση της οποίας συνεχίζουν τη δίκη οι τρεις πρώτοι αναιρεσίβλητοι Γ., Α. και Σ. Κ., κληρονόμοι της, ανέφερε ότι είχε μισθώσει, και χρησιμοποιούσε ως κοσμηματοπωλείο, ισόγειο κατάστημα από τους συγκυρίους του πρώτο εναγόμενο Β. Ζ. (μη διάδικο στην παρούσα αναιρετική δίκη) και αρχική δεύτερη εναγόμενη και ήδη αποβιώσασα Ε.

Κ., στη θέση της οποίας συνεχίζουν τη δίκη οι αναιρεσείοντες Α., Κ. και Β. Τ., κληρονόμοι της, και ότι οι ανωτέρω εκμισθωτές, κατά την εκτέλεση οικοδομικών εργασιών ανακαίνισης σε όμορο κατάστημα, επίσης συνιδιοκτησίας τους, από αμέλεια δεν προέβλεψαν το ζημιογόνο αποτέλεσμα της πράξης τους και δεν προέβησαν στην έκδοση οικοδομικής άδειας, δεν ανέθεσαν την επίβλεψη των εργασιών σε πολιτικό μηχανικό, δεν συνέταξαν στατική μελέτη του κτιρίου και δεν προέβησαν στην ενίσχυση και υποστύλωση αυτού, αλλά ανέθεσαν τις εργασίες σε εργάτες χωρίς την αναγκαία εμπειρία και γνώσεις, οι οποίοι, ενεργώντας κατά παράβαση των κανόνων της οικοδομικής, απέκοψαν και αφαίρεσαν τμήματα του φέροντος οργανισμού του κτιρίου, με αποτέλεσμα την κατάρρευση του όμορου καταστήματος, το συνακόλουθο χαρακτηρισμό ολόκληρου του κτιρίου ως ακατάλληλου από την πολεοδομική αρχή και την κατεδάφισή του, μαζί με το κατάστημα που είχε μισθώσει η αρχική ενάγουσα.

Ζήτησε δε, μετά τη μετατροπή του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε αναγνωριστικό, να αναγνωριστεί ότι οι εναγόμενοι οφείλουν να της καταβάλουν, εις ολόκληρον έκαστος, ως αποζημίωση για την παράνομη και υπαίτια πράξη τους, α) 28.370 ευρώ για τον ειδικότερα αναφερόμενο στην αγωγή εξοπλισμό του καταστήματός της, που καταστράφηκε κατά την κατεδάφιση, β) 35.076,85 ευρώ για τα αναλυτικά εκτιθέμενα εμπορεύματά της, που απολέσθηκαν εξαιτίας του συμβάντος, γ) 27.713,88 ευρώ, που δαπάνησε για τις ειδικότερς αναφερόμενες εργασίες ανακαίνισης νέου καταστήματος, το οποίο αναγκάσθηκε να μισθώσει για τη συνέχιση της επιχείρησής της, για τη διαμόρφωσή του σε κοσμηματοπωλείο, δ) 24.000 ευρώ, που με πιθανότητα προσδοκούσε να κερδίσει κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων από την επιχείρησή της κατά το χρονικό διάστημα από την παύση της λειτουργίας της λόγω της κατεδάφισης μέχρι την επανέναρξή της σε νέο κατάστημα, και απώλεσε, και ε) 150.000 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

Επίσης, με την από 18-6-2009 αγωγή της η τέταρτη αναιρεσίβλητη, Μ. Κ., ανέφερε ότι μίσθωσε από τον πρώτο εναγόμενο Β. Ζ. και την αρχική δεύτερη εναγόμενη Ε. Κ. ισόγειο κατάστημα της ίδιας ως άνω οικοδομής, προκειμένου να λειτουργήσει σε αυτό επιχείρηση πώλησης αξεσουάρ και ειδών δώρων και ένδυσης, ότι, ενώ εκτελούσε εργασίες ανακαίνισης και διαμόρφωσης του μισθίου, η οικοδομή κατεδαφίστηκε μετά την κατάρρευση του όμορου καταστήματος, στο οποίο οι εναγόμενοι ενεργούσαν τις προαναφερθείσες οικοδομικές εργασίες ανακαίνισης, και ότι οι εναγόμενοι ευθύνονται αντικειμενικά ως προστήσαντες για το πταίσμα των προστηθέντων από αυτούς εργατών, οι οποίοι λόγω απειρίας απέκοψαν και αφαίρεσαν τμήματα του φέροντος οργανισμού, με αποτέλεσμα την κατάρρευση του όμορου καταστήματος και την κατεδάφιση ολόκληρης της οικοδομής.

Ζήτησε δε, κατά μετατροπή του αρχικού καταψηφιστικού αιτήματος σε αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί ότι οι εναγόμενοι οφείλουν να της καταβάλουν, εις ολόκληρον έκαστος, α) 700 και 1.400 ευρώ, που κατέβαλε σε αυτούς (εναγόμενους) για μίσθωμα και εγγυοδοσία για την καλή τήρηση των όρων της μίσθωσης, αντίστοιχα, β) 7.000 ευρώ, που κατέβαλε σε μηχανικό ως προκαταβολή για την εκτέλεση και επίβλεψη των εργασιών ανακαίνισης και διαμόρφωσης του μισθίου, 3.570 ευρώ, που κατέβαλε στον ίδιο για σύνταξη μελέτης, και 7.000 ευρώ, που κατέβαλε σε εργολάβο για εργασίες διαμόρφωσης αυτού, γ) 29.712,44 ευρώ, που κατέβαλε για τα ειδικότερα αναφερόμενα οικοδομικά υλικά, οικοδομικές εργασίες, ηλεκτρολογικές εργασίες, υδραυλικές εργασίες και σχετικά υλικά, και εγκατάσταση δικτύου κλιματισμού στο μίσθιο, και 640,61 ευρώ για έξοδα διαμονής της ίδιας και του εργατικού προσωπικού σε ξενοδοχείο της περιοχής κατά τη διάρκεια των εργασιών, δ) 9.000 ευρώ, που με πιθανότητα προσδοκούσε να κερδίσει από τη λειτουργία της επιχείρησής της κατά το χρονικό διάστημα από την κατεδάφιση του μισθίου μέχρι την μετεγκατάστασή της σε νέο κατάστημα, και απώλεσε, και ε) 25.000 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

Οι αγωγές έγιναν εν μέρει δεκτές με την 114/2015 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κοζάνης. Κατά της απόφασης αυτής άσκησαν εφέσεις α) οι κληρονόμοι της Ε. Κ. (αναιρεσείοντες), β) ο Β. Ζ. και γ) οι κληρονόμοι της Α. Κ. (τρεις πρώτοι αναιρεσίβλητοι), και δ) αντέφεση η Μ. Κ. (τέταρτη αναιρεσίβλητη), επί των οποίων εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη 40/2019 απόφαση του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, που απέρριψε τις εφέσεις και δέχθηκε εν μέρει την αντέφεση.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ότι δηλαδή οι αγωγές των Α. Κ. και Μ. Κ. ήταν ορισμένες, και ακολούθως, δεχόμενο και ότι αυτές ήταν εν μέρει ουσιαστικά βάσιμες, απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων, ορθά έλαβε αυτές υπόψη και δεν τις κήρυξε απαράδεκτες, αφού οι αγωγές, με το περιεχόμενο που προαναφέρθηκε, περιλαμβάνουν όλα τα πραγματικά περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική τους βάση, προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης και στηρίζουν κατά νόμο το αίτημά τους, και είναι πλήρως ορισμένες, χωρίς να απαιτείται να αναφέρονται επιπλέον σε αυτές το πλήθος και τα ονόματα των εργατών, που απασχόλησαν οι εναγόμενοι κατά τις εργασίες ανακαίνισης του καταστήματος, που κατέρρευσε, ούτε ειδικότερα ο τρόπος, με τον οποίο έλαβε γνώση των εργασιών αυτών η αρχική δεύτερη εναγόμενη, αφού αναφέρεται ότι οι εναγόμενοι από κοινού ανέθεσαν την εκτέλεση των ανωτέρω εργασιών σε εργατικό προσωπικό και, επιπλέον στην πρώτη αγωγή, ότι αυτοί αμέλησαν να προβούν στις αναγκαίες ενέργειες για την εξασφάλιση τη στατικότητας της οικοδομής, ενώ στις αγωγές γίνεται αναλυτική παράθεση και εξειδίκευση των κονδυλίων, που συνιστούν τη ζημία των εναγουσών.

Επομένως το Εφετείο, που δέχθηκε ότι οι αγωγές είναι ορισμένες, νόμιμες και εν μέρει ουσιαστικά βάσιμες, δεν έλαβε παρά τον νόμο υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν, ούτε παρά τον νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο, και είναι αβάσιμος ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προβάλλουν πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης από τους αρ. 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με τις ανωτέρω αιτιάσεις.

Από τη διάταξη του άρθρου 914 Α.Κ., που ορίζει ότι όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 297, 298 και 330 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι προϋποθέσεις της υποχρέωσης προς αποζημίωση είναι: 1) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), 2) παράνομος χαρακτήρας της πράξης ή παράλειψης, 3) υπαιτιότητα, 4) ζημία και 5) πρόσφορος αιτιώδης σύνδεσμος, μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς (νόμιμου λόγου ευθύνης) και αποτελέσματος (ζημίας).

Το παράνομο της συμπεριφοράς συνδέεται με αντίθεση προς διάταξη που απαγορεύει τη συγκεκριμένη πράξη, είναι δε αδιάφορο σε ποιο τμήμα του δικαίου βρίσκεται η διάταξη, που απαγορεύει την ένδικη συμπεριφορά (Α.Π. 167/2024, Α.Π. 1667/2022). Ειδικότερα, παράνομη είναι η συμπεριφορά που προσβάλλει τα προστατευόμενα από το νόμο δικαιώματα ή συμφέροντα άλλου και μπορεί να συνίσταται σε θετική πράξη ή παράλειψη, εφόσον στην τελευταία περίπτωση υπήρξε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση προφύλαξης του προσβληθέντος δικαιώματος ή συμφέροντος και αποτροπής του ζημιογόνου αποτελέσματος.

Τούτο συμβαίνει, όταν υφίσταται από το νόμο ή από δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη και το γενικό πνεύμα του δικαίου υποχρέωση προστασίας και ειδικότερα όταν με προηγούμενη πράξη του δημιούργησε κάποιος κατάσταση επικινδυνότητας, χωρίς να έχει λάβει τα αναγκαία μέτρα για την αποτροπή του κινδύνου (Α.Π. 839/2022, Α.Π. 322/2018).

Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 298 εδ. β' Α.Κ. προκύπτει ότι η απαραίτητη για τη θεμελίωση της αξίωσης αποζημίωσης αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της προκληθείσας ζημίας υπάρχει όταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, η φερόμενη ως ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης ήταν επαρκής, δηλαδή ικανή και πρόσφορη να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα και επέφερε αυτό στη συγκεκριμένη περίπτωση.

Πρόσφορη θεωρείται η αιτία τότε μόνο, όταν είχε γενικά την τάση και ήταν ικανή, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και τη κοινή ανθρώπινη πείρα, να προκαλέσει τη ζημία. Το ζήτημα τούτο κρίνεται εκ των προτέρων και ποτέ εκ των υστέρων, ενώ δεν εξετάζονται οι ατομικές δυνατότητες και γνώσεις του συγκεκριμένου βλάψαντος, αλλά η δυνατότητα πρόγνωσης του μέσου συνετού ανθρώπου (Α.Π. 1220/2025, Α.Π. 487/2024, Α.Π. 831/2021, Α.Π. 268/2021).

Εφόσον η έννοια της αιτιώδους συνάφειας είναι αόριστη νομική έννοια, η από το δικαστήριο της ουσίας κρίση περί της συνδρομής ή μη αυτών, με την έννοια που προαναφέρθηκε, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, ο οποίος στο ζήτημα της αιτιώδους συνάφειας κρίνει αν τα κυριαρχικώς διαπιστωθέντα από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικά περιστατικά επιτρέπουν το συμπέρασμα ότι ορισμένο γεγονός μπορεί αντικειμενικά, σε συνδυασμό και με τα διδάγματα της κοινής πείρας, να θεωρηθεί ως πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος που επήλθε (Α.Π. 604/2015, Α.Π. 641/2011).

Αντιθέτως, η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας περί του ότι, στη συγκεκριμένη (ένδικη) περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος, περί του ότι δηλαδή το ζημιογόνο γεγονός σε σχέση με τη ζημία βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (Α.Π. 517/2020, Α.Π. 1046/2019, Α.Π. 1617/2017, Α.Π. 706/2016).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 922 Α.Κ., ο κύριος ή ο προστήσας κάποιον άλλον σε μια υπηρεσία ευθύνεται για τη ζημία που ο υπηρέτης ή ο προστηθείς προξένησε σε τρίτον παράνομα κατά την υπηρεσία του, δηλαδή διαπράττοντας αδικοπραξία. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, προστηθείς είναι το πρόσωπο, στο οποίο κάποιο άλλο πρόσωπο (φυσικό ή νομικό), που χαρακτηρίζεται ως προστήσας, παρέχει με τη βούλησή του, διαρκώς ή ευκαιριακά, υπηρεσίες διεκπεραίωσης των υποθέσεών του ή προώθησης και γενικότερα εξυπηρέτησης των οποιωνδήποτε επαγγελματικών, οικονομικών ή άλλων συμφερόντων του, εφόσον ο προστηθείς ενεργεί υπό τον έλεγχό του ή έστω υπό την επίβλεψή του, με την έννοια ότι δεν απαιτούνται οπωσδήποτε δεσμευτικές ειδικές εντολές, αλλά αρκούν και γενικές οδηγίες στο πλαίσιο χαλαρής εξάρτησης, που επιτρέπει όμως μια γενική εποπτεία.

Η εφαρμογή της ως άνω διάταξης προϋποθέτει η αδικοπρακτική συμπεριφορά του προστηθέντος να εκδηλώθηκε κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας που του ανατέθηκε ή ακόμη και κατά κατάχρηση της υπηρεσίας του, η οποία υφίσταται, όταν η ζημιογόνος πράξη τελέσθηκε εντός των ορίων των καθηκόντων που ανατέθηκαν στον προστηθέντα, ή επ' ευκαιρία ή με αφορμή την υπηρεσία του, αλλά κατά παράβαση των εντολών και οδηγιών, οι οποίες δόθηκαν σε αυτόν ή καθ' υπέρβαση των καθηκόντων του.

Με τις ανωτέρω προϋποθέσεις θεμελιώνεται γνήσια αντικειμενική ευθύνη του προστήσαντος για τις ζημίες που παράνομα και υπαίτια προκάλεσε ο προστηθείς, με τον οποίο ευθύνεται εις ολόκληρο, όπως συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 481, 486 και 926 Α.Κ., εφόσον αυτός, χωρίς ίδιο πταίσμα, ευθύνεται για το πταίσμα του προστηθέντος.

Εκείνος που ζημιώθηκε από αδικοπρακτική συμπεριφορά του προστηθέντος, προκειμένου να θεμελιώσει το δικαίωμά του προς αποζημίωση έναντι του προστήσαντος, πρέπει να επικαλεστεί στην αγωγή του και να αποδείξει τη συνδρομή των προϋποθέσεων ευθύνης αυτού από το άρθρο 922 Α.Κ., δηλαδή α) την ύπαρξη σχέσης πρόστησης, κατά την ανωτέρω έννοια, μεταξύ του ζημιώσαντος αυτόν και του εναγόμενου ως προστήσαντος, β) ενέργεια του προστηθέντος παράνομη και υπαίτια, δηλαδή αδικοπραξία πληρούσα τις προϋποθέσεις του άρθρου 914 Α.Κ., και γ) ότι η ενέργεια του προστηθέντος έγινε κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας που του είχε ανατεθεί ή επ' ευκαιρία ή εξ αφορμής της υπηρεσίας του, ή ακόμη και κατά κατάχρηση της υπηρεσίας του αυτής (Α.Π. 1129/2025, Α.Π. 1532/2022, Α.Π. 1/2022).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 925 Α.Κ., ο κύριος ή ο νομέας κτίσματος ή άλλου έργου που συνέχεται με το έδαφος ευθύνεται για τη ζημία που προξενήθηκε σε τρίτον εξαιτίας ολικής ή μερικής πτώσεως, εκτός αν αποδείξει ότι η πτώση δεν οφείλεται σε ελαττωματική κατασκευή ή σε πλημμελή συντήρησή του. Με τη διάταξη αυτή καθιερώνεται γνήσια αντικειμενική ευθύνη του κυρίου ή νομέα του κτίσματος ή άλλου έργου που συνέχεται με το έδαφος για τη ζημία που προκάλεσε σε τρίτομη πτώση του, απαλλάσσεται δε ο κύριος ή νομέας, αν αποδείξει ότι η πτώση δεν οφειλόταν σε ελαττωματική κατασκευή ή πλημμελή συντήρηση.

Πρόκειται για τυπική περίπτωση ευθύνης από διακινδύνευση, ο λόγος της οποίας είναι ότι έχοντας αυτός την εκμετάλλευση του κτίσματος, πρέπει να φέρει και τους κινδύνους από την πτώση του. Επομένως, αν η πτώση οφείλεται σε ελαττωματική κατασκευή ή πλημμελή συντήρηση του κτίσματος, ο κύριος ή νομέας του ευθύνεται ασχέτως αν τον βαρύνει οποιοδήποτε πταίσμα περί την ύπαρξη και διατήρηση των καταστάσεων αυτών του κτίσματος, ευθύνεται δηλαδή και αν δεν είχε ενεργήσει αυτός την ελαττωματική κατασκευή του κτίσματος αλλά άλλος, από τον οποίο αγόρασε το κτίσμα, ή αν η πλημμελής συντήρηση οφείλεται επίσης στο δικαιοπάροχό του (Α.Π. 340/2021, Α.Π. 827/2020, Α.Π. 1878/2013).

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.Α.Π. 7/2006).

Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.Α.Π. 27/1998).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.Α.Π. 8/2018, Ολ.Α.Π. 7/2006).

Κατά δε το άρθρο 559 αρ. 1β' ΚΠολΔ, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης, μόνον αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή στην υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς. Ως διδάγματα της κοινής πείρας νοούνται οι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επαγγελματική ενασχόληση και την επιστημονική έρευνα και έχουν έτσι καταστεί κοινό κτήμα, και μπορούν να χρησιμοποιηθούν είτε για να διαπιστωθεί έμμεσα η βασιμότητα των αποδεικτέων πραγματικών περιστατικών σε συγκεκριμένη δίκη (άρθρο 336 § 4 ΚΠολΔ), είτε για να γίνει, αφού διαπιστωθεί η βασιμότητα αυτών, η υπαγωγή τους σε κανόνες ουσιαστικού δικαίου (άρθρα 559 αρ. 1 και 560 αρ. 1β' ΚΠολΔ).

Ο πιο πάνω αναιρετικός λόγος στοιχειοθετείται, όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα, δηλαδή, με τρόπο που δεν συνάδει προς τις αρχές της λογικής, ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να ανεύρει, με βάση αυτά, την αληθινή έννοια κανόνα ουσιαστικού δικαίου και, ιδίως, για να εξειδικεύσει αόριστες νομικές έννοιες που αυτός τυχόν περιέχει, ή για να υπαγάγει ή όχι σ' αυτόν τα εκάστοτε, κρίσιμα πραγματικά περιστατικά.

Αντίθετα, όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας για να διαγνώσει αν συντρέχουν ή όχι τα εκάστοτε αποδεικτέα περιστατικά, ή για να εκτιμήσει την αποδεικτική αξία των αποδεικτικών μέσων, τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, τα πραγματικά γεγονότα ή την ερμηνεία της δικαιοπραξίας δεν στοιχειοθετείται ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης (Ολ.Α.Π. 10/2005, Α.Π. 72/2021, Α.Π. 233/2020).

Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη δε νομίμου βάσεως της αποφάσεως συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (Ολ.Α.Π. 6/2006).

Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Ολ.Α.Π. 18/08, Ολ.Α.Π. 15/2006).

Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (Α.Π. 50/2020, Α.Π. 1075/2019, Α.Π. 708/2017, Α.Π. 667/2016).

Στην προκειμένη περίπτωση, η προσβαλλόμενη 40/2019 οριστική απόφαση του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων και δέχθηκε εν μέρει την αντέφεση της τέταρτης αναιρεσίβλητης με την ακόλουθη, κρίσιμη για τον αναιρετικό έλεγχο αιτιολογία: "Η Θ. Τ. και η Ε. Κ. [αρχική δεύτερη εναγόμενη] ήταν συγκύριες κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου οικοπέδου 129,76 τ.μ στο 176 οικοδομικό τετράγωνο της Πτολεμαίδας επί της συμβολής των οδών ... ...

Απώτερος δικαιοπάροχος των συγκυρίων ήταν ο Π. Τ. πατέρας της Ε. και προπροπάππος της Θ. Τ. που απεβίωσε το 1955, που κατέλειπε [κατέλιπε] το ακίνητο στην σύζυγό του Α. Τ. με διαθήκη, η δε τελευταία απεβίωσε το 1956, οπότε συγκύριοι κατέστησαν η Ε. Κ. κατά 3/6 εξ αδιαιρέτου και κατά τα λοιπά οι Δ., Μ. και Π. Τ. ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του προαποβιώσαντος υιού της κληρονομουμένης Κ.

Τ. (αδελφού της Ε. Κ.). Η Θ. Τ. κατέστη συγκυρία κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου δυνάμει συμβολαιογραφικής γονικής παροχής που μετεγράφη νομίμως υπό των Δ. και Μ. Τ., γονέων της. Εκκρεμουσών των πρώτης και δευτέρας των αγωγών η Ε. Κ. απεβίωσε (2011) και κληρονομήθηκε από τους Α., Κ. και Β. Τ. με δημόσια διαθήκη ... Ο Π. Τ. είχε ανοικοδομήσει εντός του οικοπέδου το 1936 έτος ένα διώροφο κτίσμα ...

Το ισόγειο κατάστημα με είσοδο από τη συμβολή των άνω οδών λειτούργησε ως εμπορικό τροφίμων, από το 1970 έως 2006 ως ζαχαροπλαστείο. Η θεμελίωση της οικοδομής αποτελούνταν [αποτελείτο] από δοκάρια περιμετρικά και συνδετήρια δοκάρια ενδιάμεσης σύνδεσης με μπετόν και πέτρα (κολυμβητικό μπετόν) και ο δυτικός τοίχος ήταν από τούβλα και λίθους.

Ο φέρων οργανισμός ήταν από συμπαγή τούβλα παλαιάς κατασκευής με αυλάκι στη μέση (άνευ οπών) και συγκολλητική ουσία λάσπη από άμμο χωρίς τσιμέντο. Με τον τρόπο αυτό κτισίματος δημιουργήθηκαν περιμετρικά του κτιρίου τοίχοι με τούβλα που στήριζαν το κτίριο αποτελώντας το φέροντα οργανισμό της διώροφης οικοδομής.

Η στήριξη του κτιρίου και η αντοχή του ενισχυόταν με δύο σενάζ από οπλισμένο σκυρόδεμα περιμετρικά της υπερμπατικής τοιχοποιίας από συμπαγή οπτοπλινθοδομή, σε ύψος κάτω από το δάπεδο του ορόφου και σε απόσταση μεταξύ τους 20 εκατοστών ενώ [εν. υπήρχε] τρίτο σενάζ στο πάνω μέρος του ορόφου στο ύψος των στέψεων των κουφωμάτων λίγα εκατοστά κάτω από την ξύλινη στέγη με κεραμίδια.

Μεταξύ των δύο ορόφων (ταβάνι ισογείου- πάτωμα ορόφου) δεν υπήρχε τσιμέντινη πλάκα αλλά ξύλινο δάπεδο, που ήταν καρφωμένο πάνω σε ξύλινα οριζόντια επιμήκη δοκάρια, εμπηγμένα στους τοίχους. Οι ενδιάμεσοι διαχωριστικοί τοίχοι του πρώτου υπέρ του ισογείου ορόφου ήταν κατασκευασμένοι από μπατική οπτοπλινθοδομή κτισμένοι επί του ξύλινου δαπέδου της οροφής του ισογείου, η δε στέγη του κτιρίου ήταν κατασκευασμένη από ευρωπαϊκά κεραμίδια πάνω σε ξύλινα δοκάρια και καδρόνια (οδηγούς).

Στο βόρειο άκρο με πρόσοψη στη συμβολή των οδών ... πάνω από την είσοδο του γωνιακού καταστήματος υπήρχε μικρός εξώστης από σκυρόδεμα και τούβλα, χωρίς κολώνες αντιστήριξης. Λίγα εκατοστά κάτω από τα δύο σενάζ σκυροδέματος στο ύψος κάτω από τον πρώτο όροφο είχε τοποθετηθεί περιμετρικά σιδηροδοκός διατομής τύπου ΗΤΑ (Η) που ενίσχυε πρόσθετα τη στατική επάρκεια.

Στις αρχές της δεκαετίας του 1980 οι τότε συγκύριοι Δ., Μ. και Ε. Τ. καθαίρεσαν τους τοίχους του ισογείου στο βορειοανατολικό τμήμα της πρόσοψης στη συμβολή των άνω οδών για δημιουργία βιτρινών καταστημάτων προσφόρων σε εκμίσθωση. Με τις παρεμβάσεις αυτές δημιουργήθηκαν διαιρετοί χώροι ως εξής: 1) ισόγειο κατάστημα εμβαδού 38,91 τ.μ με την πρόσοψη στις οδούς αυτές, 2) ισόγειο κατάστημα με πρόσοψη στην οδό Εθνικής Αντιστάσεως εμβαδού 39,04 τ.μ, 3) ισόγειο κατάστημα 22,40 τ.μ στην οδό ..., 4) διαμέρισμα ορόφου 132 τ.μ.

Το 1999 η Θ. Τ. πώλησε το μερίδιό της (1/2 εξ αδιαιρέτου) στο ακίνητο προς τον Β. Ζ. [δεύτερο εναγόμενο] που έκτοτε υπεισήλθε στη συγκυριότητα ασκώντας όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση και τον προορισμό του πράξεις συννομής. Τα καταστήματα στο ισόγειο λειτούργησε [λειτούργησαν] ως εξής α) το γωνιακό στη συμβολή των οδών 39,91 τ.μ λειτουργούσε ως ζαχαροπλαστείο από το 1970 μέχρι το 2006, β) το κατάστημα με εμβαδό 39,04 με πρόσοψη στην Εθνικής Αντιστάσεως λειτούργησε ως υποδηματοποιείο μέχρι 30-7-2006 και γ) το κατάστημα των 22,40 τ.μ είχε εκμισθωθεί από τις Θ.

Τ. και Ε. Κ. από 1-10-1996 μέχρι 31-12-2006 στην δικαιοπάροχο των εναγόντων ... της πρώτης αγωγής Α. Κ. [αρχική ενάγουσα] ως κοσμηματοπωλείο σύμβαση που παρατάθηκε αναγκαστικά λόγω δωδεκαετίας κατά νόμο ... στη θέση δε της εκμισθώτριας Θ. Τ. υπεισήλθε το 1999 με την αγορά του μεριδίου της ο Β. Ζ. Επί της ουσίας το μόνο κατάστημα που λειτουργούσε το 2007 έτος ήταν το τελευταίο, ως κοσμηματοπωλείο ενώ στα άλλα δύο διενεργούνταν εργασίες επισκευών.

Στο κατάστημα των 38,91 τ.μ. η ενάγουσα Μ. Κ. είχε συνάψει στις ...-2007 σύμβαση μίσθωσης με τους Β. Ζ. και Ε. Κ. για να λειτουργήσει επιχείρηση πώλησης αξεσουάρ, μπιζού, δώρων, ένδυσης με την επωνυμία ... είχε εγκαταστήσει συνεργείο εργατών υπό τον αρχιτέκτονα μηχανικό Φ. Κ. ώστε να εκτελέσει εργασίες διαμόρφωσης του χώρου με τίμημα 43.000 ευρώ.

Ο τελευταίος ουδέποτε επισκέφθηκε το κατάστημα και απέστειλε το συνεργάτη του Γ. Κ. για επίβλεψη. Στο γωνιακό κατάστημα των 38,91 τ.μ. εκδηλώθηκε ενδιαφέρον για χρήση του ως φούρνου πράγμα που ματαιώθηκε λόγω ακαταλληλότητας οπότε οι συννομείς αυτού (Ζ.-Κ.) αποφάσισαν με δικές τους δαπάνες να προβούν σε επισκευή και ανακαίνιση.

Η εκτέλεση των εργασιών άρχισε το πρώτο δεκαήμερο Απριλίου 2007 έτσι ώστε να εργάζονται δύο συνεργεία στα όμορα ισόγεια καταστήματα ... Στο γωνιακό κατάστημα οι εργάτες αποψίλωσαν το κατάστημα από παλαιούς σοβάδες, έκοψαν τους ορθοστάτες εφ'ών τα ρολά, έκοψαν με τροχό το μεταλλικό σιδηροδρομικό σχήματος "Η", αφαίρεσαν το πλαίσιο της τζαμαρίας και την ξύλινη οροφή αποκόπτοντας ξύλινα οριζόντια επιμήκη δοκάρια στην οροφή που ήσαν εμπεπηγμένα στους περιμετρικούς τοίχους.

Ξαφνικά στις 25-4-2007 και ώρα 12:30 μ.μ. ακούστηκε θόρυβος έπεσαν σοβάδες έσπασε η κολώνα από τούβλα στο γωνιακό κατάστημα και όλο μαζί με τον εξώστη κατέρρευσε σε ερείπια. Κατόπιν αυτοψίας από την Πολεοδομία Πτολεμαΐδας στις 26-4-2007 διαπιστώθηκε ότι τα εναπομείναντα τμήματα των τοίχων του ορόφου παρουσίαζαν ρηγματώσεις και αποκλίσεις από την κατακόρυφο, ο δυτικός τοίχος με έντονα στοιχεία ετοιμορροπίας και επικινδυνότητας για την όμορη οικοδομή, με τους ενδιάμεσους διαχωριστικούς τοίχους του ορόφου να παρουσιάζουν ανάλογα στοιχεία.

Διατάχθηκε η άμεση κατεδάφιση του πρώτου ορόφου που έγινε στις 28-4-2007. Η κατάρρευση οφείλεται στην έλλειψη συντήρησης και εκτέλεσης εργασιών στατικής ενίσχυσης του πεπαλαιωμένου κτίσματος, στην καθαίρεση των τοίχων της πρόσοψης του ισογείου την δεκαετία του 1980 για την κατασκευή βιτρινών ευθύνη που βαρύνει τους συνιδιοκτήτες Β.

Ζ. και Ε. Κ. αντικειμενικά σύμφωνα με το άρθρο 925 Α.Κ. Επίσης οφείλεται στις εκτεταμένες εργασίες του Απριλίου 2007 από το συνεργείο επισκευής του γωνιακού καταστήματος που είχε προστηθεί από τους Β. Ζ. και Ε. Κ. που πραγματοποίησε ανεπίτρεπτες παρεμβάσεις στο φέροντα οργανισμό του κτίσματος. ... Οι εναγόμενοι ως συγκύριοι και συννομείς του ακινήτου ενώ γνώριζαν το παλαιό της κατασκευής και τις παρεμβάσεις στο φέροντα οργανισμό εντούτοις από αμέλεια δεν φρόντισαν να ελέγξουν τη στατικότητα του κτίσματος ώστε να αποφευχθεί η κατάρρευση επειδή πίστευαν ότι αυτό δεν θα καταρρεύσει, αλλά και ως προστήσαντες στην υπηρεσία τους εργάτες στερούμενους καθοδήγησης από επιβλέποντα μηχανικό γνώστη του χώρου.

Συνυπευθυνότητα της Μ. Κ. για λογαριασμό της οποίας εκτελούνταν εργασίες ανακαίνισης στο νότιο κατάστημα δεν απεδείχθη. Ουδόλως το εργατοτεχνικό προσωπικό που προστίθηκε [προστήθηκε] υπ' αυτής εκτέλεσε εργασίες ικανές να συμβάλλουν [συμβάλουν] έστω και σε μικρό ποσοστό στην κατάρρευση. Τούτο συνάγεται ιδιαίτερα από το γεγονός ότι οι προαναφερθέντες ειδικοί δεν αποδίδουν στις εργασίες αυτές κάποια πλημμέλεια αιτιωδώς συνδεόμενη με το αποτέλεσμα της κατάρρευσης. ...

Υπάρχει ο ισχυρισμός ότι το εργατοτεχνικό προσωπικό της Μ. Κ. απέκοψε τρία ξύλινα οριζόντια δοκάρια στο μίσθιο αυτής που επέδρασαν σημαντικά στην στατικότητα του κτιρίου και συνετέλεσαν στο γεγονός με την επίκληση μαρτυρίας προανακρίσεως αλλά και στο ποινικό δικαστήριο του μάρτυρος Α. Τ. που είχε προστηθεί για την παρακολούθηση των εργασιών από την Μ.

Κ. Ο ισχυρισμός αυτός κρίνεται αναληθής διότι ο μάρτυρας αυτός διατηρεί εχθρικές σχέσεις με την εργοδότιδά του αν και σύζυγος εξαδέλφης της τελευταίας λόγω διενέξεως μετά το ατυχές συμβάν, πρωτίστως δε αβάσιμος διότι και αληθής υποτιθέμενος δεν ασκεί επιρροή στα κρίσιμα αίτια της κατάρρευσης αφού η αποκοπή αυτή δεν θα μπορούσε επ' ελάχιστον να προσβάλλει τη στατικότητα του πεπτωκότος κτιρίου (βλ.

κυρίως την 20-5-2010 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Γ. Α. όπου "....το πιθανότερο είναι πάντως οι εργασίες να μην επηρέασαν τη στατικότητα...."). Η απαλλαγή του Β. Ζ. από το ποινικό Δικαστήριο με την 241/2013 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας για το αδίκημα της εξ αμελείας παραβίασης των κανόνων οικοδομικής με την οριστική και τελεσίδικη αυτή απόφαση δεν παράγει κατ' αρχήν δεδικασμένο σχετικά με την αμέλειά του για το παρόν Δικαστήριο ...

αλλά εκτιμώμενη ως δικαστικό τεκμήριο, λαμβάνονται [λαμβάνεται] σοβαρά υπόψη ως ισχυρά τεκμήρια [ισχυρό τεκμήριο] ... δεν κρίνεται, μετά από συνεκτίμηση και όλων άνω, προσκομιζομένων από τους διαδίκους, αποδεικτικών στοιχείων (και όχι μόνο όσα [όσων] ως αναπτύχθηκαν και προοσκομίστηκαν στο ποινικό δικαστήριο), ικανή να θεωρηθεί ως άγουσα σε έλλειψη αμέλειας στο πρόσωπό του όπως η αμέλεια αυτή περιγράφεται ανωτέρω.

Για συνυπαιτιότητα περαιτέρω της Α. Κ. με την έννοια της παράλειψης ενημέρωσης των συνιδιοκτητών για τις εργασίες, δεν μπορεί να γίνει λόγος διότι οι ίδιοι αυτοί συνιδιοκτήτες εκτελούσαν τις εργασίες εν γνώσει τους και με εντολές τους, ούτε όμως η Α. Κ. γνώριζε το είδος τους, την επικινδυνότητα τους, την παρατυπία τους και καμία νομική υποχρέωση δεν τη βάρυνε να ενημερώσει τον οποιονδήποτε ούτε και τις αρχές σχετικά με τα τεκταινόμενα.

Περαιτέρω από την κατάρρευση της οικοδομής αποδείχθηκε ότι προκλήθηκαν οι ακόλουθες ζημιές: το μισθωμένο κατάστημα εμβαδού 22,40 τ.μ. της Α. Κ. όπου λειτουργούσε ως κοσμηματοπωλείο κρίθηκε κατεδαφιστέο από την Πολεοδομία Πτολεμαΐδας που διατάχθηκε με το ...-2007 έγγραφό της και πραγματοποιήθηκε μετά την ημεροχρονολογία αυτή αφού πρώτα εκκενώθηκε υπό της μισθώτριας όσον αφορά τα εμπορεύματά της μιας και διέθετε το χρόνο αφού δεν της απαγορεύτηκε η είσοδος από την Αστυνομία ούτε εκδόθηκε σχετική απαγόρευση.

Επομένως η μισθώτρια μέχρι να ξεκινήσει η κατεδάφιση της οικοδομής είχε αφαιρέσει από το εσωτερικό του καταστήματος τον εξοπλισμό αυτού που ισχυρίζεται ότι καταστράφηκε από την καταπλάκωση μετά την εντολή της Πολεοδομίας. ...

Επομένως το κονδύλιο αποζημίωσης 28.370 ευρώ για καταστροφή εξοπλισμού που αξιώνει πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμο, όπως αβάσιμο είναι και τα κονδύλιο ποσού 35.076,85 ευρώ που αφορά απώλεια εμπορευμάτων ... Η Α. Κ. υποχρεώθηκε να μετεγκαταστήσει την επιχείρηση της σε νέο μισθωμένο κατάστημα της οδού ... ...

Δεν αποδείχθηκε ότι το κατάστημα αυτό βρίσκεται σε υποδεέστερη εμπορική θέση εφόσον συνεχίζεται η λειτουργία στο μίσθιο από τους κληρονόμους, η ζημία της δε αυτή συνδέεται αιτιωδώς με την πτώση του κτιρίου το οποίο δεν θα εγκατέλειπε και η μίσθωση της είχε παραταθεί σε δωδεκαετούς διαρκείας. Για τη μεταστέγασή της υποβλήθηκε στις ακόλουθες δαπάνες που συνιστούν ζημία συνδεόμενη αιτιωδώς με την πτώση του κτίσματος 1) υπηρεσίες σχεδιασμού διακόσμησης προς την εταιρεία Αrtion Group Design 3.200 ευρώ (...-2007 τιμολόγιο), 2) αγορά ρολού ασφαλείας, οδηγούς, καθρέπτη, πλαίσιο και ηλεκτροκινητήρα 2.332,40 ευρώ (...-2007 τιμολόγιο Π.

Λ.), 3) αγορά καλωδίων 597,33 ευρώ (...-2007 τιμολόγιο "... και ΣΙΑ Ο.Ε"), 4) αγορά πλακιδίων γρανίτη, κόλλας και αρμού 1.000 ευρώ (τιμολόγιο ...-2007 εταιρείας "... και ΣΙΑ Ο.Ε"), 5) αγορά υδροχρώματος 18 ευρώ (.../2007 τιμολόγιο Α. Β.), 6) αγορά και τοποθέτηση γυψοσανίδας 7.140 ευρώ (αριθμ. ...-2007 τιμολόγιο Ν. Τ.), 7) σύνδεση ηλεκτρικού ρεύματος 662,35 ευρώ (τιμολόγιο ΔΕΗ Α.Ε. ...-2007), 8) μεταλλική κατασκευή 952 ευρώ (...-2007 τιμολόγιο Ι.

Κ.), 9) ελαιοχρωματισμό καταστήματος 3.284,44 ευρώ (αρ. ...-2007 τιμολόγιο Χ. Ζ.), 10) αγορά υαλοπινάκων, τοποθέτηση πόρτας 1.185,24 ευρώ (τιμολόγιο ...-2007 "... Ο.Ε"), 11) αγορά λαμαρίνας προστασίας 1.070 ευρώ (τιμολόγιο ...-2007 "Θερμοδυναμικής Α.Ε."), 12) κατασκευή ηλεκτρολογικής εγκατάστασης 2.975 ευρώ (αρ. ...-2007 τιμολόγιο Ι. Μ.), 13) τοποθέτηση βιτρίνας αλουμινίου και φεγγίτη 1.487,50 ευρώ (...-2007 τιμολόγιο Θ.

Κ.). Κατ' ακολουθία η συνολική ζημία της ενάγουσας από τη δαπάνη μετεγκατάστασης της επιχείρησής της, που συνδέεται αιτιωδώς με την πτώση του κτίσματος που λειτουργούσε η προηγούμενη επιχείρησή της ανέρχεται στο ποσό των 25.905,08 ευρώ. Αν και το νέο κατάστημα που μίσθωσε η Α. Κ. είναι μεγαλύτερο του αρχικού, εν τούτοις επιδικαστέα σ' αυτήν τυγχάνει εξ ολοκλήρου η δαπάνη, ελλείψει σχετικής ένστασης συνυπαιτιότητας που οι εναγόμενοι παρέλειψαν πρωτοδίκως να υποβάλλουν [υποβάλουν]. ...

Δεν αποδεδείχθηκε [αποδείχθηκε] ότι κατά το χρονικό διάστημα 26-04-2007 μέχρι 2-8-2007 που λειτούργησε η νέα επιχείρησή της η ενάγουσα θα αποκέρδαινε με βεβαιότητα 200 ευρώ ημερήσιας [ημερησίως] ως καθαρό κέρδος που απώλεσε συνεπεία της ζημίας λαμβανομένου ιδιαιτέρως υπόψη ότι τα έτη 2002-2006 εμφάνιζε κυρίως ζημιές στις φορολογικές της δηλώσεις, το σχετικό δε κονδύλιο των 24.000 ευρώ πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμο.

Παρά τα προβλήματα υγείας της και το θάνατό της την ίδια χρονιά στις 29-11-2007 η Α. Κ. υπέστη ηθική βλάβη από την αδικοπρακτική συμπεριφορά των εναγομένων που οδήγησε σε υποχρεωτική μεταστέγασή της σε μικρό διάστημα ώστε να μην απωλεσθεί [απολεσθεί] η φήμη της από τη μεγάλη χρονική διακοπή της επιχειρηματικής της δραστηριότητας.

Συντρέχουν δε οι νόμιμες προϋποθέσεις για την ανόρθωση της ηθικής βλάβης που υπέστη. Λαμβάνοντας υπόψη την έκταση της προσβολής και της ζημίας της ενάγουσας, το βαθμό πταίσματος των εναγομένων την κοινωνική κατάσταση των διαδίκων πλευρών και την οικονομική όμοια κρίνεται ότι το ποσό της χρηματικής ικανοποίησης της ενάγουσας ανέρχεται σε 500 ευρώ και επομένως το σύνολο ζημίας αυτής σε 26.405, 08 ευρώ.

Η ενάγουσα Μ. Κ. ζημιώθηκε τα ακόλουθα ποσά που συνδέονται αιτιωδώς με την αδικοπρακτική συμπεριφορά των εναγομένων της αρ. καταθ. 135/2009 αγωγής α) ποσό 1400 ευρώ που κατέβαλε στους εκμισθωτές ως εγγυοδοσία της τήρησης των όρων της από ...-2007 μισθώσεως. Αντίθετα το μίσθωμα Απριλίου 2007 ποσού 700 ευρώ αναλώθηκε με τη χρήση του μισθίου μέχρι την απαγόρευση εισόδου λόγω της πτώσεως του ομόρου καταστήματος και τις εργασίες που η ίδια είχε αρχίσει για την ανακαίνιση, β) ποσό 7.000 ευρώ που κατέβαλε στον αρχιτέκτονα- μηχανικό Φ.

Κ. ως προκαταβολή για την έναρξη εργασιών κατασκευής καταστήματος και 3.570 ευρώ που κατέβαλε στο ίδιο για εκπόνηση αρχιτεκτονικής μελέτης ... χωρίς να αποδεικνύονται άλλες καταβολές προς τον αρχιτέκτονα αυτό βάσει ενός εργολαβικού συμφώνου μεταξύ του και της ενάγουσας με χρονοδιάγραμμα καταβολών και εκτέλεση εργασιών που λόγω του γεγονότος ματαιώθηκε αμοιβαία.

Για ΦΠΑ εκδοθέντων τιμολογίων κατέβαλε: 1.615 ευρώ στον κατασκευαστή ψευδοροφών Δ. Π. (.../2007 τιμολόγιο), 1.134,30 ευρώ στην εταιρεία "... και Υιός Ο.Ε." (...-2007 τιμολόγιο), 660,34 ευρώ στον Ν. Τ. (...-2007 τιμολόγιο) 28,50 ευρώ και 21,82 ευρώ στον Μ. Ξ. (...-2007 και ...-2007 τιμολόγια), 49,82 ευρώ στην εταιρεία Άφοι ... Ο.Ε (...-2007 τιμολόγιο), 124,45 ευρώ στην εταιρεία Leadair Α.Ε (...-2007 τιμολόγιο).

Παρά δε την έκδοση αυτών των τιμολογίων η ενάγουσα δεν κατέβαλε τα ποσά των τιμολογίων στους εκδότες διότι δεν προσκόμισε σχετικές εξοφλητικές αποδείξεις. Για έξοδα διαμονής εργατοτεχνικού προσωπικού του αρχιτέκτονα δαπάνησε 640,61 ευρώ ... Το κονδύλιο των διαφυγόντων κερδών δεν αποδείχθηκε αφού δεν υπήρχε κάποιο στοιχείο περί του τί και αν η ενάγουσα θα αποκέρδαινε από την συγκεκριμένη εμπορική δραστηριότητα κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων.

Ακόμη υπέστη ηθική βλάβη από την αδικοπρακτική συμπεριφορά των εναγομένων επειδή βίωσε θλίψη και απογοήτευση από την κατάρρευση του κτιρίου και την αδυναμία έναρξης της δραστηριότητάς της. Λαμβάνοντας υπόψη την έκταση της ζημίας της ενάγουσας, το βαθμό πταίσματος των εναγομένων, την κοινωνική κατάσταση των διαδίκων πλευρών, κρίνεται ότι το ποσό της χρηματικής ικανοποίησης της ενάγουσας ανέρχεται σε 300 ευρώ για την αποκατάσταση της βλάβης αυτής.

Επομένως το σύνολο της αποκαταστατέας ζημίας της Μ. Κ. ανέρχεται σε 16.544,84 ευρώ. Βάσει αυτών πρέπει όσον αφορά την 170/2007 αγωγή να αναγνωριστεί ότι οι εναγόμενοι Β. Ζ., Α. Τ., Κ. Τ. και Β. Τ. (των δεύτερης, τρίτου και τέταρτης εξ αυτών ενεχομένων κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου έκαστος [εκάστου]) υποχρεούνται να καταβάλουν εις ολόκληρον στους ενάγοντες Γ., Α.

και Σ. Κ., (ως κληρονόμων της αρχικώς ενάγουσας Α. Κ.), κατά το λόγο της εξ αδιαθέτου κληρονομικής μερίδας καθενός απ' αυτούς, ήτοι κατά ποσοστό 2/8 στον πρώτο και από 3/8 σε καθέναν από τους δεύτερο και τρίτο εξ αυτών το συνολικό ποσό 26.405,08 ευρώ με το νόμιμο τόκο από της επίδοσης της αγωγής. Σχετικά με την αριθμ.

καταθ. 135/2009 αγωγή πρέπει να αναγνωρισθεί ότι οι εναγόμενοι Β. Ζ., Α. Τ., Κ. Τ. και Β. Τ. (των δεύτερης, τρίτου και τέταρτης εξ αυτών ενεχομένων κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου έκαστος [εκάστου]), υποχρεούνται να καταβάλουν εις ολόκληρον στην ενάγουσα Μ. Κ. 16.544,84 ευρώ με το νόμιμο τόκο από της επιδόσεως της αγωγής.

Με το να δεχθεί τ' ανωτέρω ως προς την πρώτη αρ. κατάθεσης 170/2007 αγωγή το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ουδόλως έσφαλε αλλά αντίθετα ορθά το νόμο εφήρμοσε και σωστά εξετίμησε το εν γένει αποδεικτικό υλικό οπότε και πρέπει να απορριφθούν οι αρ. καταθ. 7/2017 και 6/2017 εφέσεις ως και η αρ. κατάθεσης 1/2018 αντέφεση. Με το να μη δεχθεί όμως τ' ανωτέρω ως προς την δεύτερη αρ.

καταθ. 135/2009 αγωγή έσφαλε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ως προς την ορθή εφαρμογή του νόμου και τη σωστή εκτίμηση των αποδείξεων οπότε και πρέπει να γίνει τυπικά και ουσιαστικά δεκτή η αντέφεση, εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση διακρατηθεί η υπόθεση και εκδικασθεί η αρ. καταθ. 135/2009 αγωγή γίνει δεκτή αυτή κατά ένα μέρος και διαταχθούν τα ανωτέρω αναφερόμενα."

Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, ότι δηλαδή ο πρώτος εναγόμενος Β. Ζ. και η δεύτερη αρχική εναγόμενη Ε. Κ. ευθύνονται προς αποζημίωση των εναγουσών και ότι η ενάγουσα Μ. Κ. δεν είναι συνυπαίτια της ζημίας που υπέστη, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914, 922 και 932 Α.Κ., οι προϋποθέσεις εφαρμογής των οποίων συνέτρεχαν εν προκειμένω, αφού τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά πληρούν το πραγματικό των διατάξεων αυτών, και ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 300 Α.Κ., οι προϋποθέσεις εφαρμογής της οποίας, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές του Εφετείου, δεν συνέτρεχαν, ενώ δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σε αυτήν σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, τις οποίες έτσι δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου.

Συγκεκριμένα το Εφετείο, δεχόμενο ανέλεγκτα ότι οι Β. Ζ. και Ε. Κ., συνιδιοκτήτες του κτιρίου, στο οποίο στεγάζονταν τα καταστήματα που μίσθωναν οι ενάγουσες, ενεργούσαν εργασίες επισκευής και ανακαίνισης του γωνιακού καταστήματος αυτού, παραλείποντας από αμέλεια, χωρίς να προβλέψουν το ζημιογόνο αποτέλεσμα, να προβούν σε έλεγχο της στατικότητας της οικοδομής, και έχοντας αναθέσει την εκτέλεση των εργασιών σε εργατικό προσωπικό το οποίο, ενεργώντας χωρίς την επίβλεψη μηχανικού, πραγματοποίησε ακατάλληλες επεμβάσεις στο φέροντα οργανισμό του κτιρίου, αποκόπτοντας τους μεταλλικούς ορθοστάτες, που ήταν τοποθετημένοι στα ανοίγματα του καταστήματος, τη σιδηροδοκό κάτω από το περιμετρικό σενάζ και τις ξύλινες δοκούς της οροφής, με αποτέλεσμα να καταρρεύσει το τμήμα της οικοδομής, όπου βρισκόταν το γωνιακό κατάστημα, και να καταστεί αυτή ολόκληρη κατεδαφιστέα, και ότι το εργατικό προσωπικό, που απασχολούσε η ενάγουσα Μ.

Κ. κατά τον ίδιο χρόνο εκτελώντας εργασίες ανακαίνισης του καταστήματος της ίδιας οικοδομής, που είχε μισθώσει, δεν εκτέλεσε εργασίες ικανές να προκαλέσουν την κατάρρευση, ούτε ειδικότερα απέκοψε τρεις δοκούς της οροφής, ενέργεια που άλλωστε δεν θα επηρέαζε ούτε κατ' ελάχιστο τη στατικότητα του κτιρίου, ορθά και με πλήρη, επαρκή και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογία εξήγαγε από τις ανωτέρω ανέλεγκτες παραδοχές του το αποδεικτικό πόρισμα ότι οι εναγόμενοι φέρουν αποκλειστική ευθύνη προς αποζημίωση, τόσο της αρχικής ενάγουσας Α.

Κ., μισθώτριας έτερου καταστήματος της ίδιας οικοδομής, όσο και της Μ. Κ., ευθυνόμενοι τόσο υποκειμενικά, ενόψει της αμέλειάς τους να ελέγξουν τη στατικότητα του κτιρίου και συνεπώς να λάβουν μέτρα για την αποτροπή του κινδύνου, τον οποίο δημιούργησε η εκτέλεση εκ μέρους τους εργασιών που μπορούσαν να βλάψουν τον φέροντα οργανισμό του, όσο και αντικειμενικά για τις αδικοπρακτικές ενέργειες των προστηθέντων από αυτούς εργατών, ενώ αντιθέτως η Μ.

Κ. δεν είναι συνυπαίτια της ζημίας της κατά τα ανωτέρω.

Περαιτέρω, το Εφετείο κατ' ορθή εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων και αυτής του άρθρου 298 εδ. β' Α.Κ., σε συνδυασμό με τα διδάγματα της κοινής πείρας, δέχθηκε ότι η πτώση του κτιρίου και η καταστροφή των μισθίων καταστημάτων, στα οποία η αρχική ενάγουσα Α. Κ. ασκούσε την επιχείρησή της και η Μ. Κ. ετοιμαζόταν να ασκήσει αυτήν, ήταν ικανή και πρόσφορη, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και την κοινή ανθρώπινη πείρα, να επιφέρει, και πράγματι επέφερε, το επιζήμιο αποτέλεσμα 1) ως προς την Α.

Κ., της διενέργειας δαπανών συνολικού ύψους 25.905,08 ευρώ για τη μεταστέγασή της σε άλλο κατάστημα και τη διαμόρφωσή του σε χώρο κατάλληλο για τη συνέχιση της ίδιας επιχείρησης, και 2) ως προς τη Μ. Κ., α) της απώλειας της εγγυοδοσίας των 1.400 ευρώ, που αυτή είχε καταβάλει στους εναγόμενους εκμισθωτές για την καλή τήρηση των όρων της μίσθωσης, αφού εξαιτίας της καταστροφής του μισθίου η εγγυοδοσία κατέστη άνευ αντικειμένου, και τούτο ανεξαρτήτως της τυχόν παράλληλης ευθύνης αυτών από τη μισθωτική σχέση για επιστροφή της, β) της απώλειας των ποσών που κατέβαλε για Φ.Π.Α.

των τιμολογίων που εκδόθηκαν από τους τεχνίτες Δ. Π. κ.λπ. για τις αμοιβές τους για εργασίες ανακαίνισης που έγιναν στο μίσθιο κατάστημα, δεδομένου ότι ο Φ.Π.Α. αποτελεί τμήμα της αμοιβής τους ως νόμιμη φορολογική επιβάρυνση αυτής, που επιβάλλεται στον επιτηδευματία, αλλά επιρρίπτεται από αυτόν στον αντισυμβαλλόμενό του κατ' άρθρο 1 του νόμου 1642/1986, χωρίς να υπάρχει αντίφαση από την περαιτέρω παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης ότι η ενάγουσα δεν κατέβαλε τα ποσά των τιμολογίων αυτών στους εκδότες, αφού ως μη καταβληθέντα ποσά εννοούνται αυτά που αφορούσαν τις αμοιβές των τεχνιτών χωρίς τον Φ.Π.Α., και όχι εκείνα που αφορούσαν τον Φ.Π.Α., τα οποία, κατά ρητή παραδοχή του Εφετείου, κατεβλήθησαν πράγματι στους εκδότες των τιμολογίων, γ) της απώλειας των ποσών των 7.000 και 3.570 ευρώ, που κατέβαλε στον μηχανικό Φ.

Κ. ως προκαταβολή της αμοιβής του για τις εργασίες ανακαίνισης του μισθίου και τη σύνταξη αρχιτεκτονικής μελέτης, αντίστοιχα, και δ) της απώλειας του ποσού των 640,61 ευρώ, που κατέβαλε για διανυκτερεύσεις του εργατοτεχνικού προσωπικού της εμπιστοσύνης της σε ξενοδοχείο της περιοχής του καταστήματος. Επίσης, το Εφετείο κατ' ορθή εφαρμογή της προδιαληφθείσας διάταξης του άρθρου 932 Α.Κ.

και με πλήρη και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογία δέχτηκε ότι η αρχική ενάγουσα Α. Κ., παρά τα προβλήματα υγείας της, που οδήγησαν στο θάνατό της το ίδιο έτος, υπέστη ηθική βλάβη από την αδικοπρακτική συμπεριφορά των εναγόμενων, η οποία οδήγησε στην καταστροφή του καταστήματος, όπου ασκούσε την εμπορική της δραστηριότητα, και τη δημιουργία της ανάγκης για εσπευσμένη μετεγκατάστασή της, και ότι η ενάγουσα Μ.

Κ. υπέστη επίσης στενοχωρία και ηθική βλάβη από την κατεδάφιση του καταστήματος, που μόλις είχε μισθώσει και ανακαινίσει, και την καθυστέρηση της έναρξης της επιχείρησής της, και ακολούθως επιδίκασε στις ενάγουσες ανάλογη χρηματική ικανοποίηση. Επομένως είναι αβάσιμοι οι τρίτος και τέταρτος λόγοι αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προβάλλουν πλημμέλειες της προσβαλλόμενης απόφασης από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με τις ανωτέρω αιτιάσεις.

Ο τέταρτος λόγος, κατά το μέρος του με το οποίο προβάλλεται παραβίαση του τεκμηρίου αθωότητας, που θεσπίζεται με τα άρθρα 6 της Ε.Σ.Δ.Α., 6 §§ 2 και 3 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, 14 § 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, 48 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και 71 Κ.Π.Δ., επειδή το Εφετείο δέχθηκε ότι ο πρώτος εναγόμενος Β.

Ζ. ευθύνεται για την κατάρρευση του καταστήματος και την κατεδάφιση του κτιρίου, παρόλο που αυτός κρίθηκε αθώος για το αδίκημα της παραβίασης των κανόνων της οικοδομικής από αμέλεια με την 241/2019 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, είναι απαράδεκτος ελλείψει ενεργητικής νομιμοποίησης των αναιρεσειόντων, που έχουν υπεισέλθει στη δίκη ως κληρονόμοι της αρχικής δεύτερης εναγόμενης Ε.

Κ., και ενόψει της σχέσης απλής ομοδικίας που υπάρχει μεταξύ αυτής και του Β. Ζ., κατά την οποία οι πράξεις κάθε ομοδίκου δεν ωφελούν, ούτε βλάπτουν τους άλλους. Επίσης, ο τρίτος λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος του με το οποίο προβάλλεται ανεπαρκής αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης σχετικά με την αντικειμενική ευθύνη κατ' άρθρο 925 Α.Κ.

της αρχικής δεύτερης εναγόμενης, και ο τέταρτος λόγος κατά το μέρος του, με το οποίο οι αναιρεσείοντες προβάλλουν πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης από τον αρ. 1β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επικαλούμενοι ότι το Εφετείο παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας, δεχόμενο εσφαλμένα ότι η Ε. Κ. υπέχει επιπλέον αντικειμενική ευθύνη κατ' άρθρο 925 Α.Κ.

λόγω της εκτέλεσης εργασιών καθαίρεσης των τοίχων της πρόσοψης του ισογείου κατά τη δεκαετία 1980 για την κατασκευή βιτρινών, και λόγω έλλειψης συντήρησης και εκτέλεσης εργασιών στατικής ενίσχυσης του παλαιού κτίσματος, παρόλο που έκτοτε και μέχρι την κατάρρευση είχαν παρέλθει 27 έτη, χωρίς να υπάρξει ζήτημα ανεπαρκούς στατικότητας, επομένως είχε διακοπεί ο αιτιώδης σύνδεσμος, είναι αλυσιτελείς και ως εκ τούτου απαράδεκτοι, μετά την απόρριψη των αιτιάσεων, που στρέφονται κατά των παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης περί υποκειμενικής και αντικειμενικής ευθύνης των εναγόμενων κατ' άρθρα 914 και 922 Α.Κ., εφόσον οι παραδοχές αυτές επαρκούν πλήρως για να στηρίξουν το αποδεικτικό πόρισμα του Εφετείου περί ευθύνης των εναγόμενων προς αποζημίωση των εναγουσών.

Ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά τον νόμο, έλαβε υπ' όψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου εφέσεως (Ολ.Α.Π. 25/2003, Α.Π. 1001/2020), όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι (που εξομοιώνονται με τους μη προταθέντες, A.Π. 899/2019), αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει (Ολ.Α.Π. 2/1989, Α.Π. 1121/2022, Α.Π. 512/2022), ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων (Ολ.Α.Π. 3/1997) ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως (Ολ.Α.Π. 14/2004, Α.Π. 87/2013), καθώς και περιστατικά επουσιώδη ή που εκ περισσού εκτίθενται, ούτε η λήψη υπ' όψη από το δικαστήριο διευκρινιστικών απλώς περιστατικών που προέκυψαν από τις αποδείξεις, μολονότι δεν είχαν περιληφθεί στο δικόγραφο της αγωγής, εφόσον δεν επέρχεται μεταβολή της ιστορικής της βάσης (Α.Π. 862/2020), ή τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από αυτά, ούτε ειδικότερα τα έγγραφα και η ομολογία (Α.Π. 237/2019).

Πράγμα, κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης αποτελεί και ο λόγος εφέσεως, με τον οποίο εκφέρεται παράπονο σχετικό με αυτοτελή ισχυρισμό και όχι με ισχυρισμό αρνητικό της αγωγής (Ολ.Α.Π. 3/2008, Α.Π. 674/2020, Α.Π. 1431/2017). Δεν αποτελούν πράγματα, όμως, υπό την ως άνω έννοια, τα νομικά επιχειρήματα που προβάλλουν οι διάδικοι για την υποστήριξη των απόψεών τους σε σχέση με νομικά ζητήματα ή οι ισχυρισμοί τους, που αναφέρονται στην ορθή ερμηνεία του νόμου, ακόμη και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως (Ολ.Α.Π. 3/1997, ΑΠ 189/2023, ΑΠ 2070/2022, Α.Π. 1692/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο λόγο αναίρεσης προβάλλουν πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παρά τον νόμο δέχθηκε αντικειμενική ευθύνη της αρχικής δεύτερης εναγόμενης λόγω έλλειψης συντήρησης του κτίσματος, σύμφωνα με τους όρους του άρθρου 925 Α.Κ., εφόσον οι αγωγές των Α. Κ. και Μ. Κ. δεν περιλαμβάνουν σχετική ιστορική και νομική βάση. Ο λόγος είναι αλυσιτελής και συνεπώς απαράδεκτος μετά την προαναφερθείσα απόρριψη των αιτιάσεων των αναιρεσειόντων κατά των παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης περί υποκειμενικής και αντικειμενικής ευθύνης των εναγόμενων κατ' άρθρα 914 και 922 Α.Κ. και ενόψει του ότι οι παραδοχές αυτές επαρκούν πλήρως για να στηρίξουν το αποδεικτικό πόρισμα του Εφετείου περί ύπαρξης αποζημιωτικής ευθύνης των εναγόμενων έναντι των εναγουσών. Επίσης, με σκέλος του ίδιου λόγου οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι το Εφετείο παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψη τη δικαστική ομολογία του πρώτου αναιρεσίβλητου, ο οποίος, εξεταζόμενος χωρίς όρκο ενώπιον του Πρωτοδικείου, ανέφερε ότι η αρχική δεύτερη εναγόμενη Ε. Κ. δεν γνώριζε τη διενέργεια των εργασιών. Ο λόγος είναι αβάσιμος, επειδή τα αποδεικτικά μέσα, και ειδικότερα η ομολογία, δεν αποτελεί πράγμα με την έννοια του αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά τα προεκτεθέντα στη μείζονα σκέψη.

Σύμφωνα με το άρθρο 559 αρ. 10 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει, ή όταν δεν εκθέτει, έστω και γενικά, από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξή του γι' αυτά (Α.Π. 1027/2019, Α.Π. 1349/2018, Α.Π. 886/2017). Ο λόγος ιδρύεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας αρκέστηκε σε πιθανολόγηση, ενώ απαιτείται από το νόμο πλήρης απόδειξη, αφού στην περίπτωση αυτή δέχεται ουσιώδεις πραγματικούς ισχυρισμούς ως αληθινούς χωρίς την αξιούμενη από το νόμο πλήρη απόδειξη αυτών (Α.Π. 684/2021, Α.Π. 48/2021, Α.Π. 317/2016).

Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης προβάλλουν πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης από τον αρ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο δέχθηκε την αντέφεση της τέταρτης αναιρεσίβλητης Μ. Κ. αρκούμενο σε πιθανολόγηση. Ο λόγος είναι αβάσιμος, επειδή, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχτηκε ότι αποδεικνύονται πλήρως τα περιστατικά περί αποκλειστικής υπαιτιότητας των εναγόμενων και του προστηθέντος από αυτούς εργατικού προσωπικού, και, συνακόλουθα, της έλλειψης συνυπαιτιότητας της τέταρτης αναιρεσίβλητης, και δέχτηκε την αντέφεση, εξαφανίζοντας την πρωτόδικη απόφαση, που δέχτηκε συνυπαιτιότητα αυτής, χωρίς να προκύπτει κάτι αντίθετο, όπως ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες, από την παράθεση στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης αποσπάσματος από την έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Γ.

Α., στο οποίο αναφέρεται ότι "... το πιθανότερο είναι πάντως οι εργασίες να μην επηρέασαν τη στατικότητα ...", αφού η παράθεση αυτή γίνεται αποκλειστικά προς ενίσχυση του ήδη εξενεχθέντος κατά πλήρη απόδειξη αποδεικτικού πορίσματος ότι το προσωπικό της τέταρτης αναιρεσίβλητης δεν απέκοψε τρεις ξύλινες δοκούς του κτιρίου και ότι, ακόμη και αν αυτό είχε συμβεί, δεν θα επηρέαζε ούτε κατ' ελάχιστον τη στατικότητα της οικοδομής.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. α' Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο λάβει υπόψη αποδεικτικό μέσο που δεν περιλαμβάνεται στα περιοριστικώς καθοριζόμενα από το άρθρο 339 ΚΠολΔ αποδεικτικά μέσα, ή όταν περιλαμβάνεται σε αυτά, αλλά δεν επιτρέπεται η χρήση του στη συγκεκριμένη περίπτωση (Ολ.Α.Π. 2/2008, Α.Π. 686/2021) και δεν ιδρύεται αν η προσβαλλόμενη απόφαση στηρίχθηκε κυρίως σε άλλα νόμιμα αποδεικτικά μέσα και μόνο επικουρικά σε κάποιο μη νόμιμο αποδεικτικό μέσο, το οποίο δεν άσκησε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Α.Π. 911/2021, Α.Π. 1058/2020, Α.Π. 374/2019).

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να προσδιορίζεται στο αναιρετήριο το αποδεικτικό μέσο, που παρανόμως λήφθηκε υπόψη, και ο λόγος για τον οποίο δεν έπρεπε να ληφθεί, να προβάλλεται δε ισχυρισμός ότι το απαράδεκτο αυτό προτάθηκε από τον αναιρεσείοντα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις αναφερόμενες στο άρθρο 562 § 2 ΚΠολΔ εξαιρετικές περιπτώσεις (Α.Π. 686/2021, Α.Π. 218/2020, Α.Π. 374/2019, Α.Π. 315/2008, Α.Π. 1510/2011, Α.Π. 263/1989).

Επίσης, κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 106, 237 § 1 στοιχ. β' , 453 και 524 § 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη τα νομίμως προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση αυτών από το διάδικο.

Είναι δε σαφής και ορισμένη η επίκληση εγγράφου, όταν είναι ειδική και από αυτή προκύπτει η ταυτότητά του. Η εν λόγω επίκληση μπορεί να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζήτησης, μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση, είτε και με αναφορά σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζόμενων προτάσεων προηγούμενης συζήτησης, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου (Ολ.Α.Π. 14/2005).

Για την ίδρυση του ανωτέρω λόγου αναιρέσεως αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ (Ολ.Α.Π. 2/2008, Α.Π. 173/2015).

Καμία, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, αλλά αρκεί η γενική βεβαίωση του δικαστηρίου της ουσίας ότι ελήφθησαν υπόψη όλα τα κατ' είδος μόνο αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα. Μόνο αν από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό στοιχείο, στοιχειοθετείται ο από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ.

γ' ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης (Α.Π. 993/2017).

Συνεπώς, ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος κατ' ουσίαν, όταν το δικαστήριο βεβαιώνει με την απόφασή του, ότι έλαβε υπόψη τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα, για τα οποία προτείνεται ο αναιρετικός λόγος ή έλαβε υπόψη όλα τα προσκομιζόμενα με επίκληση έγγραφα, έστω και χωρίς να γίνεται μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά στην απόφαση, εκτός αν, παρά τη βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της απόφασης και ιδίως από τις αιτιολογίες, καταλείπονται αμφιβολίες για τη συνεκτίμηση όλων ή ορισμένων εγγράφων (Α.Π. 492/2015).

Επίσης, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, αφού η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (Α.Π. 1075/2019, Α.Π. 1761/2017, Α.Π. 1741/2017), και επίσης αν το δικαστήριο δεν εισήλθε στην αποδεικτική διαδικασία, ώστε να επιβάλλεται η λήψη υπόψη των άνω αποδεικτικών μέσων, αλλά απέρριψε την αγωγή ή την ένσταση ως απαράδεκτη ή νόμω αβάσιμη, αφού στις περιπτώσεις αυτές το δικαστήριο δεν προβαίνει σε έρευνα των πραγματικών περιστατικών (Ολ.Α.Π. 3/1997, Α.Π. 615/2019).

Για την πληρότητα του ως άνω αναιρετικού λόγου, πρέπει να αναφέρονται και να προσδιορίζονται στο αναιρετήριο α) το φερόμενο ως μη ληφθέν υπόψη αποδεικτικό μέσο, κατά τρόπο που να προκύπτει η ταυτότητά του, β) η επίκληση και προσκόμιση αυτού κατά νόμιμο τρόπο ενώπιον του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση (Α.Π. 123/2024, Α.Π. 901/2019, Α.Π. 675/2019), γ) ο ισχυρισμός, προς απόδειξη του οποίου προσκομίστηκε το αποδεικτικό μέσο, και το περιεχόμενο του ισχυρισμού, ώστε να μπορεί να κριθεί αν αυτός ήταν ουσιώδης και το αποδεικτικό μέσο ήταν κρίσιμο για την απόδειξη ή ανταπόδειξη αυτού και, δ) το περιεχόμενο του αποδεικτικού μέσου (Ολ.Α.Π. 1990/1982, Α.Π. 960/2017).

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 352, 335 και 339 KΠολΔ συνάγεται ότι δικαστική ομολογία, η οποία αποτελεί πλήρη απόδειξη, είναι η ομολογία που γίνεται, προφορικά ή γραπτά, ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει τη συγκεκριμένη δίκη. Ομολογία δε είναι η παραδοχή της αλήθειας ενός ουσιώδους πραγματικού γεγονότος, επιβλαβούς για τον ομολογούντα, με την επίκληση και απόδειξη του οποίου βαρύνεται ο αντίδικός του, η οποία πρέπει να είναι σαφής και συγκεκριμένη και πρέπει να γίνεται με πρόθεσή του προς αναγνώριση του επιβλαβούς αυτού γεγονότος.

Απόδειξη δηλαδή δεν αποτελεί κάθε ομολογία, αλλά μόνον η γενόμενη με σκοπό αποδοχής του αμφισβητούμενου και επιβλαβούς για τον ομολογούντα γεγονότος (Α.Π. 898/2015, Α.Π. 1187/2015, Α.Π. 947/2014, Α.Π. 373/2011). Η δικαστική ομολογία γίνεται πάντα από τον αντίδικο εκείνου, που φέρει το βάρος της επίκλησης και απόδειξης του γεγονότος αυτού, και δεν μπορεί να αφορά περιστατικά που συνιστούν αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής (Α.Π. 210/2025, Α.Π. 2030/2022, Α.Π. 7612020, Α.Π. 1407/2014).

Ο λόγος αυτός για τη μη λήψη υπόψη της δικαστικής ή εξώδικης ομολογίας, ιδρύεται εφόσον ο αναιρεσείων επικαλείται νόμιμα με τις προτάσεις του ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας τόσο την ύπαρξη του αποδεικτικού αυτού μέσου, όσο και του εγγράφου στο οποίο περιέχεται (Α.Π. 33/2014, Α.Π. 1356/2010, Α.Π. 1014/2010). Για την επίκληση αυτή πρέπει να γίνει ρητή αναφορά στο αναιρετήριο, αλλιώς ο λόγος αναίρεσης κρίνεται αόριστος και απαράδεκτος (Α.Π. 1306/2021, Α.Π. 81/2020, Α.Π. 1291/2019, Α.Π. 83/2014).

Η παράλειψη, πάντως, του δικαστηρίου της ουσίας να λάβει υπόψη του δικαστική ομολογία ώστε να ιδρυθεί ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει να αφορά ισχυρισμό που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Α.Π. 1306/2021, Α.Π. 1652/2009) και τέτοιος δεν είναι ο μη νόμιμος ή απαράδεκτος ισχυρισμός (Α.Π. 462/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με σκέλος του δεύτερου λόγου αναίρεσης προβάλλουν πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης από τον αρ. 11 περ. α' (αναφέρεται εσφαλμένα ως αρ. 10) του άρθρου 559 ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι το Εφετείο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη τις ..., ... και ...-2014 ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων Ι.

Μ., Β. Π. και Σ. Τ., κατά τη λήψη των οποίων οι ίδιοι δεν κλητεύθηκαν να παραστούν. Ο λόγος είναι αβάσιμος, επειδή, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, οι ανωτέρω ένορκες βεβαιώσεις ελήφθησαν με επιμέλεια του Β. Ζ., ενάγοντος της από 26-11-2010 αγωγής κατά της Μ. Κ., που συνεκδικάσθηκε με τις αγωγές των Α.

Κ. και Μ. Κ., νομίμως δε κατέστησαν κοινά αποδεικτικά μέσα όλων των διαδίκων λόγω της συνεκδίκασης, παρόλο που οι αναιρεσείοντες, ως μη διάδικοι στη δίκη επί της αγωγής του Β. Ζ., δεν είχαν κληθεί κατά τη λήψη τους, χωρίς να παραβιάζεται για το λόγο αυτό η αρχή της εκατέρωθεν ακροάσεως, όπως ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες, αφού αυτοί είχαν κατά τη δευτεροβάθμια δίκη τη δυνατότητα να λάβουν γνώση των ανωτέρω αποδεικτικών μέσων και να διατυπώσουν τις απόψεις τους, και συνεπώς νομίμως χρησιμοποιήθηκαν από το Εφετείο προς απόδειξη των αγωγικών ισχυρισμών των Α.

Κ. και Μ. Κ.. Επίσης, οι αναιρεσείοντες με σκέλος του τέταρτου λόγου αναίρεσης προβάλλουν πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης από τον αρ. 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την 1588/2011 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κοζάνης, με την οποία ο μηχανικός που επέβλεπε τις εργασίες ανακαίνισης που ενεργούσε η τέταρτη αναιρεσίβλητη Μ.

Κ. κρίθηκε ένοχος παραβίασης των κανόνων της οικοδομικής από αμέλεια. Ο λόγος είναι αόριστος και ως εκ τούτου απαράδεκτος, επειδή οι αναιρεσείοντες δεν αναφέρουν ότι το προσκόμισαν το ανωτέρω έγγραφο με νόμιμη επίκληση ενώπιον του Εφετείου, οι ίδιοι ή άλλος διάδικος, και τούτο ανεξαρτήτως του ότι το Εφετείο βεβαιώνει με την προσβαλλόμενη απόφαση ότι έλαβε υπόψη όλα τα έγγραφα, που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, ειδικότερα δε και τις εκδοθείσες ποινικές αποφάσεις, επομένως έλαβε υπόψη και την ανωτέρω καταδικαστική απόφαση.

Εξάλλου οι αναιρεσείοντες με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως από τους αρ. 11 περ. γ' και 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ισχυρίζονται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη, άλλως δεν προσέδωσε αυξημένη αποδεικτική δύναμη στη δικαστική ομολογία του πρώτου αναιρεσίβλητου, κληρονόμου της αρχικής ενάγουσας Α. Κ., ο οποίος, εξεταζόμενος χωρίς όρκο ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ανέφερε ότι η αρχική δεύτερη εναγόμενη Ε. Κ. δεν γνώριζε τις εργασίες, που ενεργούσε στο κατάστημα ο έτερος συνιδιοκτήτης Β. Ζ. Ο λόγος είναι αβάσιμος, επειδή η διενέργεια εκ μέρους της Ε. Κ., από κοινού με τον Β. Ζ., των εργασιών, που επέφεραν την κατεδάφιση του κτίσματος, αποτελεί στοιχείο της βάσης της αγωγής της αρχικής ενάγουσας Α. Κ., επομένως δεν είναι νοητή δικαστική ομολογία από τον υπεισελθόντα στη δικονομική της θέση και έχοντα το βάρος της απόδειξης κληρονόμο αυτής περί του ότι η δεύτερη εναγόμενη δεν γνώριζε τις εργασίες, αφού δεν είναι νοητή δικαστική ομολογία εκ μέρους του διαδίκου που φέρει το βάρος της απόδειξης, αλλά μόνο εκ μέρους του αντιδίκου του, κατά τα προαναφερθέντα στη μείζονα σκέψη, και τούτο ανεξαρτήτως του ότι η άγνοια των εργασιών εκ μέρους της Ε. Κ., ως αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής , δεν μπορεί να γίνει αντικείμενο δικαστικής ομολογίας.

Κατ' ακολουθίαν τούτων, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς εξέταση, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί κατ' άρθρο 495 § 3 ΚΠολΔ η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο και να καταδικαστούν οι ηττώμενοι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού νόμιμου αιτήματός τους, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό, σύμφωνα με τα άρθρα 176, 183 και 191 § 2 ΚΠολΔ.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 3-3-2020 αίτηση των Α. Τ. κ.λπ. για αναίρεση της 40/2019 απόφασης του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Νοεμβρίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Δεκεμβρίου 2025.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ