Legislator Case Law & Legislation
2068/2022 AI generated

Supreme Court dismisses insurance company's appeal on liability costs, ruling it was a factual evaluation not a document distortion.

Case Number 2068/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the insurance company's appeal against a lower court ruling regarding liability costs. The appellant argued the lower court distorted the insurance policy's wording, but the court found this was merely a factual evaluation of the contract's content. Since the lower court correctly interpreted the policy and the appellant's claims were rejected on the merits, the appeal lacked legal grounds.

Legislator headnote

AI generated

Articles 1, 25, 7, 33 of Law 2496/1997; Article 559, paragraph 20, item 20 of the Code of Civil Procedure: An appeal ground based on document distortion is inadmissible when the lower court's decision stems from a factual evaluation of the contract's content rather than a misreading of its text.

Keywords

AI generated
insurance liability costs document distortion appeal factual evaluation review insurance policy interpretation civil procedure appeal

Cited Legislation

AI generated
Law 2496/1997, Article 1, paragraph 1, item a
8 § 1 α) ββ) του ως άνω Νόμου.
Law 2496/1997, Article 25
Law 2496/1997, Article 7, paragraph 3
Law 2496/1997, Article 33, paragraph 1
Code of Civil Procedure, Article 559, paragraph 20, item 20
Code of Civil Procedure, Article 578
Code of Civil Procedure, Article 495, paragraph 3
Code of Civil Procedure, Article 176
Code of Civil Procedure, Article 183
Code of Civil Procedure, Article 191, paragraph 2

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2068 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2068/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Γεώργιο Αυγέρη και Αγαθή Δερέ - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Μαρτίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία ... ΑΑΕΓΑ, που εδρεύει στο ... χλμ ε.ο. ..., ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Παπαδόπουλο - Τσαγιάννη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσιβλήτου: Β. Ζ. του Β., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ανδρονίκη Στυλιανίδου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-12-2011 αγωγή προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη και την από 23-7-2013 παρεμπίπτουσα αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου και προσώπου που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 18805/2014 και 48/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 1334/2017 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 4-12-2018 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 α` και 25 του ν. 2496/1997 "Ασφαλιστική σύμβαση, τροποποιήσεις της νομοθεσίας για την ιδιωτική ασφάλιση .......", ορίζεται ότι με την ασφαλιστική σύμβαση η ασφαλιστική επιχείρηση (ασφαλιστής) αναλαμβάνει την υποχρέωση να καταβάλει, έναντι ασφαλίστρου, στο συμβαλλόμενό της (λήπτη της ασφάλισης) ή σε τρίτον, παροχή (ασφάλισμα) σε χρήμα ή, εφόσον υπάρχει ειδική συμφωνία, άλλη παροχή σε είδος, όταν επέλθει το περιστατικό από το οποίο συμφωνήθηκε να εξαρτάται η υποχρέωση του - ασφαλιστική περίπτωση - (άρθρο 1 παρ. 1 α) και ότι η ασφάλιση αστικής ευθύνης περιλαμβάνει τις δαπάνες που προέρχονται άμεσα από την απόκρουση και ικανοποίηση αξιώσεων τρίτων κατά του λήπτη της ασφάλισης, που γεννήθηκαν από πράξεις ή παραλήψεις του, για τις οποίες είχε συμφωνηθεί ασφαλιστική κάλυψη (άρθρο 25).

Επίσης, σύμφωνα με το άρθρο 7 παρ. 3 του ίδιου ως άνω νόμου, "ο λήπτης της ασφάλισης υποχρεούται να λαμβάνει όλα τα κατάλληλα μέτρα προς αποφυγή ή μείωση της ζημίας και να ακολουθεί τις οδηγίες του ασφαλιστή. Τα έξοδα που προκύπτουν, εφόσον δικαιολογούνται από τις περιστάσεις, βαρύνουν τον ασφαλιστή, ακόμα και αν υπερβαίνουν το ασφαλιστικό ποσό.

Αντίθετη συμφωνία επιτρέπεται, αν ο λήπτης της ασφάλισης ή ο ασφαλισμένος ενεργούν στην ασφάλιση για επαγγελματικούς λόγους...", ενώ κατά το άρθρο 33 παρ. 1 "κάθε δικαιοπραξία που περιορίζει τα δικαιώματα του λήπτη της ασφάλισης, του ασφαλισμένου ή του δικαιούχου του ασφαλίσματος είναι άκυρη, εκτός αν ορίζεται, κάτι άλλο ειδικά στον παρόντα νόμο ή αν πρόκειται για ασφάλιση μεταφοράς πραγμάτων, πίστωσης ή εγγύησης, καθώς και θαλάσσια ή αεροπορική ασφάλιση ζημιών".

Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι ο λήπτης της ασφάλισης υποχρεούται να λαμβάνει όλα τα κατάλληλα μέτρα προς αποφυγή ή μείωση της ζημίας και να ακολουθεί τις οδηγίες του ασφαλιστή και, επίσης, ότι τα σχετικά έξοδα εφόσον δικαιολογούνται από τις περιστάσεις βαρύνουν τον ασφαλιστή, πλην όμως περιορισμοί και αντίθετες συμφωνίες επιτρέπονται, μεταξύ άλλων, όταν ο λήπτης ή ο ασφαλισμένος ενεργούν την ασφάλιση για επαγγελματικούς λόγους καθώς και στη θαλάσσια ασφάλιση ζημιών.

Η σύμβαση θαλάσσιας μεταφοράς ρυθμίζεται ειδικά στο τμήμα για τη θαλάσσια ασφάλιση του ΚΙΝΔ (Ν. 3816/1958), την οποία διέπει η αρχή της καθολικότητας των κινδύνων (άρθρ. 269 ΚΙΝΔ), πλην όμως επιτρεπτά με συμβατικούς όρους καθορίζονται επακριβώς οι κίνδυνοι που καλύπτονται, ενώ εφαρμόζονται και όσες από τις διατάξεις του ν. 2496/1997 δεν είναι ασυμβίβαστες προς τη θαλάσσια ασφάλιση, μεταξύ των οποίων και οι προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 7 και 33 αυτού.

Επομένως, τα έξοδα του λήπτη της ασφάλισης που συνδέονται αιτιωδώς με την αποφυγή του ασφαλισμένου κινδύνου ή τον περιορισμό της ζημίας καλύπτονται από την ασφαλιστική σύμβαση, εκτός αν υπάρχει επιτρεπόμενη, κατά τα ανωτέρω, αντίθετη συμφωνία (πρβλ ΑΠ 190/2021, ΑΠ 957/2021, ΑΠ 260/2020). Σημειωτέων ότι και το άρθρο 270 ΚΙΝΔ καθιερώνει ότι ο ασφαλιστής ευθύνεται και για τα έξοδα διάσωσης, όχι πέραν του ασφαλιστικού ποσού, για την αποφυγή ή μείωση της ζημίας στην ασφάλιση του φορτίου όταν τα ασφαλισμένα πράγματα μεταφορτώθηκαν σε άλλο πλοίο.

Έτσι, όταν επίκειται να πραγματοποιηθεί η ασφαλιστική περίπτωση ή όταν πραγματοποιείται αυτή, ο ασφαλισμένος έχει καθήκον αποφυγής ή μείωσης της ζημίας, με το οποίο προστατεύεται το συμφέρον του ασφαλιστή να αποφύγει ή να μειώσει τις συνέπειες επέλευσης της ασφαλιστικής περίπτωσης. Για την αποφυγή ή μείωση αυτή απαιτούνται ορισμένα έξοδα από τον ασφαλισμένο, και τέτοιο έξοδο θεωρείται και η αμοιβή εργασίας του ενεργούντος την ασφάλιση προσώπου ή τρίτων, αφού το ενεργούν την ασφάλιση πρόσωπο δεν μπορεί εξαιτίας τεχνικών δυσκολιών να λάβει μόνο του τα μέτρα διάσωσης που δικαιολογούνται από τις περιστάσεις, πρέπει, όμως, να υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ εξόδου και αποφυγής ή μείωσης της ζημίας από τον ασφαλισμένο κίνδυνο.

Τα προαναφερθέντα ισχύουν και στην υποχρεωτική ασφάλιση αστικής ευθύνης, όπως αυτή που προβλέπεται από τις διατάξεις του άρθρου 8 του ν. 2743/1999,. Ειδικότερα, με τις διατάξεις αυτές, όπως ίσχυαν κατά τον κρίσιμο χρόνο, με τις οποίες κατέστη υποχρεωτική η ασφάλιση επαγγελματικών σκαφών αναψυχής για την αστική ευθύνη από την κυκλοφορία τους έναντι επιβαινόντων και τρίτων, ορίζεται ότι 1:

α) Η μετακίνηση και κυκλοφορία επαγγελματικών πλοίων αναψυχής επιτρέπεται μόνον αν αυτά είναι ασφαλισμένα τουλάχιστον, μεταξύ άλλων, για: αα) Αστική ευθύνη για θανάτους και σωματικές βλάβες επιβαινόντων και τρίτων από πρόσκρουση, σύγκρουση, ναυάγιο ή οποιαδήποτε άλλη αιτία. Το ασφαλιστικό ποσό καθορίζεται σε εκατό εκατομμύρια (100.000.000) δραχμές ανεξαρτήτως αριθμού θυμάτων.

ββ) Αστική ευθύνη για υλικές ζημίες επιβαινόντων και τρίτων από πρόσκρουση, σύγκρουση, ναυάγιο ή οποιαδήποτε άλλη αιτία. Το ασφαλιστικό ποσό καθορίζεται σε πενήντα εκατομμύρια (50.000.000) δραχμές. γγ... Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι στην ανωτέρω ασφαλιστική κάλυψη εμπίπτουν και τα έξοδα, τα οποία συνδέονται αιτιωδώς με την αποφυγή ή μείωση της αστικής ευθύνης του ασφαλισμένου επαγγελματικού σκάφους αναψυχής έναντι επιβαινόντων και τρίτων από θαλάσσιο ατύχημα, προκειμένου να αποφευχθεί ο θάνατος ή οι σωματικές βλάβες ή υλικές ζημίες αυτών.

Τέτοιο μέτρο είναι και τα έξοδα επιθαλάσσιας αρωγής προς διάσωση επιβαινόντων στο πλοίο και τρίτων σε περίπτωση θαλάσσιου ατυχήματος, αποκλειστικά, από το οποίο υφίσταται κίνδυνος πραγματοποίησης του ασφαλισμένου κινδύνου, με το μέτρο δε αυτό εξαλείφεται ή περιορίζεται η ευθύνη του ασφαλιστή έναντι των επιβαινόντων σε πλοίο και τρίτων, εκτεθέντων σε θαλάσσιο ατύχημα και, επομένως, μειώνεται ή ελαχιστοποιείται το ποσό που τυχόν θα καταβάλει ο ασφαλιστής.

Εξάλλου, από τις διατάξεις 1, 12 και 13 της Διεθνούς Σύμβασης του Λονδίνου του 1989, η οποία κυρώθηκε με το Ν. 2391/1996 και τέθηκε σε ισχύ στην Ελλάδα από τις 3-6-1997", και εφόσον η Ελλάδα δεν διατύπωσε καμία επιφύλαξη από αυτές που προβλέπει το άρθρο 30 της Σύμβασης, οι διατάξεις αυτής διέπουν και τις εσωτερικές θαλάσσιες αρωγές, δηλαδή αυτές που παρέχονται σε εσωτερικά ύδατα και από (ή σε) πλοία εσωτερικής ναυσιπλοΐας.

Με τον όρο επιθαλάσσια αρωγή, που παρέχει δικαίωμα εύλογης αμοιβής, νοείται κάθε πράξη βοήθειας ή διάσωσης πλοίου που βρίσκεται σε κίνδυνο, εφόσον η πράξη αυτή (βοήθειας ή διάσωσης) έχει ωφέλιμο αποτέλεσμα, ανεξάρτητα αν παρέχεται σε ανοικτή θάλασσα, σε όρμο ή λιμάνι. Νοείται δε ωφέλιμο αποτέλεσμα η διατήρηση του πράγματος με την αντιμετώπιση του κινδύνου απώλειας ή βλάβης, με την οποία αυτό απειλείται, είτε ολικώς, είτε κατά ένα μέρος (ΑΠ 86/2021, ΑΠ 190/2021), το οποίο, και κατά την έννοια των διατάξεων των 247, 248, 249, 251 § 3 και 254 ΚΙΝΔ, μεταξύ άλλων, λαμβάνεται υπόψη, για την περίπτωση που δεν οριστεί συμβατικά, από το δικαστήριο κατά τον καθορισμό της αμοιβής της θαλάσσιας αρωγής (ΑΠ 190/2021, ΑΠ 1293/2018).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, και η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμου βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση. (ΟλΑΠ 3/2020, ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 6/2019).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της απόφασης, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 6/2006, ΟλΑΠ 26/2004).

Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 8/2018, ΑΠ 34/2021).

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 578 ΚΠολΔ συνάγεται ότι, αν το αιτιολογικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης κρίνεται εσφαλμένο, αλλά το διατακτικό της ορθό, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει την αναίρεση εκτός αν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί το δεδικασμένο, οπότε αναιρείται η απόφαση μόνο ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της.

Εσφαλμένο αιτιολογικό υπάρχει όταν κριθεί ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση υπάγονται σε άλλον κανόνα δικαίου, εφόσον η υπαγωγή αυτή απολήγει σε πόρισμα όμοιο προς το διατακτικό της απόφασης. Ως αιτιολογικό δηλαδή νοείται εδώ η νομική αιτία, ήτοι οι διατάξεις του νόμου που αποτελούν τη μείζονα πρόταση του νομικού συλλογισμού και δεν ταυτίζονται με την αιτιολογία της απόφασης που ανάγονται στην ελάσσονα πρόταση του συλλογισμού αυτού (ΟλΑΠ 6/2019, ΑΠ 1315/2022, ΑΠ 693/2020).

Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το Εφετείο, δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Οι ενάγοντες της κύριας αγωγής (ήδη μη διάδικοι) είναι συμπλοιοκτήτες, κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου ο καθένας, ενός αλιευτικού επαγγελματικού πλοίου, που είναι νηολογημένο στα τηρούμενα βιβλία νηολογίων του Κεντρικού Λιμεναρχείου Θεσσαλονίκης με όνομα "Α..." και αριθμ.

νηολογίου ..., φέροντος διεθνές διακριτικό σήμα ...,.... Διαθέτουν την υπ' αριθμ. ... επαγγελματική άδεια με το σύστημα των κυκλικών διχτύων (γρι-γρι). Η πρώτη εναγόμενη της κύριας αγωγής και παρεμπιπτόντως ενάγουσα (ήδη αναιρεσίβλητη) ήταν κυρία ενός ιστιοφόρου πλοίου, τύπου FEELING 1090, νηολογημένου στα τηρούμενα βιβλία νηολογίων του Κεντρικού Λιμεναρχείου Θεσσαλονίκης με όνομα "Π..." και αριθμ.

νηολογίου ..., φέροντος διεθνές διακριτικό σήμα ..., χωρητικότητας ολικής 14,03 κόρων και καθαρής 13,02 κόρων, μήκους 10,60 μ., μήκους νηολόγησης 9,58 μ., πλάτους νηολόγησης 3,55 μ. και βάθους νηολόγησης 1,79 μ., το οποίο είχε χαρακτηριστεί με απόφαση του ΥΕΝ ως πλοίο αναψυχής (Α/Ψ), δυνάμει της υπ' αριθμ. .../17-6-2008 άδειας επαγγελματικού πλοίου αναψυχής και το εκμεταλλευόταν ο πρώην σύζυγος αυτής, Χ.

Τ.. Την Κυριακή, 26-6-2011 και περί ώρα 14.00 το προαναφερθέν ιστιοπλοϊκό σκάφος της πρώτης εναγόμενης απέπλευσε με αρχικά καλές καιρικές συνθήκες (άνεμοι 2-3 ΒF) από τον Πλαταμώνα του Ν. Πιερίας με κυβερνήτη τον Χ. Τ. και επιβάτες τους Ν. Σ., Χ. Χ., Α. Φ. και Σ. Φ. με προορισμό την Μαρίνα Αρετσούς στη Θεσσαλονίκη, οι οποίοι είχαν μόλις αποφοιτήσει από τη σχολή εκμάθησης ιστιοπλοΐας του Χ.

Τ.. Όταν το ιστιοπλοϊκό σκάφος, το οποίο κινούνταν με την μηχανή του (μια προωστήρια μηχανή εσωτερικής καύσης, εργοστασίου κατασκευής YANMAK 3GM 2/N 10319, ιπποδύναμης 27 BHP) έφτασε κατά τις απογευματινές ώρες, δηλαδή περίπου στις 19.30 - 20.00, στη θαλάσσια περιοχή "Σπίθα" της Επανομής, περίπου 1 ν.μ. από το Φάρο Επανομής, όπου ο καιρός είχε χειροτερεύσει και έπνεαν μέτριοι έως ισχυροί άνεμοι (5-6 BF) με ριπές που έφταναν τους σχεδόν θυελλώδεις (7 BF) έσβησε από ατροφία ο πετρελαιοκινητήρας λόγω εμφράξεως του εγχυτήρα του ...και ο κυβερνήτης αγκυροβόλησε στο σημείο, επιδιώκοντας να αποτρέψει το ενδεχόμενο παράσυρσης του σκάφους στα αβαθή, εξαιτίας της βόρειας - βορειοδυτικής κατεύθυνσης του ανέμου,...

Παρά τις προσπάθειες του κυβερνήτη και των λοιπών επιβαινόντων δεν κατέστη δυνατό να τεθεί σε λειτουργία η μηχανή, όταν δε προσπάθησαν να ανοίξουν το κεντρικό πανί (μαΐστρα) δεν τα κατάφεραν, επειδή έσπασαν οι μηχανισμοί στήριξης αυτού, με αποτέλεσμα το σκάφος να μείνει ουσιαστικά ακυβέρνητο, χωρίς δυνατότητα αυτοδύναμης πλεύσης και επικρατούσες δυσμενείς καιρικές συνθήκες (...).

Τελικά, ο κυβερνήτης κάλεσε τηλεφωνικά περί τις 23.10 τον φίλο του Γ. Κ., ο οποίος είναι ιδιοκτήτης ταχύπλοου σκάφους, ελλιμενισμένου στη Μαρίνα Αρετσούς, προκειμένου να οδηγήσει το σκάφος "Π..." στο λιμάνι της Επανομής, πλην όμως ο τελευταίος δεν διέθετε επαρκείς ποσότητες καυσίμων και αμέσως ενημέρωσε τηλεφωνικώς το Λιμεναρχείο Ν.

Μηχανιώνας, το οποίο ειδοποίησε στη συνέχεια μέσω VHF τους κυβερνήτες δύο εκ των αλιευτικών που ανήκουν στο δίκτυο εθελοντών του και, συγκεκριμένα, του "Ε...", ΝΘ ... και του "Α..." ΝΘ .... Ο πρώτος ενάγων της κύριας αγωγής, που ήταν και ο κυβερνήτης του αλιευτικού σκάφους "Α...", διαπιστώνοντας ότι ήταν το εγγύτερο πλοίο, αφού η απόσταση που το χώριζε από το "Π..." δεν ήταν μεγαλύτερη από 6,5 ν.μ., αποδέχθηκε την πρόσκληση του Λιμεναρχείου και, εγκαταλείποντας τα αλιευτικά εξαρτήματα, έσπευσε προς το κινδυνεύον πλοίο και τους επιβάτες αυτού για την παροχή βοήθειας.

Έφτασε στο σημείο όπου βρισκόταν το κινδυνεύον πλοίο, σε στίγμα 40° 19.960' Ν και 022° 51.639'Ε, περί τις 23.50 και άμεσα ξεκίνησε η διαδικασία προσέγγισης του ιστιοπλοϊκού σκάφους και μεταφοράς του, αφού απαιτήθηκε να δεθεί με ενισχυμένο κάβο του σκάφους "Α...", καθόσον κρίθηκε ότι το σχοινί ρυμούλκησης που διέθετε το σκάφος "Π..." δεν θα άντεχε τους δυνατούς κραδασμούς των κυμάτων και του ισχυρού ανέμου και θα έσπαγε, ενώ τελικά κατέπλευσε στο αλιευτικό καταφύγιο του λιμένα της Ν.

Καλλικράτειας στις 27-6-2011, περί τη 01.10'. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι χωρίς τη συνδρομή του πλοίου των εναγόντων της κύριας αγωγής, το πλοίο της πρώτης εναγομένης - παρεμπιπτόντως ενάγουσας, το οποίο ήταν ελαφρύ και στερούνταν αυτοδύναμης μηχανικής κίνησης και της χρήσης του κεντρικού πανιού του, θα γινόταν έρμαιο των ισχυρών ανέμων και του υψηλού κυματισμού της θάλασσας με κίνδυνο να παρασυρθεί στα αβαθή, δεδομένου ότι φυσούσε βόρειος - βορειοδυτικός άνεμος, όπως προαναφέρθηκε, σε συνδυασμό με τη νύχτα και την κούραση αλλά και την έλλειψη εμπειρίας των επιβαινόντων με την εξαίρεση του κυβερνήτη αυτού.

Με δεδομένα τα παραπάνω αποδειχθέντα όσον αφορά στις καιρικές συνθήκες και την ακυβερνησία του σκάφους της πρώτης εναγομένης της κύριας αγωγής, κρίνεται ότι το σκάφος αυτό βρισκόταν σε κίνδυνο με την έννοια της Διεθνούς Σύμβασης του Λονδίνου του 1989 σχετικά με τη θαλάσσια αρωγή, που κυρώθηκε με το Ν. 2391/1996 και τέθηκε σε ισχύ στην Ελλάδα από 3-6-1997, και ειδικότερα, σε κίνδυνο, αν όχι μη επισκευάσιμης, τουλάχιστον υπολογίσιμης βλάβης, ώστε να δικαιολογεί το κόστος επέμβασης, ενόψει μάλιστα του ότι, λόγω της κατασκευής αυτού, ως ιστιοπλοϊκού, διαθέτει καρίνα, η οποία, κατά την προσάραξη του, πιθανόν να προκαλούσε την ανατροπή αυτού και τη βύθιση του.

Από τα παραπάνω το Δικαστήριο αυτό κρίνει ότι οι προαναφερθείσες υπηρεσίες, που παρασχέθηκαν από το πλοιοκτησίας των δύο εναγόντων της κύριας αγωγής αλιευτικό σκάφος "Α..." προς το πλοιοκτησίας της πρώτης εναγόμενης της ίδιας αγωγής ιστιοπλοϊκό σκάφος "Π...", με την επιτυχή πρόσδεση αρχικώς του κινδυνεύοντας σκάφους της τελευταίας με τον κάβο και την, στη συνέχεια, ρυμούλκηση του μέχρι και την ασφαλή πρόσδεση του στο αλιευτικό καταφύγιο του λιμένα της Ν.

Καλλικράτειας, είχαν ωφέλιμο αποτέλεσμα, και συγκεκριμένα, τη διάσωση των επιβαινόντων του αλλά και αυτού από τον άμεσο κίνδυνο της προσάραξης στα αβαθή και από τον με πιθανότητα αναμενόμενο κίνδυνο της ανατροπής του, αλλά ακόμη και της βύθισης αυτού, ώστε, ως σωστικές, να εμπίπτουν στην έννοια της επιθαλάσσιας αρωγής,...

Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που, με την εκκαλουμένη απόφασή του, κατέληξε στις ίδιες με τις ανωτέρω παραδοχές (σχετικά με τον κίνδυνο που διέτρεξε το πλοίο της πρώτης εναγομένης και τις υπηρεσίες επιθαλάσσιας αρωγής που το ανωτέρω πλοίο των εναγόντων της κύριας αγωγής προσέφεραν στο πρώτο) δεν έσφαλε και ορθώς εφάρμοσε το νόμο και τις αποδείξεις εκτίμησε, γι' αυτό και οι σχετικοί λόγοι της έφεσης της πρώτης εναγομένης (...), με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι το αλιευτικό σκάφος των εναγόντων της κύριας αγωγής είχε αποπλεύσει από τη Ν.

Μηχανιώνα στις 26-6-2011 και περί ώρα 18.30, με σκοπό να αλιεύσει αφρόψαρα (γαύρο και σαρδέλα) στη θαλάσσια περιοχή Ν. Ηράκλειας - Επανομής. Μετά από την προηγηθείσα διαδικασία εντοπισμού ψαριών, είχε ήδη απλώσει τις ανοξείδωτες σχεδίες - συσκευές που φέρουν στο πίσω τμήμα τους δύο λυχνίες, με τις οποίες προσελκύονται οι ιχθυοπληθυσμοί, ενώ όταν δέχθηκε το σήμα από το Λιμεναρχείο για την παροχή βοήθειας στο σκάφος της πρώτης εναγομένης, περιπολούσε στην περιοχή γύρω από τις συσκευές, προκειμένου να ελέγχει τη συλλογή των ιχθύων που προσέλκυσε το φως.

Διαπιστώνοντας ότι η απόσταση που τους χώριζε από το κινδυνεύον σκάφος δεν ήταν μεγαλύτερη από 6,5 μίλια και πιθανόν ήταν το εγγύτερα σε αυτό ευρισκόμενο πλοίο, έσπευσαν σε παροχή βοήθειας, εγκαταλείποντας τις αλιευτικές σχεδίες - ρομπότ που αναφέρθηκαν, με αποτέλεσμα, όταν επέστρεψαν για να τις περισυλλέξουν, να έχει απολεσθεί μια από αυτές λόγω της κακοκαιρίας και της έλλειψης εποπτείας εκ μέρους τους και να έχουν υποστεί ζημία ίση με την αξία της, ανερχόμενης κατά το χρόνο της απώλειάς της στο ποσό των 2.000 ευρώ, ενόψει του ότι είχε αγοραστεί προ 2ετίας.

Εξάλλου, αποδείχθηκε ότι το σκάφος των εναγόντων κατανάλωσε για την παροχή βοήθειας στο σκάφος της πρώτης εναγομένης και για την αναζήτηση της απωλεσθείσας σχεδίας συνολικής αξίας 300 ευρώ, που αποτελεί και τη θετική ζημία αυτών... Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η αξία του αλιευτικού σκάφους των εναγόντων ανερχόταν κατά τον χρόνο του συμβάντος στο ποσό των 900.000 ευρώ περίπου, του δε ιστιοπλοϊκού σκάφους της πρώτης εναγομένης μαζί με τον εξοπλισμό του ανερχόταν κατά τον ίδιο χρόνο στο ποσό των 55.000 ευρώ περίπου.

Ενόψει των ανωτέρω, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις για τη γένεση του δικαιώματος αμοιβής από επιθαλάσσια αρωγή και αφού ληφθούν υπόψη α) η παραπάνω αξία του σκάφους της πρώτης εναγόμενης αλλά και του σκάφους των εναγόντων, β) το αποτέλεσμα που είχε η επιθαλάσσια αρωγή από το ως άνω πλοίο, γ) το έγκαιρο των προσπαθειών και του ζήλου του ειδικευμένου πληρώματος του πλοίου αυτού, δ) τον κίνδυνο που διέτρεξε το διασωθέν πλοίο αλλά και οι πέντε επιβαίνοντες σε αυτό, καθώς τον κίνδυνο που διέτρεξε το αρωγό πλοίο και το πλήρωμά του και ε) ο χρόνος που διατέθηκε για τη διάσωση του σκάφους της πρώτης εναγομένης, ενόψει του ότι δεν επιτεύχθηκε σχετική συμφωνία μεταξύ των διαδίκων, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, η εύλογη αμοιβή για την παρασχεθείσα επιθαλάσσια αρωγή ανέρχεται συνολικά στο ποσό των 22.000 ευρώ, το ήμισυ των οποίων, ήτοι 11.000 ευρώ, πρέπει να επιδικαστεί στους ενάγοντες της κύριας αγωγής με την ιδιότητά τους ως πλοιοκτητών του αρωγού πλοίου (άρθρο 251 ΚΙΝΔ) και σε καθέναν από αυτούς το ποσό των 5.500 ευρώ...

Περαιτέρω, ως προς την παρεμπίπτουσα αγωγή της πρώτης παρεμπιπτόντως ενάγουσας Β. Ζ. κατά της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "... Α.Α.Ε.Γ.Α." (ήδη αναιρεσείουσα) αποδείχθηκε ότι η ως άνω παρεμπιπτόντως ενάγουσα είχε ασφαλίσει το ιστιοπλοϊκό της σκάφος "Π..." ΛΘ ..., για αστική ευθύνη έναντι τρίτων, σύμφωνα με το Ν. 2743/1999, στην παρεμπιπτόντως εναγόμενη Ασφαλιστική Εταιρία, δυνάμει του υπ' αριθ. 21.106518/2010 ασφαλιστηρίου συμβολαίου πλοίων και σκαφών, με διάρκεια από 18-3-2010 έως 18-3-2011, το οποίο ανανεώθηκε με το υπ' αριθ. ...

ανανεωτήριο ασφαλιστήριο συμβόλαιο για το χρονικό διάστημα από 18-3-2011 έως 18-3-2012, από το περιεχόμενο του οποίου δεν προκύπτει, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, ότι δεν προβλέπεται ασφαλιστική κάλυψη για αστική ευθύνη έναντι τρίτων για υπηρεσίες επιθαλάσσιας αρωγής. Και τούτο διότι με το Ν. 2743/1999 "πλοία αναψυχής και άλλες διατάξεις" καθιερώθηκε η υποχρέωση ασφάλισης των επαγγελματικών και των ιδιωτικών πλοίων αναψυχής και των ταχύπλοων σκαφών, που καλύπτει, μεταξύ άλλων, την αστική ευθύνη για υλικές ζημίες επιβαινόντων και τρίτων από πρόσκρουση, σύγκρουση, ναυάγιο ή οποιαδήποτε άλλη αιτία (άρθρ. 8 § 1 α) ββ) του ως άνω Νόμου.

Στην υποχρεωτική αυτή ασφάλιση αστικής ευθύνης για υλικές ζημίες έναντι τρίτων περιλαμβάνονται και οι αξιώσεις τρίτων για παρασχεθείσες υπηρεσίες τους επιθαλάσσιας αρωγής ή ρυμούλκησης στο ασφαλισμένο επαγγελματικό ή ιδιωτικό σκάφος, οι οποίες εντάσσονται στην περίπτωση της "οποιαδήποτε άλλης αιτίας" και αφορούν αποκλειστικά και μόνο τα θαλάσσια ατυχήματα κατά την έννοια του άρθρου 1 του Ν. 712/1970, εν προκειμένω δε ουδόλως προκύπτει από το περιεχόμενο του επίμαχου ασφαλιστηρίου ότι εξαιρέθηκε από την ασφαλιστική κάλυψη η άνω περίπτωση της αστικής ευθύνης έναντι τρίτων για υπηρεσίες επιθαλάσσιας αρωγής.

Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του, έκρινε ομοίως, δεχόμενο ομοίως ότι με το ένδικο ασφαλιστήριο συμβόλαιο καλύπτονται και οι αξιώσεις τρίτων από επιθαλάσσια αρωγή, δεν έσφαλε στην ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και ορθώς εκτίμησε τις αποδείξεις, ο δε σχετικός πρώτος λόγος της ...

έφεσης της παρεμπιπτόντως εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας, με τον οποίο υποστηρίζει τα αντίθετα, κρίνεται αβάσιμος και απορριπτέος. Ο ισχυρισμός της παρεμπιπτόντως εναγομένης, που επαναφέρεται στο παρόν δικαστήριο με τον δεύτερο λόγο της έφεσής της, περί παραβίασης από την παρεμπιπτόντως ενάγουσα της υποχρέωσης γνωστοποίησης κάθε αξίωσης τρίτου είναι απορριπτέος ως ουσία αβάσιμος, διότι δεν αποδείχθηκε ότι η αξίωση της ασφαλισμένης της πηγάζει από οποιαδήποτε αμελή πράξη της ή λάθος της ή παράλειψη αυτής, ώστε να υπέχει υποχρέωση γνωστοποίησης εντός της διάρκειας της ασφάλισης.

Συνεπώς, ορθώς απορρίφθηκε με τη εκκαλουμένη ο παραπάνω ισχυρισμός και γι' αυτό ο σχετικός περί αντιθέτου λόγος έφεσης της παρεμπιπτόντως εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας είναι απορριπτέος ως αβάσιμος...". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, μεταξύ άλλων, απέρριψε την έφεση των κυρίως εναγόντων και της κυρίως εναγόμενης κατά της εκκαλούμενης απόφασης, ως προς τις διατάξεις αυτής, με τις οποίες είχε γίνει δεκτή η κύρια αγωγή και είχε υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη να καταβάλει στους κυρίως ενάγοντες (μη διάδικους) το συνολικό ποσό των 13.300,00 ευρώ, νομιμοτόκως, και την έφεση της αναιρεσείουσας, ως προς τις διατάξεις της παρεμπίπτουσας αγωγής, με τις οποίες έγινε εν μέρει δεκτή αυτή και υποχρεώθηκε η αναιρεσείουσα να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη το ποσό των 13.000,00 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επόμενη της καταβολής στους παραπάνω κυρίως ενάγοντες, ως έξοδα στα οποία υποβλήθηκε η αναιρεσίβλητη για την πληρωμή σε τρίτους υπηρεσιών επιθαλάσσιας αρωγής.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεχόμενο ότι στην ένδικη υποχρεωτική ασφαλιστική κάλυψη του πιο πάνω επαγγελματικού σκάφους αναψυχής εμπίπτουν και τα προαναφερόμενα έξοδα επιθαλάσσιας αρωγής, στα οποία υποβλήθηκε η αναιρεσίβλητη για την αποφυγή ή μείωση του ασφαλισμένου κινδύνου, ορθώς κατ' αποτέλεσμα αποφάνθηκε και σε ορθό διατακτικό οδηγήθηκε, δεχόμενο ως κατ' ουσίαν βάσιμη την παρεμπίπτουσα αγωγή, αν και με διάφορη αιτιολογία.

Τούτο διότι τα ως άνω, ανελέγκτως δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα, πραγματικά περιστατικά πληρούν το πραγματικό, πλην των αναφερόμενων στην προσβαλλόμενη απόφαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 8 παρ. 1 αα) και ββ) του ν. 2743/1999 και 1 του ν. 2496/1997, και αυτών των άρθρων 7 παρ. 3 και 25 του ν. 2496/1997, ενόψει του ότι τα προαναφερόμενα έξοδα επιθαλάσσιας αρωγής, εμπίπτουν, σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη, στην ένδικη ασφαλιστική κάλυψη του πιο πάνω επαγγελματικού σκάφους αναψυχής, ως συνδεόμενα αιτιωδώς με την αποφυγή ή μείωση της αστικής ευθύνης έναντι επιβαινόντων και τρίτων από θαλάσσιο ατύχημα, προκειμένου να αποφευχθούν σωματικές βλάβες ή υλικές ζημίες αυτών, για την οποία δεν επικαλέστηκε εξαίρεση η αναιρεσείουσα.

Και τούτο, διότι, σύμφωνα με τις ουσιαστικές αυτές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, α) υφίστατο έγκυρη κατά τον κρίσιμο χρόνο ασφαλιστική σύμβαση με την αναιρεσείουσα, για τον υποχρεωτικά ασφαλιζόμενο κίνδυνο αστικής ευθύνης της αναιρεσίβλητης, ως λήπτριας της ασφάλισης, από την μετακίνηση και κυκλοφορία του ένδικου ιστιοφόρου σκάφους, για απαιτήσεις τρίτων και επιβαινόντων από σωματικές βλάβες και υλικές ζημίες από θαλάσσιο ατύχημα, β) το ως άνω ασφαλισμένο σκάφος υπέστη θαλάσσιο ατύχημα κατά την έννοια του άρθρου 1 του Ν. 712/1970 και βρέθηκε σε κίνδυνο κατά την έννοια της Διεθνούς Σύμβασης του Λονδίνου του 1989 (όπως κρίθηκε τελεσιδίκως), γ) για την αποφυγή της επέλευσης του ασφαλιζόμενου κινδύνου (σωματικών βλαβών και ζημιών τρίτων) η αναιρεσίβλητη αναγκάστηκε, λόγω των αναφερόμενων παραπάνω συνθηκών, να υποβληθεί, δια της παροχής υπηρεσιών από τρίτους, λόγω των κρατουσών συνθηκών, σε έξοδα επιθαλάσσιας αρωγής, συνιστάμενα στην επιδικασθείσα σε βάρος της απαίτηση των αναφερόμενων τρίτων ως εύλογη αμοιβή και ζημίες από την παρασχεθείσα απ' αυτούς επιθαλάσσια αρωγή στο ασφαλισμένο ένδικο σκάφος, και δ) τα ανωτέρω έξοδα συνδέονται αιτιωδώς με την αποφυγή και τον περιορισμό του ασφαλισμένου κινδύνου, και είχαν το άμεσο ωφέλιμο αποτέλεσμα της αποφυγής αυτού με τη διάσωση και μη τραυματισμό των τρίτων επιβαινόντων στο πλοίο και τον περιορισμό, έτσι, της ζημίας της αναιρεσείουσας μόνο στην κάλυψη των ανωτέρω εξόδων αποφυγής της ασφαλιστικής περίπτωσης, και, ως εκ τούτου, με βάση τα πιο πάνω περιστατικά θεμελιούται η παρεμπίπτουσα αγωγή της αναιρεσίβλητης σε βάρος της αναιρεσείουσας, η οποία δεν επικαλέστηκε εξαίρεση με σχετική συμβατική ρήτρα.

Περαιτέρω, το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον εξέθεσε με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις, το από τις αποδείξεις πόρισμα στο οποίο κατέληξε και τα πραγματικά γεγονότα που δέχθηκε και τα οποία ήταν αναγκαία για την εφαρμογή των ανωτέρω κανόνων ουσιαστικού δικαίου, και επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων, τις οποίες δεν παραβίασε εκ πλαγίου, με ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, διαλαμβάνοντας, ειδικότερα, την ασφαλιστική σύμβαση, τον ασφαλισμένο κίνδυνο, το θαλάσσιο ατύχημα, τα παραπάνω έξοδα επιθαλάσσιας αρωγής, ως αμοιβή και ζημία των αναφερόμενων τρίτων που συνέδραμαν το ασφαλισμένο ένδικο σκάφος, στα οποία υποβλήθηκε η αναιρεσίβλητη υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες, τηρώντας το καθήκον της έναντι της αναιρεσείουσας να αποφύγει τον ασφαλισμένο κίνδυνο και οπωσδήποτε να περιορίσει τη ζημία της αναιρεσείουσας, καθώς και τους λόγους ύπαρξης αιτιώδους συνάφειας μεταξύ των εξόδων και αποφυγής της επέλευσης του υποχρεωτικά ασφαλισμένου κινδύνου αστικής ευθύνης για σωματικές βλάβες, υλικές ζημίες των τρίτων επιβαινόντων επί του ένδικου ιστιοφόρου, καθώς και το ωφέλιμο για την αναιρεσείουσα αποτέλεσμα της διάσωσης των προαναφερθέντων από τραυματισμούς και ζημίες αυτών από το θαλάσσιο ατύχημα και, τον περιορισμό της ζημίας αυτής στην κάλυψη μόνο των ανωτέρω εξόδων.

Επομένως, οι από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρώτος και τρίτος λόγοι αναίρεσης, με τον οποίους η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι, κατά το άρθρο 578 ΚΠολΔ, αφού η αναιρεσείουσα δεν επικαλείται έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο, προϋπόθεση αναγκαία για να αναιρεθεί η απόφαση μόνο ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία αυτής ως προς τις προαναφερθείσες νομικές διατάξεις.

Περαιτέρω, ο ίδιος ως άνω τρίτος λόγος αναίρεσης, ως προς τις λοιπές προβαλλόμενες αιτιάσεις περί ανεπαρκούς, ασαφούς και αντιφατικής αιτιολογίας και, ειδικότερα: α) ότι δεν αναφέρει τί προκύπτει από το περιεχόμενο του ασφαλιστηρίου αλλά τι δεν προκύπτει από αυτό, β) ότι δεν διαπιστώνει κενό στην ασφαλιστική σύμβαση, γ) ότι εννοιολογικά οι εξαιρέσεις προϋποθέτουν ασφαλιστική κάλυψη και δ) ότι οι παραδοχές της είναι εσφαλμένες, είναι απαράδεκτος, καθόσον οι μεν προβαλλόμενες ελλείψεις αφορούν την εν μέρει διάφορη αιτιολογία, οι δε λοιπές αιτιάσεις δεν ανάγονται στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά, αλλά αποτελούν επιχειρήματα της αναιρεσείουσας, προς ενίσχυση των αντίθετων προς το αποδεικτικό πόρισμα απόψεων αυτής, που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, και υπό την επίφαση του ανωτέρω αναιρετικού λόγου πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1097/2021, ΑΠ 732/2021).

Με τη διάταξη του αρ. 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρ. 106 ΚΠολΔ), αλλά και την αρχή της ακρόασης των διαδίκων (άρθρο 110 παρ. 2 ΚΠολΔ), ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδρασή στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται, με την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 14/2021).

Δεν αποτελούν πράγματα οι αρνήσεις (αιτιολογημένοι ή μη) ή οι ισχυρισμοί, που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων, και προβάλλονται προς υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων, ούτε και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επιρροή στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει (ΟλΑΠ 14/2004, ΑΠ 41/2021, ΑΠ 1028/2021).

Επίσης, δεν ιδρύεται ο παραπάνω λόγος αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 1092/2021, ΑΠ 463/2021, ΑΠ 291/2021) ή όταν αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 455/2021).

Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον προβληθέντα ισχυρισμό της περί μη κάλυψης της περίπτωσης επιθαλάσσιας αρωγής, που ασκούσε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και συνεπώς αυτή ουδεμία υποχρέωση έχει προς κάλυψη της ένδικης ζημίας, επικαλούμενη ειδικότερα τα εξής: 1) "ισχυρίσθηκα ότι πουθενά στον ανωτέρω νόμο (εννοείται το άρθρο 8 του ν. 2746/1999 1αα) αστική ευθύνη για θανάτους και σωματικές βλάβες επιβαινόντων και τρίτων από πρόσκρουση, σύγκρουση, ναυάγιο ή οποιοδήποτε άλλη αιτία,...

ββ) αστική ευθύνη για υλικές ζημίες επιβαινόντων και τρίτων από πρόσκρουση, σύγκρουση, ναυάγιο...γγ) πρόκληση θαλάσσιας ρύπανσης...) ή στο ανωτέρω ασφαλιστήριο δεν προβλέπεται ότι η ασφαλιστική κάλυψη για αστική ευθύνη έναντι τρίτων περιλαμβάνει και την αξίωση τρίτων για υπηρεσίες επιθαλάσσιας αρωγής ή ρυμούλκησης", 2) κατά την πάγια αρχή της ειδικότητας του ασφαλιστικού κινδύνου μία κάλυψη δεν παρέχεται παρά μόνον εάν ρητώς προκύπτει από το ασφαλιστήριο, 3) η ασφάλιση αστικής ευθύνης παρείχετο μόνον σε περίπτωση αμελούς συμπεριφοράς των ασφαλισμένων όπως προκύπτει από τη γραμματική διατύπωση της ρήτρας υποχρέωσης γνωστοποίησης η οποία έχει ως εξής: "Η ασφαλιστική Εταιρία συμφωνεί με την επιφύλαξη των όρων, περιορισμών, εξαιρέσεων και προϋποθέσεων αυτού του ασφαλιστηρίου, να αποζημιώσει τον ασφαλισμένο με τα ποσά που ο ασφαλισμένος έχει νόμιμα υποχρεωθεί να πληρώσει ως ζημίες και έξοδα των θυμάτων ως αποτέλεσμα της αξίωσης ή των αξιώσεων κατά του ασφαλισμένου, ΕΦΟΣΟΝ ΟΜΩΣ αυτά γνωστοποιούνται στην ασφαλιστική Εταιρία μέσα στη διάρκεια της περιόδου ασφάλισης που αναφέρεται ανωτέρω και πηγάζουν από οποιαδήποτε αμελή πράξη, λάθος ή παράλειψη του ασφαλισμένου και μόνον αυτού.

Η ανωτέρω γνωστοποίηση εντός της διάρκειας της ασφάλισης αποτελεί όρο γέννησης της απαίτησης του ασφαλισμένου για αποζημίωση." Από μόνη της δηλαδή η ανωτέρω ρήτρα και η εις αυτήν εμπεριεχόμενη αναφορά περί αμελούς συμπεριφοράς, λάθους, παράλειψης του ασφαλισμένου, καταδεικνύουν ότι δεν υπάρχει ασφαλιστική κάλυψη όταν δεν συντρέχει το στοιχείο της υπαιτιότητας του ασφαλισμένου (και άρα ούτε υποχρέωση του για τήρηση της ανωτέρω ρήτρας υποχρέωσης της γνωστοποίησης).

Έτσι επιβεβαιώνεται ο ανωτέρω ισχυρισμός μας περί μη κάλυψης της περίπτωσης επιθαλάσσιας αρωγής, αφού σ' αυτήν βεβαίως ουδείς λόγος περί υπαιτιότητας μπορεί να γίνει". Ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος, διότι, τα άνω επικαλούμενα προς θεμελίωσή του αποτελούν επιχειρήματα της αναιρεσείουσας και αρνητικά της αγωγικής αξίωσης γεγονότα, η οποία θεμελιούται στον από τη σύμβαση υποχρεωτικά, σύμφωνα με το άρθρο 8 του ν. 2746/1999, ασφαλιζόμενο κίνδυνο, προερχόμενο από τη μετακίνηση και κυκλοφορία του ένδικου ιστιοφόρου σκάφους, στον οποίο, κατά τις διατάξεις των άρθρων 7 παρ. 3, 25, 33 παρ. 1 του ν. 2496/1997, συμπεριλαμβάνονται και τα έξοδα της επιθαλάσσιας αρωγής, στα οποία, κατά το καθήκον της, υποβλήθηκε η αναιρεσίβλητη για την αποφυγή επέλευσης της ασφαλιστικής περίπτωσης και, συνεπώς δεν ιδρύεται ο από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης.

Σε κάθε περίπτωση, ο παραπάνω λόγος είναι αβάσιμος, διότι το δικαστήριο, σύμφωνα με το άρθρο 578 ΚΠολΔ, αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων τους ανωτέρω ισχυρισμούς, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που συγκροτούν τον ανωτέρω λόγο.

Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, και όχι και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.

Στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 955/2021, ΑΠ 15/2021). Στην προκείμενη περίπτωση, ο από τον αρ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, τέταρτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση, ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του ασφαλιστηρίου, δεχόμενο ότι με τη φράση στην περίπτωση της αστικής ευθύνης για υλικές ζημίες επιβαινόντων και τρίτων από πρόσκρουση, σύγκρουση, ναυάγιο "ή οποιαδήποτε άλλη αιτία" νοείται οποιαδήποτε άλλη αιτία θαλάσσιου ατυχήματος που προκαλεί ζημίες και όχι το νόημα που προσέδωσε η προσβαλλόμενη απόφαση της επιθαλάσσιας αρωγής, είναι απαράδεκτος, αφού η αναιρεσείουσα αποδίδει στο Εφετείο, όχι εσφαλμένη ανάγνωση του περιεχομένου του ασφαλιστηρίου, δεχόμενο πραγματικά περιστατικά, διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται σ` αυτό, αλλά εσφαλμένη κρίση ως προς την ερμηνεία, εκτίμηση και αξιολόγηση του περιεχομένου του εν λόγω ασφαλιστηρίου και τη μη συναγωγή του ορθού, κατ` αυτήν, αποδεικτικού πορίσματος σχετικά με την κάλυψη της ένδικης απαίτησης εξόδων αποφυγής ή μείωσης του ασφαλιζόμενου με την ασφαλιστική σύμβαση κινδύνου.

Η αποδιδόμενη, εσφαλμένη, όμως, εκτίμηση, ως προς τα συναγόμενα με την εκτίμηση του περιεχομένου της σύμβασης, πραγματικά περιστατικά, δεν ιδρύει τον εκ του αρ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο.

Κατ' ακολουθίαν, και επειδή δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του προκατατεθέντος παράβολου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρ. 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ) και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε προτάσεις, λόγω της ήττας της (άρθρ. 176, 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), όπως ορίζεται, ειδικότερα, στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 4-12-2018 αίτηση της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΑΕΓΑ" κατά της 1334/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Επιβάλλει τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης στην αναιρεσείουσα, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700,00) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Σεπτεμβρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Δεκεμβρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ