Legislator Case Law & Legislation
2066/2025 AI generated

Supreme Court dismisses appeal as inadmissible because lower court ruled on the main claim but not the incidental tort claim.

Case Number 2066/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal as inadmissible because the lower courts had already ruled on the main claim regarding the shareholders' meeting resolution. The appellants sought to overturn the decision declaring the meeting invalid and additionally requested damages for moral harm based on alleged fraud. The court held that since the primary issue was adjudicated, the incidental claim for tort damages could not be the sole basis for the appeal.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(9) and 576 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the lower court has adjudicated the main claim, as the incidental claim cannot serve as the sole ground for review.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal incidental claim main claim adjudicated moral harm damages shareholders meeting

Cited Legislation

AI generated
Article 559(9) of the Code of Civil Procedure
Article 576 of the Code of Civil Procedure
Article 496(3) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2066 / 2025 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2066/2025 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥΑ2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Κουφούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Κορνηλία Πανούτσου και Ευαγγελία Γίτση - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 31 Μαρτίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Ι.

Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:Των αναιρεσειόντων - καλούντων: 1) Γ. Δ. του Θ., κατοίκου ... και 2) Χ. Κ. του Κ., κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ευάγγελο Κρικίδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.Των αναιρεσιβλήτων - καθών η κλήση: 1) Ε. Τ. του Α., κατοίκου ..., 2) Α. Τ. του Ε., κατοίκου ...

και 3) εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "VTC CONTROLLI TECNIKE AUTOMOBILI ΣΥΜΜΕΤΟΧΩΝ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ" και τον διακριτικό τίτλο "VTC ΣΥΜΜΕΤΟΧΩΝ ΕΠΕ", που εδρεύει στον Άλιμο Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-6-2015 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων - καλούντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αγρινίου.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 22/2016 του ίδιου Δικαστηρίου και 14/2019 του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος. Κατά των ανωτέρω αποφάσεων ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 1652/2023 απόφαση του Α2 Τμήματος του Αρείου Πάγου, η οποία διέταξε την επανάληψη της συζήτησης προκειμένου να προσκομισθούν με επιμέλεια των αναιρεσειόντων τα αναφερόμενα στο σκεπτικό.

Την υπόθεση επαναφέρουν προς συζήτηση οι καλούντες με την από 30-01-2024 κλήση τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσείοντες, όπως σημειώνεται πιο πάνω. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟΙ. Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανιστεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιός επισπεύδει τη συζήτηση.

Αν την επισπεύδει ο απολιπόμενος διάδικος η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικος του, τότε ερευνάται αν ο απολιπόμενος ή ο μη παριστάμενος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, διάδικος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί, ενώ σε αποφατική περίπτωση κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση (ΟλΑΠ 14/2015, ΑΠ 548/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά, οι αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου, στην αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο και δεν έλαβαν μέρος στη συζήτηση της υπόθεσης. Η υπόθεση αυτή είχε οριστεί αρχικά να δικαστεί κατά τη δικάσιμο της 22.2.2021 και είχε επιδοθεί από τους επισπεύδοντες αναιρεσείοντες στους αναιρεσίβλητους αντίγραφο της υπό κρίση από 30.4.2019 αίτησης αναίρεσης, όπως προκύπτει από τις με αριθμό ....2019, ....2019 και ....2019 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Κ.

Π. Κατά την ως άνω δικάσιμο η υπόθεση δεν συζητήθηκε, λόγω των μέτρων της πανδημίας του κορωνοιού και στη συνέχεια επαναπροσδιορίστηκε οίκοθεν για τη δικάσιμο της 13.9.2021, οπότε η συζήτησή της ματαιώθηκε, λόγω της μη εμφάνισης των διαδίκων. Ακολούθως με την από 18.2.2022 κλήση των αναιρεσειόντων, που επιδόθηκε στους αναιρεσίβλητους με τις με αριθμούς ..., ...

και ....2022 εκθέσεις επίδοσης του ίδιου ως άνω δικαστικού επιμελητή, η υπόθεση επαναφέρθηκε προς συζήτηση, κατά τη δικάσιμο της 30.1.2023 και εξεδόθη η με αριθμό 1652/2023 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, η οποία διέταξε την επανάληψη της συζήτησης στο ακροατήριο της ανωτέρω από 30.4.2019 αίτησης. Ήδη με την από 30.1.2024 κλήση των αναιρεσειόντων, που επιδόθηκε στους αναιρεσίβλητους με τις με αριθμούς ..., ..., ..., ....2024 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, Ο.

Π., η υπόθεση επαναφέρθηκε προς συζήτηση, κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας [31.3.2025]. Επομένως, αφού σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, κλητεύθηκαν νόμιμα οι αναιρεσίβλητοι, από τους επισπεύδοντες τη συζήτηση της υπόθεσης αναιρεσείοντες, πρέπει η συζήτηση να προχωρήσει σαν να ήταν όλοι οι διάδικοι παρόντες.2.

Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 553 παρ. 1 περ. β, 309 εδ. α, 321 και 495 ΚΠολΔ προκύπτει ότι σε αναίρεση υπόκειται η απόφαση που έχει καταστεί τελεσίδικη κατά το χρόνο άσκησης του ένδικου αυτού μέσου, δηλαδή κατά το χρόνο της κατάθεσης του οικείου δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.

Είναι δε τελεσίδικη η απόφαση, η οποία, απεκδύοντας το δικαστή από κάθε περαιτέρω εξουσία, περατώνει τη δίκη επί της αγωγής και δεν υπόκειται στα τακτικά ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας και της έφεσης. Εξ άλλου, κατά το άρθρο 503 παρ. 1 ΚΠολΔ αν ο διάδικος που δικάστηκε ερήμην διαμένει στην Ελλάδα, η προθεσμία της ανακοπής είναι δεκαπέντε ημέρες και αρχίζει από την επίδοση της απόφασης.

Κατά της απόφασης που εκδόθηκε με την απουσία, πραγματική ή πλασματική, ενός των διαδίκων, έστω και αν δεν στηρίχθηκε στη συναγωγή δυσμενών συνεπειών από την ερημοδικία του, παρέχεται δυνατότητα άσκησης ανακοπής ερημοδικίας από τον ερημοδικασθέντα (άρθρο 502 ΚΠολΔ), με συνέπεια όσο διαρκεί η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας να αποκλείεται η άσκηση, κατά της ερήμην απόφασης, αίτησης αναίρεσης, η οποία, αν παρ1 όλα αυτά ασκηθεί, είναι απορριπτέα αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη (άρθρο 577 παρ. 2 ΚΠολΔ), αφού σε σχέση με την αναίρεση δεν υπάρχει διάταξη αντίστοιχη με εκείνη του άρθρου 513 παρ. 1 περ.

β εδ. β ΚΠολΔ, που ορίζει ότι κατά των ερήμην αποφάσεων επιτρέπεται έφεση ήδη από τη δημοσίευσή τους. Αντίθετα, δηλαδή, με την καθιερούμενη με την τελευταία αυτή διάταξη συμπόρευση των προθεσμιών της έφεσης και της ανακοπής ερημοδικίας, η αναίρεση κατά ερήμην απόφασης είναι επιτρεπτή μόνο εφόσον δεν συγχωρείται κατ' αυτής ανακοπή ερημοδικίας ή έφεση, δηλαδή καθιερώνεται η αρχή της διαδοχικής άσκησης των προβλεπόμενων ένδικων μέσων (ΑΠ 215/2018, ΑΠ 737/2017, ΑΠ 2101/2017, ΑΠ 1016/2010).Συνεπώς η ερήμην οριστική απόφαση του εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνο αφού έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας είτε διότι παρήλθε η δεκαπενθήμερη από την επίδοση της ερήμην απόφασης προθεσμία για την άσκησή της^είτε διότι ο δικαιούμενος σε άσκηση αυτής ερημοδικασθείς διάδικος παραιτήθηκε νομίμως από το δικόγραφο του ασκηθέντος ενδίκου μέσου της ανακοπής ή του δικαιώματος προς άσκηση αυτού, διότι έκτοτε αυτή καθίσταται τελεσίδικη και προσβλητή με αναίρεση, σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1 περ.

β ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 17/2013). Από την τελευταία αυτή διάταξη σαφώς προκύπτει ότι, αν η κατά της πρωτόδικης απόφασης ασκηθείσα έφεση απορριφθεί για τυπικούς λόγους (όπως ως απαράδεκτη), σε αναίρεση υπόκειται η εφετειακή απόφαση ως προς το σχετικό με την απόρριψη της έφεσης κεφάλαιο (απαράδεκτο), καθώς και η πρωτόδικη απόφαση, ως προς την ουσία της υπόθεσης, γιατί αυτή γίνεται πλέον τελεσίδικη, ως προς τα με αυτήν κριθέντα, με την έκδοση της απόφασης, η οποία απέρριψε για τυπικούς λόγους την έφεση (ΑΠ 362/2020, ΑΠ 916/2013, ΑΠ 1000/2009).

Η προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης και κατά της πρωτόδικης απόφασης, εφόσον η έφεση απορριφθεί ως απαράδεκτη (διαφορετική η περίπτωση της απόρριψης ως εκπρόθεσμης), αρχίζει από την επίδοση, άλλως δημοσίευση, της απόφασης του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, που απορρίπτει την έφεση για τυπικούς λόγους (ΑΠ 362/2020, ΑΠ 1875/2014, ΑΠ 916/2012).

Αν, όμως, η απόφαση του εφετείου, που απέρριψε την έφεση ως απαράδεκτη (όχι λόγω εκπροθέσμου άσκησης αυτής), εκδόθηκε ερήμην ενός των διαδίκων, τότε αυτή υπόκειται σε αναίρεση μόνον αφού έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας, ήτοι μετά την πάροδο της δεκαπενθήμερης, από την επίδοση, για την άσκησή της προθεσμίας, διότι έκτοτε η εφετειακή απόφαση καθίσταται τελεσίδικη και προσβλητή με αναίρεση.

Η προθεσμία, στην περίπτωση αυτή, για την άσκηση αναίρεσης αρχίζει από την επομένη της παρόδου της δεκαπενθήμερης προθεσμίας για την άσκηση ανακοπής ερημοδικίας, την ίδια δε αφετηρία έχει η προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης και κατά της συμπροσβαλλόμενης πρωτόδικης απόφασης, αφού, προηγουμένως, πρέπει να παρέλθει η προθεσμία άσκησης ανακοπής ερημοδικίας για την απόφαση του εφετείου, δοθέντος ότι αν γίνει δεκτή η αναίρεση κατά της απόφασης του εφετείου, που εκδόθηκε ερήμην ενός των διαδίκων και απέρριψε την εμπροθέσμως ασκηθείσα έφεση ως απαράδεκτη, η απόφαση του πρωτοδικείου δεν θα είναι πλέον τελεσίδικη, διότι αναβιώνει η εκκρεμοδικία της έφεσης κατά της πρωτόδικης αυτής απόφασης και, συνεπώς, θα πρέπει να απορριφθεί και η κατ' αυτής αναίρεση ως απαράδεκτη (ΑΠ 1138/2022).

Τα ίδια ως άνω ισχύουν και σε περίπτωση, που η ασκηθείσα αντέφεση απορρίφθηκε από το εφετείο ως απαράδεκτη, οπότε σε αναίρεση υπόκειται η εφετειακή απόφαση ως προς το σχετικό με την απόρριψη της αντέφεσης κεφάλαιο (απαράδεκτο), καθώς και η πρωτόδικη απόφαση, ως προς την ουσία της υπόθεσης, γιατί αυτή γίνεται πλέον τελεσίδικη, ως προς τα με αυτήν κριθέντα, με την έκδοση της απόφασης, η οποία απέρριψε για τυπικούς λόγους την αντέφεση.

Περαιτέρω, η αναίρεση ασκείται, όπως όλα τα ένδικα μέσα, με την κατάθεση του δικογράφου σε πρωτότυπο στη γραμματεία του εκδόντος την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστηρίου, για την οποία συντάσσεται σχετική έκθεση (ΚΠολΔ 495 παρ. 1). Κατά το άρθρο 566 παρ. 2 ΚΠολΔ αν με το ίδιο αναιρετήριο προσβάλλονται δύο ή περισσότερες αποφάσεις πρωτοβάθμιου και δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, η κατάθεσή τους πρέπει να γίνεται στο καθένα από τα δικαστήρια αυτά.

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, αν η αναίρεση πλήττει την απόφαση του πρωτοβάθμιου και του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, πρέπει το αναιρετήριο να κατατεθεί στη γραμματεία και των δύο δικαστηρίων (και να καταβληθούν δύο παράβολα), αλλιώς η αναίρεση είναι απαράδεκτη ως προς την απόφαση του δικαστηρίου, στη γραμματεία του οποίου δεν κατατέθηκε το αναιρετήριο [ΑΠ 1138/2022, ΑΠ 617/2014, ΑΠ 1672/2017].

Εξάλλου από το συνδυασμό των άρθρων 68, 556 παρ 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι έννομο συμφέρον για την άσκηση αναίρεσης έχει, μεταξύ άλλων προσώπων, και ο ενάγων που ηττήθηκε ολικά ή εν μέρει στη δίκη που εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, την οποία απευθύνει κατά εκείνων που ήταν διάδικοι σ' αυτή. 3. Στην προκειμένη περίπτωση η υπό κρίση από 30.4.2019 αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 22/2016 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου, και της με αριθμό 14/2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος, αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής πορείας, όπως προκύπτει από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ 2 ΚΠολΔ επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης.

Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες με την από 15.6.2015 αγωγή τους κατά των εναγόμενων και ήδη αναιρεσίβλητων ζήτησαν α] να αναγνωριστεί ότι η από 20.8.2008 φερόμενη ως απόφαση της έκτακτης καθολικής γενικής συνέλευσης των μετόχων της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία 'ΚΤΕΟ ΑΓΡΙΝΙΟΥ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ' περί αύξησης του μετοχικού κεφαλαίου της είναι ανυπόστατη και β] σε κάθε περίπτωση, να υποχρεωθούν οι δυο πρώτοι των εναγομένων ήδη αναιρεσιβλήτων εις ολόκληρον έκαστος να καταβάλουν σε καθέναν από τους ενάγοντες, το εύλογο ποσό των 23.950 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, που συνίσταται στην προκληθείσα σε βάρος τους από απάτη αδικοπρακτική συμπεριφοράς τους.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η με αριθμό 22/2016 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου, με την οποία έγινε δεκτό ως ουσιαστικά βάσιμο το πρώτο ως άνω αίτημα, που θεωρήθηκε ως η κυρία βάση της αγωγής και δεν απαντήθηκε το δεύτερο ως άνω αίτημα που θεωρήθηκε ως επικουρική βάση της αγωγής. Κατά της απόφασης αυτής οι ηττηθέντες εναγόμενοι ήδη αναιρεσίβλητοι άσκησαν την από 25.1.2017 έφεσή τους και ζήτησαν να εξαφανισθεί η απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και να απορριφθεί η αγωγή των αντιδίκων τους.

Μετά την πάροδο της προθεσμίας της έφεσης, οι ήδη αναιρεσείοντες άσκησαν την από 8.5.2018 αντέφεσή τους και ζήτησαν να γίνει δεκτό το ως άνω δεύτερο αίτημα της αγωγής για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, ισχυριζόμενοι ότι πρόκειται για δεύτερο κύριο αίτημα της αγωγής τους, το οποίο έμεινε αδίκαστο από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο.

Επί των ενδίκων αυτών μέσων, εκδόθηκε η με αριθμό 14/2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος, ερήμην των εκκαλούντων και αντεφεσιβλήτων ήδη αναιρεσιβλήτων, που απέρριψε την έφεση ως ανυποστήρικτη και την αντέφεση των ήδη αναιρεσειόντων ως απαράδεκτη, με το αιτιολογικό ότι με αυτήν πλήττεται κεφάλαιο της πρωτόδικης που δεν εκκαλείται με την έφεση, ούτε συνέχεται με το προσβαλλόμενο με αυτήν κεφάλαιο και ότι ασκήθηκε μετά την πάροδο της γνήσιας προθεσμίας των τριάντα ημερών από την επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης και επομένως δεν μπορούσε να κριθεί ως έφεση.

Κατά της ανωτέρω απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας αλλά και κατά της πρωτοβάθμιας με αριθμό 22/2016 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου οι ενάγοντες εφεσίβλητοι και αντεκκαλούντες άσκησαν την υπό κρίση αναίρεση, επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθμό 1652/2023 απόφαση του παρόντος δικαστηρίου, με την οποία διετάχθη η επανάληψη της συζήτησης της αίτησης αναίρεσης προκειμένου να κριθεί το παραδεκτό αυτής και δη να προσκομιστεί με επιμέλεια των αναιρεσειόντων σχετική βεβαίωση του αρμόδιου γραμματέα περί μη άσκησης του ενδίκου μέσου της ανακοπής ερημοδικίας από τους εκκαλούντες ήδη αναιρεσίβλητους.

Ήδη η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης επαναφέρθηκε [μετά την προαναφερθείσα ματαίωση αυτής] προς συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο με την από 30.1.2024 κλήση των -αναιρεσειόντων, οι οποίοι προσκομίζουν το με αριθμό ....2019 πιστοποιητικό της Γραμματέως του Εφετείου Στερεάς Ελλάδας, σύμφωνα με το οποίο κατά της ως άνω απόφασης που επιδόθηκε στους ερήμην δικασθέντες εκκαλούντες ήδη αναιρεσίβλητους στις 5.4.2019 [σύμφωνα με τις με αριθμούς ... , ...

και ....2019 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Κ. Π.] δεν ασκήθηκε ανακοπή ερημοδικίας. Μετά ταύτα η ανωτέρω εφετειακή απόφαση έχει καταστεί τελεσίδικη και υπόκειται σε αναίρεση, σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1 περ. β ΚΠολΔ, η οποία στην προκειμένη περίπτωση ασκήθηκε μετά το χρόνο που έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας και κατέστη τελεσίδικη η προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση.

Περαιτέρω οι αναιρεσείοντες δικαιούνται να ασκήσουν την ένδικη αίτηση αναίρεσης, τόσο κατά της με αριθμό 14/2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου, με την οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη η από αυτούς ασκηθείσα αντέφεσή τους, όσο και κατά της με αριθμό 22/2016 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου, με την οποία απορρίφθηκε η λόγω της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς μόνο των δυο εναγόμενων αίτησή τους για καταβολή σ' αυτούς χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης που δεν δικάστηκε.

Εξάλλου η υπό κρίση αίτηση για αναίρεση τόσο της απόφασης του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου όσο και αυτής του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου έχει κατατεθεί στις γραμματείες αμφοτέρων των δικαστηρίων. Ακόμη, η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα τόσο κατά της εφετειακής στις 30.4.2019 όσο και κατά της πρωτόδικης απόφασης στις 8.5.2019, εφόσον για αμφότερες, η προθεσμία αναίρεσης, αρχίζει από την επομένη της παρόδου της δεκαπενθήμερης προθεσμίας για την άσκηση ανακοπής ερημοδικίας κατά της εφετειακής [που έληγε στις 20.5.2019].

Ακολούθως όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση του αναιρετηρίου οι αναιρεσείοντες δεν προσάπτουν οποιαδήποτε πλημμέλεια κατά της εφετειακής με την οποία απορρίφθηκε η αντέφεσή τους ως απαράδεκτη και μετά ταύτα η αναίρεση κατά αυτής [απόφασης του Εφετείου] είναι απαράδεκτη. Ενόψει των ανωτέρω η αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή μόνο κατά το μέρος που με αυτή προσβάλλεται η πρωτοβάθμια απόφαση και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν.4.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 9 περ. γ' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως αίτηση, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή αυτής, που δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα της δίκης και ιδίως η αγωγή, ανταγωγή, κυρία παρέμβαση, αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση, ανακοπή ή τριτανακοπή και τα ένδικα μέσα (ΑΠ 203/2022, ΑΠ 94/2020, ΑΠ 1228/2019, ΑΠ 323/2017).

Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν αποφάνθηκε στο διατακτικό ή στις αιτιολογίες του επί της επικουρικής βάσης της αγωγής, στην περίπτωση που έκανε δεκτή την κύρια βάσης της αγωγής [ΑΠ 869/2018, ΑΠ 742/2000]. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον μοναδικό λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο την πλημμέλεια από τον αριθμό 9γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι άφησε αδίκαστη τη βάση της αγωγής περί της αδικοπρακτικής ευθύνης των δυο πρώτων εναγόμενων και την υποχρέωση αυτών να τους καταβάλουν ευθυνόμενοι εις ολόκληρον έκαστος το ποσό των 23.950 ευρώ ευρώ, για την αποκατάσταση της ηθικής τους βλάβης.Στην προκειμένη περίπτωση οι ενάγοντες με την από 15/6/2015 αγωγή τους, όπως αυτή παραδεκτά επισκοπείται εξέθετον τα ακόλουθα Επειδή η ανώνυμη εταιρεία "ΚΤΕΟ ΑΓΡΙΝΙΟΥ Α.Ε.", με Αριθμό Μητρώου /Ανωνύμων Εταιρειών ..., έχει συσταθεί νόμιμα, κατόπιν της ολοκλήρωσης των διατυπώσεων δημοσιότητας της υπ' αριθμ. ....2007 συμβολαιογραφικής πράξης της Συμβολαιογράφου Καλλιθέας Αττικής Γ.

Β. Σ., με την οποία καταρτίστηκε το καταστατικό της, σε συνδυασμό με την υπ' αριθμόν ....2007 διορθωτική συμβολαιογραφική πράξη του Συμβολαιογράφου Αγρινίου Α. Η. Π. (Φ.Ε.Κ. ...-2007), το δε αρχικό μετοχικό κεφάλαιο της εν λόγω εταιρείας ανέρχεται σε εξήντα χιλιάδες ευρώ (60.000 €), που καταβλήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τους ως άνω μετόχους - ιδρυτές της.Επειδή ουδέποτε συγκροτήθηκε πραγματικά γενική συνέλευση των μετόχων της εταιρείας "ΚΤΕΟ ΑΓΡΙΝΙΟΥ Α.Ε." με θέμα την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της, ούτε πραγματοποιήθηκε έκτακτη καθολική γενική συνέλευση των μετόχων στις 20-8-2008, πολύ δε περισσότερο δεν διενεργήθηκε ψηφοφορία των μετόχων για τη λήψη απόφασης περί αύξησης μετοχικού κεφαλαίου.Επειδή το ως άνω από 20-8-2008 πρακτικό έκτακτης καθολικής γενικής συνέλευσης των μετόχων της ανώνυμης εταιρείας "ΚΤΕΟ ΑΓΡΙΝΙΟΥ Α.Ε." δεν φέρει την υπογραφή των μετόχων.Επειδή συνακόλουθα, η φερόμενη ως άνω από 20-8-2008 γενική συνέλευση των μετόχων της εταιρείας "ΚΤΕΟ ΑΓΡΙΝΙΟΥ Α.Ε." είναι ανύπαρκτη, η δε αναφερόμενη σε αυτό υποτιθέμενη απόφαση περί αύξησης του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας κατά το ποσό των είκοσι τεσσάρων χιλιάδων ευρώ (24.000 €) είναι ανυπόστατη.Επειδή κατά συνεπεία, η υποτιθέμενη απόφαση αύξησης του μετοχικού κεφαλαίου της ως άνω ανώνυμης εταιρείας κατά το ποσό των είκοσι τεσσάρων χιλιάδων ευρώ (24.000 €), με εισφορά μετρητών από τους μετόχους της και με την έκδοση οχτώ χιλιάδων (8.000) νέων ανωνύμων μετοχών, ονομαστικής αξίας εκάστης τριών ευρώ (3,00 €), καθώς και την αντίστοιχη τροποποίηση του άρθρου 5 του καταστατικού της, ουδέποτε έλαβε χώρα στο νομικό κόσμο και ουδεμία μεταβολή επέφερε στα προ αυτής υπάρχοντα ποσοστά εταιρικής συμμετοχής των μοναδικών μετόχων της, ήτοι της τρίτης των εναγομένων και εμάς των εναγόντων.Επειδή συνακόλουθα, το μετοχικό κεφάλαιο της ως άνω ανώνυμης εταιρείας εξακολουθεί να ανέρχεται στο ποσό των εξήντα χιλιάδων ευρώ (60.000 €), διαιρείται σε είκοσι χιλιάδες (20.000) ανώνυμες μετοχές, αξίας εκάστης τριών ευρώ (3,00 €), οι οποίες κατανέμονται ως εξής :

α) έξι χιλιάδες μετοχές (6.000), αξίας δεκαοχτώ χιλιάδων ευρώ (18.000 €), που αντιστοιχούν σε ποσοστό 30% του μετοχικού κεφαλαίου, ανήκουν στην τρίτη των εναγομένων, β) επτά χιλιάδες (7.000) μετοχές, αξίας είκοσι μία χιλιάδων ευρώ (21.000 €), που αντιστοιχούν σε ποσοστο 35% του μετοχικού κεφαλαίου, ανήκουν στον πρώτο από εμάς και γ) επτά χιλιάδες (7.000) μετοχές, αξίας είκοσι μία χιλιάδων ευρώ (21.000 €), που αντιστοιχούν σε ποσοστό 35% του μετοχικού κεφαλαίου, ανήκουν στον δεύτερο από εμάς.Επειδή επικουρικά, ήτοι στην περίπτωση κατά την οποία κριθεί από το Δικαστήριο Σας ότι η ως άνω απόφαση είναι υποστατή και ως εκ τούτου έχουν παραχθεί από αυτήν έννομες συνέπειες, θα πρέπει να αναγνωριστεί ότι η Τρίτη των εναγομένων έχει αυξήσει το ποσοστό συμμετοχής της στην εταιρεία "ΚΤΕΟ ΑΓΡΙΝΙΟΥ Α.Ε." κατά 20% σε βάρος της δικής μας συμμετοχής σε αυτήν, συνεπεία απάτης που τελέστηκε από τους δύο πρώτους εναγόμενους, δεδομένου ότι οι τελευταίοι με σκοπό να αποκομίσει η τρίτη των εναγομένων το ρηθέν περιουσιακό όφελος, μας έπεισαν αφ' ενός για την αναγκαιότητα αύξησης μετοχικού κεφαλαίου και αφ' ετέρου να παραλείψουμε να ασκήσουμε το δικαίωμα προτίμησης, με την εν γνώσει τους παράσταση ως αληθούς του ψευδούς γεγονότος της δήθεν έλλειψης των-απαιτουμένων χρημάτων για την κατασκευή του ως άνω ΚΤΕΟ, καθώς και με την αθέμιτη εκ μέρους τους παρασιώπηση του γεγονότος ότι είχαν εξευρεθεί τα απαιτούμενα χρήματα για το έργο από προϊόν δανείου και από σύμβαση χρηματοδοτικής μίσθωσης.Επειδή λάβαμε γνώση της ως άνω τελεσθείσας εις βάρος μας απάτης στις 7-5-2015, οπότε μας χορηγήθηκε αντίγραφο της ως άνω υπ' αριθμ. ...-2008 σύμβασης πίστωσης με ανοιχτό λογαριασμό από την ειδική διάδοχο της αντισυμβαλλομένης μας τράπεζας και σε συνδυασμό με το αντίγραφο (εκτύπωση) της κίνησης του εταιρικού λογαριασμού (το οποίο προμηθευτήκαμε στις αρχές Ιουνίου 2014, εν όψει του επικείμενου ελέγχου καταβολής αύξησης μετοχικού κεφαλαίου εκ μέρους της αρμόδιας Αρχής, δυνάμει του οποίου αρχίσαμε να υποψιαζόμαστε την απάτη), κατέστη το πρώτον δυνατό να αντιληφθούμε στο σύνολο της την προαναφερόμενη μεθόδευση εκ μέρους των δύο πρώτων των εναγομένων και συγκεκριμένα να αντιληφθούμε ότι :α) το ύψος της παρασχεθείσας πίστωσης προς την εταιρεία μας ανερχόταν σε τετρακόσιες πενήντα χιλιάδες ευρώ (450.000 €) και όχι τριακόσιες πενήντα χιλιάδες ευρώ (350.000 €), β) ότι μία μόλις ημέρα μετά την ως άνω δήλωσή μας περί μη άσκησης του δικαιώματος προτίμησης, ήτοι στις 12-9-2008, εκταμιεύτηκε το τρίτο μέρος της χορηγηθείσας πίστωσης, ήτοι το ποσό των ογδόντα χιλιάδων ευρώ (80.000 €) και συνακόλουθα, γ) ότι μέχρι τότε είχαν εκταμιευτεί συνολικά τριακόσιες πενήντα χιλιάδες ευρώ (350.000 €) και συνεπώς ήταν αναληθές ότι δεν υπήρχαν χρήματα για την κατασκευή του ΚΤΕΟ, ιδίως εάν αναλογιστεί κανείς ότι είχε καταρτιστεί και η σύμβαση χρηματοδοτικής μίσθωσης, δια της οποίας αποκτήθηκαν μηχανήματα αξίας πλέον των ογδόντα οχτώ χιλιάδων ευρώ (88.000 €), δ) ότι σε κάθε περίπτωση, εσκεμμένα δεν χρησιμοποιήθηκαν εκ μέρους των δύο πρώτων των εναγομένων, το σύνολο των χρημάτων της χορηγηθείσας πίστωσης, ήτοι το ποσό των τετρακοσίων πενήντα χιλιάδων ευρώ (450.000 €) και όχι μόνον οι τριακόσιες πενήντα χιλιάδες ευρώ (350.000 €), προκειμένου να "απαιτηθεί" η αύξηση μετοχικού κεφαλαίου κατά είκοσι τέσσερις χιλιάδες ευρώ (24.000 €), ώστε να απολέσουμε το 20% της συμμετοχής μας σε αυτό, για να αποπερατωθεί το έργο με (υποτιθέμενα) χρήματα της τρίτης των εναγομένων, κατά τα ανωτέρω.Επειδή εκείνος που απατήθηκε έχει δικαίωμα να ζητήσει και την ανόρθωση κάθε άλλης ζημίας, σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες, κατ' άρθρων 149 ΑΚ.

Επειδή εξαιτίας γης ως άνω παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς εκ μέρους των δύο πρώτων των εναγομένων δεν ασκήσαμε το δικαίωμα προτίμησης (στην περίπτωση που κριθεί ότι η ως άνω απόφαση αύξησης μετοχικού κεφαλαίου δεν είναι ανυπόστατη), το οποίο θα ασκούσαμε με βεβαιότητα εάν οι δύο πρώτοι των εναγομένων δεν μας έπειθαν να υπογράψουμε τη ρηθείσα δήλωση παραίτησης.Επειδή συνεπεία των ανωτέρω, υπέστημεν συνολική ζημία (στην περίπτωση που κριθεί ότι δεν είναι ανυπόστατη η ως άνω από 20-8-2008 απόφαση της γενικής συνέλευσης), που υπερβαίνει τις εκατόν πενήντα επτά χιλιάδες τετρακόσια ενενήντα ευρώ και έξι λεπτά (157.490,06 €), ήτοι για κάθε έναν από εμάς ζημία ύψους τουλάχιστον εβδομήντα οχτώ χιλιάδων επτακοσίων σαράντα πέντε ευρώ και τριών λεπτών (78.745,03 €), η οποία αναλύεται ως εξής:

Α. Το συνολικό ποσό που και οι δύο από εμάς απωλέσαμε από την αξία των μετοχών που δεν αποκτήσαμε ισούται με τριάντα εννέα χιλιάδες διακόσια ευρώ (39.200 €), ήτοι ο κάθε ένας από εμάς απώλεσε το ποσό των δεκαεννέα χιλιάδων εξακοσίων ευρώ (19.600 €), δεδομένου ότι η σημερινή εμπορική (πραγματική) αξία της κάθε μετοχής ανέρχεται σε δέκα ευρώ (10,00 €), ενώ το κόστος αγοράς κάθε μετοχής ισούται με την ονομαστική αξία της, ήτοι με τρία ευρώ (3,00 €).Συνεπώς, εάν ασκούσαμε το δικαίωμα προτίμησης, ο κάθε ένας από εμάς θα αποκτούσε δύο χιλιάδες οχτακόσιες (2.800) μετοχές, για τις οποίες θα κατέβαλε το ποσό των (2.800 Χ 3 =) οχτώ χιλιάδων τετρακοσίων ευρώ (8.400 €), οι οποίες όμως σήμερα θα είχαν πραγματική αξία (2.800 Χ 10 =) είκοσι οχτώ χιλιάδες ευρώ (28.000 €) και ως εκ τούτου ο κάθε ένας από εμάς απώλεσε το ποσό των (28.000 - 8.400 =) δεκαεννέα χιλιάδων εξακοσίων ευρώ (19.600 €), ήτοι συνολικά απωλέσαμε το ποσό των (19.600 Χ 2 =) τριάντα εννέα χιλιάδων διακοσίων ευρώ (39.200 €).Β.

Δεδομένου ότι κατά την προηγούμενη χρήση, ήτοι από 1.1.2014 έως 31.12.2014, τα καθαρά κέρδη της εταιρείας ανήλθαν συνολικά σε 98.575,07 €, απωλέσαμε συνολικά το ποσό των (98.575,07 Χ 20% =) δεκαεννέα χιλιάδων επτακόσια δεκαπέντε ευρώ και ένα λεπτό (19.715,01 €), ήτοι ο κάθε ένας από εμάς απώλεσε το ποσό των (19.715,01 : 2 =) εννέα χιλιάδων οχτακοσίων πενήντα επτά ευρώ και πενήντα λεπτών (9.857,50 €).Γ.

Το συνολικό ποσό των εισοδημάτων που και οι δύο από εμάς θα απολέσουμε από τη μειωμένη κατά 20% συμμετοχή μας στα κέρδη που η εταιρεία θα παρουσιάσει κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων τις επόμενες πέντε χρήσεις ανέρχεται σε (19.715,01 Χ 5 =) ενενήντα οχτώ χιλιάδες πεντακόσια εβδομήντα πέντε ευρώ και πέντε λεπτά (98.575,05 €), ήτοι ο κάθε ένας από εμάς θα απολέσει το ποσό των σαράντα εννέα χιλιάδων διακοσίων ογδόντα επτά ευρώ και πενήντα δύο λεπτών [49.287,52 €).

Επειδή σε κάθε περίπτωση, εξαιτίας της ως άνω παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς των δύο πρώτων των εναγομένων, ο κάθε ένας από εμάς έχει υποστεί ηθική βλάβη, για την χρηματική ικανοποίηση της οποίας 0α πρέπει να υποχρεωθούν να καταβάλουν σε κάθε έναν από εμάς το εύλογο και δίκαιο ποσό των είκοσι τεσσάρων χιλιάδων ευρώ (24.000 €), νομίμως εντόκως από την επίδοση της υπό κρίση αγωγής και μέχρι την πλήρη και ολοσχερή μας εξόφληση, εκ των οποίων όμως το ποσό των πενήντα ευρώ (50 €) επιφυλασσόμαστε ο κάθε ένας από εμάς να το ζητήσουμε ενώπιον των αρμόδιων ποινικών δικαστηρίων δια της παράστασής μας ως πολιτικώς ενάγοντες.Επειδή έχουμε έννομο συμφέρον να ασκήσουμε την υπό κρίση αγωγή, καθ' ότι τυγχάνουμε μέτοχοι της ως άνω ανώνυμης εταιρείας και ως εκ τούτου έχουμε άμεσο έννομο συμφέρον να αναγνωριστεί το ανυπόστατο της φερόμενης από 20-8-2008 απόφασης γενικής συνέλευσης περί αύξησης του κεφαλαίου της.Επειδή το Δικαστήριο Σας είναι καθ' ύλην και κατά τόπον αρμόδιο να επιληφθεί της παρούσας αγωγής.Επειδή η παρούσα είναι νόμιμη, βάσιμη και αληθής, τους δε διαλαμβανομένους σε αυτήν ισχυρισμούς μας θα αποδείξουμε με μάρτυρες και έγγραφα, καθώς και με κάθε νόμιμο αποδεικτικό μέσο.ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Με τη ρητή επιφύλαξη παντός νομίμου δικαιώματος μας ΑΙΤΟΥΜΑΣΤΕ Να γίνει δεκτή η παρούσα αγωγή.Να αναγνωριστεί ότι η ως άνω από 20-8-2008 φερόμενη ως απόφαση της έκτακτης καθολικής γενικής συνέλευσης των μετόχων της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΚΤΕΟ ΑΓΡΙΝΙΟΥ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" περί αύξησης του μετοχικού κεφαλαίου της είναι ανυπόστατη.

Να αναγνωριστεί ότι το μετοχικό κεφάλαιο της ως άνω εταιρείας ουδέποτε μεταβλήθηκε, αλλά εξακολουθεί να ανέρχεται σε εξήντα χιλιάδες ευρώ (60.000 €), διηρημένο σε είκοσι χιλιάδες (20.000) ανώνυμες μετοχές, ονομαστικής αξίας εκάστης τριών ευρώ (3,00 €), οι οποίες κατανέμονται ως εξής : α) έξι χιλιάδες (6.000) μετοχές, ονομαστικής αξίας δεκαοχτώ χιλιάδων ευρώ (18.000 €) που αντιστοιχούν σε ποσοστό 30% του μετοχικού κεφαλαίου ανήκουν στην τρίτη των εναγομένων, β) επτά χιλιάδες (7.000) μετοχές, ονομαστικής αξίας είκοσι μία χιλιάδων ευρώ (21.000 €), που αντιστοιχούν σε ποσοστό 35%) του μετοχικού κεφαλαίου, ανήκουν στον πρώτο από εμάς, καθώς και γ) οι υπόλοιπες επτά χιλιάδες (7.000) μετοχές, ονομαστικής αξίας είκοσι μία χιλιάδων ευρώ (21.000 €), που αντιστοιχούν σε ποσοστό 35% του μετοχικού κεφαλαίου, ανήκουν στον δεύτερο από εμάς.

Επικουρικά, ήτοι στην περίπτωση κατά την οποία δεν αναγνωριστεί ότι η ως άνω απόφαση περί αύξησης του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας "ΚΤΕΟ ΑΓΡΙΝΙΟΥ Α.Ε" είναι ανυπόστατη, να υποχρεωθούν οι δύο πρώτοι των εναγομένων να καταβάλουν στον κάθε έναν από εμάς, ευθυνόμενοι εις ολόκληρον έκαστος, το ποσό των είκοσι τριών χιλιάδων ενναιακοσίων πενήντα ευρώ (23,950 €) ως χρηματική ικανοποίηση ηθικής βλάβης, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της παρούσας και μέχρι την πλήρη και ολοσχερή μας εξόφληση.

Να καταδικαστούν οι εναγόμενοι στην εν γένει δικαστική δαπάνη μας.Από το προαναφερθέν περιεχόμενο της αγωγής προκύπτει ότι οι ενάγοντες ζήτησαν να αναγνωρισθεί ως ανυπόστατη η από 20.8.2028 φερόμενη ως έκτακτη καθολική γενική συνέλευση των μετόχων της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία 'ΚΤΕΟ ΑΓΡΙΝΙΟΥ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ' περί αύξησης του μετοχικού κεφαλαίου ΚΑΙ επικουρικά για την περίπτωση που το ανωτέρω αίτημα απορριφθεί να υποχρεωθούν οι δυο πρώτοι των εναγομένων ευθυνόμενοι εις ολόκληρον έκαστος, να καταβάλουν σε καθένα από αυτούς, το εύλογο ποσό των 23.950 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, που αυτοί υπέστησαν από την απατηλή και επομένως αδικοπρακτική συμπεριφοράς τους.

Η αίτηση αναίρεσης είναι απαράδεκτη καθόσον δεν ιδρύεται ο από τον αριθμό 9γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος, στην παρούσα περίπτωση, όπου το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν δίκασε την επικουρική από την αδικοπραξία βάση της αγωγής, εφόσον έκανε δεκτή την κυρία βάση της [αγωγής] και αναγνώρισε το ανυπόστατο της ανωτέρω γενικής συνέλευσης των μετόχων της εταιρείας 'ΚΤΕΟ ΑΓΡΙΝΙΟΥ'.5.

Ελλείποντος άλλου λόγου για αναίρεση της με αριθμό 22/2016 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου και της με αριθμό 14/2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας, η υπό κρίση αναίρεση είναι απορριπτέα. Επίσης πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο του παραβόλου που οι αναιρεσείοντες κατέβαλαν κατά την κατάθεσης της αίτησης αναίρεσης [άρθρο 495 παρ 3 ΚΠολΔ], ενώ δεν ορίζεται διάταξη περί δικαστικών εξόδων ελλείψει σχετικού αιτήματος από τους ερήμην δικασθέντες αναιρεσίβλητους.ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 22/2016 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου και της με αριθμό 14/2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας.Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο του παραβόλου που οι αναιρεσείοντες κατέβαλαν.ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Απριλίου 2025.Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρήσασας ο αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Δεκεμβρίου 2025.Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ