Supreme Court quashes acquittal due to lack of reasoning and permanently stops prosecution for tax fraud.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court quashed the lower court's acquittal because the judgment failed to provide specific and detailed reasoning regarding the defendant's alleged contribution to tax fraud. Although the prosecution argued the defendant knowingly distributed documents for fictitious transactions, the court found the evidence insufficient to prove direct participation. Consequently, the prosecution was permanently terminated under the statute of limitations despite the procedural defect in the acquittal.
Legislator headnote
AI generatedArticles 510(1)(d) and 511 of the Code of Criminal Procedure; Article 113(3) of the Penal Code: A criminal prosecution must be permanently terminated if the time elapsed between the commission of the offense and the hearing of the appeal exceeds eight years, even if the appeal is based on procedural defects like lack of reasoning.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2066 / 2018 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 2066/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Χυτήρογλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Διονυσία Μπιτζούνη, Βασιλική Ηλιοπούλου, Βασιλική Ηλιοπούλου, Βασιλική Μπαζάκη - Δρακούλη και Στυλιανό Δαρέλλη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Οκτωβρίου 2018, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Μπρακουμάτσου (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της υπ'αριθμ. 33336/2016 αποφάσεως του Γ' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Με κατηγορούμενο τον Σ. Γ... Ι., κάτοικο ..., ο οποίος δεν εμφανίστηκε.
Το Γ' Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 41/27-7-2018 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Δέσποινας Χρονοπούλου και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 951/2018.
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. γ' ΚΠοινΔ, ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους υπόλοιπους διαδίκους, με κλήση που επιδίδεται σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166, στο ακροατήριο του δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 515 παρ. 2 εδ. α' του άνω Κώδικα, κατά την οποία αν εμφανιστεί ο αναιρεσείων, η συζήτηση γίνεται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, ακόμα και αν κάποιος από αυτούς δεν εμφανίστηκε, σαφώς προκύπτει, ότι το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου προχωρεί στη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως παρά την ερημοδικία κάποιου διαδίκου, εκτός του αναιρεσείοντος, υπό τον όρο ότι ο μη εμφανισθείς ή οι μη εμφανισθέντες διάδικοι έχουν νόμιμα κλητευθεί προς τούτο, αλλιώς το ανωτέρω Δικαστήριο κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της παρούσας δίκης και τα έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία, ο κατηγορούμενος, Σ.ς Γ. Ι., κλητεύθηκε από την Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, νομίμως και εμπροθέσμως, προκειμένου να παραστεί δια συνηγόρου στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου κατά τη δικάσιμο της 05-10-2018 (βλ. τα από 02-08-2018 και 03-08-2018 αποδεικτικά επιδόσεως, της επιμελήτριας Εισαγγελίας Αρείου Πάγου Σ. Α. στον κατηγορούμενο και τον πληρεξούσιο και αντίκλητο αυτού δικηγόρο, αντίστοιχα), και συζητηθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου κατά της υπ' αριθ. 33336/2016 αθωωτικής αποφάσεως του Γ Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών (κατ' έφεση της υπ' αριθμ. 84187/2015 απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών), πλην όμως κατά την εκφώνηση της υποθέσεως στη σειρά της από το πινάκιο κατά την εν λόγω δικάσιμο, με την εκπροσώπηση του αναιρεσείοντος εισαγγελέα από τον εισαγγελέα της έδρας, ο αναιρεσίβλητος κατηγορούμενος δεν εμφανίσθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου στη συνεδρίαση αυτή (05-10-2018), ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο. Επομένως, εφόσον ο τελευταίος κλητεύθηκε νόμιμα, κατά τα άνω, πρέπει, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, το Δικαστήριο να προχωρήσει στη συζήτηση της υποθέσεως σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι.
Επειδή κατά το άρθρο 505 παρ. 2 του ΚΠΔ ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε αποφάσεως ποινικού δικαστηρίου μέσα σε ένα μήνα από την καταχώρηση της τελεσιδίκου αποφάσεως στο από το άρθρο 473 παρ. 3 του ΚΠΔ προβλεπόμενο ειδικό βιβλίο καθαρογραμμένων αποφάσεων. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι ο Εισαγγελέας του Α.Π.
δικαιούται να ασκήσει αναίρεση κατά πάσης αποφάσεως, αθωωτικής ή καταδικαστικής, για όλους τους λόγους του άρθρου 510 παρ. 1 του ΚΠΔ, μεταξύ των οποίων και για έλλειψη της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Ειδικά δε, προκειμένου για αθωωτική απόφαση, εν όψει του τεκμηρίου της αθωότητας που θεσπίζεται και από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ και δεδομένου ότι αντικείμενο αποδείξεως στην ποινική δίκη αποτελεί η ενοχή και όχι η αθωότητα του κατηγορουμένου, τέτοια έλλειψη αιτιολογίας, που ιδρύει λόγο αναιρέσεως, υπάρχει είτε όταν δεν εκτίθενται καθόλου ή εκτίθενται ελλιπώς ή κατά τρόπο ασαφή στην απόφαση τα πραγματικά περιστατικά της πράξεως και οι λόγοι για τους οποίους το δικαστήριο αδυνατεί να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι πραγματώθηκε από τον κατηγορούμενο η αντικειμενική ή υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος που του αποδίδεται, είτε όταν δεν αιτιολογείται καθόλου ή με σαφήνεια και πληρότητα γιατί το δικαστήριο δεν πείστηκε για την ενοχή του κατηγορουμένου από τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρονται στα πρακτικά του.
Δηλαδή στην απόφαση πρέπει να αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από τις αποδείξεις γιατί χωρίς αυτά είναι αδύνατος ο ακυρωτικός έλεγχος.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 46 παρ. 1β' του ΠΚ, "με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται όποιος με πρόθεση παρείχε άμεση συνδρομή στο δράστη κατά τη διάρκεια της πράξης και στην εκτέλεση της κύριας πράξης". Από τη διάταξη αυτή σαφώς συνάγεται ότι, για την ύπαρξη άμεσης συνέργειας στην τελούμενη από άλλον αξιόποινη πράξη, η οποία είναι δυνατή και επί εκδόσεως εικονικών φορολογικών στοιχείων, απαιτείται παροχή άμεσης συνδρομής από τον δράστη στον αυτουργό κατά την τέλεση και κατά τη διάρκεια εκτέλεσης της κύριας πράξεως και μάλιστα κατά τέτοιο τρόπο, ώστε χωρίς αυτή τη συνδρομή δεν θα ήταν δυνατή με βεβαιότητα η διάπραξη του εγκλήματος υπό τις περιστάσεις που τελέστηκε.
Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη 33336/2016 απόφασή του το Γ' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών κήρυξε αθώο τον αναιρεσίβλητο κατηγορούμενο Σ. Γ. Ι. της αξιόποινης πράξης της άμεσης συνέργειας σε έκδοση εικονικών φορολογικών στοιχείων κατ' εξακολούθηση, την οποία φέρεται να τέλεσε στην Αθήνα στις 12-02-2010.
Στο σκεπτικό της απόφασης αυτής, το δικαστήριο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων κατά το είδος τους αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Δεν προέκυψε με σαφήνεια το είδος, η διάρκεια, ο ακριβής χρόνος και ο συγκεκριμένος τρόπος συμμετοχής του εκκαλούντος στην άδικη πράξη που τέλεσε ο συγκατηγορούμενός του Α.
Θ. της έκδοσης εικονικών φορολογικών στοιχείων. Δεν προέκυψε δηλαδή με βεβαιότητα σύμφωνα με την αρχή της ηθικής απόδειξης ότι αυτός παρείχε άμεση και σπουδαία συνδρομή κατά τη διάρκεια και στην εκτέλεση της κυρίας πράξης της έκδοσης των συγκεκριμένων εικονικών φορολογικών στοιχείων. Η αναφερόμενη στο κατηγορητήριο ως τέτοια πράξη, ήτοι ότι ο εκκαλών και οι λοιποί συγκατηγορούμενοί του διακινούσαν έγγραφα, σφραγίδες, πιστωτικές κάρτες κλπ πολλών (160) επιχειρήσεων και προσώπων μεταξύ των οποίων και της ελεγχόμενης επιχείρησης "Α.
Α.Ν.Τ.-Θ. - ... - ..., αν και γνώριζαν ότι τα ως άνω στοιχεία είχαν εκδοθεί για ανύπαρκτες συναλλαγές και από πρόσωπα διαφορετικά από το πρόσωπο του εκδότη αυτών δεν δύναται από μόνη της να προσδώσει την ιδιότητα του ενόχου στον εκκαλούντα κατηγορούμενο. Ούτε μόνη η ανεύρεση ορισμένων σφραγίδων και λοιπών στοιχείων σε οικία στην οποία φαίνεται ότι διέμενε προσωρινά.
Ο ισχυρισμός του περί μη εφαρμογής των ποινικών διατάξεων του άρθρου 19 του Ν. 2523/1997 σύμφωνα με το άρθρο 24§2 του Ν. 2523/97 για την επίρρωση του οποίου προσκομίζει το με αριθμό 19970/2016 έγγραφο του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. Π. Φαλήρου περί εξόφλησης οφειλών του που επιβλήθηκαν σύμφωνα με την από 26/2/2010 έκθεση ελέγχου των υπαλλήλων του ΣΔΟΕ Αττικής και αφορούν τις σχέσεις του με την ατομική επιχείρηση Α.
Θ. πρέπει να απορριφθεί, αφενός διότι κατά την κρίση του δικαστηρίου δεν αποδεικνύεται ότι έλαβε χώρα διοικητικός ή δικαστικός συμβιβασμός ή ολική διοικητική περαίωση της διαφοράς ως απαιτείται από το άρθρο 24§2 Ν. 2523/97, αφετέρου δε λόγω έλλειψης εννόμου συμφέροντος. Σημειώνεται άλλωστε ότι ο κατηγορούμενος έχει ήδη αθωωθεί για όμοια αδικήματα με έτερες αποφάσεις με όμοια αιτιολογία (ενδεικτ. 20223/15 Ε' Τριμ.
Πλ. Αθ, 16839/15 Ζ' Μον.Πλ.Αθ, 8253/15 Ι' Τριμ. Πλ. Αθ.). Επομένως πρέπει να κηρυχθεί αθώος". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το δικαστήριο, στη συνέχεια, κήρυξε αθώο τον κατηγορούμενο, του ότι: "Στην Αθήνα στις 12/2/2010 οι εκ των κατηγορουμένων Μ... Ι. του Κ., Γ...Σ Σ.ς και Μ... Δ... Μ. με πρόθεση παρέσχαν άμεση συνδρομή στο δράστη κατά τη διάρκεια και στην εκτέλεση της κύριας άδικης πράξης και συγκεκριμένα βοήθησαν σπουδαία τον συγκατηγορούμενό τους Α...
Θ. στην εκτέλεση της άδικης πράξης της έκδοσης εικονικών φορολογικών στοιχείων. Συγκεκριμένα διακινούσαν έγγραφα σφραγίδες πιστωτικές κάρτες κλπ πολλών (εκατόν εξήντα) επιχειρήσεων και προσώπων μεταξύ των οποίων και της ελεγχόμενης Α...Σ ... - ... - ..., όπως λεπτομερώς στο στοιχείο Α του παρόντος περιγράφονται αν και γνώριζαν ότι τα όσα μας στοιχεία είχαν εκδοθεί για ανύπαρκτες το σύνολο του συναλλαγές και από πρόσωπα διαφορετικά από το πρόσωπο του φερόμενου ως εκδότη αυτών".
Με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο, δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την κατά τα προαναφερθέντα απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία καθόσον δεν εκτίθεται σε αυτήν παντάπασιν τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία και θεμελιώνουν την ανυπαρξία των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος για το οποίο κηρύχθηκε αθώος ο κατηγορούμενος.
Επίσης στο μεν σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης εκτίθενται ελλιπώς και κατά τρόπο ασαφή, στο δε διατακτικό αυτής δεν εκτίθεται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της φερόμενης ως τελεσθείσας από τον κατηγορούμενο, Θ. Αντωνιάδη, κύριας πράξης της έκδοσης εικονικών φορολογικών στοιχείων κατ' εξακολούθηση, κατά τη διάρκεια της οποίας και στην εκτέλεση αυτής φέρεται ο κατηγορούμενος ότι παρέσχε άμεση συνδρομή.
Αντίθετα αναφέρονται αόριστα ότι δεν προέκυψε με σαφήνεια το είδος, η διάρκεια, ο ακριβής χρόνος και ο συγκεκριμένος τρόπος συμμετοχής του εκκαλούντος στην άδικη πράξη που τέλεσε ο συγκατηγορούμενός του, Α. Θ., της έκδοσης εικονικών φορολογικών στοιχείων, ότι δηλαδή δεν προέκυψε με βεβαιότητα πως αυτός παρέσχε άμεση συνδρομή κατά τη διάρκεια και στην εκτέλεση της κύριας πράξης της έκδοσης των συγκεκριμένων εικονικών φορολογικών στοιχείων.
Προσέτι δεν παρατίθενται τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, αλλά η κατά το κατηγορητήριο αποδιδόμενη στον εκκαλούντα αξιόποινη πράξη, ήτοι ότι αυτός διακινούσε έγγραφα, σφραγίδες, πιστωτικές κάρτες κλπ πολλών (160) επιχειρήσεων και προσώπων, μεταξύ των οποίων και τις ελεγχόμενες επιχειρήσεις "Α.
Α.Ν.Τ.-Θ.-...-Α. ...", αν και γνώριζε ότι τα ως άνω στοιχεία, τα οποία σημειωτέον ουδόλως αναφέρονται, είχαν εκδοθεί για ανύπαρκτη συναλλαγές και από πρόσωπα διαφορετικά από το πρόσωπο του εκδότη αυτών και ακολούθως η κρίση πως η πράξη αυτή δεν δύναται από μόνη της να προσδώσει την ιδιότητα του ενόχου στον εκκαλούντα κατηγορούμενο ούτε μόνη η ανεύρεση ορισμένων σφραγίδων και λοιπών στοιχείων σε οικία, στην οποία φαίνεται ότι διέμενε προσωρινά, χωρίς να διαλαμβάνεται οποιαδήποτε σχετική αιτιολογία.
Συνεπώς, είναι βάσιμος ο αναιρετικός λόγος από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και πρέπει αυτή ν' αναιρεθεί. Ενόψει, όμως, ότι πρόκειται περί πλημμελήματος και από του χρόνου τέλεσής του (12-2-2010), μέχρι του χρόνου εκδίκασης της αίτησης αναίρεσης (5-10-2018) έχει παρέλθει χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των οκτώ (8) ετών (άρθρα 111 παρ. 3 και 113 παρ. 3 ΠΚ) πρέπει να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη κατά του αναιρεσίβλητου κατηγορουμένου (άρθρα 370 εδ. β' και 511 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 33336/2016 απόφασή του Γ' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Παύει οριστικά την ποινική δίωξη κατά του κατηγορουμένου Σ.υ Γ.υ Ι. για την αξιόποινη πράξη της άμεσης συνέργειας σε έκδοση εικονικών φορολογικών στοιχείων κατ' εξακολούθηση, δηλαδή, ότι "Στην Αθήνα στις 12/2/2010 ο Γ...Σ Σ.ς (μαζί με τους Μ... Ι. του Κ. και Μ... Δ... Μ.) με πρόθεση παρέσχαν άμεση συνδρομή στο δράστη κατά τη διάρκεια και στην εκτέλεση της κύριας άδικης πράξης και συγκεκριμένα βοήθησαν σπουδαία τον συγκατηγορούμενό τους Α... Θ. στην εκτέλεση της άδικης πράξης της έκδοσης εικονικών φορολογικών στοιχείων. Συγκεκριμένα διακινούσαν έγγραφα σφραγίδες πιστωτικές κάρτες κλπ πολλών (εκατόν εξήντα) επιχειρήσεων και προσώπων μεταξύ των οποίων και της ελεγχόμενης Α...Σ ... - ... - ..., όπως λεπτομερώς στο στοιχείο Α του παρόντος περιγράφονται αν και γνώριζαν ότι τα όσα μας στοιχεία είχαν εκδοθεί για ανύπαρκτες το σύνολο του συναλλαγές και από πρόσωπα διαφορετικά από το πρόσωπο του φερόμενου ως εκδότη αυτών".
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Νοεμβρίου 2018.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Δεκεμβρίου 2018.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ