Legislator Case Law & Legislation
2068/2017 AI generated

2068/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 2068/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού και Γεώργιο Χοϊμέ, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

2068/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ι. Εισάγονται προς συζήτηση, ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, οι από α) 26-4-2016 και β) 7-7-2016 (με αύξοντες αριθμούς κατάθεσης ...4-2016 και ...7-2016, αντίστοιχα) αιτήσεις για αναίρεση της 62/2015 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Εύβοιας. Τα δικόγραφα αυτά πρέπει, λόγω της προφανούς συνάφειάς τους, να συνεκδικαστούν (άρθρ. 246 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ) και να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθρ. 577 ίδιου Κώδικα).

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2068 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 2068/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού και Γεώργιο Χοϊμέ, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Νοεμβρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Α. Των αναιρεσειόντων: 1) Β. Β. του Γ., 2) Σ. Β. του Γ., 3) Α. χας Θ. Σ., το γένος Γ. Σ., 4) Σ. Θ. Σ., 5) Ε. Θ. Σ., 6) Ε. Θ. Σ., κατοίκων ... και 7) Δ. Σ. του Σ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Μαρία Ζεμπίλη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Περιφέρειας Στερεάς Ελλάδας, που εδρεύει στη … και εκπροσωπείται νόμιμα, ως διαδόχου της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Ευβοίας, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ελένη Θαλασσινού με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις, 2) Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην …, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Παναγιώτη Αθανασούλη, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις και 3) ..., που εδρεύει στη … και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ευδοξία Τζοβλά με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Β. Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Παναγιώτη Αθανασούλη, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Β. Β. του Γ., 2) Σ. Β. του Γ., 3) Α. χας Θ. Σ., 4) Σ. Θ. Σ., 5) Ε. Θ. Σ., 6) Ε. Θ. Σ., κατοίκων ..., 7) Δ. Σ. του Σ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Μαρία Ζεμπίλη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, 8) ..., που εδρεύει στη … και εκπροσωπείται νόμιμα, που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ευδοξία Τζοβλά με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και 9) Περιφέρειας Στερεάς Ελλάδας, που εδρεύει στη … και εκπροσωπείται νόμιμα, ως διαδόχου της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Ευβοίας, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ελένη Θαλασσινού με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-1-2011 αίτηση καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης απαλλοτρίωσης των έξι (6) πρώτων των ήδη υπό στοιχ. Α αναιρεσειόντων-υπό στοιχ. Β αναιρεσιβλήτων (μετά την έκδοση της 86/2010 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας που καθόρισε προσωρινή τιμή μονάδος αποζημίωσης), που κατατέθηκε στο Εφετείο Αθηνών (Μεταβατική έδρα Χαλκίδας) και συνεκδικάστηκε με την από 14-2-2011 αίτηση του 7ου υπό στοιχ. Α αναιρεσείοντος-υπό στοιχ. Β αναιρεσιβλήτου και την από 28-3-2011 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου.

Εκδόθηκε η 62/2015 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ευβοίας, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι υπό στοιχ. Α αναιρεσείοντες με την από 26-4-2016 αίτησή τους και το υπό στοιχ. Β αναιρεσείον με την από 7-7-2016 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση των υποθέσεων αυτών, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Γεώργιο Χοϊμέ, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Εισάγονται προς συζήτηση, ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, οι από α) 26-4-2016 και β) 7-7-2016 (με αύξοντες αριθμούς κατάθεσης ...4-2016 και ...7-2016, αντίστοιχα) αιτήσεις για αναίρεση της 62/2015 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Εύβοιας. Τα δικόγραφα αυτά πρέπει, λόγω της προφανούς συνάφειάς τους, να συνεκδικαστούν (άρθρ. 246 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ) και να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθρ. 577 ίδιου Κώδικα).

ΙΙ. Η προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου αποτελεί κατάληξη, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ’ άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων, της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Οι ήδη αναιρεσείοντες (αφενός οι Β. Β. κ.λπ., αφετέρου το Ελληνικό Δημόσιο), με τις από 10-1-2011, 14-2-2011 και 28-3-2011 αιτήσεις τους, ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (Μεταβατικής Έδρας Χαλκίδας), μετέπειτα, από 16-9-2011, Εφετείου Εύβοιας (άρθρου μόνου του π.δ/τος 30/2011 και 8 παρ. 2 του ν. 4022/30-9-2011), που συνεκδικάστηκαν, ζήτησαν, μεταξύ των άλλων, να καθοριστεί οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης για τα ακίνητα που απαλλοτριώθηκαν αναγκαστικά, για λόγους ρυμοτομίας (διάνοιξη της οδού ...), σε εφαρμογή του αναφερόμενου διατάγματος ρυμοτομίας της πόλης της Χαλκίδας, για την οποία συντάχθηκε η, ήδη τελεσίδικη, ...19-7-2007 πράξη αναλογισμού αποζημίωσης της Διεύθυνσης Τεχνικών Υπηρεσιών του ..., με βάση την οποία η Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Εύβοιας (ήδη "Περιφέρεια Στερεάς Ελλάδας", όπως θα εκτεθεί και στη συνέχεια) και το Ελληνικό Δημόσιο, ως παρόδιοι ωφελούμενοι ιδιοκτήτες (των 01 και 04 ιδιοκτησιών, αντίστοιχα), καθώς και ο ..., αποζημιώνουν τις ...

ιδιοκτησίες των Β. Β. κ.λπ. (αναιρεσειόντων της πρώτης αναίρεσης και επτά πρώτων των αναιρεσιβλήτων της δεύτερης) κατά τα παρατιθέμενα λεπτομερώς, για τον κάθε δικαιούχο και υπόχρεο, εδαφικά τμήματα, ενώ ο ... αποζημιώνει και τα συναπαλλοτριωμένα συστατικά - επικείμενα των εν λόγω ρυμοτούμενων ακινήτων.

Το Εφετείο, με την πληττόμενη απόφασή του, αφού 1) απέρριψε, ως απαράδεκτες, τις αιτήσεις, κατά το μέρος που στρέφονταν κατά της "Περιφέρειας Στερεάς Ελλάδας" ως διαδόχου της "Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Εύβοιας", με την αιτιολογία που διαλαμβάνεται στην επόμενη

ΙΙΙ σκέψη της παρούσας, καταδικάζοντας τους αιτούντες στη δικαστική δαπάνη της αντιδίκου τους αυτής και 2) έκρινε, παρά όσα αναγράφονται στην παραπάνω πράξη αναλογισμού αποζημίωσης και εκτίθενται στις αιτήσεις, ότι όλα τα ρυμοτούμενα εδαφικά τμήματα αποζημιώνονται μόνο από το Ελληνικό Δημόσιο, δέχθηκε, κατά τα λοιπά, τις αιτήσεις, κατά ένα μέρος, και καθόρισε την οριστική αποζημίωση των ρυμοτούμενων ακινήτων και των επικειμένων τους, ενώ καταδίκασε τους υπόχρεους προς αποζημίωση Ελληνικό Δημόσιο (για την αξία όλων των ρυμοτούμενων εδαφικών εκτάσεων) και ... (για την αξία των επικειμένων) στη δικαστική δαπάνη των δικαιούχων της αποζημίωσης - αναιρεσειόντων της πρώτης πιο πάνω αναίρεσης και, συγκεκριμένα, σε ποσοστό 1,50% επί του ποσού της οριστικής αποζημίωσης που καθορίστηκε και αναλογεί στον κάθε δικαιούχο.

ΙΙΙ. Η διάταξη του άρθρου 14 παρ. 1 ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ) ορίζει ότι "Κατά την έννοια του παρόντος νόμου, ενδιαφερόμενοι, οι οποίοι δύνανται να ζητήσουν δικαστικώς τον προσωρινό ή οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης, είναι: α) ο υπόχρεος να καταβάλλει την αποζημίωση, β) ο υπέρ ου κηρύχθηκε η αναγκαστική απαλλοτρίωση και γ) όποιος αξιώνει κυριότητα ή άλλο εμπράγματο δικαίωμα στο απαλλοτριούμενο".

Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1 παρ. 3, 2 παρ. 1, 32 έως 35, 37, 42 και 46 έως 48 του ν.δ. της 17 Ιουλίου/16 Αυγούστου 1923 "περί σχεδίων πόλεων κωμών και συνοικισμών του Κράτους και οικοδομής αυτών", των μετέπειτα πολεοδομικών διατάξεων που ισχύουν, μεταξύ των οποίων και η του άρθρου 2 του ν. 5269/1931 "περί αδειών οικοδομής κ.λπ.

επί ρυμοτομουμένων ακινήτων" και του άρθρου 6 παρ. 1, 2 και 3 του ίδιου ν. 5269/1931, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 2 του αν. ν. 625/1968 και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 3 του ν. 653/1977, ήδη άρθρου 290 του π.δ/τος 14/1999 (ΦΕΚ Δ’ /580) "Κώδικα Βασικής Πολεοδομικής Νομοθεσίας", προκύπτει ότι, σε περίπτωση αναγκαστικής απαλλοτρίωσης για την εφαρμογή του σχεδίου πόλεως, υπόχρεοι για την καταβολή της αποζημίωσης είναι ο Δήμος και οι ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες κατά την αναλογία και τους όρους που προβλέπει ο νόμος.

Από τις ίδιες διατάξεις συνάγεται ότι η πράξη αναλογισμού αποζημίωσης καθορίζει τις ιδιοκτησίες, των οποίων οι κύριοι είναι δικαιούχοι και υπόχρεοι αποζημίωσης για την απαλλοτρίωση ακινήτων που καταλαμβάνονται από τους προβλεπόμενους από το εγκεκριμένο σχέδιο κοινόχρηστους χώρους, καθώς και το ποσοστό που καθεμία ιδιοκτησία βαρύνεται.

Αυτοί, μαζί με τον οικείο Δήμο, ο οποίος είναι υπόχρεος για την έκταση που υπερβαίνει το ήμισυ του εμβαδού του βαρυνόμενου ακινήτου και για τα επικείμενα των ρυμοτομούμενων ακινήτων, είναι οι "ενδιαφερόμενοι" με την έννοια του άρθρου 14 παρ. 1 ΚΑΑΑ για τον καθορισμό της αποζημίωσης. Επομένως, σε περίπτωση αναγκαστικής απαλλοτρίωσης για την εφαρμογή του σχεδίου πόλεως, υπόχρεοι για την καταβολή της αποζημίωσης είναι ο Δήμος και οι ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες και οι διάδικοι στη δίκη της ρυμοτομικής απαλλοτρίωσης προσδιορίζονται έμμεσα από τη διοικητική πράξη τακτοποίησης ή αναλογισμού αποζημίωσης (ΑΠ 796/2012).

Περαιτέρω, στο άρθρο 3 παρ. 1 του ν. 3852/2010 (ΦΕΚ Α’ /87/7-6-2010), που άρχισε να ισχύει από 1-1-2011 (άρθρ. 286 αυτού), ορίζεται ότι οι περιφέρειες είναι νομικά πρόσωπα δημόσιου δικαίου και αποτελούν τον δεύτερο βαθμό τοπικής αυτοδιοίκησης, ενώ, σύμφωνα με το άρθρο 283 παρ. 2 εδάφ. α’ και β’ του ίδιου νόμου, από την έναρξη λειτουργίας των περιφερειών καταργούνται, μεταξύ άλλων, οι νομαρχιακές αυτοδιοικήσεις και, εφεξής, οι περιφέρειες υπεισέρχονται, αυτοδίκαια, μετά την έναρξη άσκησης των αρμοδιοτήτων τους, σε όλα τα δικαιώματα, στα οποία περιλαμβάνονται και τα εμπράγματα, καθώς και στις υποχρεώσεις των νομαρχιακών αυτοδιοικήσεων, δηλαδή, κατά το άρθρο 114 παρ. 4 και 5, από 1-1-2011.

Κατά συνέπεια, από τότε στις σχετικές δίκες καθορισμού αποζημίωσης, λόγω αναγκαστικής απαλλοτρίωσης, κατά τις οποίες υπόχρεη προς αποζημίωση φέρεται ότι είναι η νομαρχιακή αυτοδιοίκηση, νομιμοποιείται πλέον παθητικά, ως υπόχρεη προς αποζημίωση διάδικος, η οικεία περιφέρεια, όπως είναι και η αναιρεσίβλητη "Περιφέρεια Στερεάς Ελλάδας" (άρθρ. 3 παρ. 3 περ.

η). Ειδικότερα, κατά το άρθρο 68 ΚΠολΔ, δικαστική προστασία έχει το δικαίωμα να ζητήσει όποιος έχει άμεσο έννομο συμφέρον, ενώ, κατά το άρθρο 70 ΚΠολΔ, όποιος έχει έννομο συμφέρον να αναγνωριστεί η ύπαρξη ή η μη ύπαρξη κάποιας έννομης σχέσης, μπορεί να εγείρει σχετική αγωγή. Η νομιμοποίηση των διαδίκων (ενεργητική και παθητική) και το έννομο συμφέρον συνιστούν διακριτές διαδικαστικές προϋποθέσεις της δίκης, η συνδρομή αυτών ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης με ελεύθερη απόδειξη και η έλλειψή τους συνεπάγεται την απόρριψη της σχετικής αίτησης δικαστικής προστασίας ως απαράδεκτης.

Ως νομιμοποίηση των διαδίκων νοείται η εξουσία διεξαγωγής ορισμένης δίκης για συγκεκριμένη έννομη σχέση, δηλαδή για βιοτική σχέση προσώπου με άλλο πρόσωπο ή με αντικείμενο, η οποία καθορίζεται, κατά κανόνα, από το ουσιαστικό δίκαιο ως προς τους φορείς της και το αντικείμενο της και η οποία έχει ως περιεχόμενο ή ως έννομη συνέπεια δικαίωμα ή υποχρέωση ή δέσμη δικαιωμάτων και υποχρεώσεων.

Αντίθετα, δεν νοείται, ούτε παρέχεται τέτοια εξουσία απλώς για αναγνώριση πραγματικών περιστατικών ή για αναγνώριση προϋποθέσεων δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων. Για τη νομιμοποίηση των διαδίκων αρκεί ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι αυτός και ο εναγόμενος είναι υποκείμενα της επίδικης έννομης σχέσης και η παράθεση στην αγωγή των περιστατικών που θεμελιώνουν τον ισχυρισμό του, η μη απόδειξη των οποίων συνεπάγεται την απόρριψη της αγωγής ως κατ’ ουσίαν αβάσιμης, ενώ η απόκρουση της νομιμοποίησης ή της συνδρομής έννομου συμφέροντος από τον εναγόμενο αποτελεί άρνηση και όχι ένσταση.

Ως έννομο συμφέρον νοείται κάθε υλικό ή ηθικό όφελος, που αναγνωρίζει ο νόμος υπέρ αυτού που ζητεί δικαστική προστασία, εφόσον επιπλέον είναι άμεσο και παρόν. Άμεσο έννομο συμφέρον υπάρχει όταν από την ύπαρξη κάποιας έννομης σχέσης (άκυρη δικαιοπραξία κ.λπ.) προκαλείται αβεβαιότητα ως προς ορισμένη έννομη σχέση του ενάγοντος με τρίτο πρόσωπο και συνακόλουθος κίνδυνος για τα συμφέροντα αυτού (άμεσος και επικείμενος ή και εξαρτώμενος από πρόσθετα μελλοντικά περιστατικά), για την αποτροπή του οποίου ζητείται, ως πρόσφορη και αναγκαία δικαιοδοτική πράξη, η έκδοση δικαστικής απόφασης.

Ενώ παρόν είναι το έννομο συμφέρον όταν αφορά έννομες σχέσεις υπαρκτές και παρούσες και όχι υποθετικές και μελλοντικές ή ενδεχόμενες. Τα αναγκαία για τη θεμελίωση έννομου συμφέροντος περιστατικά μπορούν να προταθούν και με τις προτάσεις, εκτός από την περίπτωση της αναγνωριστικής αγωγής, στην οποία το έννομο συμφέρον επιτελεί νομιμοποιητική λειτουργία και πρέπει η προβολή τους να γίνεται μόνο με την αγωγή.

Οι εν λόγω διαδικαστικές προϋποθέσεις, της νομιμοποίησης των διαδίκων και της συνδρομής έννομου συμφέροντος, συνιστούν ουσιαστικές προϋποθέσεις παροχής δικαστικής προστασίας και η παραβίασή τους εμπίπτει στον αναιρετικό λόγο με αριθμό 1 του άρθρου 559 και όχι στον αναιρετικό λόγο με αριθμό 14 του ίδιου άρθρου, ο οποίος ανακύπτει μόνο όταν το δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχει τα στοιχεία που θεμελιώνουν τη νομιμοποίηση και δικαιολογούν το έννομο συμφέρον για την άσκησή της (ΑΠ Ολομ. 25/2008, ΑΠ Ολομ. 18/2005, ΑΠ 458/2017, ΑΠ 334/2016, ΑΠ 208/2015, ΑΠ 772/2014).

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 18 παρ. 4 του ν. 2882/2001, η δικαστική δαπάνη, μαζί με τη νόμιμη, κατά την έννοια της παρ. 1 του άρθρου 92 του Κώδικα Δικηγόρων (ήδη ν. 4194/2013), όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 6 του άρθρου 5 του ν. 3919/2011 (Α’ 32), αμοιβή των πληρεξούσιων δικηγόρων, βαρύνει τον υπόχρεο προς αποζημίωση, επιδικάζεται από το δικαστήριο με την ίδια απόφαση, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά από το νόμο αυτόν και παρακατατίθεται στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων (Τ.Π.Δ.) υπέρ του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου.

Η εκκαθάριση της δικαστικής δαπάνης γίνεται σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά. Όταν υπόχρεος προς αποζημίωση είναι φορέας που υπάγεται στη Γενική Κυβέρνηση κατά την έννοια του άρθρου 1Β του ν. 2362/1995, η επιδικαζόμενη από τα δικαστήρια αμοιβή του πληρεξούσιου δικηγόρου των δικαιούχων αποζημίωσης, στις περιπτώσεις που υπολογίζεται με βάση την αξία του αντικειμένου της δίκης, καθορίζεται υποχρεωτικά έως το ήμισυ των νόμιμων αμοιβών του Κώδικα Δικηγόρων, σύμφωνα με το άρθρο 130 παρ. 2 του ν. 4070/2012, που αντικατέστησε τη σχετική διάταξη του άρθρου 18 παρ. 4 (εδάφιο τρίτο) του ν. 2882/2001 και που εφαρμόζεται, σύμφωνα με το άρθρο 146 παρ. 9 περ.

δ’ των μεταβατικών διατάξεων του νόμου αυτού, και στις εκκρεμείς απαλλοτριώσεις, κατά την έναρξη της ισχύος του, που συμπίπτει με τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, στις 10-4-2012 (ΦΕΚ Α’ /82/10-4-2012), κατά το άρθρο 188 του ίδιου νόμου. Από τις διατάξεις αυτές, οι οποίες, εναρμονιζόμενες προς τις διατάξεις των παραγράφων 2 και 4 εδάφιο τελευταίο του άρθρου 17 του Συντάγματος, αποσκοπούν στη μη φαλκίδευση της οφειλόμενης στον καθ’ ου η απαλλοτρίωση πλήρους αποζημίωσης μέσω επιβαρύνσεων του τελευταίου, έστω και με μέρος των εξόδων της δίκης για τον καθορισμό της, συνάγεται ότι στη δίκη αυτή (καθορισμού αποζημίωσης αναγκαστικά απαλλοτριωμένων ακινήτων), κατά παρέκκλιση από τους γενικούς κανόνες των άρθρων 173 επ.

του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, αφενός μεν η δικαστική δαπάνη επιβάλλεται πάντοτε σε βάρος του υπόχρεου σε αποζημίωση και αφετέρου αποκλείεται ο ολικός ή μερικός συμψηφισμός των δικαστικών εξόδων, καθώς και η κατανομή του οικείου ποσού ανάλογα με την έκταση της νίκης ή της ήττας καθενός από τους διαδίκους.

Στην προκείμενη περίπτωση, 1) οι αναιρεσείοντες της πρώτης αναίρεσης Β. Β. κ.λπ., δικαιούχοι της αποζημίωσης για την επίδικη απαλλοτρίωση, ως κύριοι των απαλλοτριωμένων, λόγω ρυμοτομίας, 05 (οι δύο πρώτοι) και 06 (οι λοιποί) ακινήτων και 2) το αναιρεσείον της δεύτερης αναίρεσης Ελληνικό Δημόσιο, υπόχρεο για την καταβολή της αποζημίωσης για ορισμένα ρυμοτούμενα εδαφικά τμήματα των πιο πάνω ιδιοκτησιών, ως κύριος της παρόδιας ωφελούμενης 04 ιδιοκτησίας, προσάπτουν στο Εφετείο αιτιάσεις από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που συνίστανται στο ότι, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε, ως απαράδεκτες, τις αιτήσεις τους, κατά το μέρος που αυτές απευθύνονταν κατά της τότε καθ’ ης και οι τρεις αιτήσεις (πρώτης στις από 10-1-2011 και 14-2-2011 αιτήσεις των ιδιωτών και ένατης στην από 28-3-2011 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου) και τώρα αναιρεσίβλητης (πρώτης στην πρώτη αναίρεση και ένατης στη δεύτερη αναίρεση) "Περιφέρειας Στερεάς Ελλάδας", ως διαδόχου, κατά το άρθρο 283 παρ. 2 εδάφ.

α’ και β’ του ν. 3852/2010, της φερόμενης ως κυρίας της παρόδιας ωφελούμενης 01 ιδιοκτησίας και, συνεπώς, υπόχρεης προς αποζημίωση "Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Εύβοιας", με την αιτιολογία, όπως, κατά λέξη, αναγράφεται, ότι "...καθόσον μετά την εφαρμογή του ν. 3852/2010 (άρθρ. 94 παρ. 1 περ. 13 επ. και 206 παρ. 1) για καθορισμό οριστικής τιμής μονάδας...

νομιμοποιείται παθητικά ο ......", παραβιάζοντας, έτσι, ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τις διατάξεις, ουσιαστικού δικαίου των άρθρων που προπαρατέθηκαν στην αρχή της παρούσας σκέψης, αναφορικά με την παθητική νομιμοποίηση της αναιρεσίβλητης αυτής και, συνακόλουθα, τον καθορισμό της δικαστικής δαπάνης, λαμβάνοντας υπόψη ότι και οι σχετικές διατάξεις, ως προς τη δικαστική δαπάνη, είναι και ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 358/2017, ΑΠ 218/2003).

Για τη θεμελίωση του έννομου συμφέροντός τους προς άσκηση των σχετικών λόγων αναίρεσης (πρώτου και πέμπτου της πρώτης αναίρεσης και πρώτου και δεύτερου της δεύτερης αναίρεσης), οι αναιρεσείοντες επικαλούνται, περαιτέρω, ότι υφίστανται βλάβη, εξαιτίας της εσφαλμένης απόρριψης των αιτήσεών τους ως προς την "Περιφέρεια Στερεάς Ελλάδας" και, επιπλέον, οι αναιρεσείοντες της πρώτης αναίρεσης εξαιτίας του περιορισμού του αναιρεσίβλητου ...

στην καταψήφιση της δικαστικής δαπάνης μόνο ως προς τα επικείμενα, ενώ αυτός είναι υπόχρεος προς αποζημίωση και για εδαφικό τμήμα της ρυμοτούμενης 06 ιδιοκτησίας, εμβαδού 58,96 τετραγωνικών μέτρων, καθώς και για το φερόμενο ως αυτοαποζημιούμενο εδαφικό τμήμα της ιδιοκτησίας αυτής (εμβαδού 32,02 τετρ. μέτρων), μετά την παραδοχή του αιτήματος των ενδιαφερόμενων ιδιοκτητών για άρση του τεκμηρίου ωφέλειας που προβλέπεται στις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1, 3 και 4 του ν. 653/1977 και που είναι πλέον μαχητό (ΑΠ Ολομ., 7/2013, 11/2004 και 10/2004).

Η βλάβη αυτή, ειδικότερα, συνίσταται, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στους σχετικούς λόγους των αναιρετηρίων, στο ότι: 1) οι μεν αναιρεσείοντες της πρώτης αναίρεσης, α) στερούνται τη δικαστική δαπάνη (ως προς το ποσοστό 1,50% για την αμοιβή των πληρεξούσιων δικηγόρων τους) που πρέπει να τους καταβάλει η "Περιφέρεια Στερεάς Ελλάδας" ως παρόδια ωφελούμενη ιδιοκτήτρια και υπόχρεη αποζημίωσης για τα συγκεκριμένα ρυμοτούμενα εδαφικά τμήματα των ιδιοκτησιών τους, καθώς και ο ..., κατά τα προαναφερόμενα και β) παράλληλα, οι ίδιοι, μετά την απόρριψη των αιτήσεών τους, καταδικάστηκαν και στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της "Περιφέρειας Στερεάς Ελλάδας", ύψους 300 ευρώ για καθεμία αίτηση και 2) το δε αναιρεσείον της δεύτερης αναίρεσης, ότι επιβαρύνθηκε με τη δικαστική δαπάνη που αναλογεί στην οριστική αποζημίωση που καθορίστηκε για όλα τα ρυμοτούμενα εδαφικά τμήματα, ενώ αυτό, κατά την παραπάνω πράξη αναλογισμού, είναι υπόχρεο για καταβολή αποζημίωσης μόνο για ορισμένα.

Οι ισχυρισμοί αυτοί των αναιρεσειόντων που θεμελιώνουν τους ερευνώμενους λόγους, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της πληττόμενης απόφασης και των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), είναι βάσιμοι, αν ληφθεί υπόψη και το γεγονός ότι δεν προκύπτει, ούτε κανείς από τους διαδίκους επικαλείται, ότι η υπόψη αναγκαστική απαλλοτρίωση επισπεύδεται από το Ελληνικό Δημόσιο, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 1 εδάφ.

α’ του ν.δ/τος 632/1970 "Περί αναλήψεως υπό του Δημοσίου των εκ της εφαρμογής πολεοδομικών σχεδίων δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των Δήμων και Κοινοτήτων", όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 του ν.δ/τος 1143/1972 (ΑΠ 1687/2012, ΑΠ 1778/2011, ΑΠ 1917/2005). Και ναι μεν, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 14 παρ. 1, 18, 19, 20 και 26 του ν. 2882/2001, η δικαιοδοσία του Εφετείου στις δίκες καθορισμού αποζημίωσης περιορίζεται, κατά κανόνα, μόνο στον προσδιορισμό τιμής μονάδας αποζημίωσης, σε σχέση με την αξία των απαλλοτριωμένων ακινήτων, και την αναγνώριση των δικαιούχων της αποζημίωσης, εφόσον υποβλήθηκε σχετικό αίτημα, ενώ το ζήτημα ποίος είναι υπόχρεος για την καταβολή της αποζημίωσης θα κριθεί με δύναμη δεδικασμένου σε άλλη δίκη επί αγωγής του δικαιούχου κατά του υπόχρεου, οπότε η κρίση του Εφετείου για το ζήτημα ποίος είναι υπόχρεος προς αποζημίωση που δεν αποτέλεσε αντικείμενο της εφετειακής δίκης είναι πλεοναστική και δεν δεσμεύει με δύναμη δεδικασμένου το επόμενο δικαστήριο που τυχόν θα επιληφθεί για την επιδίκαση αποζημίωσης στον δικαιούχο διάδικο (ΑΠ 2126/2014), πλην όμως, σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν προηγουμένως, οι αναιρεσείοντες έχουν το απαιτούμενο έννομο συμφέρον για την άσκηση του παρόντος ένδικου μέσου σχετικά με τις προεκτιθέμενες πλημμέλειες, που οδηγούν, ως προς τους αναιρεσείοντες της πρώτης αναίρεσης, στη φαλκίδευση της οφειλόμενης σε αυτούς πλήρους αποζημίωσης και ως προς το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, στην αδικαιολόγητη χρηματική του επιβάρυνση (με δικαστική δαπάνη που πράγματι δεν οφείλει).

Ως εκ τούτου, οι παραπάνω λόγοι των δύο αναιρέσεων που εξετάστηκαν είναι βάσιμοι, ενώ παρέλκει η έρευνα των λοιπών, από το άρθρο 559 αριθμ. 1, 8, 9, 19 και 20 ΚΠολΔ, λόγων που αφορούν τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης, καθόσον η αναιρετική εμβέλεια των λόγων που έγιναν δεκτοί στο σύνολο των κεφαλαίων τούτων της πληττόμενης με την αναίρεση απόφασης (ΑΠ 204/ 2017, ΑΠ 1840/2007), καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των λόγων αυτών, η παραδοχή των οποίων οδηγεί στο ίδιο αποτέλεσμα.

IV. Μετά από αυτά, αφού οι κρινόμενες αιτήσεις αναίρεσης γίνουν δεκτές, κατά παραδοχή, ως βάσιμων, των πιο πάνω λόγων τους, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά τα κεφάλαιά της που προαναφέρθηκαν (παθητικής νομιμοποίησης "Περιφέρειας Στερεάς Ελλάδας" και δικαστικής δαπάνης) και, ακολούθως, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, κατά τα αναιρούμενα κεφάλαιά της, στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), ενώ πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες της πρώτης αναίρεσης, σ’ αυτούς (άρθρ. 495 παρ. 3 εδάφ.

ε’ ΚΠολΔ, όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 που ισχύει, κατ’ άρθρ. 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 1-1-2016). Τέλος, οι αναιρεσίβλητοι που νικήθηκαν πρέπει να καταδικαστούν στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους (άρθρ. 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένων, όμως, κατά τα άρθρα 276 παρ. 1 και 281 παρ. 2 ν. 3463/2006, 3 παρ. 1 και 285 ν. 3852/2010 και 22 παρ. 1 ν. 3693/1957 (που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αριθμ. 18 ΕισΝΚΠολΔ), σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 5 παρ. 12 ν. 1738/1987, 28 παρ. 4 και 5 ν. 2579/1998 και αριθμ. 2 της 134423 οικ/8-12-1992 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ 11/Β/20-1-1993), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει τις από 26-4-2016 και 7-7-2016 αιτήσεις για αναίρεση της 62/2015 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Εύβοιας.

Αναιρεί την απόφαση αυτή, ως προς τα κεφάλαια που αναφέρονται στο σκεπτικό της παρούσας.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά τα αναιρούμενα κεφάλαιά της, για περαιτέρω εκδίκαση στο Τριμελές Εφετείο Εύβοιας, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, πλην αυτών που εξέδωσαν την παραπάνω απόφαση.

Διατάζει την επιστροφή στους αναιρεσείοντες της πρώτης πιο πάνω, από 26-4-2016, αναίρεσης του παραβόλου που έχουν καταθέσει.

Και

Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ για κάθε αναίρεση.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1η Δεκεμβρίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Δεκεμβρίου 2017.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ