Supreme Court dismisses ICAM's appeal against Athens Court of Appeal's enforcement order regarding social security fund claims.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the National Institute of Social Insurance's request to annul the Athens Court of Appeal's decision ordering enforcement against multiple defendants. The appellant argued the lower court's order contained contradictory provisions regarding the ranking of claims, yet the court found no actual ambiguity preventing execution. Consequently, the appeal was dismissed, and legal costs were offset between the parties.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(17), 559(19) of the Code of Civil Procedure; Contradictions between the reasoning and operative part of a judgment must be explicit to invalidate execution, and vague references do not constitute grounds for annulment.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2068 / 2013 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2068/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2 ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου, Γεράσιμο Φουρλάνο και Στυλιανή Γιαννούκου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Δεκεμβρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ -ΕΝΙΑΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΜΙΣΘΩΤΩΝ (ΙΚΑ-ΕΤΑΜ)", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στυλιανό Αντωνόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Σ. Κ., κατοίκου ... , 2. Κ. Κ., κατοίκου ... , 3. Α. Σ. του Σ., κατοίκου ... , 4. Β. Γ., κατοίκου ... , 5. Ε. Κ., κατοίκου ... , 6. Χ. Π., κατοίκου ... , 7. Λ. Κ., κατοίκου ... , 8. Ι. Π., κατοίκου ... , 9. Α. Α., κατοίκου ... , 10. Μ. Μ., κατοίκου ... , 11. Ξ. Ε., κατοίκου ... , 12. Δ. Ο., κατοίκου ... , 13. Α. Σ. του Χ., κατοίκου ... , 14. Σ. Κ., κατοίκου ... , 15. Μ. Χ., κατοίκου ... , 16. Χ. Γ., κατοίκου ... και 17. Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Γενική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Οι 1ος, 12ος εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Μαρία Κουρή, ο 10ος παραστάθηκε με την ίδια πληρεξούσια δικηγόρο και η 17η εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία Βελλίδου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. οι δε 2ος, 3ος, 4ος, 5ος, 6ος, 7ος, 8ος, 9ος, 11ος, 13ος, 14ος, 15η και 16ος δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 10-2-2003 και 23-4-2003 ανακοπές των ήδη αναιρεσείουσας και 17ης αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 542/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 4558/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 27-5-2008 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεράσιμος Φουρλάνος, ανέγνωσε την από 30-11-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.
Η πληρεξούσια των παραστάντων αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Εισάγεται προς κρίση αίτηση για αναίρεση απόφασης δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, η οποία έκρινε σε υπόθεση ανακοπής κατά της εκτέλεσης (κατά πίνακα κατάταξης), την οποία άσκησε το ήδη αναιρεσείον ΙΚΑ.
ΙΙ. Όπως προκύπτει από τις 9433β/6-9-2012, 9435β/6-9-2012, 9434β/6-9-2012, 9424β/6-9-2012, 6662β /15-7-2011, 9432β/6-9-2012, 6646β/15-7-2011, 9438β/6-9-2012, 9431β /6-9-2012, 6589β /8-7-2011, 9439β /6-9-2012, 6647β /15-7-2011 και 9430β/6-9-2012 εκθέσεις του δικαστικού επιμελητή Αθηνών ..., σε συνδυασμό με τις δέουσες καταχωρήσεις, στις ημερήσιες εφημερίδες "Ελεύθερη Ώρα" της 7-9-2012 και "Η Αυγή" της 8-9-2012, ακριβές αντίγραφο της ένδικης αίτησης αναίρεσης με κλήση για παράσταση, κατά τη δικάσιμο που σημειώνεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα, στους δεύτερο, τρίτο, τέταρτο, πέμπτο, έκτο, έβδομο, όγδοο, ένατο, ενδέκατο, δέκατο τρίτο, δέκατο τέταρτο, δέκατο πέμπτο και δέκατο έκτο των αναιρεσιβλήτων αντίστοιχα. Διευκρινίζεται πως, οι εξ αυτών δεύτερος, τρίτος, τέταρτος, πέμπτος, έβδομος, ένατος, ενδέκατος, δέκατος τρίτος, δέκατος τέταρτος και δέκατος έκτος, κλητεύθηκαν ως αγνώστου διαμονής. Άρα, εφ' όσον αυτοί δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο ούτε με δήλωση του άρθρου 242 παρ 2 ΚΠολΔ, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε, με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, πρέπει να δικασθούν ερήμην, να χωρήσει, όμως, η συζήτηση παρά την απουσία τους (αρθρ.576 παρ3 ΚΠολΔ)
ΙΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 216 ΚΠολΔ, η αγωγή, εκτός των στοιχείων που ορίζονται στα άρθρα 118 και 117, πρέπει να περιέχει, σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν, σύμφωνα με το νόμο και δικαιολογούν την άσκησή της, από τον ενάγοντα, κατά του εναγόμενου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα.
Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 972 παρ. 1 ΚΠολΔ, οι δανειστές εκείνου, κατά του οποίου έγινε η εκτέλεση, έχουν δικαίωμα να αναγγείλουν την απαίτησή τους. Η αναγγελία, πρέπει να περιέχει το διορισμό αντικλήτου και την περιγραφή της απαίτησης του δανειστή που αναγγέλεται. Η αναγγελία, πρέπει να περιέχει και αίτημα κατάταξης στο πλειστηρίασμα και μάλιστα ειδικό αίτημα γι την τυχόν, προνομιακή κατάταξη και να αναφέρονται και τα περιστατικά που στηρίζουν το προνόμιο, εκτός αν συμπίπτουν με την απαίτηση (ΑΠ 575/2005, ΑΠ 472/2005).
Το δικόγραφο της αναγγελίας είναι άκυρο, αν αόριστα, αναφέρεται η απαίτηση, ώστε να μην είναι δυνατόν ο οφειλέτης και οι λοιποί δανειστές να την αντικρούσουν. Δεν είναι, όμως, αναγκαία η εξειδίκευση στο βαθμό που απαιτείται για την αγωγή και για την ανακοπή, γιατί ο υπάλληλος επί του πλειστηριασμού, δεν εκτιμά αποδείξεις, για την περιεχόμενη στην αναγγελία απαίτηση, ούτε το αναγγελτήριο αποτελεί προδικασία κύριας ή παρεμπίπτουσας αίτησης για δικαστική προστασία, κατά την έννοια του άρθρου 111 (πρβλ ΑΠ 31/2010, ΑΠ 1401/2009).
Έτσι, δεν είναι αόριστη η αναγγελία, όταν σ' αυτή γίνεται αναφορά σε ορισμένη δικαστική απόφαση ή σε άλλο δημόσιο έγγραφο, με το οποίο αναγνωρίζεται η απαίτηση του αναγγελλόμενου δανειστή ή το προνόμιό του, και το οποίο κατατέθηκε μέσα στην προβλεπόμενη, από το νόμο, προθεσμία (ΑΠ 31/2010, ΑΠ 119/2003). Για την πληρότητα της περιγραφής της αξίωσης, αρκεί η μορφολογική εξειδίκευσή της, ως προς το είδος και το προνόμιο κατάταξής της, μπορεί δε να συμπληρώνεται με παραπομπή σε άλλο, συνυποβαλλόμενο, δημόσιο έγγραφο (ΑΠ 31/2010).
Έτσι, αν αναγγελθούν πολλοί δανειστές για απαιτήσεις τους, που προέρχονται από παροχή εξαρτημένης εργασίας, αυτή δεν είναι αόριστη, έστω και αν δεν αναφέρεται για καθένα ξεχωριστά, το είδος και η διάρκεια απασχόλησής του στον οφειλέτη, ο λόγος της καταγγελίας της σύμβασης, το ύψος του μισθού και όταν από την επισυναπτόμενη στην αναγγελία και συγκοινοποιούμενη στον υπάλληλο του πλειστηριασμού αγωγή ή δικαστική απόφαση, γίνεται περαιτέρω, εξειδίκευση των απαιτήσεων (ΑΠ 387/2001).
Στην προκείμενη περίπτωση, εισήχθη, αρμοδίως, προς κρίση, ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος ΙΚΑ-ΕΤΑΜ και της Γενικής Τράπεζας Ελλάδος ΑΕ, κατά του με αριθμό ... /31/10/2002 πίνακα κατάταξης της συμβολαιογράφου Αθηνών Βαρβάρας Σγούρα. Η προσβαλλόμενη απόφαση, κρίνοντας για αυτοτελείς εφέσεις των παραπάνω ανακοπτόντων, δέχθηκε τα ακόλουθα : " Η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία Ο.
ΔΑΡΙΓΚ Α. Β. Ν.Ε και έδρα τη ..., επισπεύδουσα αναγκαστική εκτέλεση κατά της οφειλέτριάς της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "3Κ GROUP ... " είχε κατάσχει αναγκαστικά τα ακίνητα της τελευταίας, που περιγράφονται στην συνταγείσα έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης ... Ο πλειστηριασμός ... έγινε κατά την ορισθείσα αρχικά ημερομηνία της 21ης Νοεμβρίου 2001.
Για τον λόγο αυτό τη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης συνέχισε, με την σχετική δήλωση της ... η εκ των ανακοπτόντων και τώρα εκκαλούσα και εφεσίβλητη "ΓΕΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε", για την ικανοποίηση απαίτησής της συνολικού ποσού 289769,33 ΕΥΡΩ, που είχε επιδικαστεί με ... διαταγή πληρωμής ... Ο πλειστηριασμός ...
έγινε ... στις 29/9/1992 και τα ακίνητα κατακυρώθηκαν στους τελευταίους πλειοδότες αντί του συνολικού πλειστηριάσματος των 187.183 ΕΥΡΩ. Για το γενόμενο πλειστηριασμό συντάχθηκε ... έκθεση ... της επί πλειστηριασμού συμβολαιογράφου ... Στην υπάλληλο επί του πλειστηριασμού αναγγέλθηκαν: α) το ανακόπτον και τώρα εκκαλούν και εφεσίβλητο ΙΚΑ - ΕΤΑΜ για το ποσό των 76.789,73 ΕΥΡΩ, απ' το οποίο τα 25.407,06 ΕΥΡΩ είχαν βεβαιωθεί στο Δ' Ταμείο Είσπραξης Εσόδων ΙΚΑ Αθηνών και τα υπόλοιπα 51.382,67 ΕΥΡΩ στο Ταμείο Είσπραξης Εσόδων ΙΚΑ Πειραιά β) οι πρώτος έως δέκατος έκτος εφεσίβλητοι της δεύτερης έφεσης για τα ποσά των 8657,40 - 23163,53 - 14173,01 -20240,97-14155,37 - 9100,87 - 2797,39 - 1071,58 - 3717,93 - 16832 - 3522,30 - 27454 - 9243,50 - 29837- 42985,63 και 7043,29 ΕΥΡΩ αντίστοιχα γ) η ανακόπτουσα και τώρα εκκαλούσα και εφεσίβλητη ΓΕΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ για το ποσό των 315682,59 ΕΥΡΩ και δ) η αρχικά επισπεύσασα την αναγκαστική εκτέλεση ανώνυμη εταιρεία Ο ΔΑΡΙΓΚ ΑΒΝΕ για το ποσό των 223.071,35 ΕΥΡΩ.
Στην συνέχεια η συμβολαιογράφος ... συνέταξε ... το πίνακα- πρόσκληση δανειστών αριθμ. ... /31-10-2002, με τον οποίο Α) από το πλειστηριασμό των 187183 ΕΥΡΩ αφαίρεσε τα έξοδα αναγκαστικής εκτέλεσης συνολικού ποσού 9659,67 ΕΥΡΩ ... και Β) στο υπόλοιπο του πλειστηριάσματος των 177523,33 ... ΕΥΡΩ κατέταξε 1) τυχαίως ... τους δεκαέξι, (16) πρώτους εφεσίβλητους στη δεύτερη έφεση ...
Όλες αυτές οι απαιτήσεις προέρχονται από παροχή εξαρτημένης εργασίας και γι' αυτό κατατάχθηκαν προνομιακά κατά το άρθρο 975 § 3 του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 31 του Ν. 1545/1985 και 2) το απόμειναν υπόλοιπο των 32317,86 ... ΕΥΡΩ δεν επαρκούσε για την ικανοποίηση όλων των αναγγελθέντων δανειστών και γι' αυτό κατέταξε σ' αυτό, κατά το άρθρο 977 § 1 του ΚΠολΔ τους δύο εκκαλούντες και δη στο 1/3 των 10772,62 ...
ΕΥΡΩ το ΙΚΑ ΕΤΑΜ και στα υπόλοιπα 2/3 των 32317,86 ... ΕΥΡΩ τη ΓΕΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α. Ε. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την εκκαλουμένη απόφασή του δέχθηκε κατά ένα μέρος τις δύο συνεκδικασθείσες ανακοπές και μεταρρύθμισε τον ανακοπτόμενο πίνακα κατάταξης. Ειδικότερα: α) περιόρισε τα έξοδα και την αμοιβή των δικαστικών επιμελητών ...
και της συμβολαιογράφου ... κατά 2777,48 - 721,98 και 665,56 ΕΥΡΩ αντίστοιχα ... και στο ποσό αυτό κατέταξε το ανακόπτον και τώρα εκκαλούν και εφεσίβλητο ΙΚΑ - ΕΤΑΜ και β) απέβαλε τους δέκα τρεις εφεσίβλητους στην δεύτερη έφεση για μέρος των απαιτήσεων τους που είχαν καταταγεί και συγκεκριμένα για 187 - 207,78 - 166,23 - 166,23 - 124,67 - 145,45 - 70,65 - 74,80 - 70,65 - 178,70 - 100,65 - 220,10 και 145,45 ΕΥΡΩ αντίστοιχα και συνολικά για 1828,36 ΕΥΡΩ και στο ποσό αυτό κατέταξε, κατά το 1/3 και τα 2/3 αντίστοιχα, τους δύο εκκαλούντες ΙΚΑ-ΕΤΑΜ και ΓΕΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε. ...
Επίσης αποδεικνύεται, ότι οι δέκα έξι (16) εφεσίβλητοι στη δεύτερη έφεση αναγγέλθηκαν νόμιμα στην επί του πλειστηριασμού υπάλληλο και δη οι μεν δέκα τρεις (13) πρώτοι απ' αυτούς, με το κοινό αναγγελτήριό τους με χρονολογία 7/10/02, οι δε τρεις τελευταίοι με τα αναγγελτήριά τους με χρονολογίες 3/10/2002, 3/10/2002 και 9/9/2002 αντίστοιχα.
Στα αναγγελτήριά τους αυτά περιγράφουν επαρκώς τις απαιτήσεις τους, για τις οποίες αναγγέλθηκαν ... Όλοι οι προαναφερόμενοι εφεσίβλητοι προσδιορίζουν στις αναγγελίες τους την ειδικότητα, με την οποία ο καθένας από αυτούς εργάστηκε, και το μηνιαίο μισθό τους. Οι δε τρεις τελευταίοι είχαν περιλάβει στα αναγγελτήριά τους ολόκληρο το κείμενο των σχετικών αγωγών τους που είχαν ασκήσει κατά της καθ' ης η αναγκαστική εκτέλεση ανώνυμης εταιρείας "3Κ GROUP ... " Τα αναγγελτήρια αυτά αποτελούν, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στην αρχή της παρούσας σκέψης, τα εισαγωγικά δικόγραφα, με τα οποία εισήχθησαν οι απαιτήσεις των εν λόγω δέκα έξι (16) εφεσίβλητων στην διαδικασία της κατατάξεως.
Γι αυτό παραδεκτά αναφέρθηκαν σ' αυτά με τις προτάσεις που κατέθεσαν στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και δεν ήταν απαραίτητο να περιλάβουν αναλυτικά σ' αυτές το περιεχόμενο των αναγγελτηρίων. Γι' αυτό και οι ισχυρισμοί του εκκαλούντος ΙΚΑ ΕΤΑΜ ότι τα αναγγελτήρια των δέκα πρώτων εφεσίβλητων είναι αόριστα και ότι οι εφεσίβλητοι αυτοί δεν προσδιόρισαν επαρκώς στην πρωτόδικη δίκη τις απαιτήσεις τους, για τις οποίες έχουν αναγγελθεί, δεν είναι βάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν οι περί τούτων λόγοι της κρινόμενης έφεσης του.
Περαιτέρω αποδεικνύεται ότι: 1) οι δεκατρείς (13) πρώτοι εφεσίβλητοι στην δεύτερη έφεση έχουν κατά της καθής η αναγκαστική εκτέλεση τις απαιτήσεις, για τις οποίες έχουν καταταγεί στον ανακοπτόμενο πίνακα. Τα ποσά των απαιτήσεών τους αυτών έχουν το γενικό προνόμιο του άρθρου 975 αρ. 3 του ΚΠολΔ και είναι αυτά για τα οποία έχουν καταταχτεί στον πίνακα κατάταξης, με μόνη εξαίρεση τα ποσά των απαιτήσεών τους για δώρο Χριστουγέννων 2001, τα οποία είναι μειωμένα κατά τα ποσά που έχει δεχτεί το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και αναφέρονται πιο πάνω και δη του πρώτου εφεσίβλητου κατά εκατόν ογδόντα επτά (187) ΕΥΡΩ, του δεύτερου κατά διακόσια επτά και εβδομήντα οκτώ εκατοστά (207,78) ΕΥΡΩ, του τρίτου κατά εκατόν εξήντα έξι και είκοσι τρία εκατοστά (166,23) ΕΥΡΩ, του τετάρτου κατά εκατόν εξήντα έξι και είκοσι τρία εκατοστά (166,23) ΕΥΡΩ, του πέμπτου κατά εκατόν είκοσι τέσσερα και εξήντα επτά εκατοστά (124,67) ΕΥΡΩ, του έκτου κατά εκατόν σαράντα πέντε και σαράντα πέντε εκατοστά (145,45) ΕΥΡΩ, του έβδομου κατά εβδομήντα και εξήντα πέντε εκατοστά (70,65) ΕΥΡΩ, του όγδοου κατά εβδομήντα τέσσερα και ογδόντα εκατοστά (74,80) ΕΥΡΩ, του ένατου κατά εβδομήντα και εξήντα πέντε εκατοστά (70,65) ΕΥΡΩ, του δέκατου κατά εκατόν εβδομήντα οκτώ και εβδομήντα εκατοστά (178,70) ΕΥΡΩ, του ενδέκατου κατά εκατό και εξήντα πέντε εκατοστά (100,65) ΕΥΡΩ, του δωδέκατου κατά διακόσια είκοσι και δέκα εκατοστά (220,10) ΕΥΡΩ και του δέκατου τρίτου κατά εκατόν σαράντα πέντε και σαράντα πέντε εκατοστά (145,45) ΕΥΡΩ.
Έτσι οι απαιτήσεις των δεκατριών αυτών εφεσίβλητων κατά του καθ' ου η αναγκαστική εκτέλεση, για τις οποίες έπρεπε να καταταγούν στον ανακοπτόμενο πίνακα, ανέρχονται σε: 1133,62 (1320,62 -187), 13417,97 (13625,75 - 207,78), 6376,56 (6542,79 - 166,23), 12444,52 (12610,75 - 166,23), 8307,44 (8432,11 - 124,67), 6901,02 (7046,47-145,45), 1728,64 (1799,29-70,65), 643,65 (718,45 - 74,80), 727,25 (797,90 - 70,65), 9081,30 (9260 - 178,70), 458,25 (528,90 -70,65), 24003,90 (24224 - 220,10) και 2422,42 (2567,87 -145,45) ΕΥΡΩ αντίστοιχα.
Το εκκαλούν ΙΚΑ ΕΤΑΜ αμφισβητεί τις απαιτήσεις αυτές των δέκα τριών (13) εφεσίβλητων, πλην όμως δεν εξέτασε μάρτυρες στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και δεν προσκομίζει κάποιο άλλο σχετικό αποδεικτικό έγγραφο. Επομένως ορθά το πρωτοβάθμιο δικαστήριο εκτίμησε κατά τούτο τις αποδείξεις που του προσκόμισαν οι διάδικοι και πρέπει να απορριφτούν οι περί του αντιθέτου λόγοι της δεύτερης των κρινόμενων εφέσεων, 2) οι απαιτήσεις του δέκατου τετάρτου εφεσίβλητου στη δεύτερη έφεση ανέρχονται στις 19372,32 ΕΥΡΩ και αναλύονται ως εξής:
α) δεδουλευμένες αποδοχές 13206,16 ΕΥΡΩ, β) αποδοχές αδείας 2001 1408,66 ΕΥΡΩ, γ) επίδομα αδείας 733,68 ΕΥΡΩ, δ) αποζημίωση για άτακτη καταγγελία της σύμβασης εργασίας 3423,82 ΕΥΡΩ και ε) χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη 600 ΕΥΡΩ. Όλες αυτές οι απαιτήσεις του έχουν το γενικό προνόμιο του άρθρου 976 αρ.3 του ΚΠολΔ και έχουν ήδη επιδικαστεί με την οριστική απόφαση αριθμ. 2784/2002 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο δέχτηκε, ότι οι απαιτήσεις του δέκατου τέταρτου εφεσίβλητου ανέρχονται στο συνολικό ποσό των 21031,99 ΕΥΡΩ, για το οποίο και έχει καταταχτεί στον ανακοπτόμενο πίνακα, εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις που του προσκόμισαν οι διάδικοι. Γι' αυτό και πρέπει να γίνουν δεκτοί οι περί τούτου λόγοι της κρινόμενης έφεσης του Ι ΚΑ ΕΤΑΜ και 3) οι απαιτήσεις της δέκατης πέμπτης και του δεκάτου έκτου εφεσίβλητων στη δεύτερη έφεση ανέρχονται στα ποσά των 27655,29 και 7043,29 ΕΥΡΩ αντίστοιχα.
Οι απαιτήσεις τους αυτές απολαμβάνουν του γενικού προνομίου του άρθρου 975 αριθμ. 3 του ΚΠολΔ. Το εκκαλούν ΙΚΑ ΕΤΑΜ αμφισβητεί τις απαιτήσεις των δύο αυτών εφεσίβλητων, πλην όμως δε έχει προσκομίσει κάποιο σχετικό αποδεικτικό μέσο. Επομένως, ορθά το πρωτοβάθμιο δικαστήριο εκτίμησε κατά τούτο τις αποδείξεις και πρέπει να απορριφτούν όλοι οι περί του αντιθέτου λόγοι της δεύτερης των κρινόμενων εφέσεων.
Τέλος αποδεικνύεται, ότι ο υπάλληλος επί του πλειστηριασμού δεν έχει ορίσει με τον ανακοπτόμενο πίνακα, όπως είχε υποχρέωση (αρθ. 978 § 2 ΚΠολΔ), πως θα κατανεμηθούν τα ποσά που αναλογούν στις απαιτήσεις που κατέταξε τυχαίως, αν αυτές πάψουν να υπάρχουν". Ήδη το αναιρεσείον ΙΚΑ-ΕΤΑΜ με τον πρώτο λόγο της αναίρεσής του, προβάλλει, τις από 559 αρ 14 και 559 αρ 8 πλημμέλειες, για τους λόγους (όπως εκτιμάται), ότι:
α) οι πρώτος, έκτος και δέκατος τρίτος των αναιρεσιβλήτων δεν διέλαβαν τα γενεσιουργά των απαιτήσεων τους στοιχεία, (χρόνος πρόσληψης, ύψη μηνιαίων αποδοχών, αιτίες επί μέρους απαιτήσεων, όρους υπερημερίας της οφειλέτιδος εταιρείας) β)τα αυτά ισχύουν και για τους 14ο και 16ο των αναιρεσιβλήτων. Όμως : α)ουδόλως προσκομίζονται, τα αναγγελτήρια ώστε να ελεγχθεί το περιεχόμενό τους, και να κριθεί, αν ορθώς το Εφετείο, αναφέρθηκε στις οικείες προτάσεις των αντιδίκων του αναιρεσείοντος β)το Εφετείο αναφέρει πως " ...
στα αναγγελτήριά τους αυτά (οι δέκα έξι), περιγράφουν επαρκώς τις απαιτήσεις τους ...", γ) το αναιρεσείον, ποιείται μνεία των προτάσεων, ουδόλως δε αναφέρεται στο περιεχόμενο των αναγγελτηρίων, ε)ακόμη το Εφετείο αναφέρει ότι "τα αναγγελτήρια αυτό αποτελούν ... τα εισαγωγικά δικόγραφα, με τα οποία εισήχθησαν οι απαιτήσεις των δέκα έξι (16) εφεσίβλητων στη διαδικασία της κατατάξεως.
Γι' αυτό παραδεκτά αναφέρθηκαν σ' αυτά με τις προτάσεις που κατέθεσαν στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και δεν ήταν απαραίτητο να περιλάβουν αναλυτικά σ' αυτές το περιεχόμενο των αναγγελτηρίων ...". Επομένως, δεν κάνει λόγο για συμπλήρωση των (μη προσκομιζόμενων) αναγγελτηρίων με τις προτάσεις. Αλλά και, υπό την αντίθετη εκδοχή, θα έπρεπε και πάλιν να είχαν προσκομισθεί τα αναγγελτήρια, ώστε να κριθεί ο πιο πάνω, λόγος, υπό οιαδήποτε εκδοχή του.
Κατά ταύτα, ο πρώτος αναιρετικός λόγος, από το άρθρο 559 αρ 14 και 8, είναι αβάσιμος.
ΙV. Κατά το άρθρο 559 αρ 10 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχτηκε πράγματα που είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά, χωρίς απόδειξη ή δεν διέταξε απόδειξη γι' αυτά. Ο λόγος αυτός, για να είναι ορισμένος, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο, πως προτάθηκε στο Εφετείο (ΑΠ 441/1993).
Αρκεί δε το δικαστήριο να στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα στις προσκομισθείσες αποδείξεις, χωρίς να είναι ανάγκη να αξιολογεί ειδικά, το κάθε αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 2031/2007, ΑΠ 1739/2007). Δεν ιδρύεται δε ο πιο πάνω λόγος, έστω και αν το δικαστήριο, μετά από εκτίμηση των προσκομισθέντων και αναφερομένων στην απόφαση αποδεικτικών μέσων, καταλήγει, έστω και σε εσφαλμένη, περί των πραγμάτων, κρίση, η οποία είναι, αναιρετικά, ανέλεγκτη, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 356/2002, ΑΠ 941/1992).
Ακόμη, υφίσταται αναιρετικός, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ 13 ΚΠολΔ λόγος, αν το δικαστήριο, εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου για το βάρος της απόδειξης. Ήδη, μετά την κατάργηση της προδικαστικής απόφασης, ο αναιρετικός έλεγχος περιορίζεται, μόνο, στις περιπτώσεις παραβίασης του "αντικειμενικού" βάρους της απόδειξης (ΑΠ 1254/2010).
Ακόμη, στην περίπτωση της από το άρθρο 979 ΚΠολΔ ανακοπής αν ο λόγος αυτός συνιστά ισχυρισμό θεμελιωτικό της απαίτησης του ανακόπτοντος ή του προνομίου της, ο ανακόπτων βαρύνεται με την απόδειξη των πραγματικών γεγονότων που θεμελιώνουν την απαίτηση ή το προνόμιο, ενώ, αν συνιστά, άρνηση της απαίτησης του καθού η ανακοπή, που έχει καταταγή ή του χαρακτήρα της ως προνομιακής, ο καθ' ου η ανακοπή έχει το βάρος να επικαλεστεί με τις προτάσεις του και να αποδείξει τα παραγωγικά περιστατικά της αίτησης ή του προνομίου της (ΑΠ 650/2011, ΑΠ 1311/2009).
Όταν ο αναγγελθείς προσκομίζει τελεσίδικη απόφαση για την απόδειξη της απαίτησής του, οι λοιποί αναγγελθέντες έχουν τη δυνατότητα να ανατρέψουν την αποδεικτική της δύναμη, μόνο με το τυχόν, αντίθετο περιεχόμενο των πρακτικών της δίκης εκείνης ή με την προσβολή της απόφασης, ως πλαστή (ΑΠ 650/2011). Και τούτο, πέραν του αν ο δανειστής που ανέκοψε την κατάταξη άλλου δανειστή δεν δεσμεύεται από το δεδικασμένο της απόφασης στις σχέσεις μεταξύ του καθ' ου η εκτέλεση και του καθ' ου η ανακοπή δανειστή ( ΑΠ 1666/2003).
Εν προκειμένω, η απόφαση του Εφετείου αναφέρει, πως ήχθη στην ουσιαστική κρίση της, αφού έλαβε υπόψη "... τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι ..." Επισημαίνει δε, πως το ανακόπτον-αναιρεσείον "... δεν εξέτασε μάρτυρες και δεν προσκομίζει κάποιο άλλο αποδεικτικό έγγραφο ...". Σύμφωνα με αυτά: α) Δεν είναι βάσιμος ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αρ 1ΚΠολΔ αφού αναφέρονται οι αποδείξεις που προσκομίστηκαν και ελήφθησαν υπόψη από το Δικαστήριο. β) Όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της ανακοπής, με αυτό το αναιρεσείον αρνείται την απαίτηση των αντιδίκων του και ζητά την δική του προνομιακή και οριστική κατάταξη στο σχετικό πίνακα για τα ποσά που αναφέρονται σ' αυτόν, αναφέρει δε περαιτέρω ότι "... επικαλούνται οι ως άνω αντίδικοι με τις αναγγελίες τους ... λόγω άτακτης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας που τους συνέδεε με αυτήν, διότι η τελευταία προέβη σε μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της σύμβασης εργασίας τους ...". Άρα, από την ίδια την ανακοπή προκύπτει, πως είχε προβληθεί, ο σχετικός ισχυρισμός, και δεν προβλήθηκε το πρώτον στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο. Άλλωστε, δεν επαναλαμβάνεται στην παρούσα διαδικασία, η δίκη ενώπιον του δικαστηρίου, που δικάζει τις εργατικές αξιώσεις των μερών.
Συνεπώς, οι δεύτερος και τρίτος αναιρετικοί λόγοι, που προβάλλουν τις από το άρθρο 559 αρ 10, 13, 14 και 8 ΚΠολΔ πλημμέλειες, είναι αβάσιμοι.
V. Ως προς τη δέκατη έβδομη των αναιρεσιβλήτων Γενική Τράπεζα Ελλάδος Α.Ε, προβάλλεται, πως, καίτοι δεν έγινε σχετική νόμιμη επίκληση, το Εφετείο, δέχτηκε την αξίωσή της από 2193,40€ βασιζόμενο στην με αριθμό .../5-7-2002 απόδειξη του Υποθηκοφύλακα Περιστερίου. Όμως : 1)η πιο πάνω Τράπεζα στην έφεσή της κάνει λόγο για το ποσό αυτό, ότι αναφέρεται στην αναγγελία της στον πίνακα εξόδων του Δικ. Επιμελητή, στις σχετικές προτάσεις της δε, κάνει λόγο για προσαγόμενα για το ίδιο ποσό "αποδεικτικά έγγραφα (σχετ 6.6Α)". Άρα, πρόδηλα, ορθά έλαβε υπόψιν το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο το πιο πάνω έγγραφο, και ο από το άρθρο 559 αρ 1 ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος πρέπει ν' απορριφθεί, ως αβάσιμος.
VΙ. Το Εφετείο, ως προς τον δέκατο τέταρτο αναιρεσίβλητο (Σ. Κ.), δέχτηκε, ότι, έπρεπε να καταταγεί για το ποσό 19.372,39 ευρώ, και όχι για το ποσό των 21.031,99 ευρώ. Ρητά δε αναφέρει, πως αποβάλλει τούτον (και άλλους), από το ποσό πλέον των 19.372,32 ευρώ . Επομένως, ουδόλως περιέλαβε στο κείμενο της απόφασής του αντιφατικές διατάξεις, από μόνο το λόγο, ότι δεν προσδιορίστηκε, όπως ο σχετικός λόγος εκτιμάται, το πέραν του ανωτέρω ορίου χρηματικό ποσό μέχρις εκείνο για το οποίο, αρχικά, είχε, καταταγεί.
Ουδόλως, δε μπορεί να θεωρηθεί, πως "εμμέσως" τον κατατάσσει για ολόκληρο το παραπάνω ποσό. Ακόμη, η αντίφαση στις διατάξεις της απόφασης, πρέπει να εντοπίζεται στο διατακτικό αυτής, ώστε να καθίσταται αδύνατη η εκτέλεσή της ή να εμφανίζεται αβεβαιότητα, ως προς τη λαβούσα χώρα διάγνωση (ΑΠ 1022/2004). Αν η αντίφαση υπάρχει ανάμεσα στο αιτιολογικό και στο διατακτικό και έχει τη μορφή αντιφατικών ή ανεπαρκών αιτιολογιών, ιδρύεται ο από το άρθρο 559 αρ 19 λόγος (ΟλΑΠ 1153/2010).
Εδώ, οι αναφερόμενες, ως αντιφάσεις περιορίζονται μεταξύ σκεπτικού και διατακτικού, χωρίς όμως, να μνημονεύονται, με παράθεση των σχετικών αποσπασμάτων της απόφασης, ποιες είναι, ακριβώς, οι πιο πάνω αντιφάσεις. Σε κάθε περίπτωση, όπως εκτιμάται ο σχετικός λόγος, ουδεμία αντίφαση υφίσταται διότι: στο διατακτικό της απόφασης γίνεται λόγος για όλους γενικά (τους 16 διαδίκους), αλλά ξεχωριστά, για δύο απ' αυτούς, με αντίστοιχη μνεία απ' αυτούς της κατάταξης του αναιρεσείοντος στο 1/3, και στη συνέχεια, για τους υπόλοιπους 14, κατά τον αυτό τρόπο.
Απλά γίνεται διαφοροποίηση στις σχετικές γραμματικές εκφράσεις, ουδεμία όμως αμφιβολία, ως προς τη διάγνωση ή την εκτέλεση υφίσταται. Άρα, ο από το άρθρο 559 αρ 17 (και, κατ' εκτίμηση, το άρθρο 559 αρ 19 ) ΚΠολΔ, πέμπτος λόγος αναίρεσης, είναι αβάσιμος.
VΙΙ. Με τον έκτο λόγο της αναίρεσης, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, πλήττεται για τον από το άρθρο 559 αρ 9 λόγο, για το ότι, καίτοι η έφεση της 17ης αναιρεσίβλητης, αφορούσε μόνο την αμοιβή του Υποθηκοφύλακα, παρά ταύτα, το Εφετείο, κατάταξε επικουρικά και την πιο πάνω διάδικο, το σχετικό αίτημα της οποίας, είχε, πρωτόδικα απορριφθεί. Όμως: 1) ουδόλως μνημονεύεται στο αναιρετήριο επακριβώς, παρά μόνο περιληπτικά, ποιος ήταν, με σαφήνεια, ο λόγος της ανακοπής της πιο πάνω διαδίκου, και γιατί αυτός απορρίφθηκε 2) δεν αναφέρεται τι ακριβώς διελάμβανε ο λόγος έφεσης του ήδη αναιρεσείοντος σχετικά, ώστε να κριθεί, αν αφορούσε και την πιο πάνω αναιρεσίβλητη. 3) Άλλωστε, το Εφετείο, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, και θα έπρεπε να εξετάσει και τα επικουρικά αιτήματα της ανακοπής, έστω και αν, σιωπηρά, απορρίφθηκαν (ΑΠ 560/2011, ΑΠ 219/2009). 4) Το Εφετείο αναφέρει, ως προς την κατάταξη της 17ης αναιρεσίβλητης στο ποσοστό των 2/3, πως "... οι απαιτήσεις των οποίων έχουν καταταγεί κατά ένα μέρος, κατά τα 2/3 και το 1/3 αντίστοιχα ...". Κατά ταύτα, και ο έκτος, από το άρθρο 559 αρ 9 ΚΠολΔ, λόγος της αναίρεσης, πρέπει ν' απορριφθεί, για τους λόγους που προεκτέθηκαν. Η δικαστική δαπάνη των παρόντων αναιρεσιβλήτων και του αναιρεσείοντος, πρέπει να συμψηφιστεί στο σύνολό της λόγω του δυσερμήνευτου των πιο πάνω διατάξεων (αρθρ. 179, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27-5-2008 αίτηση του ΝΠΔΔ με την επωνυμία ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, προς αναίρεση της 4558/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Συμψηφίζει στο σύνολό της τη δικαστική δαπάνη των παραπάνω διάδικων μερών.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Ιουλίου 2013
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 26 Νοεμβρίου 2013
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ