Supreme Court allows appeal on excessive award but dismisses claim of abuse of right due to employee dependency.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against the Second Instance Court's decision in a labor dispute. The appellant argued that the lower court exceeded its authority by awarding a lump sum for overtime work, while the respondent was absent. The court rejected the claim of abuse of right, noting the employee's professional dependency justified delays in asserting claims, but found the lower court erred by awarding a final judgment amount instead of a declaratory one. Consequently, the appeal was allowed regarding the procedural error, and the case was remitted for retrial on the merits.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(9) and 281 of the Civil Code; An appeal is admissible when a court awards more than requested, but a right is not abused if the claimant's delay stems from professional dependency and the creditor reasonably believed the right would not be asserted.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 2068 / 2009 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2068/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Παναγιώτη Κομνηνάκη και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Σεπτεμβρίου 2009, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΟΣ Α.Ε. ΠΑΡΑΓΩΓΗ - ΕΜΠΟΡΙΑ ΣΚΥΡΟΔΕΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΑΔΡΑΝΩΝ ΥΛΙΚΩΝ Α.Ε.", που εδρεύει στην Πάτρα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Κουκουράκη.
Του αναιρεσιβλήτου: ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-7-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 906/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 688/2008 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 6-10-2008 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σπυρίδων Ζιάκας διάβασε την από 8-9-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του δεύτερου λόγου αναιρέσεως και την απόρριψη του πρώτου. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Όπως προκύπτει από προσκομιζόμενη με επίκληση υπ' αριθμ. ... έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πατρών ..., ακριβές αντίγραφο της από 6-10-2008 αιτήσεως αναιρέσεως με την κάτω από αυτήν πράξη του αρμοδίου Αντιπροέδρου, με την οποία ορίζεται δικάσιμος η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας και κλήση προς εμφάνιση κατ' αυτήν, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στον αναιρεσίβλητο.
Αυτός, όμως, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδριάσεως αυτού του Δικαστηρίου, δεν εμφανίστηκε κατά την παραπάνω δικάσιμο, όταν εκφωνήθηκε η υπόθεση στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε κατέθεσε έγγραφη δήλωση κατά το άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. Επομένως, πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση παρά την απουσία του αναιρσιβλήτου, σαν να ήταν και αυτός παρών (άρθρα 568 παρ. 4 και 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).
Κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ, το δικαίωμα ασκείται καταχρηστικά και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου, που προηγήθηκε της ασκήσεώς του, καθώς και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το διάστημα που μεσολάβησε, δημιούργησαν στον οφειλέτη την εύλογη πεποίθηση ότι δε θα ασκηθεί το δικαίωμα, σε τρόπο ώστε η μεταγενέστερη άσκησή του, που θα έχει επαχθείς για τον οφειλέτη συνέπειες, να μη δικαιολογείται επαρκώς και να υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.
Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει τη μεταγενέστερη άσκηση τούτου καταχρηστική, αλλά απαιτείται να συντρέχουν προσθέτως ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του οφειλέτη, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, που τείνει σε ανατροπή της καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό τις άνω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο, να εξέρχεται των ορίων που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ.
Στην περίπτωση αυτή η επιχειρούμενη από το δικαιούχο ανατροπή της πιο πάνω καταστάσεως δεν είναι απαραίτητο να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες συνέπειες για τον οφειλέτη και να θέτει έτσι σε κίνδυνο την οικονομική υπόσταση της επιχειρήσεώς του, αλλά αρκεί να έχει δυσμενείς απλώς επιπτώσεις στα συμφέροντά του.
Εξάλλου, η μελλοντική άσκηση και από τρίτους παρόμοιων αξιώσεων, στην περίπτωση που ευδοκιμήσει η επίδικη, δεν συνιστά από μόνη της τις προαναφερόμενες ειδικές περιστάσεις, αφού η ενέργεια αυτή αφορά αποκλειστικά και μόνο τις συνέπειες που μπορεί να έχει για τον οφειλέτη η ικανοποίηση του ήδη ασκηθέντος δικαιώματος και δεν συνδέεται με την προηγηθείσα της ασκήσεως αυτού συμπεριφορά του δικαιούχου και του οφειλέτη.
Αν, όμως, συντρέχουν οι εν λόγω ειδικές περιστάσεις, οι ενέργειες των τρίτων που έχουν ήδη ασκήσει ή αναμένεται βασίμως να ασκήσουν όμοιες αξιώσεις, μπορούν να ληφθούν υπόψη για την εκτίμηση των επαχθών συνεπειών που μπορεί να έχει για τον οφειλέτη η ικανοποίηση της επίδικης αξιώσεως, στην περίπτωση ιδίως που κρίνεται ότι μόνο η ικανοποίηση αυτής δεν θα έχει δυσμενείς επιπτώσεις στα συμφέροντα του οφειλέτη.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα προς άμυνα κατά της αγωγής του αναιρεσιβλήτου, με την οποία αυτός ζητούσε, μεταξύ άλλων, να του επιδικαστούν τα αναφερόμενα σ' αυτήν ποσά για υπερεργασία, ιδιόρυθμη υπερωριακή απασχόληση, παράνομη υπερωριακή απασχόληση, εργασία κατά τη νύκτα και κατά τις ημέρες του Σαββάτου, προέβαλε πρωτοδίκως την ένσταση της καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος, την οποία και επανέφερε με σχετικό λόγο εφέσεως ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου.
Το Εφετείο, σχετικά με την ένσταση αυτή δέχτηκε, ότι η επί μακρό σχετικά χρόνο ανοχή του ενάγοντος ως προς την καταβολή μειωμένων αποδοχών δεν δικαιολογεί τη δημιουργία εύλογης πεποιθήσεως στην εναγομένη ότι αυτός δεν πρόκειται να αξιώσει την καταβολή πλήρων των νομίμων αποδοχών του από τις αιτίες που αναφέρονται στην αγωγή και ως εκ τούτου δεν καθιστά καταχρηστική την άσκησή τους, ακόμη και στην περίπτωση που θα επιδεινωθεί η οικονομική κατάσταση της εναγομένης εταιρείας από την άσκηση ήδη όμοιων αξιώσεων από άλλους εργαζομένους της, ενόψει μάλιστα και της κατ' έτος αυξήσεως των κερδών αυτής και ότι σε κάθε περίπτωση η επικαλούμενη από την εναγομένη συμφωνία, που κατάρτισε με τον ενάγοντα ως προς το ύψος της αμοιβής του για κάθε πέραν των 40 ωρών εργασίας του, δεν υποδηλώνει παραίτηση του τελευταίου από τις αξιώσεις του, η οποία άλλωστε είναι άκυρη, ούτε εγκατάλειψη αυτών.
Η όποια δε διστακτικότητα και καθυστέρηση του ενάγοντος να προβάλει κατά τη διάρκεια της εργασιακής του σχέσεως τις αξιώσεις του και να επιδιώξει την άμεση ικανοποίησή τους, οφείλεται στην επαγγελματική του εξάρτηση από την εναγομένη. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, στις παραδοχές του οποίου δεν περιλαμβάνεται, πέραν της όποιας αδράνειας του ενάγοντος στην επιδίωξη των αξιώσεών του, και η συνδρομή ειδικών συνθηκών και περιστάσεων αναγομένων στη συμπεριφορά του διαδίκων, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την προαναφερόμενη, ουσιαστικού δικαίου διάταξη.
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας η από το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 9 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, το δικαστήριο θεωρείται ότι επιδικάζει περισσότερα από όσα ζητήθηκαν και όταν, παρά τον γενόμενο περιορισμό του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε αναγνωριστικό, δέχεται στο σύνολό της ή εν μέρει αυτήν (αγωγή) σαν να ήταν καταψηφιστική.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει, ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος με την ένδικη αγωγή του ζήτησε, μετά τον παραδεκτό, με τις προτάσεις ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, περιορισμό του αιτήματος από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, να αναγνωριστεί ότι η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα υποχρεούται να του καταβάλει για διαφορές αποδοχών το συνολικό ποσό των 58.654,55 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
Το Εφετείο, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, δέχτηκε εν μέρει την αγωγή και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 16.150,34 ευρώ. Έτσι το Εφετείο, με το να επιδικάσει καταψηφιστικώς το εν λόγω ποσό στον ενάγοντα, αν και το αγωγικό αίτημα είχε μετατραπεί εξολοκλήρου σε αναγνωριστικό, επιδίκασε σ' αυτόν περισσότερα από όσα ζήτησε και κατά συνέπεια υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 9 του Κ.Πολ.Δ.
Επομένως, ο σχετικός δεύτερος λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το ως άνω μέρος της και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση κατά το μέρος τούτο στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 688/2008 απόφαση του Εφετείου Πατρών κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος.
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το μέρος που αναιρείται προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.Και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο σε μέρος των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε πεντακόσια (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Οκτωβρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Νοεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ