Legislator Case Law & Legislation
2067/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on appealability grounds and lack of specific damage quantification regarding interest calculation.

Case Number 2067/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the Court of First Instance's rejection of their appeal against a bank's payment order. The appellants argued that the court erred in rejecting their claim that a 360-day interest calculation violated transparency principles, but failed to specify the exact monetary amount of the alleged overcharge. The court ruled that without a precise figure defining the additional burden caused by the 360-day calculation, the claim remained vague and legally insufficient to overturn the lower court's decision.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 569, 577 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court dismisses an appeal where the appellant fails to quantify the specific monetary damage resulting from the alleged violation of transparency principles regarding interest calculation.

Keywords

AI generated
appeal admissibility transparency principle interest calculation vague claim quantification of damage consumer credit 360 day year

Cited Legislation

AI generated
Articles 495, 552, 553, 556, 558, 564, 566 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 569 paragraph 2 item a of the Code of Civil Procedure
Article 2 paragraph 6 of Law 2251/1994
Article 6 paragraph 2 of Law 2251/1994
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 495 section 4 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 1346/2022
Supreme Court Case 368/2019

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2067 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 2067/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Ανδρικοπούλου - Εισηγήτρια, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Γεώργιο Αυγέρη και Μαρί Δεργαζαριάν, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Φεβρουαρίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) … και 5) …, κατοίκ.. ….. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Νικολακόπουλο, ο οποίος ανακάλεσε την από 10-2-2022 δήλωσή του για παράσταση με το άρθρο 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε στο ακροατήριο. Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μενέλαο Τζέλη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-8-2016 ανακοπή και τους από 28-2-2017 προσθέτους λόγους ανακοπής των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καστοριάς και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 197/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 100/2018 του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 1-9-2020 αίτησή τους και τους από 15-12-2021 προσθέτους αυτής λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων αυτής λόγων, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 1/9/2020 αίτηση αναίρεσης, και τους από 15/12/2021 προσθέτους αυτής λόγους προσβάλλεται η με αριθμό 100/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, με την οποία το Δικαστήριο απέρριψε την από 17/10/2017 έφεση των ανακοπτόντων και ήδη αναιρεσειόντων κατά της με αριθμό 197/2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καστοριάς, που είχε απορρίψει ως αβάσιμη κατ' ουσία την από 10/8/2016 ανακοπή και τους από 28/2/2017 προσθέτους αυτής λόγους, με την οποία οι ανακόπτοντες ζητούσαν να ακυρωθεί η ανακοπτόμενη με αριθμό 16/2016 διαταγή πληρωμής της καθ' ης η ανακοπή και ήδη αναιρεσίβλητης. Η αίτηση έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495, 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Πρέπει, επομένως, να ερευνηθεί το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Κατά το άρθρο 569 παρ. 2 εδ. α' ΚΠολΔ, οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ως προς τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης και τα κεφάλαια εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά, ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση, και αντίγραφο του οποίου επιδίδεται μέσα την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και στους άλλους διαδίκους.

Κατά την έννοια του άρθρου αυτού, κεφάλαιο είναι κάθε οριστική διάταξη της τελεσίδικης απόφασης που κρίνει για το παραδεκτό ή το βάσιμο κάθε αυτοτελούς αίτησης παροχής έννομης προστασίας, η οποία εισάγει αντίστοιχα ένα ιδιαίτερο αντικείμενο δίκης, διαφοροποιούμενο από τα λοιπά είτε ως προς το αίτημα είτε ως προς την ιστορική βάση είτε ως προς αμφότερους τους παράγοντες που το οριοθετούν (ΑΠ 132/2004).

Αντιθέτως, πρόκειται για το αυτό αντικείμενο δίκης και επομένως και για το αυτό κεφάλαιο της απόφασης, όταν υπάρχει ταύτιση τόσο ως προς το αίτημα όσο και ως προς την ιστορική βάση. Αναγκαίως συνεχόμενα με τα κεφάλαια της απόφασης που αναιρεσιβλήθηκαν είναι όσα από τα λοιπά κεφάλαιά της παρουσιάζουν προς τα πρώτα στενή συνάφεια είτε διότι βρίσκονται σε σχέση προδικαστικότητας προς αυτά, δηλαδή αφορούν προκριματικά για την παραδοχή τους ζητήματα, είτε διότι έχουν, ως αντικείμενο, δικαιώματα που απορρέουν από την αυτή ιστορική αιτία ή από το αυτό βιοτικό γεγονός, οπότε και δημιουργείται κίνδυνος ασυμβίβαστων αποφάσεων, αν η κρίση περιορισθεί μόνο στα αναιρεσιβληθέντα κεφάλαια και συμβεί αυτή να είναι αντίθετη προς την κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τα λοιπά απρόσβλητα κεφάλαια της απόφασής του (ΑΠ 1340/2017, ΑΠ 684/2013).

Στην προκείμενη περίπτωση, ως ημέρα συζήτησης ενώπιον του Α2 Τμήματος του Αρείου Πάγου της κρινόμενης από 1/9/2020 αίτησης για αναίρεση της με αριθμό 100/2018 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας ορίστηκε η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμος (28/2/2022), οι δε αιτούντες άσκησαν πρόσθετους λόγους με το από 15/12/2021 ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στη γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου στις 20/12/2021 (βλ.

σχετική πράξη κατάθεσης) και επιδόθηκε στην αναιρεσίβλητη στις 23/12/2021, δηλαδή τριάντα ημέρες πριν την ορισθείσα ως άνω αρχική δικάσιμο, όπως τούτο προκύπτει από την με αριθμό … έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών Β. Κ., την οποία επικαλούνται και προσκομίζουν οι αναιρεσείοντες.

Επομένως, οι πρόσθετοι αυτοί λόγοι ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα. είναι παραδεκτοί (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω, αφού συνεκδικαστούν με την ως άνω αίτηση αναίρεσης. Η κατά το άρθρο 632 KΠολΔ ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής, η οποία αποτελεί ειδική μορφή της ανακοπής των άρθρων 583 επ.

του ίδιου κώδικα ασκείται όπως και η αγωγή και πρέπει στο δικόγραφό της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο όλοι οι λόγοι (ενστάσεις) κατά του κύρους της διαταγής πληρωμής. Επίσης, κατά το άρθρο 585 παρ. 2 KΠολΔ, το οποίο έχει εφαρμογή σε κάθε μορφή ανακοπής, όπως και στην προκειμένη ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής, αφού δεν υπάρχει αντίθετη ρύθμιση, "Το έγγραφο της ανακοπής πρέπει να περιέχει, εκτός από τα στοιχεία που αναφέρονται στα άρθρα 118 έως 120, και τους λόγους της.

Νέοι λόγοι μπορούν να προταθούν μόνο με πρόσθετο δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου προς το οποίο απευθύνεται η ανακοπή, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση, και κοινοποιείται στον αντίδικο μέσα σε εξήντα ημέρες (60) από την κατάθεση της ανακοπής ή, όταν πρόκειται για ειδικές διαδικασίες, οκτώ (8) τουλάχιστον ημέρες πριν από τη συζήτηση".

Τούτο διότι στη δίκη της ανακοπής δεν επανεκδικάζεται η υπόθεση καθολικά αλλά μόνο στο μέτρο των υποβαλλόμενων λόγων ανακοπής. Οι λόγοι αυτοί, σε συνδυασμό με το αίτημα της ανακοπής, προσδιορίζουν την έκταση της εκκρεμοδικίας, που επέρχεται με την άσκηση της ανακοπής, και αναγκαίως οριοθετούν το αντικείμενο της δίκης της ανακοπής (Ολ.

ΑΠ 10/1997, ΑΠ 51/2020, ΑΠ 368/2018, ΑΠ 1943/2017). Κατά των λόγων της ανακοπής αυτής εκείνος, κατά του οποίου στρέφεται, μπορεί να αμυνθεί είτε αρνούμενος αυτούς είτε με την προβολή αντενστάσεων κατ` αυτών (Ολ. ΑΠ 43/2005, ΑΠ 341/2021, ΑΠ 51/2020, ΑΠ 1761/2017). Επομένως, από τα ανωτέρω προκύπτει, ότι α) το δικόγραφο της ανακοπής και των προσθέτων λόγων αυτής πρέπει να περιέχει, πλην άλλων, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο τους λόγους της, με τους οποίους οριοθετείται η δίκη της ανακοπής, να περιέχει δηλαδή σαφείς και ορισμένες αντιρρήσεις και ενστάσεις του ανακόπτοντος και β) νέοι λόγοι, μη περιεχόμενοι στο δικόγραφο της ανακοπής ή των προσθέτων λόγων αυτής κρίνονται απαράδεκτοι, γιατί δεν επιτρέπεται να προταθούν για πρώτη φορά με τις έγγραφες προτάσεις του ανακόπτοντος της πρωτοβάθμιας ή δευτεροβάθμιας δίκης ή με το δικόγραφο της έφεσης, η οποία ασκείται κατά της απορριπτικής απόφασης της ανακοπής ή το δικόγραφο των προσθέτων λόγων της έφεσης και αν ακόμη οι νέοι λόγοι αφορούν ισχυρισμούς, οι οποίοι αναφέρονται στα άρθρα 269 και 527 KΠολΔ, καθόσον, έναντι των γενικών αυτών διατάξεων κατισχύει η ειδική ως άνω διάταξη του άρθρου 585 παρ. 2 του ιδίου Κώδικα, η οποία ρυθμίζει αποκλειστικώς το περιεχόμενο του δικογράφου της ανακοπής και τον τρόπο προβολής των νέων λόγων αυτής.

Έτσι, μόνο το περιεχόμενο της ανακοπής και εκείνο των, τυχόν κατά τον προεκτεθέντα τρόπο, ασκηθέντων πρόσθετων λόγων της οριοθετεί το αντικείμενο της δίκης επί της ανακοπής, ακόμη και αν πρόκειται για αιτιάσεις που ανάγονται στο κατά νόμο παραδεκτό της έκδοσης της διαταγής πληρωμής (ΑΠ 1569/2022, ΑΠ 532/2015) ή τη νομιμοποίηση των διαδίκων, ενεργητική και παθητική (ΑΠ 1329/2006).

Ούτε επιτρέπεται συμπλήρωση του περιεχομένου των λόγων της ανακοπής με τις προτάσεις ή την έφεση, τους πρόσθετους λόγους αυτής και την αναίρεση (ΑΠ 611/2022, ΑΠ 99/2020, ΑΠ 925/2020, ΑΠ 1298/2018, ΑΠ 111//2015, ΑΠ 1287/2012). Εξάλλου, η νομιμοποίηση του διαδίκου απορρέει κατά κανόνα αμέσως από το νόμο και κυρίως από τις διατάξεις του ουσιαστικού ή κάποτε και του δικονομικού δικαίου.

Εκείνος που εμφανίζεται κατά το ουσιαστικό δίκαιο, δικαιούχος ή υπόχρεος νομιμοποιείται κατ` αρχήν ως ενάγων ή εναγόμενος αντίστοιχα. Επομένως ο λόγος αναίρεσης ότι δεν υπάρχει ενεργητική ή παθητική νομιμοποίηση του διαδίκου στηρίζεται στο άρθρο 559 αρ.1 Κ.Πολ.Δ, ενώ αν συνδέεται με τις παραδοχές της απόφασης επί της ουσίας, στηρίζεται στο άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ (ΑΠ 1542/2022, ΑΠ 1537/2022, ΑΠ 1298/2021, ΑΠ 786/2021, ΑΠ 1610/2007).

Στην προκείμενη περίπτωση, με (άνευ αριθμού) λόγο αναίρεσης και πρόσθετο λόγο, ο οποίος υποβάλλεται αφενός μεν αυτοτελώς, αφετέρου δε ως πρόκριμα και των λοιπών λόγων αναίρεσης, και κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, οι αναιρεσείοντες επικαλούνται πλημμέλεια της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης από τους αρ. 1, 8 και 14 (και όχι από τον αρ. 19) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την ειδικότερη αιτίαση ότι το Εφετείο δεν εκθέτει στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού του πραγματικά περιστατικά ως προς το αν αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε η κατάρτιση των ακόλουθων συμβάσεων:

α) της με αριθμό … σύμβασης πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό μεταξύ αφενός μεν της "… ", ως πιστώτριας, αφετέρου δε της πρώτης αναιρεσείουσας ως πιστούχου και των λοιπών αναιρεσειόντων ως εγγυητών, β) της με αριθμό … πρόσθετης πράξης μεταξύ της αναιρεσίβλητης, ως πιστώτριας, και της πρώτης αναιρεσείουσας ως πιστούχου και των λοιπών αναιρεσειόντων ως εγγυητών, γ) της από 26/3/2013 σύμβασης εκχώρησης των δικαιωμάτων και αναδοχής των υποχρεώσεων μεταξύ της "…" ως εκχωρήτριας και της αναιρεσίβλητης ως εκδοχέα, δυνάμει της οποίας μεταβιβάστηκαν όλα τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις από την πρώτη στη δεύτερη και έτσι αυτή υπεισήλθε στη συμβατική σχέση του αλληλόχρεου λογαριασμού και απέκτησε την ένδικη απαίτηση.

Οι παραδοχές αυτές ήταν αναγκαίες κατά τους αναιρεσείοντες, προκειμένου να κριθεί αν οι διαλαμβανόμενοι στην με αριθμό … πρόσθετη πράξη όροι ισχύουν και δεσμεύουν τα συμβαλλόμενα μέρη. Με τον ως άνω λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες αμφισβητούν ουσιαστικά την ενεργητική νομιμοποίηση και το δικαίωμα της αναιρεσίβλητης να εκδώσει την ένδικη διαταγή πληρωμής εφόσον, μάλιστα, δεν προσκόμισε την από 26/3/2013 σύμβαση μεταξύ αυτής ως εκδοχέα και της "…" ως εκχωρήτριας, από την οποία θα προέκυπτε αν ήταν αρχική ή επιγενόμενη πιστώτρια.

Από την παραδεκτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 KΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης και της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτουν τα εξής: Με την από 16/6/2016 αίτησή της η εταιρεία με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε." (της οποίας καθολική διάδοχος είναι η παριστάμενη σήμερα με την ίδια επωνυμία και διαφορετικό ΑΦΜ διάδικος) ζήτησε την έκδοση διαταγής πληρωμής από σύμβαση πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό, στρεφόμενη κατά των νυν αναιρεσειόντων με την ιδιότητά τους της μεν πρώτης ως πιστούχου των δε λοιπών ως εγγυητών.

Στο ιστορικό της αίτησης αναφερόταν ότι, με βάση την με αριθμό … σύμβαση πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό καθώς και την με αριθμό … πρόσθετη πράξη, που συνήφθη μεταξύ της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας "..." δια του υποκαταστήματός της στην Ελλάδα "…", και της πρώτης καθ' ης, ανώνυμης εταιρείας, χορηγήθηκε σ' αυτήν πίστωση μέχρι του ποσού των 100.000 ευρώ, με την εγγύηση των λοιπών τεσσάρων καθ' ων, φυσικών προσώπων.

Ότι, στις 26/3/2013 οι έννομες σχέσεις που απέρρεαν από την εν λόγω σύμβαση μεταβιβάστηκαν στην αιτούσα δυνάμει της από … σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης, που εγκρίθηκε με το με αριθμό … διάταγμα της Κεντρικής Τράπεζας …. Ότι, στη συνέχεια με την με αριθμό …. πρόσθετη πράξη σύμβασης πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό, που καταρτίστηκε ανάμεσα στην αιτούσα και την πρώτη των καθ' ων, αφού αναγνωρίστηκε από τους καθ' ων το μέχρι την ως άνω ημερομηνία υφιστάμενο υπόλοιπο της σύμβασης, τροποποιήθηκαν ορισμένοι όροι της αρχικής σύμβασης και με βάση τη νέα αυτή σύμβαση ανοίχτηκε λογαριασμός ο οποίος όμως δεν εξυπηρετήθηκε ομαλά, για τον λόγο δε αυτό η Τράπεζα τον έκλεισε μονομερώς στις ….

Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησε την έκδοση διαταγής πληρωμής σε βάρος των καθ' ων. Η αίτηση έγινε δεκτή και εκδόθηκε η με αριθμό 16/2016 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καστοριάς, με την οποία υποχρεώθηκαν οι καθ' ων, σε ολόκληρο καθένας τους, να καταβάλουν στην αιτούσα το ποσό των 41.676,14 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων.

Με την από 10/8/2016 ανακοπή και τους από 28/2/2017 προσθέτους αυτής λόγους οι ανακόπτοντες, ήδη αναιρεσείοντες, ζήτησαν την ακύρωση της ως άνω διαταγής πληρωμής επικαλούμενοι λόγους που αφορούσαν την ύπαρξη της απαίτησης και το ύψος της χωρίς ουδόλως να αμφισβητήσουν την ενεργητική νομιμοποίηση της αιτούσας και το δικαίωμά της να ζητήσει την έκδοση της ένδικης διαταγής πληρωμής.

Μάλιστα όχι μόνο σε ουδέν σημείο της ανακοπής και των πρόσθετων αυτής λόγων προβάλλουν τέτοια αμφισβήτηση αλλά ρητά πλήττουν τους όρους αμφοτέρων των συμβάσεων αναφερόμενοι ευθέως στην "δικαιοπάροχο" της αιτούσας και στην τελευταία ως "ειδική διάδοχο" της πιστοδότριας εταιρείας (βλ. ενδεικτικά σελ. 26, 30 και 31 πρόσθετων λόγων ανακοπής).

Επί της ανακοπής αυτής και των πρόσθετων λόγων της εκδόθηκε η με αριθμό 197/2017 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καστοριάς, η οποία την απέρριψε στο σύνολό της, την απόφαση δε αυτή προσέβαλαν οι αναιρεσείοντες με την από 17/10/2017 έφεσή τους. Με το δικόγραφο της έφεσης αλλά και με τις ενώπιον του Εφετείου προτάσεις τους, οι εκκαλούντες προέβαλαν για πρώτη φορά λόγο τον οποίο δεν είχαν προβάλλει με την από 10/8/2016 ανακοπή και τους από 28/2/2017 προσθέτους αυτής λόγους, και συγκεκριμένα παραπονέθηκαν επειδή το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν έλεγξε, αυτεπαγγέλτως, την έλλειψη ενεργητικής νομιμοποίησης της αιτούσας, ιδιότητα που όπως ισχυρίστηκαν, δεν συνέτρεχε κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησης και έκδοσης της διαταγής πληρωμής και βέβαια δεν αποδεικνυόταν, καθώς η αιτούσα δεν προσκόμισε την από … σύμβαση πώλησης και μεταβίβασης δυνάμει της οποίας απέκτησε τις έννομες σχέσεις που απορρέουν από τις πιο πάνω συμβάσεις, με συνέπεια την ακυρότητα της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής, λόγω διαδικαστικού απαραδέκτου.

Επί της εν λόγω έφεσης εκδόθηκε η προσβαλλόμενη με αριθμό 100/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, η οποία δέχτηκε τυπικά και απέρριψε κατ` ουσία την έφεση, χωρίς καμία αναφορά στον ως άνω λόγο. Όμως, ενόψει του ότι το Εφετείο, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη προαναφερθείσα μείζονα σκέψη, κρίνει μόνο με βάση τους παραδεκτά προτεινόμενους ισχυρισμούς, οι οποίοι οριοθετούν δεσμευτικά το αντικείμενο της δίκης, δεν είχε υποχρέωση να λάβει υπόψη τον παραπάνω, απαραδέκτως προβαλλόμενο, ισχυρισμό και συνεπώς ορθά δεν απάντησε στον ανωτέρω λόγο.

Τούτο διότι, όπως πιο πάνω αναφέρθηκε, ακόμη και αν οι νέοι λόγοι ανακοπής αφορούν ισχυρισμούς που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως, κατά το άρθρο 527 αρ. 3 KΠολΔ, όπως συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση όπου η ενεργητική νομιμοποίηση λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης, ο ισχυρισμός αυτός πρέπει να προβληθεί με την ανακοπή ή με τους πρόσθετους λόγους ανακοπής, δεδομένου ότι έναντι των γενικών διατάξεων κατισχύει η διάταξη του άρθρου 585 παρ. 2 KΠολΔ, η οποία ρυθμίζει αποκλειστικά το περιεχόμενο της ανακοπής και τον τρόπο προβολής των νέων λόγων αυτής.

Εφόσον, λοιπόν, στην προκειμένη περίπτωση δεν ασκήθηκε σχετικός λόγος ανακοπής, ούτε πρόσθετος λόγος, σαφής και ορισμένος κατά τα ανωτέρω, σχετικά με την ενεργητική νομιμοποίηση της αναιρεσίβλητης, ο περιεχόμενος στην έφεση των αναιρεσειόντων ως άνω ισχυρισμός τους ήταν απαράδεκτος.

Συνεπώς, το Εφετείο δεν ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη του τον απαράδεκτο αυτό ισχυρισμό και να συμπεριλάβει στην απόφασή του σχετικές αιτιολογίες. Επομένως, οι ανωτέρω συναφείς (άνευ αριθμού) σχετικός λόγος αναίρεσης και πρόσθετος αυτής λόγος από τους αρ. 1, 8 και 14 (κατ' εκτίμηση) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο δεν ερεύνησε την ενεργητική νομιμοποίηση της αναιρεσίβλητης, είναι απαράδεκτοι.

Σε κάθε περίπτωση το Εφετείο, με την σιωπηρή απόρριψη του ως άνω ισχυρισμού, δέχθηκε ότι ήταν ορθές οι παραδοχές της πρωτοβάθμιας απόφασης ότι δηλαδή: "... από τα προσκομισθέντα από τους διαδίκους έγγραφα και ειδικότερα από τα φωτοαντίγραφα της με αριθμό κατάθεσης … αίτησης και της με αριθμό 16/2016 διαταγής πληρωμής αποδεικνύεται ότι η τελευταία εκδόθηκε βάσει της εκ μέρους της πιστούχου από … έγγραφης αναγνώρισης του προσωρινού καταλοίπου του λογαριασμού, που ανερχόταν κατά την εν λόγω ημερομηνία στο ποσό των 34.517,38 ευρώ, σε συνδυασμό με το απόσπασμα του με αριθμό … λογαριασμού, στο οποίο αναγράφονται οι κινήσεις από την προαναφερόμενη ημερομηνία αναγνώρισης του προσωρινού καταλοίπου έως τις …, ημερομηνία που έκλεισε οριστικά....".

Από τις αιτιολογίες αυτές σαφώς προκύπτει ότι η ένδικη διαταγή πληρωμής εγκύρως εκδόθηκε με βάση την σύμβαση, που συνήφθη μεταξύ της αιτούσας την διαταγή πληρωμής και τους καθ' ων η αίτηση, σύμφωνα με την οποία οι τελευταίοι αναγνώρισαν το προσωρινό κατάλοιπο που προέκυπτε κατά την ημερομηνία υπογραφής της, σε συνδυασμό με το απόσπασμα του τηρηθέντος λογαριασμού, στον οποίο αναγράφονται οι κινήσεις του από την ημερομηνία αναγνώρισης του προσωρινού καταλοίπου έως τις …, ημερομηνία που αυτός έκλεισε οριστικά.

Κατά συνέπεια, οι πιο πάνω (άνευ αριθμού) σχετικός λόγος αναίρεσης και πρόσθετος αυτής λόγος, από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι, σε κάθε περίπτωση, αβάσιμοι. Κατά το άρθρο 559 αριθμός 19 αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογικές αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Αυτός ο λόγος αναίρεσης αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού και προϋποθέτει κρίση επί της ουσίας. Αντίθετα, δεν ιδρύεται όταν η έλλειψη ή η ανεπάρκεια ή η αντίφαση των αιτιολογιών αναφέρονται σε σκέψεις της προσβαλλόμενης απόφασης, με τις οποίες η αγωγή απορρίφθηκε ως αόριστη ή μη νόμιμη (ΟλΑΠ 3/1997, ΟλΑΠ 44/1990, ΑΠ 10/2022, ΑΠ 32/2022, ΑΠ 69/2021, ΑΠ 685/2016, ΑΠ 1779/2012, ΑΠ 701/2011).

Εξάλλου, ο αναιρετικός λόγος του αριθμού 11 περ. γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ δημιουργείται αν το δικαστήριο της ουσίας παρέλειψε να λάβει υπόψη του, κατά τη διαμόρφωση της αποδεικτικής του κρίσης, αποδεικτικά μέσα που παραδεκτώς και νομίμως επικαλέσθηκαν οι διάδικοι και τα οποία ήταν χρήσιμα προς άμεση ή έμμεση απόδειξη πραγματικών γεγονότων με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (ΟλΑΠ 42/2002).

Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν εισήλθε στην αποδεικτική διαδικασία, ώστε να επιβάλλεται η λήψη υπόψη των άνω αποδεικτικών μέσων, αλλά απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη ή αόριστη (ΟλΑΠ 3/1997). Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, με τους υπό στοιχεία α, β, γ, δ και ε λόγους αναίρεσης, αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με την ειδικότερη αιτίαση ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο:

α) απέρριψε χωρίς αιτιολογία τους λόγους έφεσης δεύτερο και έβδομο, με τους οποίους παραπονούντο για μη νόμιμη επιβάρυνση της οφειλής τους με την εισφορά του ν. 128/1975, την οποία παράνομα η Τράπεζα μετακύλισε σε βάρος τους ενσωματώνοντάς την στο οφειλόμενο κεφάλαιο και ανατοκίζοντάς την παράνομα, ενώ η συμφωνία ελευθέρωσης της Τράπεζας από την υποχρέωσή της αυτή είναι άκυρη ως καταχρηστική (με στοιχεία α και β λόγοι αναίρεσης), β) απέρριψε με ανεπαρκείς αιτιολογίες τον τέταρτο λόγο έφεσης, με τον οποίο παραπονούντο ότι ο υπολογισμός του επιτοκίου με βάση έτος 360 ημερών έγινε με όρο άκυρο που προσκρούει στην αρχή της διαφάνειας με αποτέλεσμα η απαίτηση της Τράπεζας να μην είναι βέβαιη και εκκαθαρισμένη (υπό στοιχείο γ λόγος αναίρεσης), γ) απέρριψε χωρίς καθόλου αιτιολογίες τον έβδομο λόγο της έφεσής τους, με τον οποίο ισχυρίστηκαν ότι οι αναγνωρίσεις του καταλοίπου ήταν άκυρες ως προσκρούουσες στις διατάξεις των άρθρων 174, 178 και 179 ΑΚ.(υπό στοιχείο δ λόγος αναίρεσης), δ) απέρριψε ως μη νόμιμο τον έκτο λόγο της έφεσής τους, με τον οποίο εξέθεταν ότι είναι άκυρος και καταχρηστικός ο όρος 15.1 της με αριθμό … σύμβασης, με τον οποίο η Τράπεζα επιφύλασσε στον εαυτό της το δικαίωμα να ανακαλεί την πίστωση οποτεδήποτε (υπό στοιχείο ε λόγος αναίρεσης).

Επίσης, οι αναιρεσείοντες, α) με το δεύτερο πρόσθετο λόγο, επικαλούμενοι πλημμέλεια από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επαναλαμβάνουν την ίδια με τον ως άνω υπό στοιχείο ε' αναιρετικό λόγο αιτίαση, και β) με τον πέμπτο πρόσθετο λόγο, προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την ειδικότερη αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη, δεν συνεκτίμησε και δεν σχολίασε έγγραφα που προσκόμισε και επικαλέστηκε, και συγκεκριμένα: i) την με αριθμό … σύμβαση χορήγησης πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό, ii) την με αριθμό … πράξη και iii) τα επικυρωμένα αποσπάσματα του με αριθμό … λογαριασμού Όλοι οι ως άνω λόγοι (καθώς και οι συναφείς τρίτος και τέταρτος πρόσθετοι λόγοι, κατά το σκέλος που προβάλλεται αιτίαση από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ), είναι απαράδεκτοι, καθόσον το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν εξέτασε την ουσία της διαφοράς αλλά απέρριψε όλους τους λόγους έφεσης, είτε ως αόριστους είτε ως μη νόμιμους.

Ειδικότερα, το Εφετείο απέρριψε: α) τους λόγους έφεσης δεύτερο και έβδομο: i) κατά το σκέλος που οι εκκαλούντες ισχυρίστηκαν ότι το επιδικασθέν κεφάλαιο περιέχει παράνομες χρεώσεις με την εισφορά του ν. 128/1975 και την μετακύλιση αυτής σε βάρος τους ως μη νόμιμο, διότι δεν απαγορεύεται η μετακύλιση της εισφοράς του ν. 128/1975 στον πιστούχο, ii) κατά το σκέλος του με το οποίο οι εκκαλούντες ισχυρίζονταν ότι παρανόμως η Τράπεζα κεφαλαιοποίησε ανά εξάμηνο και τρίμηνο την εισφορά, επίσης ως μη νόμιμο, καθόσον δεν επιτρέπεται διοικητικός καθορισμός ανώτατου ορίου στα τραπεζικά επιτόκια, οι δε συμφωνίες με τις οποίες το επιτόκιο υπερβαίνει το εκάστοτε οριζόμενο για τα εξωτραπεζικά επιτόκια ανώτατο όριο, δεν είναι αθέμιτες και iii) κατά το σκέλος του με το οποίο οι εκκαλούντες ισχυρίστηκαν ότι είναι παράνομος ο ανά τρίμηνο ανατοκισμός της εισφοράς ως αόριστο καθώς δεν εκτίθενται τα συγκεκριμένα χρηματικά ποσά που αντιστοιχούν σε τυχόν μη σύννομες χρεώσεις (λόγοι αναίρεσης υπό στοιχεία α και β), β) τον τέταρτο λόγο έφεσης, σχετικά με τον υπολογισμό τόκων βάσει έτους 360 ημερών, ως αόριστο, λόγω μη προσδιορισμού του ποσού κατά το οποίο επιβαρύνθηκε η απαίτηση εξαιτίας του υπολογισμού αυτού (λόγος αναίρεσης υπό στοιχείο γ και τέταρτος πρόσθετος λόγος κατά το σχετικό σκέλος του), γ) τον έβδομο λόγο έφεσης, με τον οποίο προέβαλαν ότι είναι άκυρες οι αναγνωρίσεις του καταλοίπου ως προσκρούουσες στις διατάξεις των άρθρων 174, 178 και 179 ΑΚ, ως μη νόμιμο, με την αιτιολογία ότι, τα επικαλούμενα πραγματικά περιστατικά δεν πληρούν την νομοτυπική μορφή της ΑΚ 179 (λόγος αναίρεσης υπό στοιχείο δ), ε) τον έκτο λόγο έφεσης (περί ακυρότητας του όρου για μονομερή καταγγελία) ως μη νόμιμο, διότι τα άρθρα 112 παρ. 2 ΕισΝΑΚ και 47 παρ. 2 ν.δ 17.7/13-8-1923 προβλέπουν δικαίωμα στις ανώνυμες τραπεζικές εταιρείες να καταγγέλλουν μονομερώς τον αλληλόχρεο λογαριασμό και να τον κλείνουν οριστικά οποτεδήποτε, ενώ επίσης τα περιστατικά της οικονομικής αδυναμίας της πιστούχου δεν είναι ικανά να στοιχειοθετήσουν την υπόσταση της ΑΚ 281 (λόγος αναίρεσης υπό στοιχείο ε και δεύτερος πρόσθετος λόγος).

Εφόσον, λοιπόν, όλοι οι λόγοι έφεσης απορρίφθηκαν ως μη νόμιμοι ή αόριστοι, δεν ιδρύεται πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ενώ απαράδεκτος είναι και ο πέμπτος πρόσθετος λόγος καθώς το δικαστήριο δεν υπεισήλθε στην έρευνα της ουσίας της υπόθεσης και επομένως δεν είχε υποχρέωση να εξετάσει τα επικαλούμενα από τους αναιρεσείοντες έγγραφα.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα.

Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας, ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013). Με τον ως άνω λόγο αναίρεσης, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.

Ελέγχεται δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λ.π., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσία (ΟλΑΠ 27 και 28/1998, ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 59/2020, ΑΠ 532/2017, ΑΠ 114/2016). Από τις διατάξεις των άρθρων 669 ΕμπΝ, 361, 873, 874 AK, 112 ΕισΝΑΚ και 64 έως 67 του ΝΔ της 17-7/13-8-1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιριών", αλληλόχρεος λογαριασμός είναι η σύμβαση με την οποία τα μέρη, από τα οποία το ένα τουλάχιστον είναι έμπορος, συμφωνούν να μην επιδιώκουν ούτε να διαθέτουν μεμονωμένως τις απαιτήσεις που προκύπτουν από τις μεταξύ τους συναλλαγές, αλλά να τις φέρουν σε κοινό λογαριασμό, με σκοπό να τις εκκαθαρίσουν κατά το κλείσιμό του, έτσι ώστε να αποσβεστούν κατά το μέρος που καλύπτονται και να οφείλεται ως μοναδική απαίτηση το κατάλοιπο που προκύπτει από το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού με την αντιπαραβολή των κονδυλίων (ΟλΑΠ 31/1997, ΑΠ 1543/2007).

Με τη σύμβαση δηλαδή του αλληλόχρεου λογαριασμού δημιουργείται μεταξύ των συμβαλλομένων μια διαρκής έννομη σχέση, αφού η λειτουργία της σύμβασης προϋποθέτει χρονική διάρκεια, αλλά και δυνατότητα χρεώσεων και από τις δύο πλευρές των συμβαλλομένων, χωρίς κατά τα λοιπά να ενδιαφέρει αν κατά τη διάρκεια της λειτουργίας του αλληλόχρεου λογαριασμού έγιναν πράγματι χρεώσεις και από τις δύο πλευρές ή μόνο από τη μία (ΑΠ 1352/2011, ΑΠ 715/2009).

Ο λογαριασμός κλείνει περιοδικά, αν δεν συμφωνήθηκε διαφορετικά, κάθε εξάμηνο και οριστικώς με καταγγελία της σύμβασης (άρθρο 112 παρ. 2 ΕισΝΑΚ), χωρίς να αποκλείεται να έχει εγκύρως συμφωνηθεί ότι κάποιο από τα μέρη μπορεί να τον κλείνει μονομερώς οποτεδήποτε, χωρίς προηγούμενη ειδοποίηση ή καταγγελία (ΑΠ 754/2021, ΑΠ 1281/2017, ΑΠ 1437/2014).

Ειδικότερα, από τις διατάξεις των άρθρων 361 και 874 ΑΚ, 112 ΕισΝΑΚ, 669 του Εμπορικού Νόμου, 47 και 64 έως 67 του ν.δ. της 17-7/13-8-1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιριών" προκύπτει ότι η σύμβαση πίστωσης με ανοιχτό αλληλόχρεο λογαριασμό, παρέχει εκ του νόμου τη δυνατότητα στην πιστώτρια να κλείνει οριστικά το λογαριασμό, αν και όποτε το θελήσει, κοινοποιώντας ακολούθως στον πιστούχο επιταγή για την πληρωμή του τυχόν υπέρ εκείνης καταλοίπου του λογαριασμού (ΑΠ 1437/2014).

Συνεπώς, εφόσον ο ίδιος ο νόμος επιτρέπει στα μέρη του αλληλόχρεου λογαριασμού να τον καταγγείλουν μονομερώς και να τον κλείσουν οριστικά οποτεδήποτε, χωρίς οιαδήποτε άλλη προϋπόθεση, δεν είναι άκυρη και η τυχόν όμοια συμφωνία των μερών, η οποία δεν εμπίπτει έτσι στην ακυρότητα του άρθρου 2 παρ. 6, 7 του ν. 2251/1994 ακόμη και αν έχει διατυπωθεί με Γενικό Όρο Συναλλαγών (ΓΟΣ), καθόσον δεν μπορεί να είναι άκυρη συμφωνία που επαναλαμβάνει διάταξη νόμου (ΑΠ 99/2020, ΑΠ 368/2019, ΑΠ 1886/2014, ΑΠ 1437/2014), ή του άρθρου 372 ΑΚ, ως δήθεν συμφωνία ανάθεσης του προσδιορισμού της παροχής στη απόλυτη κρίση του ενός από τους συμβαλλόμενους (ΑΠ 1689/2013, ΑΠ 1352/2011, ΑΠ 904/2011).

Κατά συνέπεια, η πιστώτρια τράπεζα έγκυρα προβαίνει στο κλείσιμο του λογαριασμού και στην καταγγελία της σύμβασης, έστω και χωρίς την προβλεπόμενη από τις ανωτέρω διατάξεις ενημέρωση του πιστούχου και του εγγυητή (ΑΠ 368/2019). Όμως, η άσκηση του δικαιώματος αυτού ελέγχεται με τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ (ΑΠ 1689/2013), για το παραδεκτό της οποίας πρέπει να προβάλλονται σαφώς όλα τα περιστατικά που συγκροτούν την κατάχρηση δικαιώματος από τον διάδικο, κατά του οποίου ασκείται το δικαίωμα (ΑΠ 99/2020).

Εξάλλου, ναι μεν κατά το άρθρο 281 ΑΚ η άσκηση του δικαιώματος, όπως αυτό της καταγγελίας της σύμβασης, απαγορεύεται, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, όμως, μόνο το γεγονός ότι, η άσκηση του δικαιώματος στη συγκεκριμένη περίπτωση, επιφέρει βλάβη, έστω και μεγάλη, στον οφειλέτη, δεν αρκεί για να χαρακτηρίσει ως καταχρηστική την άσκησή του, αλλά πρέπει να συνδυάζεται και με άλλες περιστάσεις, όπως συμβαίνει όταν ο δανειστής δεν έχει στην πραγματικότητα συμφέρον από την άσκηση του δικαιώματός του.

Τούτο διότι ο δανειστής, ο οποίος ασκώντας συμβατικό δικαίωμά του επιδιώκει την είσπραξη της απαίτησής του, ενεργεί ασφαλώς προς ικανοποίηση θεμιτού συμφέροντός του, συνυφασμένου με τη διαχείριση της περιουσίας του, τον τρόπο της οποίας αυτός ελεύθερα, κατ` αρχήν, αποφασίζει, εκτός και πάλι, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση, υπάρχει υπέρβαση και μάλιστα προφανής των αρχών της καλής πίστης, των χρηστών ηθών και του κοινωνικοοικονομικού σκοπού του δικαιώματος (ΑΠ 1472/2004).

Αυτό συμβαίνει και όταν η συμπεριφορά του δανειστή που προηγήθηκε της άσκησης του δικαιώματός του, σε συνδυασμό με την πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε στο μεσοδιάστημα, δημιούργησαν στον οφειλέτη την εύλογη πεποίθηση ότι ο δανειστής δεν θα ασκούσε το δικαίωμά του στον χρόνο που το άσκησε, με αποτέλεσμα η πρόωρη άσκησή του να προκαλεί επαχθείς συνέπειες στον οφειλέτη και να εμφανίζεται έτσι αδικαιολόγητη και καταχρηστική.

Ειδικότερα, οι τράπεζες, ως χρηματοδοτικοί οργανισμοί που ασκούν αποφασιστική επίδραση στην ανάπτυξη και στη λειτουργία των χρηματοδοτούμενων από αυτές επιχειρήσεων, έχουν αυξημένη ευθύνη κατά την άσκηση του χρηματοδοτικού τους έργου και οφείλουν να μεριμνούν για τα συμφέροντα των επιχειρήσεων που χρηματοδοτούν, αφού από τη φύση της η πιστωτική σχέση, ως διαρκής έννομη σχέση ιδιαίτερης εμπιστοσύνης μεταξύ των συμβαλλομένων, επιβάλλει την υποχρέωση πίστης και προστασίας από την πλευρά των Τραπεζών των συμφερόντων των πελατών τους, ώστε να αποφεύγονται υπέρμετρα επαχθείς γι` αυτούς συνέπειες.

Συνεπώς, και για το λόγο αυτό η άσκηση των δικαιωμάτων τους θα πρέπει να κυριαρχείται από τις αρχές της καλόπιστης και σύμφωνης με τα χρηστά συναλλακτικά ήθη εκπλήρωσης των οφειλόμενων παροχών (άρθρα 178, 200, 288 ΑΚ) και να αποφεύγεται αντίστοιχα κάθε κατάχρηση στη συμπεριφορά τους (ΑΠ 1185/2019, ΑΠ 565/2017). Έτσι σε περίπτωση δυσχέρειας του πιστούχου της τράπεζας να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του από την πιστωτική σύμβαση, λόγω πρόσκαιρης οικονομικής αδυναμίας του, που όμως υπερβαίνει τα όρια της αντοχής του, η καλόπιστη από την πλευρά της τράπεζας συμπεριφορά επιβάλλει σ` αυτήν την υποχρέωση να ανεχθεί μια εύλογη καθυστέρηση στην εκπλήρωση της παροχής του οφειλέτη, ιδίως όταν η επιδίωξη της άμεσης εκπλήρωσης της παροχής του πρόκειται να οδηγήσει σε πλήρη οικονομική καταστροφή του, χωρίς ουσιαστικό κέρδος για την ίδια.

Κατά την έννοια αυτή η Τράπεζα θα πρέπει, σε περίπτωση πρόσκαιρης οικονομικής αδυναμίας του πελάτη της, να αποφύγει την εσπευσμένη καταγγελία της μεταξύ τους πιστωτικής σύμβασης και το κλείσιμο του αλληλόχρεου λογαριασμού τους, προπάντων όταν οι απαιτήσεις της είναι ασφαλισμένες με εμπράγματες ή προσωπικές ασφάλειες, ο δε πελάτης της βρίσκεται σε άμεση οικονομική εξάρτηση από αυτή και δεν οφείλει σε τρίτους, αφού τότε οι παραπάνω ενέργειές της προσλαμβάνουν καταχρηστικό χαρακτήρα (ΑΠ 1188/2021, ΑΠ 1185/2019, ΑΠ 1352/2011).

Εξάλλου, το περιοδικό κλείσιμο του λογαριασμού δεν επιφέρει τη λήξη της σχετικής με αυτόν σύμβασης, ούτε δημιουργεί απαίτηση για απόδοση του προκύπτοντος από αυτό καταλοίπου, το οποίο μπορεί προς λογιστική τακτοποίηση να αναγνωρισθεί κατά τους όρους του άρθρου 873 ΑΚ ή με την έννοια της επιβεβαιωτικής σύμβασης ή παροχής αποδεικτικού μέσου.

Στην περίπτωση αυτή το από το περιοδικό κλείσιμο κατάλοιπο αποτελεί κονδύλιο του λογαριασμού της νέας περιόδου, έτσι ώστε, μετά το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού να μην απαιτείται εκκαθάρισή του για την περίοδο που αφορά η αναγνώριση που έγινε. Μόνο δε μετά το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού μπορεί να επιδιωχθεί δικαστικώς η απόδοση του οριστικού καταλοίπου.

Τον χαρακτήρα σύμβασης αλληλόχρεου λογαριασμού έχει και η παροχή πίστωσης με ανοικτό λογαριασμό στις τραπεζικές συναλλαγές, από την οποία οφείλεται, με απόσβεση κατά τη διάρκεια της λειτουργίας του λογαριασμού των επί μέρους κονδυλίων χρεοπιστώσεων που καλύπτονται, το κατά το κλείσιμο του λογαριασμού οριστικό κατάλοιπο (ΑΠ 754/2021, ΑΠ 1281/2017, ΑΠ 1437/2014).

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 623, 624, 847, 848 ΑΚ, προκύπτει ότι διαταγή πληρωμής μπορεί να εκδοθεί σε βάρος του πρωτοφειλέτη και του εγγυητή και για το κατάλοιπο κλεισθέντος αλληλόχρεου λογαριασμού, εφόσον αποδεικνύονται εγγράφως η σύμβαση ανοίγματος του αλληλόχρεου λογαριασμού και της εγγύησης, η κίνηση, το κλείσιμο και το κατάλοιπο αυτού, στην πληρωμή του οποίου, με τις νόμιμες επιβαρύνσεις, υποχρεούται και ο εγγυητής, εκτός εάν από την έγγραφη σύμβαση εγγύησης προκύπτει σχετικός περιορισμός της υποχρέωσης του εγγυητή.

Η περιλαμβανόμενη στη σύμβαση παροχής πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό ειδική συμφωνία ότι η οφειλή του πιστούχου προς την πιστώτρια Τράπεζα, που θα προκύψει από το οριστικό κλείσιμο της πίστωσης, θα αποδεικνύεται από το απόσπασμα των εμπορικών βιβλίων της τελευταίας, είναι έγκυρη ως δικονομική σύμβαση, διότι δεν προσκρούει στη δημόσια τάξη και μπορεί να αποτελέσει Γενικό Όρο Συναλλαγών (ΓΟΣ), κατά την έννοια του άρθρου 2 ν. 2251/1994 περί προστασίας των καταναλωτών, όπως ο νόμος αυτός ισχύει, δηλαδή όρο που έχει διατυπωθεί εκ των προτέρων από την πιστώτρια Τράπεζα για απροσδιόριστο αριθμό μελλοντικών συμβάσεων, αφού δεν επηρεάζει το βάρος απόδειξης, ούτε αποκλείει ή περιορίζει υπέρμετρα τη δυνατότητα του πιστούχου καταναλωτή να αμφισβητήσει τα επί μέρους κονδύλια του λογαριασμού, οπότε με την απόδειξη της ακρίβειας αυτών και του προκύπτοντος από τη σύγκριση αυτών καταλοίπου βαρύνεται η πιστώτρια (ΑΠ 370/2012, ΑΠ 35/2011, ΑΠ 15/2007).

Με βάση τη συμφωνία αυτή, το απόσπασμα των εμπορικών βιβλίων της Τράπεζας, στο οποίο αποτυπώνεται η κίνηση, το κλείσιμο του λογαριασμού και το κατάλοιπο, επέχει θέση αποδεικτικού μέσου με ισχύ ιδιωτικού εγγράφου, βάσει του οποίου μπορεί να εκδοθεί διαταγή πληρωμής, το αντίγραφο δε αυτού έχει αποδεικτική δύναμη ίση με το πρωτότυπο, εφόσον η ακρίβεια τούτου βεβαιώνεται από αρμόδια αρχή ή δικηγόρο (άρθρα 449 παρ.1 ΚΠολΔ, 36 ν. 4194/2013, 14 ν. 1599/1986), δεν μπορεί δε να προσδώσει την αποδεικτική αυτή δύναμη η βεβαίωση της ακριβείας του αντιγράφου από τον αρμόδιο υπάλληλο της πιστώτριας Τράπεζας, εκτός εάν αφορά εκτύπωση αποσπάσματος των μηχανογραφικώς τηρουμένων εμπορικών βιβλίων, που περιέχονται σε ηλεκτρονική μορφή εντός του υπολογιστή, οπότε δεν απαιτείται βεβαίωση της ακρίβειας τούτου από αρμόδια αρχή ή δικηγόρο, αφού δεν πρόκειται για αντίγραφο (ΑΠ 313/2021, ΑΠ 387/2020, ΑΠ 999/2019, ΑΠ 368/2019, ΑΠ 1071/2017, ΑΠ 84/2014, ΑΠ 370/2012, ΑΠ 35/2011).

Με τον πρώτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην αναιρεσιβαλλόμενη την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επειδή απέρριψε ως μη νόμιμο τον έκτο λόγο της έφεσής τους με τον οποίο εξέθεταν ότι είναι άκυρος και καταχρηστικός ο όρος 15.1 της με αριθμό … σύμβασης, με τον οποίο η Τράπεζα επιφύλασσε στον εαυτό της το δικαίωμα να ανακαλεί την πίστωση οποτεδήποτε.

Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απέρριψε τον λόγο αυτό με την αιτιολογία "... Με τον έβδομο (ορθό έκτο) λόγο εφέσεως εκτίθενται ότι η σύμβαση πίστωσης περιέχει καταχρηστικό γενικό όρο συναλλαγών με αριθμό … στην …. πρόσθετη πράξη όπου η καθ' ης επιφυλάσσει για τον εαυτό της το δικαίωμα ανάκλησης της πίστωσης, κλεισίματος του λογαριασμού και άμεσης απαίτησης καταβολής του καταλοίπου, όπερ έπραξε καθ' υπέρβαση των ορίων της ΑΚ 281 αντισυμβατικά και άκαιρα μη δεικνύουσα ανοχή στην αδυναμία της πιστούχου να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της εξαιτίας γενικευμένης οικονομικής κρίσης.

Ο λόγος αυτός τυγχάνει μη νόμιμος διότι κατά τα άρθρα 112 παρ. 2 ΕισΝΑΚ και 47 παρ. 2 ν.δ 17.7/13-8-1923 προβλέπουν δικαίωμα στις ανώνυμες τραπεζικές Εταιρείες να καταγγέλλουν μονομερώς τον αλληλόχρεο λογαριασμό και να τον κλείνουν οριστικά οποτεδήποτε ούτε άλλωστε τα περιστατικά της οικονομικής αδυναμίας της πιστούχου είναι ικανά να στοιχειοθετήσουν την υπόσταση της ΑΚ 281 ....".

Έτσι που έκρινε το δικαστήριο ορθά εφάρμοσε το νόμο καθώς, σύμφωνα και με όσα αναφέρθηκαν στην ανωτέρω μείζονα σκέψη, εφόσον ο ίδιος ο νόμος επιτρέπει στα μέρη του αλληλόχρεου λογαριασμού να τον καταγγείλουν μονομερώς και να τον κλείσουν οριστικά οποτεδήποτε, χωρίς οιαδήποτε άλλη προϋπόθεση, δεν είναι άκυρη και η τυχόν όμοια συμφωνία των μερών, η οποία δεν εμπίπτει έτσι στην ακυρότητα του άρθρου 2 παρ. 6, 7 του ν. 2251/1994 ακόμη και αν έχει διατυπωθεί με Γενικό Όρο Συναλλαγών (ΓΟΣ), αφού δεν μπορεί να είναι άκυρη συμφωνία που επαναλαμβάνει διάταξη νόμου.

Εξάλλου, από την παραδεκτή επισκόπηση των δικογράφων ανακοπής και πρόσθετων λόγων των ανακοπτόντων προκύπτει ότι τα περιστατικά που αυτοί επικαλέστηκαν για την θεμελίωση της καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της καθ' ης η ανακοπή περί οικονομικής αδυναμίας της πιστούχου δεν αρκούσαν για την κατάφαση της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ., όπως ορθά έκρινε και το Εφετείο.

Το παράπονο των αναιρεσειόντων ότι η απόφαση δεν διέλαβε αιτιολογίες ως προς το αν "περιήλθε η εν λόγω καταγγελία σε ένα έκαστο εξ ημών και με ποιον τρόπο", απαραδέκτως προβάλλεται καθώς το δικαστήριο δεν εξέτασε την ουσία της υπόθεσης ενώ, σε κάθε περίπτωση, οι αναιρεσείοντες ουδέποτε αμφισβήτησαν την περιέλευση της καταγγελίας σ' αυτούς, αφού ρητά ανέφεραν στο δικόγραφό τους ότι "την καταγγελία της συμβάσεως και την οφειλή αρνηθήκαμε ποικιλοτρόπως..." (σε. 8 πρόσθετων λόγων ανακοπής).

Επομένως, ο πρώτος πρόσθετος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος. Περαιτέρω με τον τρίτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες μέμφονται την αναιρεσιβαλλόμενη για πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και δη για παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 2 παρ. 7 περ.

κζ ν. 2251/1994, 112 ΕισΝΑΚ, 35, 47παρ. 1, 2, 48 ν.δ. 17.71.6.1923, 361 ΑΚ, όσον αφορά την κρίση της ότι τα αποσπάσματα των εμπορικών βιβλίων της Τράπεζας αποτελούν πλήρη απόδειξη της κίνησης, του κλεισίματος και του οριστικού καταλοίπου του αλληλόχρεου λογαριασμού με συνέπεια την αντιστροφή του βάρους απόδειξης. Επί του λόγου αυτού το Εφετείο έκρινε ότι "...

Με το δεύτερο λόγο έφεσης οι εκκαλούντες επικαλούνται αοριστία της αίτησης διότι δεν αναφέρεται ο ακριβής τρόπος υπολογισμού της απαίτησης και περαιτέρω εκδόθηκε βάσει των αποσπασμάτων των εμπορικών βιβλίων της εφεσίβλητης με βάση προδιατυπωμένους όρους που είναι άκυρη ως καταχρηστικοί κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 2 παρ. 7 ν. 2251/1994.

Ο λόγος αυτός είναι μη νόμιμος διότι τα επικαλούμενα στοιχεία δεν αποτελούν αναγκαίο περιεχόμενο της αίτησης διαταγής πληρωμής ενώ η ειδική συμφωνία απόδειξης του καταλοίπου από τα εμπορικά βιβλία της καθ' ης είναι έγκυρος και δεν προσκρούει στη δημόσια τάξη καθόσον δεν αντιστρέφεται το βάρος απόδειξης και δεν αποκλείεται η δυνατότητα του πιστούχου για απόδειξη...".

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο ορθά εφάρμοσε το νόμο, αφού, σύμφωνα με όσα ανωτέρω αναφέρθηκαν, η ειδική συμφωνία απόδειξης του καταλοίπου από τα εμπορικά βιβλία της Τράπεζας είναι έγκυρη και δεν προσκρούει στη δημόσια τάξη ούτε αντιστρέφεται το βάρος απόδειξης αφού δεν αποκλείεται η δυνατότητα του πιστούχου για απόδειξη.

Επομένως, ο τρίτος πρόσθετος λόγος είναι αβάσιμος κατά το σκέλος του από τον αριθμό 1 και απαράδεκτος κατά το σκέλος του από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αφού το δικαστήριο δεν υπεισήλθε στην έρευνα της ουσίας της υπόθεσης.

Με την ευρωπαϊκή Οδηγία 98/7/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 16-2-1998 "σχετικά με την τροποποίηση της οδηγίας 87/102/ΕΟΚ για την προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών που διέπουν την καταναλωτική πίστη", το έτος θεωρείται ότι έχει 365 ημέρες. Ο κανόνας αυτός ενσωματώθηκε στην εθνική νομοθεσία με υπουργικές αποφάσεις και ειδικότερα την ΚΥΑ υπ` αρ.

Ζ1-178/13.2.2001 των υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, Δικαιοσύνης και της υφυπουργού Ανάπτυξης (ΦΕΚ Β` 255/9.3.2001) και την ΥΑ υπ` αρ. Ζ1-798/25.6.2008 του υπουργού Ανάπτυξης (ΦΕΚ Β` 1353/11.7.2008), από τις οποίες, η μεν πρώτη δεν αφορά επαγγελματικά, αλλά καταναλωτικά δάνεια και, ειδικότερα, τις συναλλαγές με πιστωτικές κάρτες, ενώ η δεύτερη (στην παρ. 1 περ.

στ` της οποίας ορίζεται ότι απαγορεύεται η αναγραφή σε δανειακές συμβάσεις, όρου που προβλέπει υπολογισμό των τόκων με βάση έτος 360 ημερών, αντί του ημερολογιακού έτους), αφορά συμβάσεις στεγαστικών δανείων (ΑΠ 368/2019, ΑΠ 1331/2012). Στη συνέχεια, εκδόθηκε η Οδηγία 2008/48/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου και του Συμβουλίου της 23-4-2008 "για τις συμβάσεις καταναλωτικής πίστης και την κατάργηση της οδηγίας 87/102/ΕΟΚ του Συμβουλίου", με βάση την οποία εκδόθηκε η ΚΥΑ ΖΙ-699/23-6-2010 των Υπουργών Οικονομικών - Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας - Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΦΕΚ Β`/23-6- 2017), σκοπός της οποίας είναι, όπως κατά λέξη αναφέρεται στο πρώτο άρθρο της, "η ενσωμάτωση στην ελληνική νομοθεσία των διατάξεων της Οδηγίας 2008/48/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Απριλίου 2008 για την προστασία των καταναλωτών στις συμβάσεις πίστωσης και την κατάργηση της οδηγίας 87/102/ΕΟΚ του Συμβουλίου".

Όσον αφορά στο πεδίο εφαρμογής της, στο άρθρο 2 της ανωτέρω ΚΥΑ, ορίζεται ότι οι διατάξεις αυτής εφαρμόζονται στις συμβάσεις πίστωσης, πλην όμως ρητά εξαιρούνται πολλές συμβάσεις, μεταξύ των οποίων και "οι συμβάσεις πίστωσης που αφορούν συνολικό ποσό πίστωσης μικρότερο των 200,00 ευρώ ή μεγαλύτερο των 75.000,00 ευρώ", ενώ σύμφωνα με το άρθρο 3, στο οποίο αναφέρονται οι ορισμοί που ισχύουν για την εφαρμογή της εν λόγω ΚΥΑ, ως "καταναλωτής" θεωρείται "κάθε φυσικό πρόσωπο, το οποίο, με τις δικαιοπραξίες που καλύπτει η παρούσα απόφαση, επιδιώκει σκοπούς που δεν σχετίζονται με την εμπορική, επιχειρηματική ή επαγγελματική δραστηριότητά του" (ΑΠ 368/2019).

Εξάλλου, με το άρθρο 24 αυτής, καταργήθηκε, από την έναρξης ισχύος της, η κοινή υπουργική απόφαση Φ1983/1991 (ΦΕΚ Β` 172), όπως τροποποιήθηκε από τις κοινές υπουργικές αποφάσεις Φ15353/1994 (ΦΕΚ Β` 947) και Ζ1178/2001 (ΦΕΚ Β` 255). Από τις παραπάνω διατάξεις, σαφώς προκύπτει ότι και η ανωτέρω ΚΥΑ, αφορά μόνον καταναλωτικά δάνεια (με την προϋπόθεση, μάλιστα, οι σχετικές δικαιοπραξίες να καλύπτονται από το πεδίο εφαρμογής αυτής) και όχι επαγγελματικά, όπως είναι η σύμβαση πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό (ΑΠ 368/2019).

Γενικά, ο υπολογισμός του τόκου με βάση το έτος 360 ημερών, προσκρούει στην αρχή της διαφάνειας, που επιτάσσει το άρθρο 2 παρ. 6 του ν. 2251/1994, διότι οι Γ.Ο.Σ. των συμβάσεων πρέπει να είναι διατυπωμένοι, όπως ανωτέρω αναφέρθηκε, κατά τρόπο ορισμένο, ορθό και σαφή, ώστε ο απρόσεκτος ως προς την ενημέρωσή του, αλλά διαθέτων τη μέση αντίληψη, κατά τον σχηματισμό της δικαιοπρακτικής του απόφασης, καταναλωτής, να γνωρίζει τις συμβατικές δεσμεύσεις που αναλαμβάνει, ιδίως όσον αφορά στη σχέση παροχής και αντιπαροχής.

Με το να υπολογίζεται το επιτόκιο σε 360 ημέρες, ο καταναλωτής δεν πληροφορείται το πραγματικό ετήσιο επιτόκιο, όπως αυτό θα έπρεπε να προσδιορίζεται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 243 παρ. 3 ΑΚ. Όταν η Τράπεζα διασπά εντελώς τεχνητά και κατ' αποκλεισμό των δικαιολογημένων προσδοκιών του καταναλωτή, το χρονικό διάστημα (έτος), στο οποίο όφειλε να αναφέρεται το επιτόκιο, δημιουργεί μια πρόσθετη επιβάρυνση του καταναλωτή/δανειολήπτη, ο οποίος πλέον (όταν το επιτόκιο μιας ημέρας προσδιορίζεται με βάση έτος 360 ημερών), για κάθε ημέρα, επιβαρύνεται με περισσότερους τόκους κατά ποσοστό 1,3889% (ΑΠ 368/2019, ΑΠ 2021/2010), καθώς το επιτόκιο υποδιαιρείται για τον προσδιορισμό του τόκου προς 360 ημέρες, χωρίς αυτή η επιπλέον επιβάρυνση να μπορεί να δικαιολογηθεί με την επίκληση κάποιου σύνθετου χαρακτήρα της παρεχόμενης υπηρεσίας ή από κάποιους εύλογους για τον καταναλωτή λόγους ή από κάποιο δικαιολογημένο ενδιαφέρον της Τράπεζας, ιδίως στη σύγχρονη εποχή, όπου τα ηλεκτρονικά μέσα προσφέρουν, χωρίς καμία πρόσθετη δυσχέρεια, τον επακριβή υπολογισμό των τόκων με έτος 365 ημερών (ΑΠ 1346/2022, ΑΠ 368/2019).

Άλλωστε, το έτος των 365 ημερών ισχύει και εφαρμόζεται σήμερα, κατ' επιταγή της προαναφερόμενης κοινοτικής οδηγίας 2008/48/Ε.Κ., που ενσωματώθηκε στο εθνικό μας δίκαιο με την ΚΥΑ ΖΙ-699/23-6-2010 (ΦΕΚ Β` 23-6-2017) των Υπουργών Οικονομικών - Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας - Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, στην καταναλωτική πίστη με τη στενή έννοια, ρύθμιση που δείχνει τη σημασία που απονέμει και ο κοινοτικός νομοθέτης για τον, κατ' αυτόν τον τρόπο, ακριβή προσδιορισμό του επιτοκίου (ΑΠ 1395/2021, ΑΠ 1138/2020, ΑΠ 368/2019, ΑΠ 430/2005).

Τα ανωτέρω ουδόλως αναιρούνται από τη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 1 ν. 2842/2000 (περί αντικατάστασης της δραχμής με το ευρώ), σύμφωνα με την οποία, οποιαδήποτε αναφορά στο διατραπεζικό επιτόκιο δανεισμού Αθηνών (Athibor) αντικαθίσταται αυτοδικαίως από αναφορά στο επιτόκιο Euribor, στο οποίο λαμβάνονται υπόψη ως βάση υπολογισμού των τόκων, οι πραγματικές ημέρες και το έτος 360 ημερών προσαρμοζόμενο κατά το λόγο 365 προς 360, αλλά ούτε και από την με αριθμό 30/14-2-2000 (ΦΕΚ Α' 43/2000) πράξη του Συμβουλίου Νομισματικής Πολιτικής σχετικά με τις υποχρεωτικές καταθέσεις των πιστωτικών ιδρυμάτων στην Τράπεζα της Ελλάδας, αφού οι ανωτέρω διατάξεις δεν αφορούν τις σχέσεις μεταξύ τραπεζών και δανειοληπτών, οι οποίοι έχουν την ιδιότητα του καταναλωτή κατά την έννοια του άρθρου 1 παρ. 4 του ν. 2251/1994 και, συνεπώς, είναι άσχετες με την ανάγκη προστασίας των καταναλωτών ως ασθενέστερων διαπραγματευτικά μερών, στο πλαίσιο των συναλλαγών τους με τις τράπεζες, δεδομένου ότι η πρώτη από τις ως άνω διατάξεις αναφέρεται στο επιτόκιο Euribor, το οποίο αποτελεί το μέσο όρο των επιτοκίων του διατραπεζικού δανεισμού στον χώρο της Ευρωζώνης, ο οποίος διαπιστώνεται ημερησίως από την ΕΚΤ επί τη βάση των ανακοινώσεων επιλεγμένων τραπεζών, ενώ η δεύτερη αναφέρεται στις υποχρεωτικές καταθέσεις των ελληνικών πιστωτικών ιδρυμάτων στην Τράπεζα της Ελλάδας, καταργώντας τη μέχρι τότε διάκριση μεταξύ εντόκου και ατόκου τμήματος των εν λόγω καταθέσεων, και όρισε ότι το επιτόκιο θα καθορίζεται με πράξη του Συμβουλίου Νομισματικής Πολιτικής, οι δε τόκοι θα λογίζονται με βάση το έτος των 360 ημερών και θα καταβάλλονται από την Τράπεζα της Ελλάδος στις καταθέτριες Τράπεζες τη δεύτερη εργάσιμη ημέρα μετά το τέλος εκάστης περιόδου τήρησης.

Σημειωτέον, πάντως, ότι η ευδοκίμηση, εν όλω η εν μέρει, του σχετικού λόγου της ανακοπής επιφέρει, όπως ήδη εκτέθηκε, μόνο τη μερική ακύρωση αυτής και συγκεκριμένα μόνο κατά το μέρος που η ακυρότητα του ΓΟΣ μειώνει το τελικό ποσό της οφειλής του ανακόπτοντος (ΑΠ 1346/2022, ΑΠ 368/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες, με τον τέταρτο πρόσθετο λόγο αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ισχυριζόμενοι ότι το Εφετείο με το να απορρίψει τον τέταρτο λόγο έφεσης με τον οποίο παραπονούντο ότι ο υπολογισμός του επιτοκίου με βάση έτος 360 ημερών έγινε με όρο άκυρο που προσκρούει στην αρχή της διαφάνειας με αποτέλεσμα η απαίτηση της Τράπεζας να μην είναι βέβαιη και εκκαθαρισμένη ως αόριστο παραβίασε την διάταξη του άρθρου 2 παρ. 6 του ν. 2251/1994.

Το Εφετείο απέρριψε τον λόγο αυτό με το σκεπτικό ότι: "...Με τον πέμπτο (ορθό τέταρτο) λόγο έφεσης εκτίθεται ότι η σύμβαση πίστωσης περιέχει προδιατυπωμένους γενικούς όρους συναλλαγών που είναι άκυροι ως μη αποτελέσαντες αντικείμενο διαπραγμάτευσης ως αντίθετοι στο άρθρο 6 παρ. 2 του ν. 2251/1994 παραβιάζοντας την αρχή της διαφάνειας και διαταράσσοντας την ισορροπία των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων και δη ότι είναι παράνομος και καταχρηστικός ο όρος υπολογισμού των τόκων βάση έτους 360 ημερών που δημιουργεί πρόσθετη επιβάρυνση ποσοστού 1,3889% και διότι το έτος των 365 ημερών ισχύει και εφαρμόζεται (ΚΥΑ 21-178/2001 ΦΕΚ Β 255/8-3-2001) στην καταναλωτική πίστη.

Ο λόγος αυτός περί παράνομης και καταχρηστικής επιβάρυνσης της οφειλής των ανακοπτόντων με ποσά τόκων είναι αόριστος εφόσον δεν προσδιορίζει κατά ποιο ποσό συγκριμένα επιβαρύνθηκε η απαίτηση εξαιτίας του υπολογισμού αυτού....". Έτσι που έκρινε το Εφετείο ορθά εφάρμοσε το νόμο και δη την ως άνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη καθώς οι ανακόπτοντες δεν ανέφεραν το συγκεκριμένο ποσό κατά το οποίο επιβαρύνθηκε η απαίτηση εξαιτίας του επικαλούμενου υπολογισμού με βάση τις 360 ημέρες, ώστε να κριθεί η ουσιαστική βασιμότητα της απαίτησής τους.

Επομένως ο τέταρτος πρόσθετος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.

Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω και μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι , να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (ΚΠολΔ 495 § 4) και να καταδικαστούν αυτοί λόγω της ήττας τους στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις και αιτείται την καταδίκη αυτή (ΚΠολΔ 176, 183), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 1/9/2020 αίτηση και τους από 15/12/2021 πρόσθετους λόγους των: 1) … και 5) …, για αναίρεση της με αριθμό 100/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Ιουνίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Δεκεμβρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ