Legislator Case Law & Legislation
2068/2008 AI generated

Supreme Court dismisses appeals where jurisdictional objections were not raised in first instance or evidence was not improperly used.

Case Number 2068/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeals filed by two defendants against a second-instance judgment for drug trafficking. The defendants argued for absolute invalidity due to improper use of prior testimonies and jurisdictional errors, but the court found these grounds inadmissible. The court ruled that jurisdictional objections must be raised during the first instance appeal, and improper evidence use requires specific procedural violations to constitute a valid ground for review.

Legislator headnote

AI generated

Articles 105 § 2, 31 § 2, 223 § 4 of the Criminal Procedure Code; Article 6 § 1 of the ECHR; Article 510 § 1 of the Criminal Procedure Code: Jurisdictional objections must be raised in the first instance appeal to be valid, and improper use of prior testimony constitutes absolute invalidity only if specific procedural violations are proven.

Keywords

AI generated
jurisdictional objection first instance appeal improper evidence use absolute invalidity criminal procedure code supreme court appeal drug trafficking case

Cited Legislation

AI generated
Article 105 § 2 of the Criminal Procedure Code
Article 31 § 2 of the Criminal Procedure Code
Article 223 § 4 of the Criminal Procedure Code
Article 6 § 1 of the ECHR
Article 510 § 1 of the Criminal Procedure Code
Article 583 § 1 of the Criminal Procedure Code

Cited Case Law

AI generated
OL AP 1/2004
OL AP 2/1999
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2068 / 2008 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 2068/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ζ' Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Δέτση, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Μάμαλη, Θεοδώρα Γκοΐνη - Εισηγήτρια, Βασίλειο Κουρκάκη και Ελευθέριο Μάλλιο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Δεκεμβρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) x1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Πολυχρόνη Τσιρίδη και 2) x2, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Μαρκουλάκο, περί αναιρέσεως της 51/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Κέρκυρας. Το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Κέρκυρας, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 26 Μαρτίου 2007 αίτηση αναίρεσης του πρώτου αναιρεσείοντες και στην από 27 Μαρτίου 2007 αίτηση αναίρεσης του δεύτερου αναιρεσείοντος, όπως αυτή διαμορφώθηκε με τους από 30 Αυγούστου 2007, 13 Νοεμβρίου 2007 και 19 Νοεμβρίου 2007, πρόσθετους λόγους, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1275/2007.

Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των αναιρεσειόντων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνουν δεκτές οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Οι υπό κρίση αιτήσεις αναιρέσεως α) από 2.3.2007 του κατηγορουμένου x1 και β) από 27.3.2007 του κατηγορουμένου x2, όπως η δεύτερη έχει διαμορφωθεί με τους παραδεκτώς ασκηθέντες, δια των από 30.8.2007, 13.11.2007 και 19.11.2007 δικογράφων, πρόσθετους λόγους, κατά της 51/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κέρκυρας, πρέπει να συνεκδικασθούν, ως συναφείς.

Α) Επί της αιτήσεως του x1.

Από τις διατάξεις των άρθρων 105 § 2, 31 § 2 και 223 § 4 ΚΠοινΔ, όπως αντικαταστάθηκαν η πρώτη με το άρθρο 2 του Ν. 2408/1996 και η δεύτερη με το άρθρο 5 του Ν. 3346/2005, σε συνδυασμό και προς τη διάταξη του άρθρου 6 § 1 της ΕΣΔΑ (ν.δ. 53/1974), συνάγεται ότι απαγορεύεται η αποδεικτική αξιοποίηση σε βάρος του κατηγορουμένου της έγγραφης εξετάσεώς του, που έγινε κατά τη διενέργεια προκαταρκτικής εξετάσεως ή της ένορκης ή ανωμοτί καταθέσεως που έδωσε κατά τη διενέργεια της αυτεπάγγελτης προανακρίσεως και πριν στραφούν οι υπόνοιες εναντίον του. Συνακόλουθα, η κατά παράβαση της απαγορεύσεως αυτής αποδεικτική αξιοποίηση, σε βάρος εκείνου που κατέθεσε και στη συνέχεια κατέστη κατηγορούμενος, της κατά τα ανωτέρω καταθέσεώς του, είτε στην προδικασία είτε κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, επάγεται απόλυτη ακυρότητα, που ιδρύει λόγο αναιρέσεως κατά τα άρθρα 510 § 1 στοιχ. Α' και 171 § 1 περ. δ' ΚΠοινΔ (Ολ ΑΠ 1/2004 και 2/1999). Η ακυρότητα, όμως, αυτή δεν επέρχεται στην περίπτωση που αξιολογείται - εκτιμάται αποδεικτικώς πόρισμα το οποίο στηρίχθηκε και σε μαρτυρική κατάθεση του μετέπειτα κατηγορουμένου, διότι στην περίπτωση αυτή πρόκειται για αυτοτελές αποδεικτικό μέσο, ανεξάρτητο από την εν λόγω κατάθεση και συγκεκριμένα για έγγραφο.

Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη 51/2007 απόφασή του, το Τριμελές Εφετείο Κέρκυρας, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ενόχους τους αναιρεσείοντες x1 και x2 για λαθρεμπορία από κοινού και επέβαλε στον καθένα ποινή φυλακίσεως τεσσάρων ετών. Συγκεκριμένα κηρύχθηκαν ένοχοι οι αναιρεσείοντες για το ότι "Στην ......

Θεσπρωτίας, στις 14.10.2000, ενεργώντας με πρόθεση και από κοινού, παραβίασαν τις κείμενες διατάξεις σύμφωνα με τις οποίες απαγορεύεται η εκ του τελωνειακού εδάφους εξαγωγή εμπορευμάτων υποκειμένων σε δασμούς φόρους και λοιπές επιβαρύνσεις που εισπράττονται στα τελωνεία, χωρίς τη γραπτή άδεια της αρμόδιας τελωνειακής αρχής, καθώς και οποιαδήποτε ενέργεια που αποσκοπεί να στερήσει το Ελληνικό Δημόσιο των υπ' αυτού εισπρακτέων δασμών, φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων από τα εξαγόμενα εμπορεύματα, ως και η κατοχή λαθρεμπορευμάτων, οι δε δασμοί, φόροι και λοιπές επιβαρύνσεις που στερήθηκε το Δημόσιο υπερβαίνουν τα 30.000 ευρώ και συγκεκριμένα ενεργώντας από πρόθεση και από κοινού, με σκοπό να στερήσουν το Ελληνικό Δημόσιο των υπ' αυτού εισπρακτέων δασμών, φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων από τα εξαγόμενα εμπορεύματα, εφοδιάστηκαν από άγνωστη πηγή και κατείχαν 3.231.080 τσιγάρα της αγγλικής μάρκας REGAL που είχαν τεθεί σε ελεύθερη κατανάλωση στην Ελλάδα παράνομα (ήτοι λαθραία, κατά παράβαση των άρθρων...) με σκοπό να μεταφερθούν λαθραία σε άλλα κράτη της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, τα οποία, αφού απέκρυψαν εντός του με αριθμό κυκλοφορίας .......

φορτηγού (νταλίκας) μετά ρυμουλκουμένου οχήματος (τράκτορα) του οποίου (φορτηγού) οδηγός ήταν ο Ζ1, ενώ ιδιοκτήτες του φορτηγού και του τράκτορα ήταν οι x1 και x2, αντίστοιχα, κάτω από ένα φορτίο κάλυψης με κατεψυγμένα λαχανικά, επιβίβασαν το όχημα σε πλοίο της Ηγουμενίτσας με προορισμό την Αγκόνα της Ιταλίας, χωρίς άδεια του τελωνείου Ηγουμενίτσας, (συνοδευόμενα με φορτωτικές του φορτίου κάλυψης - λαχανικών - με αποστολέα την εδρεύουσα στον Ταύρο εταιρία TROFINKO AE και παραλήπτη την εδρεύουσα στο Μόναχο εταιρία "......" ενώ οι αναλογούντες δασμοί και φόροι που διέφυγαν από το Ελληνικό Δημόσιο ανέρχονται στο ποσό των 386.881,50 ευρώ".

Στο σκεπτικό της εν λόγω αποφάσεως, όπως απ' αυτό προκύπτει, το δικάσαν Εφετείο, αποκρούοντας τον υπερασπιστικό ισχυρισμό των κατηγορουμένων - αναιρεσειόντων, ότι είχαν μεταβιβάσει πριν από τον κρίσιμο χρόνο ο πρώτος στον δεύτερο και ο δεύτερος σε τρίτον τα ανωτέρω φορτηγό και τράκτορα και ότι εντεύθεν δεν είχαν συμμετοχή στη λαθρεμπορία για την οποία επρόκειτο, διέλαβε, πλην άλλων, ότι μετά την ισχυριζομένη αυτή πώληση ο εξ αυτών x2 εμφανίσθηκε στην εταιρία "TROFINKO AΕ" και "παρήγγειλε 1152 κιβώτια με κατεψυγμένα λαχανικά, με αγοραστή - παραλήπτη την εδρεύουσα στο Μόναχο εταιρία "...." και 300 κενά χαρτοκιβώτια, (στα οποία στη συνέχεια τοποθέτησαν τα λαθραία τσιγάρα, τα οποία είχαν εφοδιαστεί από άγνωστη πηγή) και επιμελήθηκε για την παραλαβή από την άνω εταιρία και τη φόρτωση τους στην επίμαχη νταλίκα - φορτηγό με μεταφορική εταιρία την "......" της οποίας εκπρόσωπος ήταν ο πρώτος κατηγορούμενος, ο οποίος κατέθεσε εξεταζόμενος στα αρμόδια όργανα του ΣΔΟΕ, ότι "την επίβλεψη της φόρτωσης" είχε ο δεύτερος (x2) και ότι "όλα τα έκανε ο x2", ενώ ο ίδιος (x2), κατέθεσε ότι του ανήκουν τα δύο φορτηγά που κατασχέθηκαν στην Ιταλία (το επίμαχο φορτηγό) και τη Γαλλία (άλλο φορτηγό με όμοιο λαθραίο φορτίο τσιγάρων) από τις αρμόδιες αρχές (βλ.

πορισματική αναφορά)...". Από την περικοπή αυτή του σκεπτικού είναι σαφές ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του πρωτογενώς αυτές καθεαυτές της ενώπιον των οργάνων του ΣΔΟΕ, στα πλαίσια της διενεργηθείσης διοικητικής εξετάσεως περί της υποθέσεως, δοθείσες καταθέσεις των αναιρεσειόντων, οι οποίες, άλλωστε, όπως από τα πρακτικά της δίκης προκύπτει, δεν είχαν αναγνωσθεί στο ακροατήριο, αλλά έλαβε υπόψη του μόνου την πορισματική αναφορά, ως έγγραφο, η οποία επιτρεπτώς στηρίχθηκε και στις εν λόγω καταθέσεις και είχα αναγνωσθεί στο ακροατήριο.

Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως της αιτήσεως του x1, που πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, διότι λήφθηκε υπόψη και αξιολογήθηκε σε βάρος του, κατά παράβαση των ανωτέρω διατάξεων, η κατάθεσή του ενώπιον οργάνων του ΣΔΟΕ, είναι αβάσιμος και πρέπει για τους ανωτέρω λόγους να απορριφθεί, παρεκτός του ότι τα ως άνω επισημαινόμενα ως κατατεθέντα από τον αναιρεσείοντα x1 δεν απολήγουν σε βάρος του.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 171 § 1 περ. δ', 329, 331, 333 § 2, 358, 364 και 369 ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι αν ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, ως αποδεικτικό μέσο για το σχηματισμό της κρίσεώς του ως προς την ενοχή του κατηγορουμένου, έγγραφο που δεν αναγνώσθηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, δημιουργείται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, η οποία ιδρύει το εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, διότι αποστερείται έτσι ο κατηγορούμενος του δικαιώματος να προβεί σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις, σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Στην προκειμένη, όμως, περίπτωση, όπως ανωτέρω εκτέθηκε, το δικάσαν Τριμελές Εφετείο αναφέρθηκε στο σκεπτικό του και αξιολόγησε την πορισματική αναφορά του ΣΔΟΕ ως έγγραφο και όχι αυτές καθεαυτές τις δοθείσες στα όργανα του ΣΔΟΕ καταθέσεις και δη εκείνη του αναιρεσείοντος x1, η οποία ούτε και στο προοίμιο του σκεπτικού, όπου μνημονεύονται τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο, αναφέρεται ότι λήφθηκε υπόψη. Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως του x1, εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ, με τον οποίο προβάλλεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, διότι λήφθηκε υπόψη, ενώ δεν αναγνώσθηκε, κατάθεση τούτου στα αρμόδια όργανα του ΣΔΟΕ, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

Η απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 § 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, περιλαμβάνει και τη μνεία, κατά το είδος τους, των αποδεικτικών μέσων που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο για το σχηματισμό της καταδικαστικής ή αθωωτικής ή όποιας άλλης κρίσεώς του.

Ειδικότερη αναφορά των αποδεικτικών μέσων, (όπως ονόματα μαρτύρων κλπ), δεν είναι αναγκαία ούτε και παράθεση του τι προέκυψε από καθένα εξ αυτών. Στην προκειμένη περίπτωση, στο προοίμιο του σκεπτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως, μεταξύ των αποδεικτικών μέσων που έλαβε υπόψη του το δικάσαν Εφετείο, μνημονεύονται και "οι καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και της υπεράσπισης, που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο...".

Με την έκφραση αυτή νοούνται σαφώς οι μάρτυρες που αναφέρονται στα πρακτικά, ήτοι τόσον ο μοναδικός μάρτυρας κατηγορίας όσον και ο μοναδικός μάρτυρας υπερασπίσεως, που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο, σύμφωνα με τα εν λόγω πρακτικά. Η χρήση της λέξεως "μαρτύρων", αντιθέτως προς τα υπό του αναιρεσείοντος x1 υποστηριζόμενα, δεν δημιουργεί ασάφεια, ειδικότερα, ως προς το εάν το Δικαστήριο έλαβε υπόψη, πλην της καταθέσεως του μοναδικού μάρτυρα κατηγορίας, την κατάθεση και άλλου τέτοιου μάρτυρα, καθόσον με τη λέξη αυτή σε πληθυντικό αριθμό προσδιορίζονται σαφώς οι περισσότεροι του ενός εξετασθέντες συνολικώς μάρτυρες.

Άλλωστε, λόγω της βεβαιούμενης στα πρακτικά φυσικής παρουσίας και εξετάσεως κατά την αποδεικτική διαδικασία ενός μόνον μάρτυρα κατηγορίας, είναι σαφές ότι δεν λήφθηκε υπόψη και δεν συνεκτιμήθηκε άλλη κατάθεση μάρτυρα κατηγορίας πλην του μοναδικού εξετασθέντος. Επομένως και ο τρίτος (τελευταίος) λόγος αναιρέσεως της ίδιας ως άνω αιτήσεως, εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ.

Δ' ΚΠοινΔ, που πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας, λόγω ασάφειας και αβεβαιότητας ως προς το εάν λήφθηκε υπόψη και άλλη κατάθεση μάρτυρα κατηγορίας πλην εκείνης του μοναδικού εξετασθέντος στο ακροατήριο μάρτυρα κατηγορίας, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, συνακολούθως δε να απορριφθεί στο σύνολο της η αίτηση αυτή και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 § 1 ΚΠοινΔ).

Β) Επί της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων του x2.

Κατά το άρθρο 100 § 1 του Ν. 1165/1918 "περί Τελωνειακού Κώδικος" όπως είχε αντικατασταθεί και ίσχυε κατά τον εν προκειμένω κρίσιμο χρόνο (14.10.2000) λαθρεμπορία είναι α) η εντός των συνόρων του Κράτους εισαγωγή η εξ αυτών εξαγωγή εμπορευμάτων, που υπόκεινται είτε σε εισαγωγικό δασμό είτε σε εισπραττόμενο στα Τελωνεία τέλος, φόρο ή δικαίωμα, χωρίς γραπτή άδεια της αρμόδιας τελωνειακής αρχής ή σε άλλον από τον ορισμένο υπ' αυτής τόπο ή χρόνο και β) κάθε οποιαδήποτε ενέργεια που αποσκοπεί να στερήσει το Δημόσιο από τους δασμούς, τέλη, φόρους και δικαιώματα που πρέπει να εισπραχθούν απ' αυτό για τα εισαγόμενα από την αλλοδαπή ή εξαγόμενα εμπορεύματα και αν ακόμα αυτά εισπράχθηκαν σε τόπο και χρόνο διαφορετικό από εκείνον που ορίζει ο νόμος.

Ως λαθρεμπορία θεωρείται, κατά την παραγ. 2 εδ. θ' του ίδιου άρθρου, και η αγορά, πώληση και κατοχή εμπορευμάτων που έχουν εισαχθεί ή έχουν τεθεί στη γενική κατανάλωση κατά τρόπο που συνιστά το αδίκημα της λαθρεμπορίας. Εξάλλου, κατά την παραγ. 1 του άρθρου 89 του ανωτέρω Τελωνειακού Κώδικα, η μη τήρηση των σχετικών με τις τελωνειακές εργασίες και την τελωνειακή υπηρεσία διατυπώσεων χαρακτηρίζεται και τιμωρείται ως τελωνειακή παράβαση.

Κατά δε την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, ως τελωνειακές παραβάσεις χαρακτηρίζονται επίσης η καθ' οιονδήποτε εκ των μνημονευομένων στο ως άνω άρθρο 100 τρόπων διαφυγή ή απόπειρα διαφυγής της πληρωμής των ανηκόντων στο Δημόσιο Τελών και δικαιωμάτων, καθώς και η μη τήρηση των καθοριζομένων στο ίδιο άρθρο 100 λοιπών διατυπώσεων.

Οι τελωνειακές αυτές παραβάσεις επισύρουν κατά των υπευθύνων πολλαπλό τέλος σύμφωνα με τις διατάξεις του ίδιου νόμου, ακόμη και αν ήθελε κριθεί αρμοδίως ότι δεν συντρέχουν τα στοιχεία αξιόποινης λαθρεμπορίας. Περαιτέρω με βάση την ευχέρεια που παρείχε το άρθρο 3 παρ. 3 της Οδηγίας 92/12/ΕΟΚ της 25ης Φεβρουαρίου 1992 στα κράτη-μέλη, να διατηρήσουν τον ειδικό φόρο κατανάλωσης στα ρητώς αναφερόμενα στο άρθρο αυτό προϊόντα, εκδόθηκε ο νόμος 2127/1993 "Εναρμόνηση προς το Κοινοτικό Δίκαιο του φορολογικού καθεστώτος των πετρελαιοειδών προϊόντων, αλκοόλης και αλκοολούχων ποτών και βιομηχανοποιημένων καπνών και άλλες διατάξεις", με το άρθρο 1 του οποίου ορίσθηκε ότι επιβάλλεται ειδικός φόρος στα πετρελαιοειδή προϊόντα, στο οινόπνευμα και στα αλκοολούχα ποτά και στα βιομηχανοποιημένα καπνά και καθορίζονται τα περί παραγωγής, μεταποίησης, κατοχής, κυκλοφορίας και ελέγχου των προϊόντων αυτών, σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου, αυτού, ενώ με το άρθρο 67 παραγ. 4 και 5 του ίδιου νόμου καθορίσθηκαν οι παραβάσεις - κυρώσεις ως εξής:

Παραγ. 4. Με την επιφύλαξη των διατάξεων της επομένης παραγράφου, η μη τήρηση των διατυπώσεων του παρόντος νόμου χαρακτηρίζεται ως απλή τελωνειακή παράβαση κατά τα προβλεπόμενα από το άρθρο 89 και επόμενα του Τελωνειακού Κώδικα και επισύρει πρόστιμο μέχρι πέντε εκατομμυρίων (5.000.000) δραχμών για κάθε παράβαση, δυνάμενο να αναπροσαρμόζεται με προεδρικό διάταγμα που εκδίδεται με πρόταση του Υπουργού Οικονομικών.

Παραγ. 5: Η με οποιονδήποτε τρόπο διαφυγή ή απόπειρα διαφυγής της καταβολής των οφειλόμενων φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων, καθώς και η μη τήρηση των διατυπώσεων που προβλέπονται από τον νόμο, με σκοπό τη μη καταβολή των ως άνω φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων, χαρακτηρίζονται ως λαθρεμπορία κατά τις διατάξεις των άρθρων 89 και επ.

του ν. 1165/1918 "Περί Τελωνειακού Κώδικα" και επισύρουν το υπ' αυτών προβλεπόμενο πολλαπλούν τέλος και αν ακόμα κριθεί αρμοδίως ότι δεν συντρέχουν τα στοιχεία αξιοποίνου λαθρεμπορίας. Από την αντιπαραβολή των ανωτέρω διατάξεων (οι οποίες έχουν περιληφθεί αυτούσιες στον Εθνικό Τελωνειακό Κώδικα, στα άρθρα 53 έως 119 και επομένως είτε πρόκειται για πράξεις τελεσθείσες πριν την ισχύ του Εθνικού Τελωνειακού Κώδικα, από 1-1-2002, είτε μετά, οι ρυθμίσεις είναι ίδιες) συνάγεται ότι, ενώ η μη τήρηση των διατυπώσεων που καθορίζουν τη διαδικασία παραγωγής, μεταποιήσεως και κυκλοφορίας των αναφερομένων στο άρθρο 1 του ως άνω νόμου προϊόντων, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και τα βιομηχανοποιημένα καπνά, χαρακτηρίζεται και τιμωρείται ως απλή τελωνειακή παράβαση, η οποία επισύρει μόνον την επιβολή των κατά το άρθρο 89 παρ. 2 του Τελωνειακού Κώδικα διοικητικών κυρώσεων και δη την επιβολή κατά του υπαιτίου πολλαπλών τελών, αντιθέτως, η με οποιονδήποτε τρόπο διαφυγή ή απόπειρα διαφυγής της καταβολής του διατηρουμένου και δια τα προϊόντα αυτά ειδικού φόρου καταναλώσεως, κατά νομοθετική επιταγή χαρακτηρίζεται και τιμωρείται ως λαθρεμπορία που προβλέπεται και τιμωρείται από τα άρθρα 100 και 102 του 7 Τελωνειακού Κώδικα.

Εξάλλου, κατά μεν την διάταξη του άρθρου 53 του νόμου 2960/2001 "Εθνικός Τελωνειακός Κώδικας", η ισχύς του οποίου, κατά το άρθρο 185 αυτού, άρχισε από 1-1-2002, επιβάλλεται Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης στα πετρελαιοειδή προϊόντα, στο οινόπνευμα και τα αλκοολούχα ποτά και βιομηχανοποιημένα καπνά και καθορίζονται τα περί παραγωγής, μεταποίησης, κατοχής και κυκλοφορίας των προϊόντων αυτών σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντα Κώδικα, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 118 παρ. 5 αυτού, η με οποιονδήποτε τρόπο διαφυγή ή απόπειρα διαφυγής της καταβολής των οφειλομένων φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων καθώς και η μη τήρηση των διατυπώσεων που προβλέπονται από το τρίτο μέρος του παρόντα Κώδικα, με σκοπό τη μη καταβολή των ως άνω φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων χαρακτηρίζονται ως λαθρεμπορία κατά τις διατάξεις των άρθρων 142 και επ.

του παρόντα Κώδικα και επισύρουν το υπ' αυτών προβλεπόμενο ειδικό τέλος και αν ακόμη κριθεί αρμοδίως ότι δεν συντρέχουν τα στοιχεία αξιοποίνου λαθρεμπορίας. Από τις ως άνω διατάξεις σε συνδυασμό και με εκείνη του άρθρου 155 του ίδιου νόμου, που καθορίζει την έννοια της λαθρεμπορίας προκύπτει ότι και υπό την ισχύ του ως άνω νέου τελωνειακού κώδικα η καθοιονδήποτε τρόπο διαφυγή ή απόπειρα διαφυγής της καταβολής του οφειλομένου για τα βιομηχανοποιημένα καπνά ειδικού φόρου καταναλώσεως είναι πράξη ποινικώς κολάσιμη χαρακτηριζόμενη ως λαθρεμπορία και τιμωρούμενη με τις προβλεπόμενες γι' αυτήν από τον ως άνω νόμο ποινές.

Δεν μπορεί δε να συναχθεί προθυστέρως αντίθετη προς τ' ανωτέρω νομοθετική βούληση από το ότι, με τη μεταγενέστερη αντικατάσταση της παραγ. 5 του ως άνω άρθρου 118 (με το άρθρο 1 § 33 του Ν. 3.583/2007), τούτο κατέστη ακόμη πιο σαφές.

Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.

Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού της αποφάσεως με το διατακτικό της, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε, ειδικότερα, έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της.

Τα αποδεικτικά μέσα αρκεί να αναφέρονται γενικώς και κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τί προκύπτει από το καθένα, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα εκάστου. Η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας και ειδικότερα η εσφαλμένη αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων, δεν αποτελεί λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως, καθόσον στην περίπτωση αυτή πλήττεται η περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη.

Τέλος λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί, κατά το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ, και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει σ'αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν έκανε σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφήρμοσε, αλλά και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Τριμελές Εφετείο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς ουσιαστική κρίση του, την οποία στήριξε στα αναφερόμενα κατά το είδος τους αποδεικτικά μέσα, ότι αποδείχθηκαν, ως προς τον ως άνω αναιρεσείοντα x2 και τον συγκατηγορούμενό του x1 τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στην .......

Θεσπρωτίας, στις 14-10-2000, ενεργώντας με πρόθεση και από κοινού, με σκοπό να στερήσουν το Ελληνικό Δημόσιο των υπ' αυτού εισπρακτέων δασμών, φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων από τα εξαγόμενα εμπορεύματα, εφοδιάστηκαν από άγνωστη πηγή και κατείχαν 3.231.080 τσιγάρα της Αγγλικής μάρκας REGAL που είχαν τεθεί σε ελεύθερη ανάλωση στην Ελλάδα παράνομα (ήτοι λαθραία, κατά παράβαση των άρθρων 38 και 40 του Κανονισμού 2913/92 του Συμβουλίου της ΕΟΚ - Βλ αρθρ. 6 παρ. 1 του από 25-2-92 Κανονισμού 92-12 ΕΟΚ) με σκοπό να μεταφερθούν λαθραία σε άλλα κράτη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τα οποία, αφού απέκρυψαν εντός του με αριθμό κυκλοφορίας ......

φορτηγού (νταλίκας) μετά ρυμουλκούμενου οχήματος (τράκτορα) του οποίου (φορτηγού) οδηγός ήτο ο Ζ1, ενώ ιδιοκτήτες του φορτηγού και του τράκτορα ήταν ο x1 και x2 αντίστοιχα, κάτω από ένα φορτίο κάλυψης με κατεψυγμένα λαχανικά, επιβίβασαν το ως άνω, όχημα στο πλοίο στο νέο λιμάνι της Ηγουμενίτσας με προορισμό την Αγκόνα της Ιταλίας, χωρίς άδεια του τελωνείου Ηγουμενίτσας, (συνοδευόμενα με φορτωτικές του φορτίου κάλυψης (λαχανικών) φέρουσες ως αποστολέα την εδρεύουσα στον Ταύρο Αττικής εταιρία "ΤΡΟΦΙΝΚΟ Α.Ε." και παραλήπτη την εδρεύουσα στο Μόναχο Γερμανίας εταιρία "....." της οποίας αντικείμενο εργασιών είναι οι εισαγωγές-εξαγωγές οχημάτων και δομικών μηχανημάτων και λειτουργία εταιρίας μεταφορών) ενώ οι αναλογούντες δασμοί και φόροι που διέφυγαν από το Ελληνικό Δημόσιο ανέρχονται στο ποσό των 386.881,50.

Οι ισχυρισμοί των κατηγορουμένων ότι δεν έχουν συμμετοχή στην αποδιδόμενη αξιόποινη πράξη, γιατί, σύμφωνα με τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα έγγραφα και τιμολόγια σε ακριβή μετάφραση που αναγνώστηκαν, ο πρώτος από αυτούς μεταβίβασε στο δεύτερο στις .... με ταυτόχρονο τιμολόγιο το επικαθήμενο ρυμουλκούμενο όχημα ιδιοκτησίας του που αναφέρεται παραπάνω και στη συνέχεια, ο τελευταίος στις ....

με ταυτόχρονο τιμολόγιο και ιδιωτικό συμφωνητικό μεταβίβασε το επικαθήμενο, καθώς και τον τράκτορα, σε τρίτο (τον .....), είναι αβάσιμοι για τους εξής λόγους: α) το από .... με αριθ. ...) "τιμολόγιο έκδοσης του x1 στο Μόναχο Γερμανίας, με το οποίο φέρεται ότι πωλεί στον συγκατηγορούμενό του x2 το εν λόγω επικαθήμενο ρυμουλκούμενο κλειστό με μόνωση και μηχανικό ψύκτη" αντί ποσού 40.600 Γ.Μ. (με ΦΠΑ), δεν έχει βέβαιη χρονολογία ώστε να αποδεικνύει ότι πράγματι εκδόθηκε την αναγραφόμενη ημεροχρονολογία, ήτοι πριν από την τέλεση (στις 14-10-2000) της αποδιδόμενης σ' αυτούς πράξης, και να αίρεται η ευθύνη του, ως κυρίου του άνω μεταφορικού μέσου, β) το από ....., χωρίς αριθμό "τιμολόγιο" που εκδόθηκε στο Μόναχο Γερμανίας από τον δεύτερο κατηγορούμενο x2, για την πώληση προς τον ....., του άνω επικαθήμενου και του τράκτορα ιδιοκτησίας του, αντί τιμήματος 73.000 Γ.N. (με ΦΠΑ) αναφέρει ότι "τα προϊόντα παραμένουν στην ιδιοκτησία του (πωλητή) έως την ολοσχερή εξόφληση τους" και δεν φέρει βέβαιη χρονολογία, γ) την ίδια ημέρα που φέρεται ότι συντελέστηκε η εν λόγω αγοραπωλησία" και υπογράφτηκε στο Μόναχο το τιμολόγιο αυτό (....) καταρτίστηκε στην Αθήνα το (από .....) ιδιωτικό συμφωνητικό, με θεωρημένο και βεβαιωμένο το γνήσιο της υπογραφής των συμβαλλομένων από το Α.Τ.

Καλλιθέας, με το οποίο ο δεύτερος κατηγορούμενος φέρεται να πωλεί στον προαναφερόμενο ....., το άνω φορτηγό όχημα και την νταλίκα (ψυγείο), αντί ποσού 73.000 γερμανικών μάρκων, από το οποίο κατέβαλε ο τελευταίος ως προκαταβολή ποσό 10.000 γ.μ., του παραχωρήθηκε η χρήση των πωληθέντων και συμφωνήθηκε ότι "η τυπική μεταβίβαση θα ολοκληρωθεί με επιμέλεια και ευθύνη του αγοραστή, ο οποίος υπόσχεται ότι θα μεταφέρει το φορτηγό μετά της νταλίκας στο Μόναχο της Γερμανίας, εντός 10 ημερών από σήμερα όπου θα καταθέσει τις πινακίδες αυτές", και ότι μόλις ολοκληρωθεί η διαδικασία της μεταβίβασης θα αποπληρώσει το τίμημα, δ) παρότι φέρονται οι κατηγορούμενοι να πωλούν και να παραδίδουν τη χρήση του "πωληθέντος" διαδοχικά ο πρώτος στον δεύτερο και ο τελευταίος στον .....

από τις 6.10.2000, ο δεύτερος κατηγορούμενος, μετά την ημεροχρονολογία αυτή, εμφανίστηκε στον εκπρόσωπο της εταιρίας "ΤROFINKO ΑΕ", ...., στις 12-10-2000 και παρήγγειλε 1152 κιβώτια με κατεψυγμένα λαχανικά, με αγοραστή παραλήπτη την εδρεύουσα στο Μόναχο εταιρία "....." και 300 κενά χαρτοκιβώτια (στα οποία στη συνέχεια τοποθέτησαν τα λαθραία τσιγάρα τα οποία είχαν εφοδιαστεί από άγνωστη πηγή) και επιμελήθηκε για την παραλαβή από την άνω εταιρεία και τη φόρτωσή τους στην επίμαχη νταλίκα - φορτηγό με μεταφορική εταιρία την "....." (της οποίας εκπρόσωπος ήταν ο πρώτος κατηγορούμενος, ο οποίος κατέθεσε εξεταζόμενος στα αρμόδια όργανα του ΣΔΟΕ, ότι "την επίβλεψη της φόρτωσης" είχε ο δεύτερος (x2) και ότι "όλα τα έκανε ο x2"), ενώ ο ίδιος (x2), κατέθεσε ότι του ανήκουν τα δύο φορτηγά που κατασχέθηκαν στην Ιταλία (το επίμαχο φορτηγό) και τη Γαλλία (άλλο φορτηγό με όμοιο λαθραίο φορτίο τσιγάρων) από τις αρμόδιες αρχές (βλ.

πορισματική αναφορά). Οι "μεταβιβάσεις" αυτές με ανεπίσημα έγγραφα, ήταν εικονικές και έγιναν από τους κατηγορούμενους, προκειμένου να αποφύγουν τη δίωξή τους σε περίπτωση ανακάλυψης του φορτίου, λόγω της επανειλημμένης εμπλοκής τους σε όμοιες υποθέσεις μεταφοράς, με αυτοκίνητα ιδιοκτησίας τους και οδηγούς δικούς τους, λαθραίων τσιγάρων σε διάφορες ευρωπαϊκές χώρες (βλ.

πορισματική αναφορά). Μάλιστα, στην εν λόγω πορισματική αναφορά, αναφέρεται ως συμπέρασμα ότι στο Μόναχο Γερμανίας, στην οδό DOMAGKSTRASSE 33, Γραφείο 17, λειτουργούσε η βάση μιας διεθνών διαστάσεων λαθρεμπορικής επιχείρησης με οργανωτές Έλληνες αυτοκινητιστές, οι οποίοι, με το πρόσχημα των νόμιμων μεταφορών, διενεργούσαν λαθρεμπόριο τσιγάρων από την Ελλάδα προς τις χώρες της βόρειας Ευρώπης.

Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται οι κατηγορούμενοι x1 και x2 και ο οδηγός της επίμαχης νταλίκας Ζ1, ενώ, όπως προκύπτει από το προαναφερόμενο, υπ' αριθ. ..... τιμολόγιο που εξέδωσε ο πρώτος (x1), η επιχείρηση που φέρεται ότι διατηρεί στο Μόναχο (Διεθνής πρακτόρευση φορτίων και μεταφορές - εμπορία οχημάτων και εξαγωγές), εδρεύει στην παραπάνω διεύθυνση "DOMAGKSTRASSE 33, κτίριο 17".

Τα παραπάνω, σχετικά με την ενοχή των κατηγορουμένων για την πράξη που τους αποδίδεται, δεν αναιρούνται από το ότι, σύμφωνα με τα έγγραφα που προσκόμισε ο πρώτος, της "πληροφορίας" του ανώτατου ομοσπονδιακού εισαγγελέα της Γερμανίας, που εκδόθηκε για την έγκριση επιτηδεύματος ή επιχείρησης, υπάρχει η ένδειξη "Καμία καταχώρηση", ή το από .....

έγγραφο της υπηρεσίας Τελωνείου Μονάχου, που αφορά την παύση της προανάκρισης και θέση στο αρχείο της ποινικής υπόθεσης με αριθ. φακέλου ...... δεδομένου ότι όπως και ο μάρτυρας Γ1 κατέθεσε αυτό έγινε γιατί οι Γερμανικές αρχές διαπίστωσαν ότι οι λαθρεμπορικές πράξεις τελείωναν σε άλλα κράτη και τα λαθραία κατασχέθηκαν πριν από αυτούς.

Συνεπώς οι κατηγορούμενοι πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι...".

Με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την κατά τα ανωτέρω επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και ειδικότερα αναφορικά με την κατηγορία ως προς τον ως άνω αναιρεσείοντα x2, αφού εκθέτει σ'αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξεως της λαθρεμπορίας για την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις προαναφερθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφήρμοσε, τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε.

Ειδικότερα και σε σχέση με τις προσβαλλόμενες από τον αναιρεσείοντα αιτιάσεις λεκτέα τα εξής: α) εκτίθενται με πληρότητα στην προσβαλλόμενη απόφαση ο τρόπος και τα περιστατικά της συμπράξεως των ανωτέρω στην πραγμάτωση του διαπραχθέντος εγκλήματος της λαθρεμπορίας, με κοινό δόλο τελέσεως τούτου, ο οποίος πλήρως αιτιολογείται από την παραδοχή ότι ενήργησαν από κοινού, στον αυτό τόπο και χρόνο, στην οποία εμπεριέχεται η περαιτέρω παραδοχή ότι ο καθένας εξ αυτών γνώριζε επακριβώς τις ενέργειες και το δόλο του άλλου να τελέσει την ίδια με αυτόν πράξη και ήθελε την εν λόγω σύμπραξη μ' εκείνον, β) το προπαρατεθέν σκεπτικό της αποφάσεως δεν αποτελεί, προδήλως, αντιγραφή του διατακτικού της, η οποία, άλλωστε, αρκεί, όταν με το περιεχόμενο του διατακτικού πληρούται, όπως συμβαίνει εν προκειμένω, η απαίτηση της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της αποφάσεως, γ) δεν ήταν αναγκαία ειδική αξιολόγηση των επί μέρους αποδεικτικών μέσων και συσχετισμός αυτών μεταξύ τους, ούτε αναφορά ποια περιστατικά προκύπτουν από το καθένα, δ) δεν ήταν, επίσης, αναγκαία για την πληρότητα της αιτιολογίας της αποφάσεως, η ειδικότερη ανάλυση και ο προσδιορισμός του τρόπου υπολογισμού των δικαιωμάτων του Δημοσίου, στην αποστέρηση των οποίων σκόπευε ο ανωτέρω αναιρεσείων και ο συναυτουργός του, ε) από την αναφορά, κατά το είδος του, στο προοίμιο του σκεπτικού της αποφάσεως του αποδεικτικού μέσου των μαρτυρικών καταθέσεων, προκύπτει ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του όλες τις καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων, άρα και εκείνη του μάρτυρα υπερασπίσεως .....

και στ) κατά τις σαφείς παραδοχές της αποφάσεως, η δραστηριότητα των ανωτέρω δεν αναφέρεται στη μη τήρηση των διατυπώσεων που καθορίζουν τη διαδικασία παραγωγής, μεταποιήσεως και κυκλοφορίας του συγκεκριμένου εμπορεύματος, η οποία χαρακτηρίζεται ως απλή τελωνειακή παράβαση, όπως προεκτέθηκε και επισύρει μόνον την επιβολή πολλαπλών τελών, αλλ' είχε ως περιεχόμενο τη διαφυγή καταβολής των φόρων και δασμών που οφείλοντο στην υπόψη περίπτωση, η οποία συνιστά αξιόποινη λαθρεμπορία.

Επομένως, οι εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠοινΔ, αντίθετοι προς τ' ανωτέρω πρώτος και τρίτος λόγοι του κυρίου δικογράφου της αιτήσεως και πρώτος λόγος του από 19.11.2007 δικογράφου πρόσθετων λόγων (αριθμούμενος απ' τον αναιρεσείοντα ως έκτος πρόσθετος λόγος) είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν, ενώ η εμπεριεχόμενη στον τρίτο λόγο του κυρίου δικογράφου αιτίαση της κακής εκτιμήσεως της καταθέσεως του ως άνω μάρτυρα υπερασπίσεως πλήττει, υπό την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας και της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, την ανέλεγκτη αναιρετικώς ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου και είναι ως εκ τούτου απαράδεκτη.

Η επιβαλλόμενη από τις ανωτέρω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται κα σε κάθε αυτοτελή αίτηση ή ισχυρισμό, όπως είναι και η ένσταση περί δεδικασμένου, εφόσον υποβάλλεται κατά τρόπο ορισμένο. Εξάλλου, κατά το άρθρο 57 § 1 και 3 ΚΠοινΔ, αν κάποιος έχει καταδικασθεί αμετάκλητα ή αθωωθεί ή έχει πάψει η ποινική δίωξη εναντίον του, δεν μπορεί να ασκηθεί και πάλι εις βάρος του δίωξη για την ίδια πράξη, ακόμη και αν δοθεί σ'αυτή διαφορετικός χαρακτηρισμός.

Αν παρά την απαγόρευση αυτή ασκηθεί ποινική δίωξη, κηρύσσεται απαράδεκτη λόγω δεδικασμένου. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την ύπαρξη δεδικασμένου, που συνεπάγεται την κήρυξη της νέας ποινικής διώξεως κατά του αυτού κατηγορουμένου ως απαράδεκτης απαιτείται να συντρέχουν: α) αμετάκλητη απόφαση, που αποφαίνεται για τη βασιμότητα ή μη της κατηγορίας ή παύει οριστικώς την ποινική δίωξη για την αξιόποινη πράξη, β) ταυτότητα προσώπου (κατηγορουμένου) και γ) ταυτότητα πράξεως, η οποία υπάρχει όταν η νέα κατηγορία συγκροτείται εξ αντικειμένου από τα ίδια περιστατικά, δηλαδή από τα ίδια κατά τον χρόνο και τον τόπο τελέσεως ιστορικά γεγονότα, από τα οποία απαρτίζεται, κατά τα ουσιώδη αντικειμενικά της στοιχεία και η προηγούμενη κατηγορία.

Ο Άρειος Πάγος κρίνει περί της υπάρξεως του δεδικασμένου επί τη βάσει των δεκτών γενομένων από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών περιστατικών.

Στην εξεταζόμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ο ανωτέρω αναιρεσείων x2 προέβαλε, δια του συνηγόρου που τον εκπροσώπησε στη δίκη, ένσταση δεδικασμένου "διότι για την ίδια πράξη δικάστηκε στις 14-10 στην Αγκόνα Ιταλίας" και τα προσκόμισε στο Δικαστήριο την από 22-8-2005 Διαταγή Εκτέλεσης Φυλακίσεως της Εισαγγελίας Αγκόνα σε ακριβή μετάφραση, η οποία και αναγνώσθηκε".

Η ένσταση αυτή ήταν αόριστη, διότι δεν αναφέρεται η προτέρα απόφαση από την οποία δημιουργήθηκε το επικαλούμενο δεδικασμένο. Επομένως, το δικάσαν Τριμελές Εφετείο δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει σ'αυτήν με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, εκ περισσού δε απήντησε και την απέρριψε, με την αιτιολογία ότι από το έγγραφο που προσκομίσθηκε "δεν προκύπτει η πράξη για την οποία καταδικάσθηκε (ο άνω αναιρεσείων) και αν αυτή ταυτίζεται με την κρινόμενη", η οποία είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, δεν υπήρχε δε στάδιο περαιτέρω αιτιολογίας ως προς το τι αποδείχθηκε εν σχέσει με την πράξη για την οποία προέβαλε ο αναιρεσείων ότι καταδικάσθηκε στην Ιταλία, αφού κατά τα ανέλεγκτα δεκτά γενόμενα δεν αποδείχθηκε ποια ήταν η πράξη αυτή.

Κατ' ακολουθίαν, ο δεύτερος λόγος του από 19.112007 δικογράφου πρόσθετων λόγων (αριθμούμενος ως έβδομος πρόσθετος λόγος) και ο δεύτερος λόγος του κυρίου δικογράφου της αιτήσεως, εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Δ' και Η' ΚΠοινΔ, που πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας ως προς την απόρριψη της ενστάσεως περί δεδικασμένου και διότι το Εφετείο, με το να προχωρήσει στην κατ' ουσίαν εκδίκαση της υποθέσεως, ενώ δεν είχε αιτιολογημένα απορρίψει την ένσταση δεδικασμένου και το εμπεριεχόμενο αίτημα κηρύξεως της ποινικής διώξεως απαράδεκτης, υπερέβη την εξουσία του, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.

Με τους πρώτο και δεύτερο πρόσθετους λόγους, που περιέχονται στο από 30.8.2007 δικόγραφο πρόσθετων λόγων, πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση διότι το δικάσαν Τριμελές Εφετείο, αντιθέτως προς την αρχή του άρθρου 54 της Συμφωνίας Schengen που έχει συναφθεί μεταξύ των χωρών μελών της Ευρωπαϊκής Ενώσεως και κατοχυρώνει το διεθνές ne bis in idem, του καταδίκασε για την ίδια πράξη που είχε ήδη καταδικασθεί στην Αγκόνα Ιταλίας, παραβιάζοντας έτσι το εκ της αλλοδαπής αυτής αποφάσεως δεδικασμένο και υπερβαίνοντας την εξουσία του και, περαιτέρω, διότι, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 10 ΠΚ, δεν αφαιρέθηκε, από την ποινή που επιβλήθηκε στον άνω αναιρεσείοντα με την προσβαλλόμενη απόφαση, η επιβληθείσα σ'αυτόν για την ίδια πράξη από το δικαστήριο της Αγκόνα Ιταλίας και εκτιθείσα στην Ιταλία (μικρότερη) ποινή.

Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι καθόσον προϋπόθεση της βασιμότητάς τους είναι να δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι τα στοιχεία της λαθρεμπορίας, για την οποία καταδίκασε τον ως άνω αναιρεσείοντα, εταυτίζοντο με τα στοιχεία πράξεως για την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων στην Ιταλία και παρά ταύτα να μην εκήρυξε απαράδεκτη τη δίωξη (πρώτος πρόσθετος λόγος) ή να μην υπολόγισε, δι' αφαιρέσεώς της από την καταγνωσθείσα, την εκτιθείσα στην Ιταλία ποινή (δεύτερος πρόσθετος λόγος), περί των οποίων, όμως, δεν πρόκειται αφού το δικάσαν Τριμελές Εφετείο Κέρκυρας δέχθηκε ότι δεν αποδείχθηκε η πράξη για την οποία η αναγνωσθείσα Διαταγή Φυλακίσεως, δηλαδή ότι δεν αποδείχθηκε η ως άνω προϋποτιθέμενη ταυτότητα πράξεως.

Και αυτά παρεκτός του ότι με τους ανωτέρω λόγους δεν γίνεται επίκληση αποφάσεως κατά την έννοια του άρθρου 57 ΚΠοινΔ, ενώ, εξάλλου, από την επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, δεν προκύπτει καταδίκη στην Αλλοδαπή για την ένδικη, τελεσθείσα στην ....., λαθρεμπορία, από την οποία στερήθηκε το Ελληνικό Δημόσιο των ανωτέρω εκτεθέντων φόρων και δασμών.

Κατά το άρθρο 174 του Ν. 2960/2001 "Εθνικός Τελωνειακός Κώδικας", οποιοσδήποτε οικονομικός υπάλληλος (Οικονομικός Επιθεωρητής Υπάλληλος Τελωνείου, Δημοσίων Οικονομικών Υπηρεσιών, Σώματος Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος), όταν ενεργεί ανακριτικές πράξεις για λαθρεμπορία ή συμμετέχει σ'αυτές, δεν αποκλείεται να εξετασθεί ως μάρτυρας κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο. Επομένως, ο εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ πρώτος λόγος αναιρέσεως του από 13.11.2007 δικογράφου προσθέτων λόγων (αριθμούμενος ως τρίτος πρόσθετος λόγος), με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, διότι κατ'αυτήν εξετάσθηκε ως μάρτυρας ο Γ1, υπάλληλος του ΣΔΟΕ, ο οποίος είχε εκτελέσει προανακριτικά καθήκοντα επί της υποθέσεως και αναγνώσθηκε η ένορκη ενώπιον τακτικού ανακριτή κατάθεση του ....., υπαλλήλου του ΣΔΟΕ, που, επίσης, είχε εκτελέσει προανακριτικά καθήκοντα επί της υποθέσεως, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 177, 178 και 179 ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι στην ποινική διαδικασία επιτρέπεται κάθε είδος αποδεικτικού μέσου, είτε από αυτά που αναφέρονται στο άρθρο 178 είτε άλλα, ακόμη και άκυρα, εκτός αν η χρησιμοποίησή τους απαγορεύεται από το νόμο, είτε ρητώς είτε γιατί είναι αντίθετα σε διατάξεις του ισχύοντος δικονομικού συστήματος, οπότε η χρησιμοποίησή τους προσβάλλει το δικαίωμα υπερασπίσεως του κατηγορουμένου και επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας κατά το άρθρο 171 § 1 περ. δ' ΚΠοινΔ. Έτσι, πορισματική αναφορά περί διενεργηθείσης διοικητικής εξετάσεως, της οποίας η ανάγνωση και λήψη υπόψη απ' το δικαστήριο δεν απαγορεύεται από διάταξη νόμου, αναγιγνώσκεται στο ακροατήριο και συνεκτιμάται ως αποδεικτικό μέσο χωρίς αυτό να συνεπάγεται απόλυτη ακυρότητα. Επομένως, ο εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ δεύτερος λόγος αναιρέσεως του από 13.11.2007 δικογράφου πρόσθετων λόγων (αριθμούμενος ως τέταρτος πρόσθετος λόγος) για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, διότι αναγνώσθηκε και λήφθηκε υπόψη η υπ' αριθ. ..... από ..... Πορισματική Αναφορά του 9ου Τμήματος Δράσης του ΣΔΟΕ "που είναι παράνομο αποδεικτικό μέσο", είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 122 § 1, 126 και 510 § 1 στοιχ. Η' ΚΠοινΔ προκύπτει ότι από την παράβαση των περί τοπικής αρμοδιότητας κανόνων γεννάται μεν ο περί υπερβάσεως εξουσίας λόγος αναιρέσεως, υπό την προϋπόθεση, όμως, ότι η περί κατά τόπον αναρμοδιότητας ένσταση προτάθηκε μέχρι την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου. Αν η κατά τόπον αναρμοδιότητα του δικαστηρίου δεν προταθεί από κάποιο διάδικο ή τον εισαγγελέα ή δεν γίνει αντιληπτή από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο μέχρι την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, καλύπτεται και δεν μπορεί να προταθεί το πρώτον ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου. Αν ο κατηγορούμενος καταδικασθεί ερήμην στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και δεν προβάλλει με λόγο εφέσεως την κατά τόπον αναρμοδιότητα του (πρωτοβαθμίου) δικαστηρίου, η αναρμοδιότητα αυτή καλύπτεται και δεν ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, που παραδεκτώς επισκοπούνται για την έρευνα του κατωτέρω αναιρετικού λόγου, ο ως άνω αναιρεσείων, εισαχθείς σε δίκη ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσπρωτίας για λαθρεμπορία φερομένη ως πραχθείσα στην ....., κηρύχθηκε ερήμην ένοχος, με την 867/2005 απόφαση του εν λόγω δικαστηρίου, κατά της οποίας άσκησε έφεση, ενώπιον του Γραμματέα του Ειρηνοδικείου Πατρών (με αριθ. εκθ. 30/7.10.2005), στην οποία δεν προέβαλε ως λόγο εφέσεως αναρμοδιότητα κατά τόπον του δικάσαντος δικαστηρίου. Τέτοια αναρμοδιότητα προέβαλε το πρώτον στην κατ' έφεση δίκη, δια του συνηγόρου που τον εκπροσώπησε, ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κέρκυρας, η οποία απορρίφθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση. Εφόσον, όμως, δεν προβλήθηκε με ειδικό λόγο εφέσεως αναρμοδιότητας κατά τόπον του δικάσαντος δικαστηρίου, δεν θεμελιώνεται λόγος αναιρέσεως κατά της προσβαλλόμενης αποφάσεως για υπέρβαση εξουσίας, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα. Επομένως, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Η' ΚΠοινΔ, του από 13.11.2007 δικογράφου πρόσθετων λόγων (αριθμούμενος ως πέμπτος πρόσθετος λόγος), για υπέρβαση εξουσίας, λόγω κατά τόπον αναρμοδιότητας του δικάσαντος δικαστηρίου, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.

Με τον τελευταίο λόγο του από 19.11.2007 δικογράφου πρόσθετων λόγων (αριθμούμενο ως όγδοο πρόσθετο λόγο) πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, διότι λήφθηκε υπόψη χωρίς να αναγνωσθεί κατάθεση του x1 στα αρμόδια όργανα του ΣΔΟΕ. Ο λόγος αυτός, εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί για τους λόγους που κρίθηκε ανωτέρω απορριπτέος ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως του x1.

Κατ' ακολουθίαν πρέπει να απορριφθούν κατ' ουσίαν οι ένδικες αιτήσεις αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 § 1 ΚΠοινΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 26 Μαρτίου 2007 αίτηση του x1 και την από 27 Μαρτίου 2007 αίτηση του x2, όπως η δεύτερη διαμορφώθηκε με τους από 30-8-2007, 13-11-2007 και 19-11-2007 πρόσθετους λόγους, περί αναιρέσεως της 51/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Κέρκυρας. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ τον καθένα.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Μαΐου 2008. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 25 Σεπτεμβρίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ