Supreme Court dismisses appeal on statute of limitations and assessment of facts not subject to review.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appeal against the First Instance Court's decision regarding a debt dispute between a public fund and a private entity. The appellant argued that the lower court failed to apply specific civil code provisions and misinterpreted evidence, but the court held that the core issue involved the assessment of facts. Consequently, the court ruled that such factual evaluations are not subject to appellate review under the relevant procedural law.
Legislator headnote
AI generatedArticles 260, 272, 276 of the Civil Code; Article 561 of the Code of Civil Procedure: The Supreme Court reviews only legal errors, excluding the assessment of facts and the evaluation of evidence, which are matters for the lower court's discretion.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 2067 / 2025 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2067/2025ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥΑ2' Πολιτικό ΤμήμαΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Κουφούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Κορνηλία Πανούτσου και Ευαγγελία Γίτση - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Απριλίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Ι.
Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:Του αναιρεσείοντος: ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΜΗΧΑΝΙΚΩΝ ΕΡΓΟΛΗΠΤΩΝ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΕΡΓΩΝ" (ΤΜΕΔΕ), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο αποτελεί καθολικό διάδοχο του Τομέα ΤΣΜΕΔΕ του τ. ΕΤΑΑ (ΕΝΙΑΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΑ ΑΠΑΣΧΟΛΟΥΜΕΝΩΝ) με έδρα την Αθήνα, νόμιμα εκπροσωπούμενο σε ό,τι αφορά στο αντικείμενο και τις αρμοδιότητες εγγυοδοσίας και πιστοδοσίας, και το ΕΤΑΑ ήταν καθολικός διάδοχος του "ΤΑΜΕΙΟΥ ΣΥΝΤΑΞΕΩΝ ΜΗΧΑΝΙΚΩΝ ΚΑΙ ΕΡΓΟΛΗΠΤΩΝ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΕΡΓΩΝ (ΤΣΜΕΔΕ)", που είχε έδρα στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Δημήτριο Δημητρακόπουλο και Φίλιππο Κωσταρά, με δηλώσεις του άρθρου 242 παρ. 2.
του Κ.Πολ.Δ.Του αναιρεσίβλητου: Κ. Μ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σταμάτη Σταμόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 04-04-2014 ανακοπή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο … Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 12230/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 4488/2021 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον ΝΠΙΔ, με την από 01-11-2023 αίτησή του.Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ1. Η υπό κρίση αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 4481/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής πορείας, όπως προκύπτει από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ 2 ΚΠολΔ επισκόπηση των εγγράφων της υπόθεσης Ο ανακόπτων ήδη αναιρεσίβλητος με την από 4.4.2014 ασκηθείσα ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου … κατά του καθού η ανακοπή ήδη αναιρεσείοντος, νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, με την επωνυμία ' Ενιαίο Ταμείο Ανεξάρτητων Απασχολούμενων [ΕΤΑΑ]', καθολικός διάδοχος του οποίου, για τα θέματα εγγυοδοσίας και πιστοδοσίας είναι το ήδη αναιρεσείον νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία 'Ταμείο Μηχανικών Εργοληπτών Δημοσίων Έργων' [ΤΜΕΔΕ] ζήτησε την ακύρωση της με αριθμό ....2014 βεβαίωσης οφειλών του Προϊσταμένου Δ/νσης Εγγυοδοσίας και Πιστοδοσίας του ΕΤΑΑ και της με αριθμό πρωτοκόλλου ....2014 ατομικής ειδοποίησης πρόσκλησης του ΕΤΑΑ.
Ειδικότερα ο ανακόπτων εξέθετε ότι κατόπιν σχετικών αιτήσεων του, το καθού η ανακοπή εξέδωσε τις αναφερόμενες σ' αυτή εγγυητικές επιστολές καλής εκτέλεσης και δεκάτων, με ημερομηνίες έκδοσης από 23.8.1982 έως και 16.9.1996, συνολικού ποσού 81.243,17 ευρώ καθώς και ότι επειδή δεν εκπλήρωσε προσηκόντως τις συμβατικές του υποχρεώσεις και δεν κατέβαλε στο καθ' ου η ανακοπή τις προμήθειες έναντι εκάστης εγγυητικής επιστολής, το τελευταίο του επέδωσε στις 25.2.2014 την προαναφερόμενη βεβαίωση οφειλών με την οποία καθορίστηκε η ως άνω οφειλή του και βεβαιώθηκε ως έσοδο του ταμείου του και την ως άνω ατομική ειδοποίηση-πρόσκληση, με την οποία τον καλούσε να του καταβάλει το ως άνω συνολικά οφειλόμενο ποσό, πλέον τόκων.
Επί της ως άνω ανακοπής εξεδόθη η με αριθμό 12230/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου … , η οποία την έκανε εν μέρει δεκτή και ακύρωσε εν μέρει τη με αριθμό .../2014 βεβαίωση οφειλής ως προς το ποσό των 78.140,36 ευρώ, κατά μερική παραδοχή του πρώτου λόγου ανακοπής περί παραγραφής των αναφερόμενων σ' αυτόν απαιτήσεων" Κατά της ανωτέρω απόφασης το ήδη αναιρεσείον άσκησε έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη με αριθμό 4488/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία την απέρριψε, επικυρώνοντας την πρωτοβάθμια απόφαση. 2.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, η αγωγή, εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 ή 117, πρέπει να περιέχει: α) σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν, σύμφωνα με το νόμο και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και γ) ορισμένο αίτημα, σε τρόπο ώστε να παρέχεται στον μεν εναγόμενο η ευχέρεια της άμυνας, στο δε δικαστήριο η δυνατότητα ελέγχου του βάσιμου, κατά το νόμο, της αγωγής (ΑΠ 381/2006].
Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα πιο πάνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκησή της, επιφέρει δε την απόρριψη της ως απαράδεκτης λόγω αοριστίας, είτε κατόπιν προβολής της σχετικής ένστασης, είτε αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 480/2010).
Η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αν το Δικαστήριο για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίσης του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος ή αρκέσθηκε σε λιγότερα (ΟλΑΠ 18/1998).
Η δε ποιοτική αοριστία, δηλαδή, η επίκληση των στοιχείων του νόμου χωρίς αναφορά περιστατικών και η ποσοτική αοριστία, δηλαδή η έλλειψη εξειδίκευσης των στοιχείων που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχονται από τους αριθμούς 8 και 14, αντιστοίχως, του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 15/2000), αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη γεγονότα που δεν αναφέρονται σε αυτή ή αντιθέτως έκρινε αόριστη την αγωγή μη λαμβάνοντας υπόψη τέτοια γεγονότα (ΑΠ 39/2023 ΑΠ 9/2020, 1033/2019).
Έτι περαιτέρω για το ορισμένο του λόγου ανακοπής περί παραγραφής των απαιτήσεων του Ενιαίου Ταμείου Ανεξάρτητων Απασχολούμενων [ΕΤΑΑ], καθολικός διάδοχος του οποίου είναι το νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία 'Ταμείο Μηχανικών Εργοληπτών Δημοσίων Έργων ' [ΤΣΜΕΔΕ], από την καταβολή προμήθειας για την έκδοση από αυτό εγγυητικών επιστολών απαιτείται να αναγράφεται εκάστη εγγυητική επιστολή, ο αριθμός, το είδος, η ημερομηνία έκδοσης, και το χρονικό διάστημα αυτής, το ποσό προμήθειας εκάστου τριμήνου, οι συνολικές χρεωθείσες προμήθειες για όλα τα τρίμηνα και ο χρόνος επίδοσης της ταμειακής βεβαίωσης [ΑΠ 741/2017, ΑΠ 663/2011]. 3.
Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση του δικογράφου της ανακοπής κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος προκύπτουν τα ακόλουθα Ο ανακόπτων με τον πρώτο λόγο ανακοπής του ισχυρίστηκε ότι οι ένδικες απαιτήσεις του καθού η ανακοπή έχουν παραγραφεί και για το ορισμένο αυτού, επισύναψε στο δικόγραφο την προσβαλλόμενη ταμειακή βεβαίωση οφειλής, ώστε αυτή να καταστεί ενιαίο με την ανακοπή κείμενο, στην οποία αναγράφονται ο αριθμός, το είδος (Ε καλής εκτέλεσης, Δ δεκάτων ), η ημερομηνία έκδοσης εκάστης εγγυητικής επιστολής, το ποσό του κεφαλαίου, το ποσό προμήθειας τριμήνου, το διάστημα οφειλής των προμηθειών, οι συνολικά χρεωθείσες προμήθειες για όλα τα τρίμηνα που ανάγονται στο χρόνο έκδοσης της κάθε εγγυητικής επιστολής και η ημερομηνία επίδοσης της ειδοποίησης και πρόσκλησης.
Ο ανωτέρω λόγος ανακοπής περιέχει τα αναγκαία για το ορισμένο αυτού στοιχεία, σύμφωνα και με την ανωτέρω νομική σκέψη, έτσι ώστε να μπορεί να κριθεί από το δικαστήριο της ουσίας αν παρήλθε ή όχι η κατ' άρθρο 250 περ 5 ΑΚ πενταετής παραγραφή για τις ένδικες απαιτήσεις του καθού η ανακοπή, η οποία αρχίζει μόλις λήξει το έτος μέσα στο οποίο γεννήθηκαν και κατέστησαν ληξιπρόθεσμες και απαιτητές οι απαιτήσεις, από την έκδοση κάθε εγγυητικής επιστολής, που περιέχει τις συνολικά χρεωθείσες προμήθειες για όλα τα τρίμηνα μέχρι το χρόνο έκδοσης αυτής, και λήγει την ημέρα επίδοσης της ατομικής ειδοποίησης και πρόσκλησης, Επομένως το Εφετείο που έκρινε ορισμένο τον προαναφερόμενο πρώτο λόγο ανακοπής και δεν κήρυξε το απαράδεκτο αυτού λόγω αοριστίας δεν υπέπεσε στην από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια και μετά ταύτα είναι αβάσιμος ο περί τούτου πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων επικαλείται την αοριστία του περί παραγραφής λόγου ανακοπής, εκκινώντας από την εσφαλμένη παραδοχή ότι ο χρόνος γένεσης της εν λόγω απαίτησης από προμήθειες είναι η πάροδος τριμήνου από τη χρέωσή αυτής. 4.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάστηκαν οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ. Οι εν λόγω ερμηνευτικοί κανόνες εφαρμόζονται από το δικαστήριο της ουσίας, όταν, κατά την ανέλεγκτη ως προς αυτό κρίση του, διαπιστώνει ότι υπάρχει στην σύμβαση κενό ή αμφιβολία ως προς την δήλωση της βούλησης των συμβαλλομένων.
Η διαπίστωση αυτή του δικαστηρίου της ουσίας μπορεί είτε να αναφέρεται ρητά στην απόφαση είτε να προκύπτει έμμεσα από αυτήν, γεγονός που συμβαίνει όταν, καίτοι δεν γίνεται ρητή αναφορά για διαπίστωση κενού ή αμφιβολίας ή ακόμη περιέχεται ρητή αναφορά ότι δεν υπάρχει κενό ή αμφιβολία, το δικαστήριο προχωρεί σε ερμηνεία της σύμβασης, από την οποία ερμηνεία αποκαλύπτεται ότι αυτό αντιμετώπισε κενό ή αμφιβολία ως προς την δήλωση της βούλησης των συμβαλλομένων που το υποχρέωσαν να προβεί στην ερμηνευτική αναζήτησή της.
Οι προαναφερόμενες διατάξεις παραβιάζονται, όταν το δικαστήριο, παρά την άμεση ή έμμεση διαπίστωση κενού ή αμφιβολίας ως προς την έννοια δικαιοπρακτικής δήλωσης, δεν προσφεύγει σ' αυτές, για να αναζητήσει και να διαπιστώσει την αληθινή έννοιά της ή για να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους ή προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους με την έννοια ότι το ερμηνευτικό πόρισμα, στο οποίο, μέσω της ερμηνείας κατέληξε, δεν συμφωνεί με τα κριτήρια της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών (Ολ.ΑΠ 26/2004, ΑΠ 912/2021, ΑΠ 898/2019).
Όταν όμως η δηλωθείσα βούληση είναι πλήρης και σαφής και δεν καταλείπεται αμφιβολία για το περιεχόμενο της, τότε δεν υφίσταται περίπτωση προσφυγής στους προαναφερόμενους κανόνες (ΑΠ 66/2022, ΑΠ 1597/2017). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση 'ότι το Εφετείο, μολονότι διαπίστωσε την ύπαρξη κενού και αμφιβολίας ως προς την απευθυντέα σ' αυτό από 18.6.2012 αίτηση του ανακόπτοντος ήδη αναιρεσίβλητου για ρύθμιση των χρεών του, δεν προσέφυγε στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ για την ερμηνεία αυτής [αίτηση ρύθμισης] ως αιτιώδους αναγνώρισης υπάρχοντος χρέους του, από την οποία αρχίζει νέα εικοσαετής παραγραφή, άλλως παραίτησης από συμπληρωμένη παραγραφή, με συνέπεια να απορρίψει την προταθείσα από αυτόν αντέσταση της διακοπής του χρόνου παραγραφής των ενδίκων απαιτήσεων του.
Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση κατ' επιτρεπτή επισκόπηση αυτής [άρθρο 561 παρ 2 ΚΠολΔ] δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος τα ακόλουθα ' στη συγκεκριμένη αίτηση δεν γίνεται αναφορά σε οποιοδήποτε ποσό ως χρέος του ανακόπτοντος και ειδικότερα στο επίδικο χρέος, ούτε συγκεκριμένο ποσό αναγράφεται σ' αυτή ούτε αριθμός εγγυητικής επιστολής, ούτε εξειδικεύεται με κάποιο τρόπο η σχετική απαίτηση της οποίας ζητείται η ρύθμιση, πλέον του ότι από το γεγονός ότι δεν επικαλείται συγκεκριμένη εγγυητική επιστολή προκύπτει ότι ο ανακόπτων δεν είχε ακριβή γνώση της οφειλής του αλλά πρόκειται για μια γενική αίτηση με την οποία ο ανακόπτων αποσκοπούσε σε ευνοϊκότερη ρύθμιση εξόφλησης του οποιουδήποτε χρέους του, και με τα δεδομένα αυτά κρίνεται ότι η συγκεκριμένη αίτηση δεν έχει χαρακτήρα αναγνώρισης χρέους ν/διότι στην υποθετική αυτή περίπτωση ο ανακόπτων θα αναφερόταν ρητώς στο επίδικο χρέος αλλά ούτε και συνιστά παραίτηση από συμπληρωμένη παραγραφή, ώστε και δεν επήλθε διακοπή της προαναφερόμενης παραγραφής κατά τα άρθρα 260, 272 αρ γ και 276 του ΑΚ.
Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές το Εφετείο δεν διαπίστωσε έστω και εμμέσως, την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας όσον αφορά την ανωτέρω δήλωση και, ως εκ τούτου, δεν είχε υποχρέωση να προσφύγει ούτε και προσέφυγε στους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, τις διατάξεις των οποίων έτσι δεν παραβίασε ευθέως με τη μη εφαρμογή τους, οπότε ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος. 5.
Παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, που ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από τον αρ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, υπάρχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας από εσφαλμένη ανάγνωση αποδεικτικού, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, εγγράφου, δέχθηκε ως περιεχόμενο του καταδήλως διαφορετικό από το πραγματικό, δηλαδή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διάφορα από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, εξαιτίας της οποίας καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.
Παραμόρφωση εγγράφου συνιστά πάντως και η παράλειψη του δικαστηρίου να αναγνώσει μέρος του εγγράφου, όταν το μέρος αυτό είναι κρίσιμο για την ουσία της υπόθεσης (ΑΠ 516/2016). Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένως, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 201/2024 ΑΠ 25/2017, ΑΠ 1071/2015).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο αναίρεσης το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη την από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, που συνίσταται στην παραμόρφωση της από 18.6.2012 αίτησης του ανακόπτοντος για ρύθμιση των οφειλών του, η οποία κατ' αυτόν αποτελεί αναγνώριση οφειλής. Ο λόγος αυτός που βάλλει κατά του συμπεράσματος στο οποίο κατέληξε το Εφετείο [ότι δηλ.
το περιεχόμενο της εν λόγω αίτησης ρύθμισης οφειλών αποτελεί απλή αίτηση διακανονισμού των χρεών του] είναι απαράδεκτος καθόσον με αυτόν βάλλεται η εκτίμηση των πραγμάτων, η οποία, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.6. Ελλείποντος άλλου λόγου αναίρεσης, η υπό κρίση αίτηση πρέπει να απορριφθεί και να συμψηφιστεί η μεταξύ των διαδίκων δικαστική δαπάνη λόγω της ιδιαίτερης δυσχέρειας ως προς την ερμηνεία των εφαρμοστέων κανόνων δικαίου [άρθρο 179 ΚΠολΔ].
Επίσης δεν ορίζεται διάταξη κατά το άρθρο 495 ΚΠολΔ, εφόσον για την άσκηση της υπό κρίση αίτησης το αναιρεσείον δεν υποχρεούται στην καταβολή αυτού [άρθρο 28 παρ 4 του Ν 2579/98 και άρθρο 27 παρ 1 του καταστατικού του ΤΣΜΕΔΕ [απόφαση 58192/2153/2016 της Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης].ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣΑπορρίπτει την αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 4488/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.Συμψηφίζει την μεταξύ των διαδίκων δικαστική δαπάνη.ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Ιουνίου 2025.Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρήσασας ο αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Δεκεμβρίου 2025.Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ