Supreme Court partially allows appeal on lost future income damages for a non-EU worker's invalidity claim.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially overturned the Athens Court of Appeal's dismissal of a claim for lost future income damages. The appellant, a non-EU national with severe health issues, argued that her inability to work caused significant financial loss, while the lower court rejected the specific monetary amount as vague. The Court ruled that the lower court's reasoning regarding the lack of factual basis for the specific sum was erroneous, despite the claim's legal indeterminacy, and remanded the case for further examination.
Legislator headnote
AI generatedArt. 23(1) Law 1975/1991; Art. 929, 298, 931 Civil Code: A contract with a non-EU national without a work permit is void, and future income loss constitutes compensable damage; a specific monetary claim is remanded if the lower court's rejection of the amount lacks factual grounding despite legal vagueness.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 2067 / 2006 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 2067/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Αχιλλέα Νταφούλη, Ελένη Μαραμαθά, Πλαστήρα Αναστασάκη και Αντώνιο Παπαθεοδώρου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Οκτωβρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ....., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Λιάννη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. ....., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Εμμανουήλ Μοσχοβάκη και 2. ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "NORDSTERN COLONIA HELLAS", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Βρεττό, ο οποίος δήλωσε ότι καθολική διάδοχος της ως άνω εταιρίας, κατόπιν συγχώνευσης, είναι η εταιρία με την επωνυμία "COMMERCIAL VALUE (ΚΟΜΜΕΡΣΙΑΛ ΒΑΛΙΟΥ) ΑΝΩΝΥΜΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ").
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την με αριθμό έκθ. κατάθεσης 3948/1998 αγωγή, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 691/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4675/2002 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20 Μαϊου 2005 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Παπαθεοδώρου, ανέγνωσε την από 19 Σεπτεμβρίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την εν μέρει παραδοχή της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων ζήτησαν την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Επειδή σύμφωνα με το άρθρο 23 παρ. 1 του ν. 1975/1991 που αναφέρεται στους αλλοδαπούς, οι οποίοι δεν διέπονται από το κοινοτικό δίκαιο (άρθρο 2 του ίδιου νόμου) και ορίζει ότι "η άσκηση οποιουδήποτε επαγγέλματος ή η ανάληψη οποιασδήποτε εργασίας από αλλοδαπό σε ελληνικό έδαφος απαγορεύεται ρητώς, εκτός αν ο ενδιαφερόμενος έχει εφοδιαστεί με σχετική άδεια από τον Υπουργό Εργασίας ή άλλη εξουσιοδοτημένη από αυτόν Αρχή" η σύμβαση εργασίας στην Ελλάδα του αλλοδαπού που δεν είναι υπήκοος κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης και δεν είναι εφοδιασμένος με την απαιτούμενη κατά νόμο άδεια εργασίας, είναι απολύτως άκυρη γιατί αντιβαίνει στην ως άνω απαγορευτική διάταξη, που είναι δημόσιας τάξης, σύμφωνα με τα άρθρα 3, 174 και 180 ΑΚ.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 929 εδάφ. α ΑΚ, σε περίπτωση βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου η αποζημίωση περιλαμβάνει εκτός από τα νοσήλεια και τη ζημία που έχει ήδη επέλθει, οτιδήποτε ο παθών θα στερείται στο μέλλον ή θα ξοδεύει επιπλέον εξαιτίας της αύξησης των δαπανών του. Κατά δε το άρθρο 298 ΑΚ, η αποζημίωση περιλαμβάνει τη μείωση της υπάρχουσας περιουσίας του δανειστή (θετική ζημία) καθώς και το διαφυγόν κέρδος.
Τέτοιο κέρδος λογίζεται εκείνο που προσδοκά κανείς με πιθανότητα σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί. Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι και ο αλλοδαπός μη υπήκοος κράτους-μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, έστω και αν στερείται άδειας εργασίας στην Ελλάδα, δικαιούται, σε περίπτωση βλάβης της υγείας ή του σώματός του συνεπεία αδικοπραξίας τρίτου, να αξιώσει από τον υπόχρεο αποζημίωση που προβλέπεται από το άρθρο 929 εδαφ.
α ΑΚ. Η έλλειψη άδειας εργασίας δεν κωλύει τη γένεση της αξίωσης αποζημίωσης ούτε αποτελεί προϋπόθεση για τη γένεση της σχετικής αξίωσης ότι ο τραυματιζόμενος είχε προηγουμένως αξίωση προς κτήση εισοδημάτων, αρκούσης προς τούτο κατ΄ αρχήν μόνης της δυνατότητας κτήσης εισοδημάτων, αν τέτοιο περιεχόμενο έχει η κρίσιμη αξίωση με βάση τα άρθρα 298 και 929 εδαφ.
α ΑΚ (βλ. Ολ. ΑΠ 3/2004 Ελλ.Δνη 45. 385). Εξάλλου, το ορισμένο ή αόριστο της αγωγής και γενικότερα του εισαγωγικού δικογράφου της δίκης, ως προς το αν δηλαδή εκτίθενται σ΄ αυτήν τα πραγματικά περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική της αιτία, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου προς διακρίβωση αν το δικαστήριο της ουσίας αξίωσε για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου στοιχεία περισσότερα ή διαφορετικά από εκείνα που απαιτούνται από αυτόν ή αρκέσθηκε σε λιγότερα, οπότε ιδρύεται λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ.
Στην προκείμενη περίπτωση, η πρώτη ενάγουσα και ήδη μοναδική αναιρεσείουσα, αλβανίδα υπήκοος (ελληνικής όμως καταγωγής - βορειοηπειρώτισσα), με την επιτρεπτώς, κατ΄ άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., επισκοπούμενη από 6.4.1998 (αριθ. έκθ. καταθ. 3948/1998) αγωγή, ζητούσε, πλην των άλλων, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσίβλητοι να της καταβάλουν το ποσό των 6.204.000 δραχμών για απώλεια εισοδημάτων του χρονικού διαστήματος από 24.7.1997 μέχρι 31.12.1998 λόγω ανικανότητας για την παροχή εργασίας οικιακής βοηθού, εξαιτίας του τραυματισμού της στο τροχαίο ατύχημα που έλαβε χώρα στις 23.7.1997.
Το Εφετείο, όμως, με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε το αγωγικό αυτό κονδύλιο ως αόριστο, με την αιτιολογία ότι "δεν διευκρινίζει αυτή (ενάγουσα) αν εργαζόταν νόμιμα στην Ελλάδα και δη αν ήταν κάτοχος κάρτας παραμονής περιορισμένης χρονικής διάρκειας, κατ΄ άρθρο 6 του π.δ. 359/1997 ή έστω ότι επρόκειτο να αποκτήσει τέτοια κάρτα κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, με αποτέλεσμα να μη μπορεί να εκτιμηθεί από το δικαστήριο αν το επιδιωκόμενο από αυτήν διαφυγόν κέρδος αντίκειται στις περί αδείας εργασίας αλλοδαπών απαγορευτικές διατάξεις νόμου και αν, κατά συνέπεια, είναι ή όχι, σύμφωνα με το άρθρο 298 ΑΚ, προσδοκώμενο κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων.
΄Ετσι που έκρινε το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., μέσω του οποίου ελέγχεται η νομική αοριστία της αγωγής, διότι για την εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 23 παρ. 1 του ν. 1975/1991 και 929 εδαφ. α, 298 ΑΚ αξίωσε στοιχεία περισσότερα από όσα κατά νόμο απαιτούνται, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη της παρούσας.
Επομένως ο πρώτος λόγος αναίρεσης, που κατ΄ εκτίμηση του περιεχομένου του είναι μόνο από τον αριθμό 1 και όχι και από τον αριθμό 14, όπως παρατίθεται, του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος.
ΙΙ. Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 931 Α.Κ. "η αναπηρία ή η παραμόρφωση που προξενήθηκε στον παθόντα λαμβάνεται υπόψη κατά την επιδίκαση της αποζημίωσης αν επιδρά στο μέλλον του". Ως "αναπηρία" θεωρείται κάποια έλλειψη της σωματικής, νοητικής ή ψυχικής ακεραιότητάς του προσώπου, ενώ ως "παραμόρφωση", νοείται κάθε ουσιώδης αλλοίωση της εξωτερικής εμφανίσέως του προσώπου, η οποία καθορίζεται όχι αναγκαίως κατά τις απόψεις της ιατρικής, αλλά κατά τις αντιλήψεις της ζωής.
Περαιτέρω, ως "μέλλον" νοείται η επαγγελματική, οικονομική και κοινωνική εξέλιξη του προσώπου. Δεν απαιτείται βεβαιότητα δυσμενούς επιρροής της αναπηρίας ή παραμορφώσεως στο μέλλον του προσώπου. Αρκεί και απλή δυνατότητα κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων. Στον επαγγελματικό - οικονομικό τομέα η αναπηρία ή παραμόρφωση του ανθρώπου, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, αποτελεί αρνητικό στοιχείο στα πλαίσια του ανταγωνισμού και της οικονομικής εξέλιξης και προαγωγής του.
Οι δυσμενείς συνέπειες είναι περισσότερο έντονες σε περιόδους οικονομικών δυσχερειών και στενότητας στην αγορά εργασίας. Οι βαρυνόμενοι με αναπηρία ή παραμόρφωση μειονεκτούν και κινδυνεύουν να βρεθούν εκτός εργασίας έναντι των υγιών συναδέλφων τους: Η ΑΚ 931 προβλέπει επιδίκαση από το δικαστήριο χρηματικής παροχής στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση, εφόσον συνεπεία αυτών επηρεάζεται το μέλλον του.
Η χρηματική αυτή παρoχή δεν αποτελεί αποζημίωση, εφόσον η τελευταία, εννοιολογικώς συνδέεται με την επίκληση και απόδειξη ζημίας περιουσιακής, δηλαδή διαφοράς μεταξύ της περιουσιακής καταστάσεως μετά το ζημιογόνο γεγονός και εκείνης που θα υπήρχε χωρίς αυτό. Εξάλλου, η συνεπεία της αναπηρίας ή παραμορφώσεως ανικανότητα προς εργασία, εφόσον προκαλεί στον παθόντα περιουσιακή ζημία αποτελεί βάση αξιώσεως προς αποζημίωση, που στηρίζεται στην ΑΚ 929 (αξίωση διαφυγόντων εισοδημάτων).
Όμως η αναπηρία ή παραμόρφωση, ως τοιαύτη δεν σημαίνει κατ' ανάγκη πρόκληση στον παθόντα .περιουσιακής ζημίας. Τούτο συμβαίνει σε ανήλικο, που δεν έχει εισέλθει ακόμή στην παραγωγική διαδικασία και δεν μπορεί ήδη από την επέλευση της .αναπηρίας ή παραμορφώσεως να επικαλεσθεί περιουσιακή ζημία. Δεν μπορεί να γίνει πρόβλεψη, ότι η αναπηρία ή παραμόρφωση θα προκαλέσει στον παθόντα συγκεκριμένη περιουσιακή:
ζημία. Είναι όμως βέβαιο, ότι η αναπηρία, ή ,παραμόρφωση ανάλoγα με το βαθμό της και τις λοιπές συντρέχουσες περιστάσεις (ηλικία, φύλο, κλίσεις και επιθυμίες του παθόντος) οπωσδήποτε θα έχει δυσμενή επίδραση στην κοιvωνική - οικονομική εξελιξη τούτου, κατά τρόπο όμως που δεν δύναται επακριβώς να προσδιορισθεί.
Η δυσμενής αυτή επίδραση είναι δεδομένη και επoμένως δεν δικαιολογεί εμμoνή στην ανάγκη προσδιορισμού του ειδικoύ τρόπου της επιδράσεως αυτής και των συνεπειών της στο κοινωνικό οικονομικό, μέλλον του παθόντος. Προέχον και κρίσιμο είναι το γεγονός της αναπηρίας ή παραμορφώσεως ως βλάβης του σώματος ή της υγείας του προσώπου, ως ενός αυτοτελούς έννομου αγαθού, που απολαύει και συνταγματικής προστασίας, σύμφωνα με τις παραγράφους 3 και 6 του άρθρου 21 του Συντάγματος, όχι μόνο στις σχέσεις των πολιτών προς το Κράτος, αλλά και στις μεταξύ τους σχέσεις, χωρίς αναγκαίως η προστασία αυτή να συνδέεται με αδυναμία πορισμού οικονομικών ωφελημάτων ή πλεονεκτημάτων.
Έτσι, ορθότερη κρίνεται, η ερμηνεία της ΑΚ 931, που την καθιστά εφαρμόσιμη, σύμφωνα με την οποία προβλέπεται, από τη διάταξη η επιδίκαση στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση ενός εύλογου χρηματικού ποσού ακριβώς λόγω της αναπηρίας ή παραμορφώσεως, χωρίς σύνδέση με συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία, η οποία άλλωστε και δεν δύναται να προσδιορισθεί.
Το ποσό του επιδικαζομένου κατά την ΑΚ 931 εύλογου χρηματικού ποσού εξευρίσκεται κατ' αρχήν με βάση το είδος και τις συνέπειες της αναπηρίας ή παραμορφώσεως αφενός και την ηλικία του παθόντος αφετέρου. Είναι πρόδηλο, ότι η κατά την ΑΚ 931 αξίωση είναι διαφορετική: (α) από την κατά την ΑΚ 929 αξίωση για διαφυγόντα εισοδήματα του παθόντος, που κατ΄ ανάγκη συνδέεται με επίκληση και απόδειξη συγκεκριμένης περιουσιακής ζημίας, λόγω της ανικανότητας του παθόντος προς εργασία και (β) από την κατά την ΑΚ 932 χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
Είναι αυτονόητο ότι όλες οι παραπάνω αξιώσεις δύνανται να ασκηθούν είτε σωρευτικώς,
είτε μεμονωμένως, αφού πρόκειται για αυτοτελείς αξιώσεις και η θεμελίωση καθεμιάς από αυτές δεν προϋποθέτει αναγκαίως την ύπαρξη μιας των λοιπών (βλ. και ΑΠ 1645/2006). Εξάλλου, η μόνιμη αναπηρία είναι αόριστη νομική έννοια χρήζουσα εξειδίκευσης βάσει των διδαγμάτων της κοινής πείρας και ο αναιρετικός έλεγχος αυτής χωρεί μέσω του αριθμού 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.
δηλαδή εκτείνεται στην εξακρίβωση αν επήλθε ψευδής ερμηνεία αυτής δηλαδή μη ορθή εξειδίκευση αυτής και αν έγινε εσφαλμένη υπαγωγή. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), η αναιρεσείουσα, για τη θεμελίωση της αξίωσης αποζημίωσής της από το άρθρο 931 ΑΚ, επικαλέστηκε τα εξής πραγματικά περιστατικά:
Οι βλάβες στη σωματική μου υγεία και κυρίως στη ψυχική μου ισορροπία που έπαθα στην ηλικία των 31 ετών από ατύχημα και που είναι α) συντριπτικό (από των άκρων κονδύλων μέχρι μεσότητος) επιπεπλεγμένο 3b βαθμού (κυκλοτερώς πέριξ του άνω 3μορίου της κνήμης κατά τα 3/4 αυτής) κάταγμα δεξιάς κνήμης και περόνης β) κάκωση κεφαλής γ) εγκαύματα εκ τριβής δεξιάς μετωπιαίας χώρας, ζυγωματικών, ώμου βραχιονίου, αντιβραχίου και δεξιού χειρός και δ) διακοπή κύησης και απώλεια κυοφορούμενου τέκνου, έχουν δημιουργήσει ιδιαίτερα προβλήματα στην εργασία μου, στο βιοπορισμό μου και στην οικογένειά μου.
Η δυσμενέστατη αυτή επίδραση της πιο πάνω μόνιμης και διαρκούς αναπηρίας μου είναι περισσότερη από βέβαιη στην οικογενειακή, επαγγελματική, κοινωνική και οικονομική μου εξέλιξη καθόσον έχω γίνει ψυχικό ράκος και αρχίζω να αισθάνομαι συνεχώς αισθήματα κατωτερότητας απέναντι στους άλλους ανθρώπους.
Κατά συνέπεια η αυτοτελής στο μέλλον έλλειψη αυτοπεποίθησης και ψυχοπνευματικής άνεσης και ηρεμίας σε μένα και κατ΄ επέκταση στον κοινωνικό, οικογενειακό, επαγγελματικό και οικονομικό τομέα, προκάλεσε και θα προκαλέσει με βεβαιότητα ζημία σε μένα. Ειδικότερα η παντελής ανικανότητά μου σ' αυτήν την ηλικία των 31 ετών να γευθώ τη ζωή και τις χαρές αυτές σε όλους τους τομείς, ο κίνδυνος ανά πάσα στιγμή να χειροτερεύσει η κατάστασή μου με άμεσο κίνδυνο στη ζωή μου, έχουν περιορίσει παντελώς κάθε δραστηριότητά μου.
Επιπλέον η αδυναμία μου να ανταπεξέλθω στις οικογενειακές και συζυγικές μου υποχρεώσεις ως ανθρώπου μητέρας και συζύγου, έχουν δημιουργήσει πλείστα προβλήματα και οπωσδήποτε με την πάροδο του χρόνου θα μεγεθύνονται. Ένας άνθρωπος σφριγηλός, υγιέστατος μέχρι του τραυματισμού του, δημιουργικός και ηλικίας 31 ετών, ασφαλώς θα δυσκολευθεί στον παραπέρα βίο του και τούτο γιατί κανείς, ενόψει της κατάστασης της υγείας μου, δεν θα με εμπιστεύεται και έτσι θα πάψω να συμμετέχω στις όποιες χαρές της οικογενειακής ζωής.
Με βάση τα παραπάνω ιστορούμενα, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα ζήτησε χρηματική παροχή, βάσει του άρθρου 931 ΑΚ, ύψους 30.000.000 δραχμών. Με το περιεχόμενο αυτό η αγωγή κατά το ως άνω κονδύλιο, είναι απορριπτέα ως αόριστη, διότι δεν εξειδικεύεται σ΄ αυτή η αόριστη νομική έννοια της μόνιμης αναπηρίας μέσω των διδαγμάτων της κοινής πείρας και έτσι δεν καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.
μέσω του οποίου ελέγχεται η νομική αοριστία της αγωγής. Το Εφετείο, όμως, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε το αγωγικό αυτό κονδύλιο ως αόριστο με την αιτιολογία ότι "δεν προσδιορίζονται τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία να προκύπτει ότι η αναπηρία και κατά ποιο τρόπο επιδρά στο μέλλον της ενάγουσας για να επιβάλλεται ως αποζημίωσή της η καταβολή του άνω ποσού, η δε απλή αναφορά ότι η αναπηρία θα έχει δυσμενείς επιδράσεις στην κοινωνική, οικονομική και επαγγελματική της εξέλιξη δεν αρκεί για να καταστήσει ορισμένη την αγωγή ως προς τη σχετική αξίωση".
Επομένως αφού το αιτιολογικό της προσβαλλομένης απόφασης είναι εσφαλμένο αλλά το διατακτικό της ορθό, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, που κατ΄ εκτίμηση του περιεχομένου του είναι μόνο από τον αριθμό 1 και όχι και από τον αριθμό 14, όπως παρατίθεται, του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, σύμφωνα με το άρθρο 578 Κ.Πολ.Δ.
Κατόπιν όλων αυτών, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που απορρίφθηκε η αγωγή της αναιρεσείουσας ως προς το κεφάλαιό της περί διαφυγόντων εισοδημάτων και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, η σύνθεση του οποίου είναι δυνατή από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).
Τέλος οι αναιρεσίβλητοι πρέπει να καταδικαστούν στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας (άρθρο 176, 183 Κ.Πολ.Δ.), η οποία κατέθεσε και προτάσεις.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
-Αναιρεί την 4675/2002 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της.
-Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
-Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 29 Νοεμβρίου 2006.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Δεκεμβρίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ