Supreme Court quashes appeal court decision for failure to consider evidence proving inheritance acceptance.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece quashed the Athens Court of Appeal's decision regarding a property ownership dispute. The appellants argued that the lower court failed to evaluate documentary evidence proving their acceptance of an inheritance, which would establish their ownership rights. The court ruled that the appeal was partially admissible because it could not be definitively proven that the appellate court had considered all submitted documents, necessitating a remand for further examination.
Legislator headnote
AI generatedArticles 580, 176, 183 of the Code of Civil Procedure; A judgment is subject to cassation when it is not evident that the court of appeal has taken into account and weighed all evidence submitted by the parties, particularly documents proving inheritance acceptance.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 2067 / 2014 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2067/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Α. συζ. Κ. Κ., το γένος Α. Θ., 2) Ν. Κ. του Κ. και 3) Α. Κ. του Κ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ευαγγελία Παπαγγελή.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Σ. χήρας Φ. Α. και 2) Ε. συζ. Η. Κ., το γένος Φ. Α., κατοίκων ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Μανώλη Φραντζεσκάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/3/2006 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκαν στο Μονομελούς Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3217/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 1699/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 21/7/2009 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Διονυσοπούλου ανέγνωσε την από την από 7/12/2010 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Δημητρίου Μαζαράκη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη των αντιδίκων τους στη δικαστική δαπάνη τους.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 1699/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατ' αντιμωλία των διαδίκων, επιλαμβανόμενο έφεσης των ήδη αναιρεσειόντων κατά της 3217/2007 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που απέρριψε αγωγή τους διεκδικητική κυριότητας ακινήτου, ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας ως προς την περιγραφή του επιδίκου, την οποία (έφεση) δέχθηκε κατ' ουσίαν, εξαφάνισε την πρωτοβάθμια απόφαση και απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την αγωγή, Ειδικότερα από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα ακόλουθα:
Οι ήδη αναιρεσείοντες με την ένδικη αγωγή τους εξέθεταν. όπως δέχθηκε και το Εφετείο, ότι η πρώτη τούτων κατέστη συγκυρία του επιδίκου ακινήτου με παράγωγο τρόπο, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος του πατέρα της, Α. Θ., που πέθανε την 9-1-1945, στην κληρονομία του οποίου υπεισήλθε σιωπηρά, εκδηλώνοντας με υλικές πράξεις τη βούλησή της προς απόκτηση του κληρονομιαίου επιδίκου ακινήτου, αλλά και πρωτοτύπως με έκτακτη χρησικτησία.
Ότι ο δεύτερος και η τρίτη τούτων κατέστησαν συγκύριοι του επιδίκου παραγώγως με ειδική διαδοχή, και αιτία τη δωρεά, που καταρτίσθηκε με συμβολαιογραφικό έγγραφο το 2004, και μεταγράφηκε νομοτύπως, αλλά και πρωτοτύπως με έκτακτη χρησικτησία. Ότι η δωρήτρια, άμεση δικαιοπάροχός τους, κατέστη συγκυρία του μεταβιβασθέντος σ' αυτούς ιδανικού μεριδίου της στο επίδικο, τόσον με παράγωγο τρόπο, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος του παραπάνω θανόντος συζύγου της, στην κληρονομία του οποίου υπεισήλθε σιωπηρά με υλικές πράξεις που δηλώνουν τη βούλησή της προς κτήση του επιδίκου, όσον και πρωτοτύπως με έκτακτη χρησικτησία.
Ότι ο κληρονομηθείς είχε αποκτήσει παραγώγως με ειδική διαδοχή το επίδικο ακίνητο, λόγω αγοράς με βάση συμβόλαιο του 1943 που μεταγράφηκε νομίμως, ο δε δικαιοπάροχός του πωλητής τούτου, Συνεταιρισμός, είχε αποκτήσει με παράγωγο τρόπο την κυριότητα αυτού λόγω αγοράς από τον ΟΔΕΠ, για την οποία καταρτίσθηκε συμβολαιογραφικό έγγραφο που μεταγράφηκε νομοτύπως.
Με τον πρόσθετο δε ισχυρισμό ότι οι εναγόμενες χωρίς δικαίωμα κατέλαβαν το επίδικο και το κατέχουν κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής ζήτησαν να αναγνωρισθούν συγκύριοι τούτου και να υποχρεωθούν οι τελευταίες να τους το αποδώσουν. Οι εναγόμενες - αναιρεσίβλητες με τις προτάσεις τους, κατά την πρώτη συζήτηση της αγωγής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αμφισβήτησαν την κυριότητα του απωτέρου δικαιοπαρόχου των εναγόντων δηλαδή του παραπάνω κληρονομηθέντος, ισχυριζόμενες ότι ο τελευταίος δεν απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου με τον επικαλούμενο τίτλο, αλλά και της αμέσου δικαιοπαρόχου των δεύτερου και τρίτης των εναγόντων (δωρήτριας).
Ως προς το ουσιώδες αυτό ζήτημα, που συναρτάται με τον παράγωγο τρόπο, κατά το μέρος που θεμελιώνεται σ' αυτόν η αγωγική αξίωση, και έχει σχέση με το ορισμένο της αγωγής ως προς τη θεμελιούμενη σ' αυτόν αγωγική βάση, ήδη καθ' υποφοράν στην αγωγή τους ανέφεραν οι ενάγοντες τον παράγωγο τρόπο απόκτησης της κυριότητας του απώτερου δικαιοπαρόχου τους, κληρονομουμένου, χωρίς να αναχθούν σε πρωτότυπη κτήση (χρησικτησία) ως προς αυτόν, ενώ ως προς την άμεση δικαιοπάροχο των δεύτερου και τρίτης τούτων, εξέθεταν την απόκτηση της συγκυριότητάς αυτής και με έκτακτη χρησικτησία, πλέον του παραγώγου τρόπου απόκτησης του ίδιου δικαιώματος δηλαδή την κληρονομική διαδοχή.
Το Εφετείο δέχθηκε ως ορισμένη την αγωγή ως προς τους δεύτερο και τρίτη των εναγόντων σε σχέση με τον επικαλούμενο από αυτούς παράγωγο τρόπο απόκτησης της συγκυριότητας του επιδίκου, ενόψει της αμφισβήτησης της συγκυριότητας της άμεσης δικαιοπαρόχου τους, δωρήτριας και των εκτιθέμενων καθ' υποφορά στην αγωγή τρόπων απόκτησης της συγκυριότητας αυτού από την τελευταία, παράγωγου ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου του αποβιώσαντος το 1945 συζύγου και πρωτοτύπου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας ότι δεν είχε συμπληρωθεί με τις προτάσεις των εναγόντων ο επικαλούμενος παράγωγος τρόπος απόκτησης της συγκυριότητας του επιδίκου από τη δικαιοπάροχό τους, δηλαδή της κληρονομικής διαδοχής, καθ' όσον δεν ανέφεραν σ' αυτές και το αναγκαίο, κατά τη κρίση του Εφετείου στοιχείο της απορίας αυτής, ως απαραίτητης προϋπόθεσης για την απόκτηση του κληρονομικού δικαιώματός της κατά τις διατάξεις του ΒΡ Δικαίου και συνεπώς σε σχέση με τον τρόπο αυτό απόκτησης της συγκυριότητας της δικαιοπαρόχου τους ήταν αόριστη η αγωγή, αλλά δέχθηκε περαιτέρω ότι σε σχέση με τον παράγωγο τρόπο απόκτησης της συγκυριότητας της δικαιοπαρόχου τους δηλαδή την έκτακτη χρησικτησία, ήταν ορισμένη η αγωγή αφού τα συγκροτούντα την ιστορική του βάση, πραγματικά περιστατικά εξέθεταν καθ' υποφορά σ' αυτήν οι τελευταίοι.
Ακολούθως το Εφετείο δικάζοντας κατ' ουσίαν την αγωγή, κατά το μέρος που κρίθηκε ορισμένη και νόμιμη δηλαδή ως προς αμφότερες τις βάσεις αυτές που στήριζαν τον παράγωγο και πρωτότυπο τρόπο, ως προς όλους τους διαδίκους, αφού όπως προαναφέρθηκε ως προς το δεύτερο και Τρίτη των εναγόντων, ενόψει της πληρότητας των πραγματικών περιστατικών που θεμελίωναν την απόκτηση της συγκυριότητας της δικαιοπαρόχου τους στην έκτακτη χρησικτησία κρίθηκε ορισμένη η αγωγή, απέρριψε αυτήν κατ' ουσίαν, δεχόμενο ειδικότερα ότι δεν αποδείχθηκε υπεισέλευση στην κληρονομία από την πρώτη τούτων, καθώς και η διενέργεια οποιασδήποτε πράξης νομής από την ίδια, ούτε από τους δεύτερο και τρίτη των εναγόντων και από τη δικαιοπάροχό τους.
Έτσι δε κατέστη κυρία η πρώτη, με τον επικαλούμενο στην αγωγή παράγωγο και πρωτότυπο τρόπο, αλλά ούτε και οι λοιποί εναγόμενοι με τον παράγωγο τρόπο, αφενός αφού η δωρήτρια δεν απέκτησε τη συγκυριότητα του μεταβιβασθέντος εξ αδιαιρέτου μεριδίου του επιδίκου με την επικαλούμενη έκτακτη χρησικτησία, αλλά ούτε και πρωτοτύπως, αφού ούτε και οι ίδιοι άσκησαν ποτέ πράξεις νομής στο επίδικο.
Η νομική αοριστία της αγωγής, δηλαδή εκείνη που συνδέεται με την εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παράβαση από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αν το δικαστήριο, για την κρίση του ως προς τη νομική βασιμότητα της αγωγής είτε αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα ο νόμος απαιτεί, είτε αρκέστηκε σε λιγότερα, ενώ αντίθετα η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχεται ως παράβαση από το άρθρο 559 αριθ. 8 ή 14 του Κ.Πολ.Δ.
Εξάλλου από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1710 παρ. 1, 1193, 1195, 1198 και 1199 του ΑΚ, προκύπτει ότι η κληρονομική διαδοχή, είτε αυτή χωρεί εκ του νόμου είτε εκ διαθήκης αποτελεί παράγωγο τρόπο κτήσης της κυριότητας των κληρονομιαίων, κινητών και ακινήτων πραγμάτων, η κυριότητα όμως των ακινήτων που περιλαμβάνονται στην κληρονομιά, όπως και κάθε άλλο εμπράγματο δικαίωμα σε αυτό, μεταβιβάζεται στον κληρονόμο αναδρομικώς από το χρόνο θανάτου του κληρονομουμένου, μόνο εφόσον αυτός (κληρονόμος) αποδεχθεί με δημόσιο έγγραφο την κληρονομιά και η αποδοχή αυτή μεταγραφεί ή εκδοθεί κληρονομητήριο και μεταγραφεί αυτό.
Τα αμέσως πιο πάνω στοιχεία της αποδοχής και της μεταγραφής αυτής δεν είναι αναγκαίο να μνημονεύονται στην αγωγή στην περίπτωση που ο θάνατος του κληρονομουμένου επήλθε πριν την εισαγωγή του ΑΚ (23-2-1946), εφόσον η κληρονομιά του, σύμφωνα με το άρθρο 92 του Εισαγωγικού Νόμου του ΑΚ, διέπεται από τις διατάξεις του προϊσχύσαντος Βυζαντινορρωμαϊκού Δικαίου, που δεν απαιτούσαν την τήρηση των διατυπώσεων αυτών.
Ειδικότερα, σύμφωνα με τις διατάξεις των ν. 12 Παν. (28.7), ν. 14 παρ. 8 Πανδ. (11.7) και ν.69 Πανδ. (29.2) του προϊσχύσαντος του ΑΚ ΒΡΔ, οι εκούσιοι ή εξωτικοί κληρονόμοι, στους οποίους περιλαμβάνονται η σύζυγος, καθώς και οι μη υπεξούσιοι κατιόντες του κληρονομουμένου, δηλαδή οι ενήλικοι κατιόντες, αποκτούν την κληρονομιά με μονομερή δήλωση της βούλησης τους για αποδοχή αυτής, που αποτελεί δικαιοπραξία μη απευθυντέα (υπεισέλευση στην κληρονομιά).
Η δήλωση αυτή μπορεί να είναι είτε ρητή (έγγραφη ή προφορική) είτε σιωπηρή, συναγόμενη από συμπεριφορά ή πράξεις που φανερώνουν την πρόθεση εκείνου που καλείται στην κληρονομιά για ανάμιξη σ' αυτήν και απόκτηση της. Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 7 παρ. 1 του ν.2310/1920 "περί της εξ αδιαθέτου κληρονομικής διαδοχής" που καταργήθηκε μετά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα με το άρθρο 96 του Εισ.ΝΑΚ αλλά εφαρμόζεται για την κληρονομιά των προσώπων που απεβίωσαν πριν την 23-2-1946, ο επιζών σύζυγος καλείται αυτοδικαίως ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος μετά των συγγενών της πρώτης τάξης στο 1/4 της κληρονομιάς, χωρίς τη συνδρομή οποιασδήποτε άλλης προϋπόθεσης, εφόσον με το ποσοστό αυτό ικανοποιείται η αξίωση αυτής, ώστε να μη τίθεται ζήτημα εφαρμογής του εκ ΒΡΔ δικαίου ποσοστού της απόρου χήρας (ΑΠ 383/2014).
Στην προκειμένη περίπτωση με το πρώτο λόγο της αναίρεσης αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατ' εκτίμηση, αιτιάσεις από τους αριθ. 1 και 14 αρθρ. 559 Κ.Πολ.Δ, διότι όπως υποστηρίζεται ερμήνευσε εσφαλμένα τις πιο πάνω ουσιαστικές διατάξεις και παρά το νόμο εκήρυξε ακυρότητα της αγωγής λόγω αοριστίας, αφού στην αγωγή ανέφεραν με πληρότητα τον τρόπο υπεισελεύσεως στο κληρονομιαίο ακίνητο της δικαιοπαρόχου τους κατά το 1/4, ως εξ' αδιαθέτου κληρονόμου του αποβιώσαντος το 1945 συζύγου της Αν.
Θ., στην κληρονομιά του οποίου υπεισήλθε νομίμως, κατά τα στην αγωγή λεπτομερώς εκτιθέμενα. Όπως δε προκύπτει, από την παραδεκτή επισκόπηση της αγωγής, τα προαναφερόμενα στοιχεία αποτέλεσαν και περιεχόμενο της υπό κρίση διεκδικητικής αγωγής, όπως αυτό επιβάλλεται από τις αναφερόμενες στην μείζονα σκέψεις διατάξεις.
Κατ' ακολουθίαν η προσβαλλόμενη απόφαση, που έκρινε νομικά αόριστη την αγωγή, ως προς τον παράγωγο τρόπο κτήσεως της κυριότητας της δικαιοπαρόχου των δευτέρου και τρίτου των εναγόντων επί των κληρονομιαίων ακινήτων παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή τις αναφερόμενες στη μείζονα σκέψη διατάξεις και επομένως ο πρώτος από τους αριθμ. 1 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.
Επειδή κατά το άρθρο 1045 ΑΚ εκείνος που έχει στη νομή του για μια εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος με έκτακτη χρησικτησία, κατά δε το άρθρο 974 ΑΚ όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας, αν ασκεί αυτή την εξουσία με διάνοια κυρίου. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές για την κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία.
Προκειμένου για ακίνητο άσκηση νομής συνιστούν οι εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω σ' αυτό, που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει. Ειδικότερα η διάνοια κυρίου συνίσταται στην πεποίθηση του έχοντος αυτήν προσώπου για διαρκή, απεριόριστη και αποκλειστική εξουσίαση του πράγματος, όμοια ή ανάλογη με εκείνη που απορρέει από το δικαίωμα της πλήρους κυριότητας και που αναγνωρίζεται στο δικαιούχο αυτής.
Η διάνοια κυρίου εκδηλώνεται με τη μεταχείριση του πράγματος με τον ίδιο τρόπο με τον οποίο θα μπορούσε να το μεταχειρισθεί και ο ιδιοκτήτης. Πράξεις νομής όταν πρόκειται για ακίνητα είναι η εποπτεία, η επίβλεψη, η επίσκεψη, η παραχώρηση σε τρίτον με ή χωρίς αντάλλαγμα, η φύλαξη, η οριοθέτηση και αν αφορά κληρονομιαίο ακίνητο, η αποδοχή της κληρονομίας και η μεταγραφή της.
Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι το δικαστήριο, για να σχηματίσει τη δικανική πεποίθησή του, ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων, τα οποία ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν νομίμως οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ' αντιδιαστολή προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι λήφθηκαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του.
Δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νομίμως οι διάδικοι.
Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 παρ.11περγ' Κ.Πολ.Δ. υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, το οποίο επικαλείται ο διάδικος, ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνον ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός, καθίσταται αντικείμενο αποδείξεως (Ολ.
Α.Π. 2/2008, Ολ. Α.Π. 14/2005). Εξάλλου, επί παραπόνου για μη λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων, που προσκομίσθηκαν με επίκληση, πρέπει για το παραδεκτό του λόγου αυτού, να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο τα αποδεικτικά μέσα, να προσδιορίζεται το περιεχόμενό τους και το παραδεκτό της προσαγωγής τους να καθορίζεται δε ο ισχυρισμός το βάσιμο ή αβάσιμο του οποίου θα αποδεικνυόταν με τα αποδεικτικά αυτά μέσα, καθώς και οι λόγοι για τους οποίους ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Με το πρώτο, κατά το δεύτερο μέρος του και δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση κατ' ορθή εκτίμηση, η πλημμέλεια από τον αρ. 11γ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο, για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος δεν έλαβε υπόψη και δεν εκτίμησε την 203/1967 πράξη του συμβολαιογράφου Αθηνών Χρ.
Παπαχρήστου, που μεταγράφηκε την 3-4-1967 στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αμαρουσίου στον τόμο … και με αριθμό 36405, με την οποία αποδέχθηκε η πρώτη των εναγόντων και η δικαιοπάροχος των δεύτερου και τρίτης τούτων την κληρονομία του προαναφερθέντος κληρονομουμένου ως και την 2483/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει δεκτό ότι οι αναιρεσείοντες είχαν υπεισέλθει νομίμως στην κληρονομία του ως άνω Α.
Θ. ήτοι τα έγγραφα τα οποία επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νομίμως με τις προτάσεις τους στο δικαστήριο της ουσίας προς απόδειξη της ουσιαστικής βασιμότητας της αγωγής τους, τόσον σε σχέση με τον παράγωγο τρόπο απόκτησης της συγκυριότητας του επιδίκου με υπεισέλευση σ' αυτήν, όσον και σε σχέση με τον πρωτότυπο τρόπο, ως πράξεως νομής για την έκτακτη χρησικτησία.
Το Εφετείο βεβαιώνει μεν στην προσβαλλόμενη απόφαση του ότι για το σχηματισμό της κρίσεως του ως προς το κατ' ουσίαν αβάσιμο της ένδικης αγωγής έλαβε υπόψη τις καταθέσεις των μαρτύρων που ενόρκως εξετάστηκαν ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και όλα ανεξαιρέτως τα επικαλούμενα από τους διαδίκους έγγραφα.
Όμως από μόνη τη βεβαίωση αυτή του Εφετείου, το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης αποφάσεως του και το σύνολο των αιτιολογιών αυτής, ως προς την ανυπαρξία πράξεων δηλωτικών της υπεισελεύσεως στην κληρονομιά του ως άνω Α. Θ., ως και την ανυπαρξία πράξεων νομής επί του κληρονομιαίου επιδίκου ακινήτου, τόσο των δικαιοπαρόχων, όσον και των αναιρεσειόντων, δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις και τα πιο πάνω έγγραφα που αναφέρονται, στους ερευνώμενους λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως, δοθέντος ότι η απόφαση ενώ στηρίζεται στις καταθέσεις των μαρτύρων και σε όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που προσκομίζουν οι διάδικοι, από τα οποία προκύπτει, κατά τις παραδοχές της αποφάσεως, η ανυπαρξία των ως άνω δηλωτικών της υπεισελεύσεως στην εν λόγω κληρονομιά πράξεων, ως και πράξεων νομής των αναιρεσειόντων, ως και των δικαιοπαρόχων τους επί του επιδίκου, δεν ασχολείται καθόλου με τα έγγραφα τα οποία προσκόμισαν οι αναιρεσείοντες στο Εφετείο και επικαλέστηκαν νόμιμα, όπως προκύπτει από τις προτάσεις τους, που προσκομίζονται σε νόμιμο αντίγραφο.
Ειδικότερα δεν ασχολείται όχι μόνο με την προαναφερομένη πράξη αποδοχής κληρονομιάς, αλλά ούτε και με την 2483/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτό ότι οι κληρονόμοι του κληρονομουμένου Α. Θ. υπεισήλθαν, κατά τους ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων, στην κληρονομιά του κληρονομουμένου και συνακόλουθα ότι οι αναιρεσείοντες απέκτησαν την κυριότητα του σε μείζονα έκταση, του οποίου τμήμα, όπως ισχυρίζονται, αποτελεί το επίδικο.
Και μπορούσε βέβαια το δικαστήριο που δίκασε, ως μη δεσμευόμενο από τις παραδοχές της αποφάσεως αυτής, να καταλήξει σε αντίθετο πόρισμα, ενόψει όμως της σοβαρότητας των αποδεικτικών αυτών στοιχείων έπρεπε να τα αντικρούσει. Αφού λοιπόν, δεν γίνεται αδίστακτα βέβαιο ότι λήφθηκαν υπόψη τα πιο πάνω αποδεικτικά στοιχεία πρέπει να αναιρεθεί η απόφαση κατά παραδοχή των πρώτου, κατά το οικείο μέρος του, και δευτέρου λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως.
Συνακόλουθα, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεση του από άλλους δικαστές, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 580 παρ.3 ΚΠολΔ. Οι αναιρεσίβλητοι ως ηττηθέντες διάδικοι, πρέπει να καταδικασθούν στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων (άρθρα 176, 183 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 1699/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Αθηνών, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, πλην αυτών που εξέδωσαν την αναιρουμένη απόφαση.
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, την οποία ορίζει στο ποσόν των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Ιουνίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Νοεμβρίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ