2068/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated2068/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η ταυτότητα των προσώπων ως αναγκαία κατ' αρχήν υποκειμενική προϋπόθεση για την ενέργεια του δεδικασμένου, αποτυπώνεται στο άρθρο 325 Κ.Πολ.Δ., που θέτει τον κανόνα ότι το δεδικασμένο ισχύει πρωταρχικά υπέρ και κατά των διαδίκων. Τα υποκειμενικά όρια του δεδικασμένου ισχύουν και ως προς τα ζητήματα που κρίθηκαν παρεμπιπτόντως από την απόφαση και καταλαμβάνονται από το δεδικασμένο με τις προϋποθέσεις του άρθρου 331 Κ.Πολ.Δ.
Full text
Απόφαση 2068 / 2014 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2068/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Δήμου Κηφισιάς Αττικής που εδρεύει στην Κηφισιά και εκπροσωπείται νόμιμα ως εκ του νόμου διαδόχου του Δήμου Νέας Ερυθραίας, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Εμμανουήλ Φραντζεσκάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσίβλητης: Χ. θυγ. Π. Γ., συζ. Γ. Μ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Σουμέλα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/9/2004 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7218/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3664/2007 του Εφετείου Αθηνών με την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση μέχρις ότου εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση επί της από 19/9/2005 τριτανακοπής του ήδη αναιρεσείοντος κατά της 441/2005 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Στη συνέχεια εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1903/2008 μη οριστική, 6764/2009 οριστική του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, 1070/2011 μη οριστική και 4232/2012 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 27/11/2012 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Διονυσοπούλου ανέγνωσε την από 14/11/2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 583, 586, 588 και 590 Κ.Πολ.Δ., συνάγεται ότι αν κάποιος δεν έλαβε μέρος ως διάδικος στη δίκη που διεξήχθη μεταξύ άλλων, κατά την οποία εκδόθηκε απόφαση που του προκαλεί βλάβη ή θέτει σε κίνδυνο το έννομο συμφέρον του, μπορεί να ασκήσει κατά της απόφασης εκείνης τριτανακοπή η οποία έχει ως αντικείμενο την αναγνώριση της προσβαλλομένης απόφασης ως ανενεργού έναντι αυτού.
Η βλάβη, στην οποία θεμελιώνεται το έννομο συμφέρον του τριτανακόπτοντος ή η διακινδύνευση των συμφερόντων του μπορεί να είναι άμεση ή έμμεση ή και ενδεχόμενη, αλλά το δικαίωμά του που βλάπτεται ή τίθεται σε κίνδυνο πρέπει να είναι κεκτημένο και απαιτητό κατά το χρόνο της εκδόσεως της τριτανακοπτομένης απόφασης.
Τέτοιο έννομο συμφέρον για άσκηση τριτανακοπής υπάρχει ειδικότερα στην περίπτωση που ο τρίτος προσβάλλει την απόφαση, η οποία αναγνώρισε τον ενάγοντα κύριο ή συγκύριο ακινήτου, εφόσον ο τριτανακόπτων ισχυρίζεται ότι είναι κύριος αυτού. Η τριτανακοπή στην περίπτωση αυτή έχει αναγνωριστικό χαρακτήρα είναι δηλαδή ουσιαστικά αγωγή αναγνωρίσεως του τριτανακόπτοντος ως κυρίου του ακινήτου και υποκαθιστά την αναγνωριστική αγωγή του άρθρου 70 Κ.Πολ.Δ.
Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 321, 322, 331, 324 Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι το δεδικασμένο απορρέει από τις τελεσίδικες αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων και εκτείνεται τόσο στο ουσιαστικό ζήτημα ως προς την έννομη σχέση που κρίθηκε όσο και στο δικονομικό ζήτημα που κρίθηκε σε συνάρτηση με το ουσιαστικό ζήτημα υπάρχει δε μεταξύ των ίδιων προσώπων με την ίδια ιδιότητα μόνο για το δικαίωμα που κρίθηκε κυρίως ή παρεμπιπτόντως και εφόσον πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο και για την ίδια ιστορική και νομική αιτία.
Το ουσιαστικό δεδικασμένο εμποδίζει να αμφισβητηθεί μεταξύ των αυτών προσώπων και να καταστεί αντικείμενο νέας δίκης, το δικαίωμα που κρίθηκε και η δικαιολογητική σχέση που το στηρίζει. Η απαγόρευση αυτή ενεργεί τόσο θετικά με την έννοια ότι το δικαστήριο στο οποίο ανακύπτει εξ αφορμής άλλης δίκης είτε ως κύριο είτε ως προδικαστικό το δικαίωμα που κρίθηκε με τελεσίδικη απόφαση, οφείλει να θέσει ως βάση της απόφασής του το δεδικασμένο που προκύπτει από την προηγούμενη τελεσίδικη απόφαση, λαμβάνοντας αυτό, ως αμάχητη αλήθεια όσον και αρνητικά με την έννοια ότι απαγορεύεται η άσκηση νέας αγωγής για το δικαίωμα που καλύπτεται από το δεδικασμένο, η οποία αν παρόλα αυτά ασκηθεί απορρίπτεται ως απαράδεκτη.
Η ταυτότητα των προσώπων ως αναγκαία κατ' αρχήν υποκειμενική προϋπόθεση για την ενέργεια του δεδικασμένου, αποτυπώνεται στο άρθρο 325 Κ.Πολ.Δ., που θέτει τον κανόνα ότι το δεδικασμένο ισχύει πρωταρχικά υπέρ και κατά των διαδίκων. Τα υποκειμενικά όρια του δεδικασμένου ισχύουν και ως προς τα ζητήματα που κρίθηκαν παρεμπιπτόντως από την απόφαση και καταλαμβάνονται από το δεδικασμένο με τις προϋποθέσεις του άρθρου 331 Κ.Πολ.Δ.
δηλαδή εφόσον αποτελούν αναγκαία προϋπόθεση του κυρίου ζητήματος και το δικαστήριο ήταν αρμόδιο καθ' ύλην να αποφασίσει και για τα παρεμπίπτοντα αυτά ζητήματα. Η ύπαρξη και η έκταση του δεδικασμένου προκύπτουν από το περιεχόμενο της αποφάσεως και όχι από αυτό της αγωγής που κρίθηκε έστω και αν το δικαστήριο δεν εξάντλησε το αντικείμενό της ή υπερέβη τούτο ή απομακρύνθηκε από αυτό.
Έτσι από την τελεσίδικη απόφαση που εκδίδεται από το αρμόδιο καθ' ύλην δικαστήριο σε δίκη επί τριτανακοπής, με την οποία προσβάλλει ο τριτανακόπτων την απόφαση η οποία αναγνώρισε κύριο τον ενάγοντα ακινήτου και επιδιώκει την ακύρωση ή την ανενέργειά της έναντι αυτού, επικαλούμενος προς θεμελίωση του εννόμου συμφέροντός του για την άσκησή της και της νομιμοποίησής του ότι αυτός είναι κύριος του επιδίκου προκύπτει ουσιαστικό δεδικασμένο ως προς την κυριότητα που τέθηκε με την τριτανακοπή υπό δικαστική κρίση ως προδικαστικό ζήτημα που εμποδίζει λόγω της αρνητικής λειτουργίας του δεδικασμένου την εκ νέου έρευνα της κυριότητας στα πλαίσια σχετικής αναγνωριστικής αγωγής μεταξύ των ίδιων διαδίκων, που αποκτήθηκε με τον επικαλούμενο στην τριτανακοπή τρόπο και είναι το κύριο αντικείμενο αυτής.
Επειδή κατά το άρθρο 559 αρ. 16 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει δεδικασμένο. Αν η κρίση περί δεδικασμένου στηρίζεται επί διαδικαστικών εγγράφων προς εξακρίβωση της βασιμότητας η μη του λόγου ελέγχεται και η εκτίμηση του περιεχομένου τους. Ο Άρειος Πάγος επισκοπεί και την απόφαση από τη οποία απορρέει το δεδικασμένο και ελέγχει με βάση αυτή, τη σχετική παραδοχή του δικαστηρίου (ΟλΑΠ15/1998).
Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτουν τα εξής, τα οποία άλλωστε αποτελούν και παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης του Εφετείου: Με την ένδικη αγωγή της ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου η ήδη αναιρεσίβλητη, ισχυρίσθηκε ότι απέκτησε την κυριότητα των επιδίκων δύο οικοπέδων με την κύρωση της πράξης εφαρμογής της Διεύθυνσης Πολεοδομίας Ανατολικής Αττικής, με απόφαση του Νομάρχη Ανατολικής Αττικής που μεταγράφηκε νόμιμα, αλλά και με τακτική και έκτακτη χρησικτησία, τα οποία οικόπεδα παραχωρήθηκαν σ' αυτήν σε αντικατάσταση ακινήτου, το οποίο απαλλοτριώθηκε αναγκαστικά λόγω ρυμοτομίας και προσκύρωσης, την κυριότητα του οποίου (αρχικού ακινήτου) είχε αποκτήσει τόσον με παράγωγο τρόπο, όσον και με πρωτότυπο, τακτική και έκτακτη χρησικτησία και ειδικότερα ως εκ διαθήκης κληρονόμος της γιαγιάς της Χ.
Γ., που πέθανε το 1981, την κληρονομία της οποίας αποδέχθηκε συμβολαιογραφικώς και μετέγραψε τη σχετική δήλωση αποδοχής νεμόμενη έκτοτε τούτο με τις διακατοχικές πράξεις που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με καλή πίστη και νόμιμο τίτλο προσμετρώντας στη νομή της, τη νομή της δικαιοπαρόχου της, που άρχισε το 1958, οπότε και απέκτησε αυτή τη νομή του μετά από άτυπη αγορά που συνεχίσθηκε μέχρι το θάνατό της και έτσι κατέστη κυρία (η δικαιοπάροχος) με έκτακτη χρησικτησία.
Με τον πρόσθετο δε ισχυρισμό ότι ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων αμφισβητεί την κυριότητά της επί των επιδίκων ακινήτων, ζήτησε να αναγνωριστεί κυρία του αρχικού και των νέων ακινήτων. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 7218/2005 απόφαση του Πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, η οποία απέρριψε κατ' ουσίαν την αγωγή. Εν τω μεταξύ και ενώ ήταν εκκρεμής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο ή ένδικη αγωγή, ο αναιρεσείων άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου τριτανακοπή κατά της αναιρεσίβλητης και τρίτου, που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, στην οποία εξέθετε ότι επί προγενέστερης, αγωγής που άσκησε η αναιρεσίβλητη κατά του τελευταίου (μη διαδίκου) ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου με την οποία ζήτησε να αναγνωρισθεί η κυριότητά της στο αρχικό παραπάνω επίδικο ακίνητο, πριν από την απαλλοτρίωση, την οποία αυτός αμφισβητούσε, εκδόθηκε η 441/2005 απόφαση αυτού, που δέχθηκε κατ' ουσίαν την αγωγή, και αναγνώρισε την τελευταία κυρία του αρχικού ακινήτου, ότι η καθ' ής η τριτανακοπή (αναιρεσίβλητη) δεν απέκτησε την κυριότητα αυτού ούτε με παράγωγο τρόπο, ούτε με τακτική και έκτακτη χρησικτησία όπως ισχυρίσθηκε στην αγωγή της επί της οποίας εκδόθηκε η τριτανακοπτόμενη απόφαση και ότι τούτο υπήρξε κληροτεμάχιο, ιδιοκτησίας τρίτου, το οποίο ουδέποτε παρελήφθη από το δικαιούχο αυτού κληρούχο, δόθηκε στην κοινή χρήση, από το 1933, ως οδός και ανήκει στην κυριότητά του σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 28 του Ν.1337/1983 και ζήτησε την ακύρωση έναντι αυτού της τριτανακοπτομένης απόφασης, Η τριτανακοπή απορρίφθηκε τελεσίδικα με την 1070/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών που έχει ήδη καταστεί αμετάκλητη, για έλλειψη ενεργητικής νομιμοποιήσεως του αναιρεσείοντος τριτανακόπτοντος, προς άσκηση αυτής επειδή δεν ήταν κύριος του επιδίκου τότε αρχικού ακινήτου, κατά το χρόνο έκδοσης της τριτανακοποπτομένης απόφασης απορρίπτοντας τους σχετικούς περί κυριότητάς του στο επίδικο ακίνητο παραπάνω ισχυρισμούς του και απέρριψε κατ' ουσίαν έφεση του κατά της απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, που είχε κρίνει ομοίως.
Περαιτέρω με την 3664/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που επελήφθη μετά την άσκηση έφεσης από την ήδη αναιρεσίβλητη κατά της απόφασης του Πρωτοβαθμίου δικαστηρίου επί της ένδικης αγωγής, αναβλήθηκε η συζήτηση αυτής μέχρι να εκδοθεί απόφαση επί της τριτανακοπής, μετά την τελεσίδικη απόρριψη της οποίας επανήλθε η υπόθεση ενώπιον του Εφετείου, το οποίο με την προσβαλλομένη απόφαση, δέχθηκε κατ' ουσίαν την έφεση, εξαφάνισε την εκκαλουμένη πρωτόδικη απόφαση και δέχθηκε κατ' ουσίαν την αγωγή, αναγνωρίζοντας την ενάγουσα-καθ' ής η τριτανακοπή και ήδη αναιρεσίβλητη κυρία των επιδίκων ακινήτων, του αρχικού και εκείνων που παραχωρήθηκαν σε αντικατάστασή του μετά την απαλλοτρίωση.
Ειδικότερα το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε ότι από την παραπάνω εφετειακή απόφαση επί της τριτανακοπής έχει παραχθεί δεδικασμένο, ως προς το ένδικο ζήτημα της κυριότητας επί του αρχικού ακινήτου από την άποψη της έλλειψης κυριότητας του τριτανακόπτοντος Δήμου επ' αυτού, με βάση τον επικαλούμενο παραπάνω τρόπο κτήσης αυτής, που και ως εναγόμενος, πρόβαλε προς απόκρουση της ένδικης αγωγής, η οποία (έλλειψη κυριότητας) κρίθηκε παρεμπιπτόντως, ως προδικαστικό ζήτημα, από το αρμόδιο υλικά δικαστήριο στα πλαίσια της τριτανακοπής, και το οποίο δεδικασμένο λόγω της αρνητικής λειτουργίας του εμποδίζει την εκ νέου έρευνα των ίδιων ισχυρισμών του αναιρεσείοντος.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.16 Κ.Πολ.Δ., καθ' όσον, σύμφωνα και με όσα αναφέρονται στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, κύριο μεν αντικείμενο της δίκης επί της τριτανακοπής ήταν η ανενεργεία ή η ακύρωση της προσβαλλομένης με αυτήν απόφασης ως προς τον τριτανακόπτοντα, η απόφαση όμως που εκδόθηκε επ' αυτής έχει ως αναγκαία προϋπόθεση της διαγνωστικής της κρίσης (προδικαστικό ζήτημα) επί της τριτανακοπής την κυριότητα του επιδίκου, που έπρεπε να κριθεί προς δικαιολόγηση του εννόμου συμφέροντος του τελευταίου προς άσκηση της τριτανακοπής και συνεπώς αφού κρίθηκε από το αρμόδιο υλικά δικαστήριο η έλλειψη κυριότητας του αναιρεσείοντος-τριτανακόπτοντος στο επίδικο αρχικό ακίνητο, ως προδικαστικό ζήτημα, παρήχθη δεδικασμένο κατά τούτο στην παρούσα δίκη.
Επομένως ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 16 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. επειδή δέχθηκε παρά το νόμο ότι υπάρχει δεδικασμένο είναι αβάσιμος. Επειδή από τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 79 του Αγροτικού Κώδικα σε συνδυασμό με τις διατάξεις των παρ. 1 και 3 του ίδιου άρθρου και των άρθρων 26, 74, 180, 203 του ίδιου Κώδικα, 1 παρ. 1, 4 παρ. 1,5 του ΝΔ/τος 1189/1972 ενόψει και της παρ. 1 του άρθρου 1 του ΑΝ 431/1968 κατά την οποία από την έναρξη ισχύος του επιτρέπεται στους κατά την εποικιστική νομοθεσία κληρούχους η εκποίηση ή οπωσδήποτε διάθεση των κάθε φύσεως κλήρων τους με δικαιοπραξίες εν ζωή υπό τον περιορισμό μόνον της μη κατάτμησης των τεμαχίων οριστικής διανομής, προκύπτει ότι ο κατά τον αγροτικό νόμο αποκαθιστάμενος κληρούχος, από την εγκατάσταση αυτού στον κλήρο και αν ακόμα δεν παρέλαβε την κατοχή του, θεωρείται ως μόνος καλής πίστεως νομέας αυτού και συνεπώς ο κλήρος που του παραχωρήθηκε είναι ανεπίδεκτος χρησικτησίας από άλλον.
Ως εγκατάσταση νοείται η παραχώρηση με απόφαση της Επιτροπής Απαλλοτριώσεων ορισμένου κλήρου σε πρόσωπο δικαιούμενο αποκατάστασης. Εξάλλου, κατά τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1, 4 παρ. 1 και 5 του ν.δ. 1189/1972, που ίσχυε μέχρι της καταργήσεως από τον ν. 4061/2012 η κυριότητα των κλήρων των μη παραμεθορίων περιοχών περιέρχεται αυτοδικαίως από της κυρώσεως της οριστικής διανομής, στους αναγεγραμμένους στους κτηματολογικούς πίνακες της οριστικής διανομής δικαιούχους τούτων, ενώ αρμόδια για την έκδοση των οριστικών τίτλων είναι η Επιτροπή των Οριστικών Διανομών (ΕΑΠ), από τη δημοσίευση δε της σχετικής απόφασής της, κατά τον οριζόμενο τρόπο, θεωρείται ότι κυρώθηκε η οριστική διανομή.
Μετά όμως την ισχύ του ΑΝ431/1968 (23-5-1968) ο κληρούχος δε θεωρείται κατά πλάσμα δικαίου νομέας του κλήρου αν δεν τον κατέχει πραγματικά, με συνέπεια να είναι δυνατή η χωρίς τη θέληση του κληρούχου κτήση από τρίτον της νομής ολόκληρου του κληροτεμαχίου που μπορεί να οδηγήσει στην κτήση της κυριότητας τούτου με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία, εφόσον έχει συμπληρωθεί ο αναγκαίος για κάθε μία εξ αυτών χρόνος.
Τούτο μπορεί να συμβεί εφόσον έχει κυρωθεί όπως ορίζει ο νόμος η οριστική διανομή, αφού μόνον έκτοτε αποκτά την κυριότητα κλήρου που βρίσκεται σε μη παραμεθόρια περιοχή ο κληρούχος, ενώ μέχρι τότε η κυριότητα αυτού ανήκει στο Δημόσιο. Λόγω της απαγόρευσης με τον ΑΝ431/1968 της κατάτμησης των τεμαχίων της οριστικής διανομής, που αποβλέπει στη διατήρηση ακεραίων των κληροτεμαχίων προς το σκοπό της επωφελέστερης εκμετάλλευσής τους, δεν επιτρέπεται η κτήση κυριότητας με χρησικτησία σε διαιρετό τμήμα του κληροτεμαχίου.
Επειδή από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στην διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Στην προκειμένη περίπτωση στις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, αναφέρεται ότι όπως δέχθηκε η αμετάκλητη απόφαση επί της τριτανακοπής αποδείχθηκε ότι το επίδικο υπήρχε ως αυθύπαρκτο ακίνητο (χωριστή ιδιοκτησία) από το 1958, και ανήκε κατά μεν το μεγαλύτερο τμήμα του, εμβαδού 1.747,21 τ.μ. στο κληροτεμάχιο 134, που έλαβε τον αριθμό 01.21.01 στον κτηματολογικό πίνακα, του οποίου (κληροτεμαχίου 134) είχε επιτραπεί κατ' εξαίρεση η κατάτμηση από το 1951, κατά δε το μικρότερο τμήμα του, 190,97 τ.μ.
σε άλλο κληροτεμάχιο με αριθμό 47, και κατά το πολύ μικρότερο τμήμα του, εμβαδού 24,59 τ.μ. στο κληροτεμάχιο 135, του οποίου (κληροτεμαχίου 135) μόνο μία μικρή τριγωνική επιφάνεια 4,37 τ.μ. στη νοτιοδυτική του γωνία, έχει ενσωματωθεί στο πιο πάνω κληροτεμάχιο 134. Περαιτέρω όμως δέχθηκε το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφαση ότι η ενάγουσα απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου αρχικού ακινήτου παραγώγως, ως εκ διαθήκης κληρονόμος της γιαγιάς της Χ.
Γ., που πέθανε το 1981 την κληρονομία της οποίας αποδέχθηκε με συμβολαιογραφική πράξη που μεταγράφηκε νομίμως και έκτοτε νεμήθηκε τούτο με διακατοχικές πράξεις που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του και έτσι κατέστη κυρία αυτού και πρωτοτύπως με έκτακτη χρησικτησία. Δέχθηκε ακόμα το Εφετείο ότι η δικαιοπάροχος της ενάγουσας, κληρονομουμένη, ήταν κυρία του αρχικού επιδίκου ακινήτου κατά το χρόνο του θανάτου της, δικαίωμα που απέκτησε με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, ως νεμηθείσας τούτο από το 1958 που απέκτησε τη νομή του στα πλαίσια άτυπης αγοράς, πλέον της εικοσαετίας.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου με ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της κτήσεως της κυριότητας της ενάγουσας επί του προαναφερομένου ακινήτου που αποτελεί την αναγκαία προϋπόθεση, κατά το άρθρο 12 του ν. 1337/1983, για την διεκδίκηση του διαμορφωθέντος ακινήτου.
Ειδικότερα ενώ δέχεται ότι τμήμα του επιδίκου αρχικού ακινήτου επιφάνειας 190,97 τ.μ. ανήκε στο 47 κληροτεμάχιο και άλλο τμήμα αυτού επιφάνειας 24,59 τ.μ. ανήκε στο 135 κληροτεμάχιο, ακολούθως δέχεται ότι η δικαιοπάροχος της ενάγουσας νεμήθηκε το επίδικο από το 1958 που το αγόρασε άτυπα, μέχρι το θάνατό της που συνέβη το 1981 και έκτοτε συνέχισε τη νομή του η τελευταία, χωρίς παράλληλα να εκθέτει εάν εκδόθηκε ο οριστικός τίτλος κυριότητας, ως και τον τρόπο και χρόνο κύρωσης της οριστικής διανομής από την οποία και μόνο μπορούσε να μεταβιβασθεί σε συγκεκριμένο κληρούχο από το Δημόσιο η επ' αυτού κυριότητα και έτσι να καταστεί τούτο δεκτικό χρησικτησίας αλλά και ενόψει του ότι πρόκειται περί διαιρετών τμημάτων κληροτεμαχίων, αν είχε αρθεί η απαγόρευση της κατάτμησης τούτων στο σύνολό τους έτσι ώστε να είναι δεκτικά νομής χρησικτησίας από τρίτον μετά την 23-5-1968, που άρχισε να ισχύει ο ΑΝ.431/1968.
Συνεπώς ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. είναι βάσιμος, Κατ' ακολουθίαν τούτων πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, πλην εκείνων που εξέδωσαν την αναιρουμένη απόφαση. Η αναιρεσίβλητη, ως ηττηθείσα διάδικος πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος (άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δ., 281 του Ν.3463/2006 "Κύρωση του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων)" όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 4232/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Αθηνών, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, πλην αυτών, που εξέδωσαν την αναιρουμένη απόφαση.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει στο ποσόν των εξακοσίων (600) ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 26η Απριλίου 2014. Και
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 14η Νοεμβρίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ