Supreme Court dismisses appeal claiming lower court ignored submitted notarized affidavits regarding property ownership.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appellants' request to overturn the Court of Appeal's decision regarding property ownership disputes. The appellants argued the lower court failed to consider specific notarized affidavits submitted as evidence. The court ruled that the lower court had explicitly acknowledged and evaluated these documents in its reasoning, thereby refuting the claim of non-consideration.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 no. 8 K.Pol.D.; The ground of appeal under Art. 559 no. 8 is not established if the court of first instance has explicitly considered the arguments raised by the parties and rejected them for any reason.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2066 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 2066/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη και Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Μαΐου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Χ1, κατοίκου ... και 2. Χ2, κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Κυριακή Ζερβού με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ..
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ψ1, κατοίκου ..., 2. Ψ2, κατοίκου ... και 3. Ψ3, κατοίκου ..., οι οποίες παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Τάκη Ανδρονόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-5-2005 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αιγίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 43/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 1057/2007 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 6-2-2008 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ελισάβετ Μουγάκου-Mπρίλλη ανέγνωσε την από 7-5-2009 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, υπό την έννοια της πιο πάνω διάταξης, θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος. (Ολ.
ΑΠ 25/2003, 12/2000 και 3/1997),όχι δε και εκείνοι που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής και αποτελούν άρνηση αυτής, ούτε και εκείνοι που δεν έχουν αυτοτέλεια και αποτελούν επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ. ΑΠ 469/1984), έστω και αν τα τελευταία διατυπώνονται υπό τη μορφή λόγου έφεσης.
Ο λόγος δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιονδήποτε τυπικό ή ουσιαστικό λόγο (Ολ. ΑΠ 12/1991). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο, κατά το πρώτο μέρος του, λόγο της αναίρεσης οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 8 περίπτ.
β' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς τους, που παραδεκτά προτάθηκαν ενώπιόν του με λόγους της έφεσής τους κατά της πρωτόδικης, απορριπτικής σε βάρος τους απόφασης και, ειδικότερα, ότι, προς απόκρουση της ένστασης των αντιδίκων τους περί εικονικότητας των συμβάσεων πωλήσεων των επίδικων ακινήτων από μέρους των ΑΑ (πατέρα τους) και ΒΒ (γιαγιάς τους) προς τη ΓΓ (μητέρα τους), που καταρτίστηκαν με τα ...
και ..., αντίστοιχα, πωλητήρια συμβόλαια του συμβολαιογράφου Αιγίου Β. Παπαθανασόπουλου, περί της μη καταβολής από τη μητέρα τους τιμήματος αγοράς και περί αποφυγής επιβολής επικείμενων αναγκαστικών κατασχέσεων στα εν λόγω ακίνητα και επίτευξης μεγαλύτερου τιμήματος με την ελεύθερη πώλησή τους σε τρίτους προς εξόφληση περισσοτέρων χρεών, επικαλέστηκαν αυτοί, με λόγους της έφεσής τους, ότι :
α) Η μητέρα τους ΓΓ πώλησε με τα ... και ..., αντίστοιχα, πωλητήρια συμβόλαια έξι (6) στρέμματα απ' αυτά που είχε αγοράσει, το τίμημα των οποίων διέθεσε αμέσως προς αποπληρωμή χρέους του συζύγου της, β) δεν αποδείχθηκε η εικονικότητα των αμέσως πιο πάνω συμβολαίων, αφού οι αναιρεσίβλητες δεν απέδειξαν την έλλειψη σπουδαίας βούλησης των συμβαλλόμενων μερών, γ) για τις συγκεκριμένες πωλήσεις είχε δοθεί αντάλλαγμα από τη μητέρα τους, το οποίο είχε εξασφαλίσει από την πατρική της οικογένεια, δ) για τις ίδιες πωλήσεις είχε καταβληθεί τίμημα από τη μητέρα τους, το οποίο, ακολούθως, καταβλήθηκε στην Τράπεζα για κάλυψη και εξάλειψη της υποθήκης, ε) λίγο καιρό μετά τη σύνταξη των προμνημονευόμενων συμβολαίων η μητέρα τους πώλησε σε τρίτους κάποια ακίνητα (απ' αυτά που είχε αγοράσει από την πεθερά της), προκειμένου να σώσει την οικογένειά της από τα χρέη, στ) στα ακίνητα που πώλησε η μητέρα τους σε τρίτους είχαν ήδη εγγραφεί υποθήκες υπέρ διαφόρων δανειστών και Τραπεζών και, συνακόλουθα, δεν υπάρχει για τα ακίνητα αυτά ο κίνδυνος κατασχέσεων, ζ) λίγες ημέρες μετά την υπογραφή των πωλητήριων συμβολαίων, δηλαδή, στις 3-1-1939, έγινε εξάλειψη βαρών, αφού καταβλήθηκε το ποσό των δρχ. 140.000 περίπου, η) οι επίδοξοι δανειστές θα μπορούσαν να κατασχέσουν ακίνητα που παρέμειναν στην κυριότητα της γιαγιάς τους ΒΒ και του πατέρα τους ΑΑ, (εμβαδού 12 και 13 στρεμμάτων, αντίστοιχα), θ) αν τα συμβαλλόμενα μέρη (γιαγιά, μητέρα και πατέρας τους) πίστευαν ότι τα επίμαχα πωλητήρια συμβόλαια ήταν εικονικά, γιατί ο πατέρας τους δεν προέβη σε δήλωση αποδοχής κληρονομίας της μητέρας του μετά το θάνατό της και ι) οι ίδιοι -αναιρεσείοντες- και, ειδικότερα, η πρώτη απ' αυτούς δεν τελούσε σε γνώση της εικονικότητας των πιο πάνω συμβολαίων.
Ο ερευνώμενος αυτός αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, ως προς όλες μεν, εκτός της υπό στοιχεία θ', αιτιάσεις του, αφού οι προβαλλόμενοι με αυτόν ισχυρισμοί των αναιρεσειόντων δεν είναι αυτοτελείς, με την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ., που προπαρατέθηκε, αλλά συνιστούν αιτιολογημένη άρνηση της ένστασης των αναιρεσιβλήτων περί εικονικότητας των περιεχόμενων στα ...
και ..., αντίστοιχα, συμβόλαια δηλώσεων βούλησης των συμβαλλόμενων μερών περί πώλησης των επίδικων ακινήτων, ως προς δε την υπό στοιχείο θ' αιτίασή του, αφού η προβαλλόμενη με αυτόν αιτίαση αποτελεί επιχείρημα, αντλούμενο από το νόμο.
Με τον πρώτο, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγο της αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη και, ειδικότερα, δέχθηκε ως και κατ' ουσίαν βάσιμη την ένσταση των αναιρεσιβλήτων περί εικονικότητας των δηλώσεων βούλησης των συμβαλλομένων στα ... και ..., αντίστοιχα, πωλητήρια συμβόλαια περί πώλησης των επίδικων ακινήτων. Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, σχημάτισε τη δικανικής του πεποίθηση ως προς την ουσιαστική βασιμότητα της αμέσως πιο πάνω ένστασης από όλα τα μνημονευόμενα στην εν λόγω απόφαση αποδεικτικά μέσα (μάρτυρες, έγγραφα και ένορκες βεβαιώσεις).
Ο λόγος αναίρεσης από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 17 Κ.Πολ.Δ., δημιουργείται, αν η ίδια απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις. Προκειμένου να ιδρυθεί ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης πρέπει η αντίφαση μεταξύ των διατάξεων της προσβαλλόμενης απόφασης να υπάρχει στο διατακτικό της, έτσι ώστε, εξαιτίας αυτής, να καθίσταται αδύνατη η εκτέλεσή της ή να εμποδίζεται η παραγωγή και η ενέργεια του δεδικασμένου. Οι συναφείς, επομένως, δεύτερος και τέταρτος, κατά το δεύτερο μέρος τους, λόγοι της αναίρεσης, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες μέμφονται στην προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 17 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., γιατί το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι τα επίδικα ακίνητα ανήκαν στην αποκλειστική κυριότητα του πατέρα των διαδίκων ΑΑ, εφόσον οι συμβάσεις πώλησής τους προς τη μητέρα τους ΓΓ από μέρους του συζύγου της και της μητέρας του ΒΒ είναι άκυρες ως εικονικές και περαιτέρω να απορρίψει την ένδικη διεκδικητική ακινήτων αγωγή τους -αναιρεσειόντων- ως ουσιαστικά αβάσιμη, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, που είχε εκφέρει όμοια κρίση, διέλαβε αντιφατικές αιτιολογίες στο αιτιολογικό της ως προς την εικονικότητα των περιεχόμενων στα ... και ..., αντίστοιχα, πωλητήρια συμβόλαια του συμβολαιογράφου Αιγίου Β. Παπαθανασόπουλου δηλώσεων βούλησης των συμβαλλόμενων μερών, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι.
Ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της απόδοσης από το δικαστήριο της ουσίας σε αποδεικτικό, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 Κ.Πολ.Δ., έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.
Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένα, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεώρησε ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο.
Πρέπει δε την παραπάνω επιζήμια κρίση του για τον αναιρεσείοντα να σχημάτισε το δικαστήριο αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο που φέρεται ως παραμορφωμένο, προϋπόθεση, η οποία δεν συντρέχει, όταν το εν λόγω έγγραφο εκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρεται η σημασία του σε σχέση με το πόρισμα για την αλήθεια ή αναλήθεια του γεγονότος που αποδείχθηκε, γιατί στην τελευταία αυτή περίπτωση δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτική σημασίας του.
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο, κατά το πρώτο μέρος του, λόγο της αναίρεσης αιτιώνται οι αναιρεσείοντες την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., γιατί το Εφετείο, με το να δεχθεί, ότι ο περιεχόμενος στο ... δωρητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αιγίου Β.
Παπαθανασόπουλου όρος, ότι η επικαρπία του 1/2 εξ αδιαιρέτου της σ' αυτό περιγραφόμενης οικίας, που δωρήθηκε από τη ΒΒ στο ΑΑ, γιό της, του οποίου η ψιλή κυριότητα ανήκε στη σύζυγο του τελευταίου ΓΓ, να περιέλθει μετά το θάνατο της δωρήτριας σ' αυτή (μητέρα των διαδίκων), τέθηκε "με το σκοπό να παραμείνει η οικία αυτή μετά τον θάνατο της δωρήτριας στη μητέρα των διαδίκων για να μη διεκδικήσουν κληρονομικά δικαιώματα επ' αυτής τα υπόλοιπα τέκνα της και δεν εμπεριέχει ο ανωτέρω όρος αναγνώριση της εγκυρότητας του μεταβιβαστικού συμβολαίου και αναίρεση της εικονικότητας" και περαιτέρω με το να δεχθεί, ότι η περιεχόμενη στο ...
συμβόλαιο του ίδιου πιο πάνω συμβολαιογράφου, με το οποίο η μητέρα των διαδίκων, ΓΓ, διόρισε πληρεξούσιο, αντιπρόσωπο και αντίκλητό της το σύζυγό της, ΑΑ, με την εντολή "να ενεργεί ο τελευταίος για λογαριασμό της τις αναφερόμενες σ' αυτό πράξεις, ήτοι να παρίσταται αυτός και να την αντιπροσωπεύει στον Γεωργικό Πιστωτικό Συνεταιρισμό ..., να λαμβάνει μέρος στις γενικές συνελεύσεις του, να λαμβάνει τα χορηγούμενα από την ΑΤΕ καλλιεργητικά δάνεια και γεωργικά φάρμακα κλπ ...
και αν θεωρηθεί ότι αφορά και τα επίδικα (πράγμα που δεν διευκρινίζεται στο ειρημένο πληρεξούσιο συμβόλαιο ...), δόθηκε για το λόγο ότι η ίδια φερόταν ως κυρία των επιδίκων με τα ανωτέρω μεταβιβαστικά συμβόλαια", παραμόρφωσε το περιεχόμενο των προμνημονευόμενων συμβολαίων, αφού δέχθηκε πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στα εν λόγω συμβόλαια.
Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, εφόσον με αυτόν δεν αποδίδεται διαγνωστικό σφάλμα ως προς το αληθινό περιεχόμενο των πιο πάνω εγγράφων, δηλαδή λάθος κατά την ανάγνωση, αλλά σφάλμα ως προς την εκτίμηση του περιεχομένου τους.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε ευθέως κανόνα ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου υπάρχει, όταν το δικαστήριο, με βάση τις παραδοχές του στη συγκεκριμένη περίπτωση, παρέλειψε να εφαρμόσει ένα ουσιαστικό κανόνα δικαίου, ο οποίος ήταν εφαρμοστέος ή εφάρμοσε ουσιαστικό κανόνα δικαίου, τον οποίο δεν έπρεπε να εφαρμόσει.
Ειδικότερα, το δικαστήριο παραβιάζει τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, που εισάγουν οι διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, όταν, μολονότι διαπιστώνει, έστω και έμμεσα την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στις δηλώσεις βούλησης των δικαιοπρακτούντων, συνακόλουθα δε, την ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας αυτών, παραλείπει να προσφύγει για τη συμπλήρωση ή ερμηνεία τους στις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ ή προσφεύγει στην εφαρμογή των διατάξεων αυτών και στη συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι δέχεται, επίσης, ανέλεγκτα, ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, ως στοιχεία προσδιοριστικά της καλής πίστης.
Οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών παραβιάζονται ευθέως και όταν το ερμηνευτικό πόρισμα, στο οποίο, μετά από ερμηνεία της δικαιοπραξίας, κατέληξε το δικαστήριο δεν είναι σύμφωνο προς την καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη. Τέλος, οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών παραβιάζονται εκ πλαγίου, υπό την έννοια ότι η απόφαση του δικαστηρίου στερείται νόμιμης βάσης, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., όταν στην απόφασή του δεν διευκρινίζεται αν στη δικαιοπραξία υπάρχει ή όχι κενό ή ασάφεια και, ακολούθως, ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας της και εντούτοις εφαρμόζει ή παραλείπει την εφαρμογή των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών.
Για τη διαμόρφωση σχετικής κρίσης το δικαστήριο της ουσίας λαμβάνει υπόψη, με διαφορετική κατά περίπτωση βαρύτητα, τα συμφέροντα των μερών και κυρίως εκείνου από αυτά, το οποίο αποβλέπει να προστατεύσει ο ερμηνευόμενος όρος, το δικαιοπρακτικό σκοπό, τις συνήθειες και τις λοιπές τοπικές, χρονικές και άλλες συνθήκες, υπό τις οποίες έγιναν οι δηλώσεις βούλησης των συμβαλλομένων, τη φύση της σύμβασης, τις διαπραγματεύσεις που είχαν προηγηθεί, την προηγούμενη συμπεριφορά των μερών και πως η σχετική δήλωση του ενός μέρους αναμενόταν να εκληφθεί από το άλλο μέρος.
Έτσι, κάθε δήλωση βούλησης θα πρέπει να ληφθεί με την έννοια που απαιτεί, στη συγκεκριμένη περίπτωση, η συναλλακτική ευθύτητα και κατά τους κανόνες της οποίας θα μπορούσε να γίνει αντιληπτή η δήλωση βούλησης και από τον τρίτο. Το δικαστήριο της ουσίας, όταν ερμηνεύει, κατά τις αρχές της καλής πίστης, λαμβάνοντας υπόψη του και τα συναλλακτικά ήθη, τη δήλωση βούλησης, δεν είναι ανάγκη να αναλύσει και εξειδικεύσει τις αρχές αυτές ή τα συναλλακτικά ήθη και δεν δεσμεύεται στην κρίση του από τους ισχυρισμούς των διαδίκων.
Εξάλλου, το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει, τη. δικανική του κρίση, δεν. είναι υποχρεωμένο να αρκεστεί στο περιεχόμενο της σύμβασης, αλλά μπορεί να αντλήσει και στοιχεία εκτός της σύμβασης που θα προταθούν από τους διαδίκους. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε τα ακόλουθα: " Τα επίδικα ακίνητα είναι οκτώ (8) αγροτεμάχια συνολικής εκτάσεως 21,5 περίπου στρεμμάτων που βρίσκονται στην κτηματική περιφέρεια του δημοτικού διαμερίσματος ...
του Δήμου ... Ν. ... και ένα οικόπεδο εμβαδού 449 τ.μ. με τα υπάρχοντα σ' αυτό κτίσματα (ανώγεια οικία και αποθήκη) που βρίσκεται εντός του οικισμού του ίδιου δ.δ. ..., όπως αυτά αναφέρονται στην αγωγή και στην εκκαλουμένη κατά ειδικότερη θέση, όρια και έκταση το καθένα, τα οποία (στοιχεία) συνομολογούνται πλήρως από τους διαδίκους.
Τα επίδικα αυτά ακίνητα ανήκαν κατά κυριότητα στην ΒΒ, μητέρα του πατέρα των διαδίκων, που είναι όλοι αδελφοί, και γιαγιά των τελευταίων, και στην οποία είχαν περιέλθει δυνάμει του νομίμως μεταγεγραμμένου υπ' αριθμ. ... συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αιγίου Χρ. Ααμπούδη. Η ανωτέρω ΒΒ με το υπ' αριθμ. ... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αιγίου Βασ.
Παπαθανασόπουλου που μεταγράφηκε νόμιμα μεταβίβασε λόγω δωρεάς εν ζωή στον γιο της και πατέρα των διαδίκων ΑΑ εκτός των άλλων (μη επιδίκων) και το υπ' αριθμόν 6 της αγωγής επίδικο (ελαιοστάσιο στη θέση ..., εκτάσεως δύο περίπου στρεμμάτων) καθώς και τμήματα των υπ' αριθμούς 7 (αγροτεμάχιο στην ίδια θέση, εκτάσεως 1,5 στρέμμματος), 8 (προαναφερθέν οικόπεδο) και 9 (αγροτεμάχιο στη θέση ..., εκτάσεως 4 περίπου στρεμμάτων) της αγωγής επίδικα ακίνητα.
Ο ΑΑ με το υπ' αριθμ. ... συμβόλαιο του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου Β. Παπαθανασόπουλου που μεταγράφηκε νόμιμα μεταβίβασε λόγω πωλήσεως τα ανήκοντα σ' αυτόν ως ανωτέρω ακίνητα στη σύζυγο του και μητέρα των διαδίκων ΓΓ, την αυτή δε ημέρα 5.12.1938 και η ΒΒ με το υπ' αριθμ. ... συμβόλαιο του ίδιου συμβολαιογράφου που μεταγράφηκε νόμιμα μεταβίβασε επίσης λόγω πωλήσεως στην ίδια ΓΓ, νύμφη της, τα υπόλοιπα επίδικα, ήτοι τα υπό τους αριθμούς 1,2, 3, 4 και 5 της αγωγής ακίνητα και τα υπόλοιπα τμήματα των υπό τους αριθμούς 7, 8 και 9 της αγωγής ακινήτων, στις μεταβιβάσεις δε αυτές και στην εντεύθεν επικαλούμενη κυριότητα της μητέρας των διαδίκων στηρίζουν οι ενάγοντες τα διεκδικούμενα από αυτούς με την ένδικη αγωγή 3/20 εξ αδιαιρέτου ο καθένας επί των επιδίκων ακινήτων, που κατά τους ισχυρισμούς τους περιήλθαν σ' αυτούς ως εξ αδιαθέτου κληρονόμους της μητέρας τους ΓΓ η οποία απεβίωσε χωρίς διαθήκη την 26.1.1997 και την κληρονομία της οποίας αποδέχθηκαν με την νομίμως μεταγραφείσα υπ' αριθμ. ...
πράξη αποδοχής του συμβολαιογράφου Αιγίου Αθ. Μεντζελόπουλου. Από τα προαναφερόμενα όμως αποδεικτικά μέσα αποδεικνύεται ότι οι ανωτέρω μεταβιβάσεις των επίδικων ακινήτων προς την μητέρα των διαδίκων δεν έγιναν με σοβαρή συναλλακτική πρόθεση των μερών προς μεταβίβαση των ακινήτων στην φερόμενη ως αγοράστρια ΓΓ, αλλά έγιναν (οι μεταβιβάσεις) μόνο φαινομενικά, κατά συνέπειαν δε οι μεταβιβάσεις αυτές, ως εικονικές, είναι άκυρες (αρθρ. 138 §1 του ΑΚ) και δεν παρήγαγαν κανένα έννομο αποτέλεσμα, θεωρούμενες ως μη γενόμενες (άρθρ. 180 του ΑΚ).
Ειδικότερα, οι φερόμενοι ως πωλητές ΑΑ και ΒΒ δεν είχαν κανένα λόγο να μεταβιβάσουν την ακίνητη περιουσία τους στη σύζυγο του πρώτου και νύμφη της δεύτερης ΓΓ, ούτε η τελευταία κατέβαλε κανένα τίμημα για την αγορά αυτή. Ο ισχυρισμός των εναγόντων ότι η μεταβίβαση έγινε εις αντάλλαγμα της προίκας ύψους 100.000 δραχμών την οποία η μητέρα των διαδίκων έλαβε από τη μητέρα της ενόψει του γάμου της και την οποία παρέδωσε στον σύζυγο της για την εξόφληση σημαντικών χρεών της οικογενείας του δεν αποδεικνύεται αληθής.
Η προίκα την οποία έλαβε η μητέρα των διαδίκων ανερχόταν στο ποσό των 45.000 δραχμών (υπ' αριθμ. ... προικοσύμφωνο του συμβολαιογράφου Αιγίου Β. Παπαθανασόπουλου), αντί δε αυτής, την οποία παρέδωσε στον σύζυγο της, έλαβε από τον τελευταίο και τη μητέρα του, πολύ προ της μεταβιβάσεως των επιδίκων, τα αναφερόμενα στο ίδιο συμβόλαιο δύο ισάξια ακίνητα που της μεταβιβάστηκαν και τα οποία κατέστησαν αδιατίμητα προικώα ακίνητα.
Το ποσό δε των 63.000 δραχμών το οποίο πράγματι η φερόμενη ως αγοράστρια παρέδωσε μετά τις ένδικες μεταβιβάσεις στον σύζυγό της προς μερικήν εξόφληση των προς τρίτους χρεών του αποτελούσε τίμημα δύο ακινήτων (μη επιδίκων) από εκείνα που εφέρετο ότι είχε αγοράσει από την πενθερά της με το προρρηθέν υπ' αριθμ. ...
συμβόλαιο και τα οποία μεταβίβασε μετ' ολίγον προς τρίτους με τα νομίμως μεταγεγραμμένα υπ' αριθμ. ... και ... συμβόλαια των συμβολαιογράφων Αιγίου Βασιλείου και Παναγιώτη Παπαθανασόπουλου, αντίστοιχα, στα οποία, σημειωτέον, συνεβλήθη και η πενθερά της ΒΒ. Η μεταβίβαση αυτή έγινε προς εκπλήρωση και του πραγματικού (αληθούς) σκοπού της ένδικης πώλησης των επιδίκων (και των λοιπών πωληθέντων) προς τη μητέρα των διαδίκων, ο οποίος ήταν ακριβώς η αποφυγή της επιβολής επικειμένων αναγκαστικών κατασχέσεων στα ακίνητα και η επίτευξη μεγαλύτερου τιμήματος με την ελεύθερη πώληση μερικών από αυτά προς τρίτους για την εξόφληση περισσότερων χρεών, πράγμα που έγινε, κατά τα προεκτεθέντα.
Η επικαλούμενη από τους ενάγοντες δωρεά εν ζωή εκ μέρους της ΒΒ προς τον γιο της ΑΑ του 1/2 εξ αδιαιρέτου της επικαρπίας της οικίας που βρίσκεται στο φερόμενο ως μεταβιβασθέν (κατά ψιλή κυριότητα) στη μητέρα των διαδίκων ως άνω οικόπεδο με τον όρο να περιέλθει η επικαρπία αυτή μετά τον θάνατο της δωρήτριας στην τελευταία (υπ' αριθμ. ...
συμβόλαιο δωρεάς του συμβολαιογράφου Αιγίου Β. Παπαθανασόπουλου ) έγινε με τον σκοπό να παραμείνει η οικία αυτή μετά τον θάνατο της δωρήτριας στη μητέρα των διαδίκων για να μην διεκδικήσουν κληρονομικά δικαιώματα επ' αυτής τα υπόλοιπα τέκνα της και δεν εμπεριέχει ο ανωτέρω όρος αναγνώριση της εγκυρότητας του μεταβιβαστικού συμβολαίου και αναίρεση της εικονικότητας, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι ενάγοντες - εκκαλούντες.
Η δε μη αναμεταβίβαση των ακινήτων στους φερόμενους ως πωλητές πατέρα και γιαγιά των διαδίκων μετά την εξόφληση των χρεών τους και την πάροδο του κινδύνου των κατασχέσεων καθώς και η μη αποδοχή της κληρονομιάς της μητέρας του που απεβίωσε το έτος 1951 από τον πατέρα των διαδίκων έγιναν για την αποφυγή των σχετικών εξόδων και ενόψει της εμπιστοσύνης που είχαν ο πατέρας των διαδίκων και η μητέρα του στη σύζυγο και νύμφη τους, αντίστοιχα, ΓΓ στα πλαίσια των ομαλών οικογενειακών σχέσεων τους και της εντεύθεν ανυπαρξίας ουσιαστικού λόγου ενεργείας των ως άνω νομικών πράξεων.
Η μητέρα των διαδίκων εξάλλου, γνωρίζοντας ότι τα επίδικα δεν είχαν μεταβιβασθεί πραγματικά σ' αυτήν, ουδέποτε επελήφθη της νομής τους για δικό της λογαριασμό, οι υλικές δε πράξεις που ασκούσε σ' αυτά (καλλιέργεια, συλλογή καρπών κ.λπ) εγίνοντο στα πλαίσια της συνδρομής της στις ανάγκες της οικογένειας.
Και ναι μεν η ίδια (μητέρα των διαδίκων) με το υπ' αριθμ. ... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αιγίου Β. Παπαθανασόπουλου διόρισε πληρεξούσιο, αντιπρόσωπο και αντίκλητο της τον σύζυγό της ΑΑ με την εντολή ο τελευταίος να ενεργεί για λογαριασμό της τις αναφερόμενες σ' αυτό πράξεις, ήτοι να παρίσταται αυτός και να την αντιπροσωπεύει στον Γεωργικό Πιστωτικό Συνεταιρισμό ..., να λαμβάνει μέρος στις γενικές συνελεύσεις του, να λαμβάνει τα χορηγούμενα από την ΑΤΕ καλλιεργητικά δάνεια και γεωργικά φάρμακα κ.λπ., η εντολή όμως αυτή, και αν θεωρηθεί ότι αφορά και τα επίδικα (πράγμα που δεν διευκρινίζεται στο ειρημένο πληρεξούσιο συμβόλαιο, ενώ, όπως προαναφέρθηκε, η μητέρα των διαδίκων είχε στην κυριότητα της τα ανωτέρω αδιατίμητα προικώα ακίνητα), δόθηκε για τον λόγο ότι η ίδια φερόταν ως κυρία των επιδίκων με τα ανωτέρω μεταβιβαστικά συμβόλαια.
Αντιθέτως, νομείς των επιδίκων εξακολούθησαν να είναι οι αληθείς κύριοι πατέρας και γιαγιά των διαδίκων και μετά τον θάνατο της τελευταίας (1951) ο πρώτος, έχοντας τα επίδικα στην κατοχή τους διανοία κυρίων και ασκώντας σ' αυτά όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση τους πράξεις νομής (καλλιέργεια, συλλογή καρπών, επίβλεψη, διαμονή με την οικογένεια τους στην προαναφερθείσα οικία και επισκευή της οικίας αυτής από τον πατέρα των διαδίκων δυνάμει των υπ' αριθμ. ...
και ... οικοδομικών αδειών που εκδόθηκαν στο όνομα του, αναγραφή τους στις φορολογικές δηλώσεις του ιδίου κ.λπ). Έτσι η μητέρα των διαδίκων και φερόμενη ως δικαιοπάροχος των εναγόντων ΓΓ δεν έγινε κυρία των επιδίκων ούτε με παράγωγο (ανωτέρω εικονικές μεταβιβάσεις) ούτε με πρωτότυπο (χρησικτησία) τρόπο και η γενόμενη ως άνω αποδοχή της κληρονομιάς της από τους ενάγοντες δεν προσπόρισε κανένα δικαίωμα (συγκυριότητας επί των επιδίκων σ' αυτούς (ενάγοντες), τα ακίνητα δε αυτά περιήλθαν εν τέλει στις εναγόμενες δυνάμει της νομίμως δημοσιευθείσης από 30.1.1971 ιδιόγραφης διαθήκης του πατέρα τους ΑΑ που πέθανε την 29.6.1999, στον οποίο ανήκαν τα επίδικα, κατά τα προεκτεθέντα, και την κληρονομιά του οποίου αποδέχθηκαν οι εναγόμενες με την νομίμως μεταγραφείσα υπ' αριθμ. ...
πράξη αποδοχής της συμβολαιογράφου Πατρών Αργυρώς Κακούρα". Ακολούθως, το Εφετείο απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την ένδικη διεκδικητική ακινήτων αγωγή των αναιρεσειόντων. Ο τρίτος, επομένως, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο, οι αναιρεσείοντες ψέγονται επικουρικά την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., γιατί το Εφετείο παραβίασε ευθέως τους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, με το να δεχθεί α) ότι δεν αναιρεί την εικονικότητα η προαναφερόμενη δωρεά εν ζωή που έγινε με το πιο πάνω ...
συμβόλαιο και β) ότι η περιεχόμενη στο ... πληρεξούσιο έγγραφο της συμβολαιογράφου Αιγίου Β. Παπαθανασοπούλου εντολή της ΓΓ προς το σύζυγό της ΑΑ να ενεργεί για λογαριασμό της τις αναφερόμενες σ' αυτό πράξεις, αφορούσε όλα ανεξαρτήτως ακίνητα που ανήκουν στην ιδιοκτησία της, στα οποία δεν συμπεριλαμβάνονται τα επίδικα ακίνητα, χωρίς να προσφύγει στους πιο πάνω ερμηνευτικούς κανόνες, μολονότι διαπίστωσε κενό ως προς το περιεχόμενο της επίμαχης εντολής, είναι, κατά την γνώμη που επικράτησε στο παρόν Δικαστήριο, απορριπτέος ως αβάσιμος, εφόσον το Εφετείο, όπως προκύπτει από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, που προπαρατέθηκαν, δεν διαπίστωσε, έστω και έμμεσα, κενό ή αμφίβολο σημείο ως προς το σαφές περιεχόμενο των πιο πάνω δικαιοπραξιών, τις οποίες μάλιστα οι αναιρεσείοντες, απλώς ως επιχειρήματα επικαλέστηκαν για τη στήριξη των απόψεών τους ότι οι επίμαχες συμβάσεις δεν είναι εικονικές.
Κατά τη γνώμη όμως ενός μέλους του Δικαστηρίου (της Εισηγήτριας Αρεοπαγίτη Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη) ο ερευνώμενος αναιρετικός λόγος, με τον οποίο, κατ' ορθή εκτίμησή του και όπως παραδεκτό συμπληρώνεται από την Εισηγήτρια Αρεοπαγίτη (άρθρο 562 § 4 Κ.Πολ.Δ, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, που εκτενώς αναφέρονται αμέσως πιο πάνω, κατά την ανάπτυξη του ίδιου λόγου αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, παραβίασε εκ πλαγίου τους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, εφόσον, μολονότι δεν διευκρινίστηκε στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, αν το ...
δωρητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αιγίου Β. Παπαθανασόπουλου, καθώς και το ... πληρεξούσιο έγγραφο του ίδιου πιο πάνω συμβολαιογράφου, αντίστοιχα, χρήζουν συμπλήρωσης ή ερμηνείας των περιεχόμενων σ' αυτά δηλώσεων βούλησης των συμβαλλομένων, δηλαδή αν διαπιστώθηκε κενό η αμφίβολο σημείο ως προς τις εν λόγω δηλώσεις, εντούτοις προσέφυγε σε ερμηνεία αυτών και μάλιστα αυθαίρετη, δεχόμενο, ως προς μεν το ...
δωρητήριο συμβόλαιο, ότι ο περιεχόμενος σ' αυτό όρος περιέλευσης της επικαρπίας στη ψιλή κυρία του δωρούμενου ακινήτου ΓΓ μετά το θάνατο της δωρήτριας ΒΒ έγινε "με τον σκοπό να παραμείνει η οικία αυτή μετά τον θάνατο της δωρήτριας στη μητέρα των διαδίκων για να μην διεκδικήσουν κληρονομικά δικαιώματα επ' αυτής τα υπόλοιπα τέκνα της και δεν εμπεριέχει ο ανωτέρω όρος αναγνώριση της εγκυρότητας του μεταβιβαστικού συμβολαίου και αναίρεση της εικονικότητας", ως προς δε το ....
πληρεξούσιο έγγραφο, ότι η περιεχόμενη σ' αυτό εντολή της ΓΓ προς το σύζυγό της ΑΑ "και αν θεωρηθεί ότι αφορά και τα επίδικα ακίνητα (πράγμα που δεν διευκρινίζεται στο ειρημένο πληρεξούσιο συμβόλαιο ...), δόθηκε για το λόγο ότι η ίδια φερόταν ως κυρία των επιδίκων με τα ανωτέρω μεταβιβαστικά συμβόλαια ..." είναι βάσιμος και γι' αυτό πρέπει να γίνει δεκτός.
Περαιτέρω ο ίδιος (τρίτος), κατά το τρίτο μέρος του, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, με το να δεχθεί, με αντιφατικές αιτιολογίες, ότι η μητέρα των διαδίκων ΓΓ φερόταν ως κυρία των επίδικων ακινήτων και, περαιτέρω, να δεχθεί, ότι ως κύριος των ίδιων ακινήτων φέρονταν η γιαγιά και ο πατέρας τους ΒΒ και ΑΑ, αντίστοιχα, στέρησε την απόφασή του από τη νόμιμη βάση της, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού οι παραπάνω αιτιολογίες, σε σχέση με το τελικό πόρισμα του Εφετείου ότι οι επίμαχες συμβάσεις είναι εικονικές, δεν είναι μεταξύ τους αντιφατικές.
Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται γενικές αρχές που συνάγονται επαγωγικώς από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν.
Η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει, κατά τη σαφή έννοια του άρθρου 559 παρ. 1 εδάφ. β' Κ.Πολ.Δ., λόγο αναίρεσης μόνο αν αυτά χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένως από το δικαστήριο κατά την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτούς των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν και όχι προς έμμεση απόδειξη ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν, για να είναι δε ορισμένος, πρέπει να εκτίθεται περαιτέρω στο σχετικό λόγο η έννοια που αποδόθηκε στον κανόνα δικαίου, που χαρακτηρίζεται εσφαλμένη και η κατά τη γνώμη του αναιρεσείοντος ορθή, που προκύπτει από τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία παρέλειψε να χρησιμοποιήσει. (Ολ ΑΠ 2/2008, Ολ ΑΠ 8, 10 και 11/2005).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο, κατά το πρώτο μέρος του, λόγο της αναίρεσης προβάλλεται η από τον αριθμό 1 εδάφιο β' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο με το να δεχθεί ότι "... νομείς των επιδίκων εξακολούθησαν να είναι οι αληθείς κύριοι πατέρας και γιαγιά των διαδίκων και μετά το θάνατο της τελευταίας (1951) ο πρώτος, έχοντας τα επίδικα στην κατοχή τους διανοία κυρίων και ασκώντας σε αυτά όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση τους πράξεις νομής (καλλιέργεια, συλλογή καρπών, επίβλεψη, διαμονή με την οικογένειά τους στην προαναφερθείσα οικία και επισκευή της οικίας από τον πατέρα των διαδίκων δυνάμει των υπ αριθμ. ...
και ... οικοδομικών αδειών που εκδόθηκαν στο όνομα του, αναγραφή τις φορολογικές δηλώσεις του ιδίου κλπ ...", με το να δεχθεί, επίσης, ως αποδεικτικό στοιχείο το γεγονός της αναγραφής των επίδικων ακινήτων στις φορολογικές δηλώσεις του πατέρα των διαδίκων ΑΑ και, τέλος, με το να δεχθεί ότι "νομείς των επιδίκων εξακολούθησαν να είναι οι αληθείς κύριοι πατέρας και γιαγιά των διαδίκων και μετά το θάνατο της τελευταίας (1951) ο πρώτος, έχοντας τα επίδικα στην κατοχή τους διανοία κυρίων και ασκώντας σ' αυτά όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση τους πράξεις νομής (καλλιέργεια, ...
διαμονή με την οικογένειά τους στην προαναφερθείσα αιτία ...)", παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας, συνιστάμενα στο ότι "είναι γνωστό και ιδίως τις δεκαετίες 30, 40, 50, 60, 70, 80 ότι "ο αρχηγός της οικογένειας" και αυτός που εμφανιζόταν με εισόδημα ήταν αυτός που είχε τη δυνατότητα να εμφανιστεί στα αρμόδια πολεοδομικά γραφεία και να ζητήσει την έκδοση οικοδομικής αδείας, χωρίς να ελεγχθεί, αν είναι ο πραγματικός κύριος του ακινήτου ή όχι", στο ότι "οι γυναίκες-σύζυγοι μέχρι το έτος 2000 δεν ήταν υποχρεωτικό να έχουν δικό τους αριθμό φορολογικού μητρώου, συνεπώς τα ακίνητά τους εμφανίζονταν στον αριθμό και στη φορολογική δήλωση του συζύγου τους" και "ακόμη και μέχρι και σήμερα, η γυναίκα της ελληνικής επαρχίας και ιδίως σε μεγαλύτερες ηλικίες, βρίσκεται υπό την προστασία του συζύγου της και είναι πολύ διαδεδομένο, ακόμα και τα προικώα να θεωρείται ότι ανήκουν στο σύζυγο (ακόμα και μετά την κατάργηση των διατάξεων περί προίκας)" και, τέλος, στο ότι "η διαμονή με την οικογένειά τους στην οικία ...", δεν προσδίδει στο μεν πατέρα των διαδίκων την ιδιότητα του νομέα, στη δε μητέρα των ίδιων την ιδιότητα της ...
απλής φιλοξενούμενης, "αλλά δίδει απλώς την εικόνα μιας αγαπημένης οικογένειας και τίποτα παραπάνω". Ο ερευνώμενος αυτός αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού τα αναφερόμενα ως διδάγματα της κοινής πείρας πραγματικά περιστατικά, παρεκτός του ότι δεν συγκροτούν την έννοια τέτοιων διδαγμάτων, δεν αφορούν την ερμηνεία ή την εφαρμογή κανόνων ουσιαστικού δικαίου ή την υπαγωγή πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, αλλά αναφέρονται στην ουσία της υπόθεσης, χρησιμοποιήθηκαν δε από το πιο πάνω Δικαστήριο της ουσίας προς έμμεση απόδειξη, προς διαπίστωση δηλαδή της βασιμότητας πραγματικών περιστατικών.
Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 περιπτ. γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους.
Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ.), που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη. Ιδιαίτερο από τους μάρτυρες και τα έγγραφα αποδεικτικό μέσο (επιτρεπόμενες μαρτυρικές καταθέσεις εκτός δίκης) είναι, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 336 παρ. 3, 339, 395, 398, 406-409 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 270 παρ. 2 εδάφ.
β' του ίδιου Κώδικα και οι ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου ή προξένου, που συντάσσονται ύστερα από προηγούμενη νόμιμη κλήτευση του αντιδίκου του διαδίκου εκείνου με επιμέλεια του οποίου λαμβάνονται, προκειμένου να προσκομιστούν στη δίκη που διεξάγεται κατά την τακτική διαδικασία, για την οποία και έχουν δοθεί.
Η βεβαίωση λοιπόν του δικαστηρίου της ουσίας, ότι έλαβε υπόψη όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν, αφορά τα έγγραφα που προσκομίστηκαν στο ίδιο, είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα (άρθρα 432 επ. ΚΠολΔ), είτε προκειμένου να χρησιμεύσουν προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (άρθρο 395 ΚΠολΔ).
και όχι τις προαναφερόμενες ένορκες βεβαιώσεις. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο της αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 11 περιπτ. γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στη δικανική του κρίση ως προς την εικονικότητα των δηλώσεων βουλήσεων των συμβαλλομένων στα ...
και ..., αντίστοιχα, πωλητήρια συμβόλαια, που προμνημονεύθηκαν, δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις την ... ένορκη στον Ειρηνοδίκη Αθηνών βεβαίωση του ..., που λήφθηκε νομότυπα με επιμέλεια των αναιρεσειόντων και που επικαλέστηκαν οι ίδιοι, με τις προτάσεις τους της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προς απόδειξη του αγωγικού ισχυρισμού τους, ότι αποκλειστική κυρία των επίδικων ακινήτων, κατά το χρόνο του θανάτου της (26-1-1997), ήταν η μητέρα τους ΓΓ και ότι τα αμέσως πιο πάνω πωλητήρια συμβόλαια ήταν έγκυρα και όχι άκυρα και εικονικά.
Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία τα περιστατικά που έγιναν δεκτά από το πιο πάνω Δικαστήριο ως αποδεικνυόμενα αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων αποδείχθηκαν, μεταξύ άλλων και "από τις υπ' αριθ. ...
και ... ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών που δόθηκαν νόμιμα (άρθρ. 270 §2 του Κ.Πολ.Δ.) και τις οποίες οι ενάγοντες-εκκαλούντες προσκομίζουν και επικαλούνται", σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι στο αιτιολογικό της απόφασης δεν υπάρχει κανένα απολύτως στοιχείο από το οποίο να μπορεί να δημιουργηθεί αμφιβολία για το αν το Εφετείο έλαβε υπόψη του και την παραπάνω ένορκη βεβαίωση, δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία, ότι το εν λόγω Δικαστήριο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς τους κρίσιμους ισχυρισμούς των διαδίκων, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και την εν λόγω ένορκη βεβαίωση, την οποία μάλιστα μνημόνευσε ρητά.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 6-2-2008 αίτηση της Χ1, κ.ά. για αναίρεση της 1057/2007 απόφασης του Εφετείου Πατρών.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Ιουνίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Οκτωβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ