Legislator Case Law & Legislation
2068/2007 AI generated

2068/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 2068/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Σεπτεμβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

2068/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο εναγόμενος δεν αμφισβητεί τα ως άνω ποσά, συναγόμενης σε συνδυασμό με το σύνολο των ισχυρισμών του σχετικής ομολογίας ( αρθ. 261 Κ. Πολ.Δ). Μάλιστα στην ίδια σύμβαση είχε συμφωνηθεί, μεταξύ των μερών, ότι η τυχόν καθυστέρηση επιστροφής των ανωτέρω φιαλών, πέραν του εξαμήνου, θεωρείται ως οριστική απώλεια και ο εναγόμενος υποχρεούται σε αποζημίωση.

Keywords

AI generated
production levy trade secret violation manufacturing costs trade defence instruments unpaid customs duties trade regulations
AI generated
665/2020
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Δεκεμβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
1967/2010
Αιτιολογίας επάρκεια, Βούλευμα παραπεμπτικό, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υπεξαίρεση.
1415/2025
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Ευτύχιο Νικόπουλο, Βαρβάρα Πάπαρη και Στυλιανή Μπλέτα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
1355/2018
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Μαΐου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7/9/2009 αγωγή των υπό στοιχεία 2-4 ήδη αναιρεσιβλήτων και την από 4/3/2009 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7010/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4231/2015 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 7/1/2016 αίτησή της, επί της οποίας εκδόθηκε η 524/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε την συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επανέφερε προς συζήτηση η αναιρεσείουσα με την από 1/9/2017 κλήση της.
271/2015
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Φεβρουαρίου 2015, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31/3/2011 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2483/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 7796/2013 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 23/6/2014 αίτησή του.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2068 / 2007 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 2068/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2΄ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Σεπτεμβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "LINDE-ΕΛΛΑΣ ΕΠΕ" που εδρεύει στο Παλαιό Φάληρο και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μέλλιο Γεώργιο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ..

Του αναιρεσιβλήτου: ....., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Ανδρέου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. .

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-12-2001 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 665/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 3647/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 18-4-2006 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ρένα Ασημακοπούλου ανέγνωσε την από 13-9-2007 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δικ., ιδρύεται λόγος αναιρέσεως της απόφασης λόγω ελλείψεως νόμιμης βάσης, όταν από το αιτιολογικό της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων για την εφαρμογή της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή της μη συνδρομής των όρων αυτών που αποκλείει την εφαρμογή της, όπως και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδης επιρροή στην έκβαση της δίκης και όχι όταν πρόκειται για ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον τούτο εκτίθεται σαφώς (Ολ. ΑΠ 1/1999, Ολ. ΑΠ 24/1992). Μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται με πληρότητα και σαφήνεια και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα ακόλουθα:

"Δυνάμει της από 1 Νοεμβρίου 1990 εγγράφου συμβάσεως, που καταρτίσθηκε στην Αθήνα μεταξύ της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας εταιρείας και του εναγομένου και ήδη αναιρεσίβλητου, ο οποίος διατηρεί κατάστημα πωλήσεως βιομηχανικών αερίων στην ....., η ενάγουσα εταιρεία συμφώνησε με τον εναγόμενο να του πωλεί και να του παραδίδει τις εκάστοτε παραγγελλούμενες τηλεφωνικώς από τον ίδιο ποσότητες βιομηχανικών αερίων, για τις ανάγκες της εμπορίας του, με πίστωση του τιμήματος, διαρκείας ενός μηνός από την έκδοση του σχετικού τιμολογίου πωλήσεως.

Με νεώτερη προφορική συμφωνία των μερών, η χορηγηθείσα πίστωση για την εξόφληση του τιμήματος επεκτάθηκε σε δύο μήνες. Η διατύπωση των ως άνω βιομηχανικών αερίων (οξυγόνου, αζώτου, ασετυλίνης κλπ) γινόταν σε σιδερένιες φιάλες, ιδιοκτησίας της ενάγουσας εταιρείας. Κατά την ως άνω συμφωνία, ο εναγόμενος όφειλε να επιστρέψει στην ενάγουσα τις παραδιδόμενες σε αυτόν σιδερένιες φιάλες, κενές του περιεχομένου των, το αργότερο μέσα σε τριάντα ημέρες από την παραλαβή τους, ευθυνόμενος σε διαφορετική περίπτωση στην καταβολή αποζημιώσεως ("ενοικίου" κατά την σύμβαση) με βάση τους ορισμούς των οικείων αγορανομικών διατάξεων, για κάθε μήνα καθυστερήσεως, η οποία αρχικά είχε ορισθεί με την ανωτέρω συμφωνία σε 150 δραχμές μηνιαίως και μετά από διαδοχικές αναπροσαρμογές ανήλθε το έτος 2001 σε 1000 δραχμές μηνιαίως.

Με την ίδια σύμβαση είχε επίσης συμφωνηθεί ότι ο εναγόμενος ευθύνεται, ανεξαρτήτως αιτίας, και για την τυχόν βλάβη ή απώλεια των παραδιδομένων σε αυτόν σιδερένιων φιαλών, με βάση την αξία αυτών κατά τον χρόνο που αυτές έπρεπε να επιστραφούν, η οποία αρχικά είχε καθορισθεί συμβατικά σε 32.000 δραχμές ανά φιάλη οξυγόνου και λοιπών πεπιεσμένων αερίων και σε 34.000 δραχμές ανά φιάλη ασετυλίνης, ποσά που καθορίσθηκαν μετά διάφορες αναπροσαρμογές σε 55.000 δραχμές ανά φιάλη οξυγόνου και λοιπών πεπιεσμένων αερίων και σε 60.000 δραχμές ανά φιάλη ασετυλίνης.

Ο εναγόμενος δεν αμφισβητεί τα ως άνω ποσά, συναγόμενης σε συνδυασμό με το σύνολο των ισχυρισμών του σχετικής ομολογίας ( αρθ. 261 Κ. Πολ.Δ). Μάλιστα στην ίδια σύμβαση είχε συμφωνηθεί, μεταξύ των μερών, ότι η τυχόν καθυστέρηση επιστροφής των ανωτέρω φιαλών, πέραν του εξαμήνου, θεωρείται ως οριστική απώλεια και ο εναγόμενος υποχρεούται σε αποζημίωση.

Στα πλαίσια της μεταξύ των μερών εμπορικής συνεργασίας, η οποία συνεχίσθηκε μέχρι τα τέλη Ιουλίου 2001, οπότε διακόπηκε οριστικά, η ενάγουσα εταιρεία πωλούσε στον εναγόμενο τις από τον τελευταίο παραγγελλόμενες τηλεφωνικά ποσότητες βιομηχανικών αερίων τις οποίες περέδιδε στο κατάστημα του τελευταίου στην ....., με πίστωση του τιμήματος αυτών, ο δε εναγόμενος κατέβαλε διάφορα χρηματικά ποσά σε μετρητά ή παρέδιδε συναλλαγματικές αποδοχής του, δίμηνης συνήθως διάρκειας, οι οποίες εξοφλούντο κανονικά κατά την λήξη τους, έναντι των οφειλών του προς καταβολή του τιμήματος.

Από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι είχε καταρτισθεί μεταξύ των μερών σύμβαση αλληλόχρεων λογαριασμών, παρέχουσα την δυνατότητα καταβολών και εκ μέρους της ενάγουσας πωλήτριας εταιρείας, ούτε άλλωστε είχε συμφωνηθεί ότι, τα επί μέρους κονδύλια χρεωπιστώσεων θα έχαναν την αυτοτέλεια τους και θα οφειλόταν το κατά το κλείσιμο του λογαριασμού προκύπτον κατάλοιπο, απορριπτόμενου ως αβασίμου του αντιθέτου ισχυρισμού του εναγομένου περί καταρτίσεως συμβάσεως αλληλοχρέου λογαριασμού, ο οποίος περιέχεται στον δεύτερο λόγο εφέσεως.

Ειδικότερα κατά το από 31 Μαΐου 2000 έως 28 Ιουλίου 2001 χρονικό διάστημα, η ενάγουσα πώλησε διαδοχικά διάφορες ποσότητες βιομηχανικών αερίων (οξυγόνου, αζώτου, ασετυλίνης κλπ.), οι οποίες παραδόθηκαν στο κατάστημα του εναγομένου στην ...., όπως προκύπτει από τα εκδοθέντα τιμολόγια - δελτία αποστολής που φέρουν στην θέση του παραλαβόντος την μη αμφισβητούμενη υπογραφή του εναγομένου αγοραστή.

Το συνολικό ύψος του τιμήματος για τις πιο πάνω διαδοχικές πωλήσεις ανήλθε στο ποσό των 7.389.667 δραχμών. Ο εναγόμενος με το δικόγραφο της εφέσεως συνομολογεί την πιο πάνω οφειλή του και το ύψος αυτής, ισχυρίζεται όμως ότι έχει προβεί στην εξόφληση αυτής.

Ειδικότερα ισχυρίζεται ότι στις 24-6-2000 παρέδωσε στην ενάγουσα δύο συναλλαγματικές αποδοχής του, λήξεως 4-9-2000, ποσού 212.088 δραχμών προς εξόφληση της οφειλής του, από το με αρ. ...../.... τιμολόγιο πωλήσεως, ύψους 117.499 δραχμών και από το υπόλοιπο από προηγούμενη οφειλή του, οι οποίες πληρώθηκαν κατά την λήξη τους, και ότι προς εξόφληση της υπόλοιπης οφειλής, συνολικού ύψους 2.272.168 (2.389.667- 117.499) δραχμών παρέδωσε στην ενάγουσα τις αναγραφόμενες στην έφεση, δώδεκα συναλλαγματικής αποδοχής του, δίμηνης κατά κύριο λόγο διάρκειας, συνολικού ποσού 1.752.889 δραχμών, οι οποίες πληρώθηκαν κανονικά κατά την λήξη τους και επί πλέον κατέθεσε σε μετρητά σε υποδειχθέντες σε αυτόν λογαριασμούς καταθέσεων της ενάγουσας, τα ποσά των 480.000 δραχμών στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, των 180.000 δραχμών στην ALPHA ΒΑΝΚ και των 190.000 δραχμών στην Εμπορική Τράπεζα και συνολικά των 850.000 δραχμών.

Οι ανωτέρω καταβολές πράγματι αποδεικνύονται από τις μετ' επικλήσεως από τον εναγόμενο προσκομιζόμενες αποδείξεις και ειδικότερα από τα γραμμάτια εισπράξεως των Τραπεζών και από τα φωτοαντίγραφα των συναλλαγματικών με την ένδειξη "εξοφλήθη". Η ενάγουσα εταιρεία προβάλλει κατ' αντένσταση ότι οι ως άνω καταβολές, τις οποίες συνομολογεί, πρέπει να καταλογισθούν σε οφειλές του εναγομένου, από τις αναγραφόμενες στις προτάσεις της προγενέστερες διαδοχικές πωλήσεις σε αυτόν βιομηχανικών αερίων.

Πράγματι αποδεικνύεται ότι κατά το αμέσως προηγούμενο χρονικό διάστημα από τις 29 Οκτωβρίου 1999 έως τις 12 Μαΐου 2000, η ενάγουσα εταιρεία πώλησε με πίστωση του τιμήματος και παρέδωσε στο κατάστημα του εναγομένου στην ....., δυνάμει των με αρ. ...../....., ...../......, ...../...., ....../....., ...../...., ...../....., ...../....., ...../..... και ...../......

τιμολογίων -δελτίων αποστολής, εκδόσεως της, που φέρουν στην θέση του παραλαβόντος την μη αμφισβητούμενη υπογραφή του εναγομένου, διάφορες ποσότητες βιομηχανικών αερίων, αντί συνολικού τιμήματος 1.075.445 δραχμών. Το περί του αντιθέτου σημείο της καταθέσεως του μάρτυρα ....., πατέρα του εναγομένου, στην με αρ. 1137/2005 ένορκη βεβαίωση αυτού ότι έχει εξοφληθεί το σύνολο των οφειλών αυτού προς την ενάγουσα, δεν κρίνεται πειστικό, διότι δεν ενισχύεται από κανένα άλλο αποδεικτικό στοιχείο .

Επομένως, (συνεχίζει το Εφετείο) εφόσον ο εναγόμενος κατά τις ανωτέρω καταβολές των 850.000 δραχμών σε μετρητά και κατά την παράδοση των συναλλαγματικών, ύψους 1.752.889 δραχμών στην ενάγουσα, αλλά και κατά την λήξη τους, ουδέν όρισε, πρέπει αυτές να καταλογισθούν κατά ένα μέρος προς εξόφληση της ως άνω από 1.075.445 δραχμές οφειλής, ως αρχαιοτέρας, μαζί με το υπόλοιπο των 94.589 (212.088-117499) δραχμών, που ο εναγόμενος ρητώς είχε ορίσει να καταλογισθεί στο υπόλοιπο από προηγούμενες οφειλές του, πριν την έκδοση του με αρ. ....../.....

τιμολογίου, ύψους 117.499 δραχμών.

Συνεπώς κατά μερική παραδοχή ως βάσιμου της ενστάσεως εξοφλήσεως του εναγομένου, που περιέχεται στον τρίτο λόγο εφέσεως αυτού (κατά το πρώτο αυτού σκέλος) και της αντενστάσεως της ενάγουσας περί καταλογισμού των καταβολών σε προγενέστερες των ειδικών οφειλές του εναγομένου από προηγούμενες προς αυτόν διαδοχικές πωλήσεις, η συνολική οφειλή αυτού για την αιτία αυτή ανέρχεται σε 650.135 δραχμές (1.075.445 προγενέστερη των ενδίκων οφειλή του εναγομένου + 2.389.667 δρχ.

ένδικη οφειλή = 3.465.112 δραχμές μείον 212.088 δρχ. σε εξόφληση του πρώτου τιμολογίου από τις ένδικες οφειλές και μέρους των προγενεστέρων οφειλών μείον 1.752.889 δρχ. από την πληρωμή συναλλαγματικών, αποδοχής του εναγομένου μείον 850.000 δρχ. από την καταβολή μετρητών = 650.135). Περαιτέρω δέχεται το Εφετείο ότι κατά παγία πρακτική μεταξύ των μερών, που τηρείται άλλωστε στις συναλλαγές που αφορούν πωλήσεις αερίων σε φιάλες, με την παράδοση στον εναγόμενο κάθε παραγγελίας αερίων, ο τελευταίος επέστρεφε στην ενάγουσα την ίδια ημέρα και με το ίδιο μεταφορικό μέσο ή ορισμένες φορές λίγες ημέρες μετά ή ακόμη και πριν (με την παραγγελία), αναλόγως των μεταφορικών ευχέρειας, αντίστοιχα αριθμό κενών φιαλών που είχαν χρησιμοποιηθεί προηγουμένως, με ορισμένες μικροδιακυμάνσεις που διορθώνονταν σε επόμενες παραλαβές.

Σε περίπτωση που οι κενές σιδερένιες φιάλες επιστρέφονταν με το ίδιο μεταφορικό μέσο, με το οποίο είχαν αποσταλεί στο κατάστημα του εναγομένου στην ..... οι γεμάτες με πεπιεσμένα αέρια φιάλες, ο οδηγός του φορτηγού προέβαινε στην έκδοση δελτίου ποσοτικής παραλαβής άδειων φιαλών από στέλεχος της ενάγουσας εταιρείας, ενώ, εάν ο εναγόμενος απέστελνε κενές φιάλες με άλλο μεταφορικό μέσο εκδιδόταν σχετική φορτωτική από τον μεταφορέα.

Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι κατά το από 8 Αυγούστου 1997 έως 28 Ιουλίου 2001 χρονικό διάστημα, η ενάγουσα εταιρεία απέστειλε στο κατάστημα του εναγομένου διαδοχικά 1002 συνολικά σιδερένιες φιάλες, γεμάτες με τα πωλούμενα αέρια, στις οποίες περιλαμβάνονται και οι ένδικες 131 φιάλες ασετυλίνης και 115 φιάλες οξυγόνου και λοιπών πεπιεσμένων αερίων.

Κατά το ίδιο χρονικό διάστημα, επεστράφησαν διαδοχικώς από τον εναγόμενο στην ενάγουσα και πάντοτε; εντός της μηνιαίας προθεσμίας αντίστοιχος αριθμός κενών φιαλών και συνολικά 1028 σιδερένιες φιάλες. Η ενάγουσα εταιρεία συνομολογεί με τις προτάσεις της ότι πράγματι επεστράφη ο ανωτέρω αριθμός σιδερένιων φιαλών, πλην όμως ισχυρίζεται ότι ο εναγόμενος, κατά την έναρξη της μεταξύ των συνεργασίας το έτος 1990, διατηρούσε στο κατάστημά του 262 συνολικά σιδερένιες φιάλες της και συνεπώς, παρά τις ως άνω επιστροφές, ο τελευταίος όφειλε να επιστρέψει 246 συνολικά σιδερένιες φιάλες, ενεχόμενος με βάση την αξία τους.

Ο ανωτέρω ισχυρισμός είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής, διότι αντικείμενο της ένδικης αγωγής είναι οι αναγραφόμενες στο δικόγραφο 246 φιάλες, που είχαν αποσταλεί με τα αναγραφόμενα στην αγωγή τιμολόγια-δελτία αποστολής, και φέρονται ότι απωλέσθηκαν και όχι μέρος των 262 σιδερένιων φιαλών, που υπήρχε στο κατάστημα του εναγομένου κατά την έναρξη της μεταξύ των μερών συνεργασίας.

Το αυτό πρέπει να λεχθεί και για τις 167 φιάλες, που επικαλείται η ενάγουσα ότι παραδόθηκαν στον εναγόμενο κατά το από 29-10-1999 έως 12-5-2000 διάστημα, πέραν εκείνων που αναφέρονται στην αγωγή, ανεξαρτήτως του ότι σε κάθε περίπτωση οι φιάλες αυτές έχουν ήδη περιληφθεί και συνυπολογισθεί στις 1002 παραδοθείσες φιάλες, που ο εναγόμενος αναφέρει στην έφεση του, με εξαίρεση 30 φιάλες του με αρ. ...../......τιμολογίου, το οποίο όμως δεν προσκομίζεται από την ενάγουσα και συνεπώς δεν αποδεικνύεται η βασιμότητα του σχετικού ισχυρισμού.

Επομένως (συνεχίζει το Εφετείο) πρέπει να απορριφθεί η αγωγή κατά τα κεφάλαια που αφορούν καταβολή αποζημιώσεως χρήσεως, διαρκείας έξι μηνών, για την καθυστέρηση επιστροφής των αναφερομένων στην αγωγή 115 σιδερένιων φιαλών οξυγόνου και 131 σιδερένιων φιαλών ασετυλίνης, και καταβολή αποζημιώσεως, συνισταμένης στην αξία των εν λόγω φιαλών, ως κατ΄ ουσίαν αβάσιμη.

Με τις σκέψεις αυτές το Εφετείο έκρινε ότι πρέπει να γίνει δεκτή κατά ένα μέρος η αγωγή και αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, υποχρέωσε τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο να καταβάλλει στην ενάγουσα ,και ήδη αναιρεσείουσα το ποσό των 1907,95 ευρώ. Έτσι που έκρινε το Εφετείο ορθά εφήρμοσε και δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 200, 288, 361, 416, 419 421 και 422 ΑΚ, ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και δεν στέρησε την αναιρεσιβαλλομένη της νόμιμης βάσης της, αφού με τις ανωτέρω παραδοχές διέλαβε σ΄ αυτήν επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που δικαιολογούν την εξαγωγή του πορίσματος στο οποίο κατέληξε, το οποίο και εκτίθεται σαφώς.

Συνεπώς οι από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δικ. πρώτος, δεύτερος (κατά το δεύτερο μέρος του) και τρίτος (κατά το πρώτο και τρίτος μέρος αυτού) λόγοι της αναιρέσεως, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Επίσης η προβαλλόμενη, κατ΄ ορθή εκτίμηση, με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως αιτίαση εκ του άρθρου 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δικ., ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και δέχθηκε μη προταθείσα από τον αναιρεσίβλητο ένσταση εξοφλήσεως της ένδικης αξιώσεως της αναιρεσείουσας, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι όπως προκύπτει από την επισκόπηση της από 22-6-2004 εφέσεως του αναιρεσιβλήτου, ο τελευταίος είχε προτείνει την ένσταση αυτή. Κατά τα λοιπά οι ίδιοι ως άνω (πρώτος, δεύτερος και τρίτος) λόγοι της αναιρέσεως, που υπό την επίκληση της ίδιας πλημμέλειας, πλήττουν την ανέλεγκτη, κατ΄ άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ. εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών γεγονότων, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ., εκτός των αναφερομένων σε αυτή εξαιρέσεων, είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Από τη διάταξη αυτή, που έχει εφαρμογή, σε όλους τους λόγους αναιρέσεως του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός επί του οποίου εκείνος στηρίζεται, έστω και αν ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο της ουσίας, έχει νόμιμα προβληθεί ενώπιον αυτού (Ολ.

ΑΠ 15/2000 Ελ. Δικ. 41, 647, Ολ. ΑΠ 43/90). Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δικ. προβάλλεται κατ΄ ορθή εκτίμηση, η από το άρθρο 559 αριθ. 14 Κ.Πολ.Δικ. αιτίαση ότι το Εφετείο παρέλειψε παρά το νόμο (άρθρ. 116 Κ.Πολ.Δικ.), να κηρύξει απαράδεκτη την ένσταση του αναιρεσιβλήτου περί εξοφλήσεως του επίδικου χρέους, παρά το γεγονός ότι η ένσταση αυτή αντιφάσκει προς τον προηγούμενο ισχυρισμό του ότι είχε συναφθεί μεταξύ των διαδίκων μερών σύμβαση αλληλοχρέου λογαριασμού.

Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως αόριστος, αφού η αναιρεσείουσα δεν προβάλλει ότι τον ισχυρισμό αυτό περί απαραδέκτου, που δεν εμπίπτει σε κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ., πρότεινε με ειδικό παράπονο, όπως όφειλε, στο δικαστήριο της ουσίας αλλά και ως αβάσιμος, διότι η ως άνω ένσταση του αναιρεσιβλήτου περί εξοφλήσεως του επιδίκου χρέους α)δεν τελεί σε προφανή αντίφαση κατά την έννοια του άρθρου 116 Κ.Πολ.Δικ., με τον έτερον (απορριφθέντα) ισχυρισμό του περί συνάψεως αλληλοχρέου λογαριασμού και β)όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της εφέσεως του αναιρεσιβλήτου η ένσταση αυτή (εξοφλήσεως) προβλήθηκε επικουρικώς, με συνέπεια να μη δημιουργείται απαράδεκτον.

Ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 8 του Κ.Πολ.Δικ. ιδρύεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Επομένως ο αναιρετικός αυτός λόγος δεν στοιχειοθετείται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ ΑΠ 12/1991). Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο, κατά το δεύτερο μέρος αυτού, λόγο της αναιρέσεως προβάλλεται η από το άρθρο 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δικ. αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που πρότεινε η αναιρεσείουσα ότι οι επιστραφείσες φιάλες (κενές) αφορούσαν τις παραληφθείσες προ του έτους 1997 και όχι τις παραληφθείσες τα έτη 1997-2001. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι, το Εφετείο με βάση τις προαναφερθείσες παραδοχές του ερεύνησε τον εν λόγω ισχυρισμό και τον απέρριψε κατ΄ ουσίαν.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

-

Απορρίπτει την από 18-4-2006 αίτηση της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "LINDE -ΕΛΛΑΣ ΕΠΕ" περί αναιρέσεως της υπ΄ αριθ. 3647/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

-

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Οκτωβρίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Νοεμβρίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ