Legislator Case Law & Legislation
2065/2017 AI generated

2065/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 2065/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού και Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

2065/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου διάβασε την από 16-2-2017 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των πρώτου και δευτέρου λόγων και την απόρριψη των λοιπών λόγων της από 31-12-2014 και με αρ. εκθ. καταθ. ...2015 αιτήσεως για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 5769/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Keywords

AI generated
traffic violation illegal overtaking manoeuvre driving without authorization fitness to drive motorcycle road accident extreme speeding offence
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2065 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 2065/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ ‘ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού και Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Νοεμβρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ. - Π. Λ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λάμπρο Μπίρδα.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Π. Π. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε στο ακροατήριο χωρίς δικηγόρο και 2) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "I... ΑΕ", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χαράλαμπο Δρακόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-12-2008 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 484/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5769/2012 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 31-12-2014 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου διάβασε την από 16-2-2017 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των πρώτου και δευτέρου λόγων και την απόρριψη των λοιπών λόγων της από 31-12-2014 και με αρ. εκθ. καταθ. ...2015 αιτήσεως για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 5769/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος "Καθένας έχει δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια και μπορεί να αναπτύξει σ αυτά τις απόψεις του για τα δικαιώματα ή συμφέροντά του, όπως νόμος ορίζει". Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι σε καθένα παρέχεται το ατομικό συνταγματικό δικαίωμα να ζητήσει από τα δικαστήρια έννομη προστασία και να αναπτύσσει ενώπιόν τους τις απόψεις του για τα δικαιώματα ή τα συμφέροντά του.

Ο τρόπος με τον οποίο θα ασκήσει το δικαίωμά του αυτό ανατίθεται από το Σύνταγμα στον κοινό νομοθέτη, ο οποίος μπορεί να το ρυθμίσει κατά τρόπο όμως που δεν θα αναιρείται ολικά ή μερικά το δικαίωμα αυτό. Οι διατάξεις των άρθρων 94 παρ. 1 και 2 του Κ.Πολ.Δικ. και άρθρου 36 του Κώδικος των Δικηγόρων (Ν. 4194/2013) ρυθμίζουν την άσκηση του παραπάνω δικαιώματος.

Κατά την πρώτη από τις παραπάνω διατάξεις στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο. Κατ εξαίρεση επιτρέπεται η δικαστική παράσταση διαδίκου χωρίς πληρεξούσιο δικηγόρο: α) ενώπιον του ειρηνοδικείου, εφόσον πρόκειται για μικροδιαφορές και β) προς αποτροπή επικειμένου κινδύνου.

Κατά την δεύτερη διάταξη έργο του δικηγόρου είναι η υπεράσπιση και αντιπροσώπευση του εντολέα του ενώπιον κάθε δικαστηρίου. Η άσκηση του έργου αυτού ανήκει αποκλειστικά στον δικηγόρο. Από τον συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι ενώπιον του Αρείου Πάγου οι διάδικοι οφείλουν να παρίστανται με δικηγόρο.

Αν ο διάδικος εμφανισθεί ενώπιον του ως άνω δικαστηρίου χωρίς δικηγόρο κατά την συζήτηση της υποθέσεως αυτοπροσώπως, τότε δεν μετέχει προσηκόντως στην δίκη και λογίζεται δικονομικά απών (Κ.Πολ.Δ. 576 παρ. 1, 2). Οι παραπάνω διατάξεις, που έχουν θεσπισθεί όχι μόνο για την προστασία του ατομικού δικαιώματος του διαδίκου, αλλά και του ευρύτερου δημόσιου συμφέροντος, δεν έρχονται σε αντίθεση ούτε με το άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος, ούτε και με το άρθρο 6 παρ. 3 εδ.

γ της από 4 Νοεμβρίου 1950 Διεθνούς Συμβάσεως "περί προστασίας των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών" και του από 20 Μαρτίου 1952 Πρόσθετου Πρωτοκόλλου των Παρισίων" που κυρώθηκε με το Ν.Δ. 53/1974 κατά το οποίο "πας κατηγορούμενος έχει το δικαίωμα όπως υπερασπίσει ο ίδιος εαυτόν ή αναθέτων την υπεράσπισίν του εις συνήγορον, και σε περίπτωση που δεν διαθέτει τα μέσα να πληρώσει συνήγορο, να του παρασχεθεί τοιούτος δωρεάν, όταν τούτο ενδείκνυται υπό του συμφέροντος της δικαιοσύνης" γιατί το παραπάνω δικαίωμα του κατηγορούμενου να υπερασπίσει μόνος τον εαυτόν του ισχύει μόνο για την ποινική, όχι δε και για την πολιτική δίκη (βλ.

Α.Π. 939/2001). Εξ άλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ., αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει την συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως δεν εμφανιστεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει, αυτεπαγγέλτως, αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.

Αν η κλήση για την συζήτηση επιδόθηκε νομότυπα, προχωρεί στην συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσκομιζόμενη και επικαλούμενη από τον αναιρεσείοντα υπ αριθμ. ...15.9.2017 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Γ. Κ., προκύπτει ότι ο αναιρεσείων, που επισπεύδει την συζήτηση, επέδωσε νομότυπα και εμπρόθεσμα (διά θυροκολλήσεως, κατ άρθρο 128 παρ. 4 του Κ.Πολ.Δικ.) στον πρώτο αναιρεσίβλητο Π.

Π. ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο: α) της κρινόμενης από 31.12.2014 αιτήσεως αναιρέσεως και β) της από 15.3.2017 βεβαιώσεως αναβολής του γραμματέα του Δικαστηρίου τούτου, από την οποία προκύπτει ότι η συζήτηση της υποθέσεως που είχε οριστεί αρχικά για την δικάσιμο της 3.3.2017, ανεβλήθη για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, αντίγραφα δε των επιδοθέντων ως άνω εγγράφων παραδόθηκαν στα χέρια του Π.

Δ., Αξιωματικού Υπηρεσίας του Αστυνομικού Τμήματος Λαυρίου Αττικής, ενώ έγγραφη ειδοποίηση απεστάλη, διά του ταχυδρομείου, από τον παραπάνω δικαστικό επιμελητή προς τον ως άνω πρώτο αναιρεσίβλητο, νομότυπα, κατ άρθρο 128 αριθμ. 4γ του Κ.Πολ.Δικ., περί της γενομένης, διά θυροκολλήσεως, κατά τα ανωτέρω, επιδόσεως.

Ο πρώτος αναιρεσίβλητος όμως, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως, η οποία αφορά αίτηση αναιρέσεως κατ αποφάσεως που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο και από την σύμβαση ασφαλίσεως αυτού (άρθρα 666, 667, 670 έως 676 και 681Α του Κ.Πολ.Δικ.), επί αστικής διαφοράς, εμφανίστηκε στο ακροατήριο, κατά την παραπάνω δικάσιμο, αυτοπροσώπως, χωρίς δικηγόρο.

Επομένως, ο πρώτος αναιρεσίβλητος, που, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, δεν μετέσχε προσηκόντως στην συζήτηση της υποθέσεως και επομένως είναι δικονομικώς απών, πρέπει να δικαστεί ερήμην, εφόσον όμως κλητεύθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, η συζήτηση της υποθέσεως θα προχωρήσει παρά την απουσία του, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.

Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 10 του Ν. ΓΠΝ/1911, 297 έως 300, 330 εδάφ. β και 914 του Α.Κ. προκύπτει ότι σε περίπτωση συγκρούσεως μεταξύ δύο οχημάτων, η ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της συμπεριφοράς του οδηγού και της ζημίας.

Μορφή υπαιτιότητας είναι και η αμέλεια, η οποία υπάρχει, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή που αν είχε καταβληθεί με μέτρο την συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς οδηγού αυτοκινήτου, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή της συγκρούσεως. Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει όταν η παράνομη συμπεριφορά του οδηγού, ήταν σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στην συγκεκριμένη περίπτωση.

Η παράβαση των διατάξεων του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (Κ.Ο.Κ.) δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης παραβάσεως και του επελθόντος αποτελέσματος.

Εξάλλου οι έννοιες της αμέλειας και υπαιτιότητας ή συνυπαιτιότητας, καθώς και του αιτιώδους συνδέσμου είναι νομικές και, επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς την συνδρομή ή όχι υπαιτιότητας ή συνυπαιτιότητας του εμπλακέντος στο αυτοκινητικό ατύχημα οδηγού για την επέλευση της ζημίας και του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς και του ζημιογόνου αποτελέσματος υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου.

Εξ άλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δικ. ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου εσωτερικού ή διεθνούς. Ο κανόνας παραβιάζεται, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, είτε με ψευδή ερμηνεία, η οποία υπάρχει όταν αποδίδεται στον κανόνα δικαίου διαφορετική έννοια από την αληθινή, είτε, με μη ορθή εφαρμογή, η οποία συντελείται, όταν εφαρμόζεται κανόνας, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή όταν δεν εφαρμόζεται, ενώ έπρεπε να εφαρμοστεί ή όταν εφαρμόσθηκε εσφαλμένως.

Περαιτέρω, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθμός 19 του Κ.Πολ.Δικ., η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που δεν εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που εφαρμόσθηκε.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν από τις παραδοχές της αποφάσεως δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάσθηκε ή όχι ουσιαστική διάταξη νόμου. Αντίθετα, δεν ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, κατά την διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις της αποφάσεως ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση και στάθμισή τους και στην αιτιολόγηση του εξαγομένου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατά την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος (Α.Π. 1416/2012, Α.Π. 1208/2011, Α.Π. 44/2003, Α.Π. 1702/2001).

Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στην θεμελίωση ή την κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και η επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε η εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή διατυπώνεται σαφώς (Ολ.ΑΠ 24/1992, Ολ.ΑΠ 1/1999, ΑΠ 9/2013).

Εξάλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 16 παρ. 4 του Κ.Ο.Κ. "ο οδηγός δεν επιτρέπεται να κυκλοφορεί σε οδόστρωμα που προορίζεται για την αντίθετη προς την κατεύθυνσή του κυκλοφορία..." και κατά την διάταξη του άρθρου 23 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα "προκειμένου ο οδηγός να αλλάξει κατεύθυνση προς τα αριστερά υποχρεούται να πλησιάζει προοδευτικά προς τον άξονα του οδοστρώματος, αν είναι διπλής κατεύθυνσης και προς το αριστερό άκρο αυτού, αν είναι μονής κατεύθυνσης (μονόδρομος).

Για να εισέλθει στην κάθετη οδό πρέπει να πραγματοποιήσει τη στροφή στο κέντρο της διασταύρωσης, ώστε το όχημα να εισέλθει στη δεξιά πλευρά του οδοστρώματος αυτής της οδού. Κατά την κίνηση αυτή ο οδηγός υποχρεούται να επιτρέπει τη διέλευση των οχημάτων που κινούνται αντίθετα στο οδόστρωμα που πρόκειται να εγκαταλείψει", ενώ τέλος, κατά την διάταξη του άρθρου 26 παρ. 5 του ίδιου Κώδικα "...5.

Στους κόμβους χωρίς σήμανση η προτεραιότητα ανήκει σ αυτόν που έρχεται από τα δεξιά...". Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, αναφορικά με τις συνθήκες του ενδίκου ατυχήματος δέχθηκε, ανελέγκτως, ως προκύψαντα από τις αποδείξεις, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "...από την ένορκη κατάθεση της μάρτυρος του ενάγοντα και την χωρίς όρκο κατάθεση του πρώτου των εναγομένων ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου που περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασής του και το περιεχόμενο όλων των εγγράφων που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς κανένα να παραλειφθεί για την ουσιαστική διάγνωση της διαφοράς, αποδείχθηκαν τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά.

Στις 8.8.2007 και ώρα 18:30, ο ενάγων, οδηγώντας την με αριθμό κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσικλέτα, που ανήκε στην ιδιοκτησία του, εκινείτο επί της οδού ..., με κατεύθυνση προς Μαρούσι. Ταυτόχρονα, ο πρώτος των εναγομένων, οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, που ανήκει στην ιδιοκτησία του και ήταν ασφαλισμένο για τις προξενούμενες σε τρίτους ζημιές από την λειτουργία του στην δεύτερη εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία, εκινείτο επί της καθέτου της ανωτέρω οδού, οδού ..., με κατεύθυνση προς Ν.

Ψυχικό. Στην διασταύρωση των ανωτέρω οδών, ο πρώτος εναγόμενος επιχείρησε με αριστερή στροφή αφού θα διέσχιζε το ρεύμα πορείας της οδού ... προς Μαρούσι, όπου εκινείτο ο ενάγων, να εισέλθει στο αντίθετο ρεύμα προς Ν. Ψυχικό που ήταν ο προορισμός του. Κατά την πραγματοποίηση του ελιγμού αυτού και ευρισκόμενο το ΙΧΕ αυτοκίνητο ακόμη μέσα στο ρεύμα πορείας προς Μαρούσι, η δίκυκλη μοτοσικλέτα συνεχίζοντας την πορεία της στο ρεύμα αυτό στο οδόστρωμα της διασταυρώσεως, έχοντας την πρόθεση να πραγματοποιήσει στροφή προς τα δεξιά για να εισέλθει στην οδό ..., προσέκρουσε με την εμπρόσθια αριστερή επιφάνειά της επί της εμπρόσθιας αριστερής επιφάνειας του ΙΧΕ αυτοκινήτου, με αποτέλεσμα να προκληθούν υλικές ζημίες στα οχήματα και να τραυματισθεί ο ενάγων.

Οι ειδικότερες συνθήκες του ατυχήματος έχουν ως εξής: Η οδός ... είναι διπλής κατευθύνσεως, με πλάτος οδοστρώματος 5,60 μ., μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση. Η οδός ... είναι ομοίως διπλής κατευθύνσεως, με πλάτος οδοστρώματος 4 μ. και με μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση. Στην διασταύρωση των παραπάνω οδών, η οδός ...

έχει πλάτος 13,50 μέτρα. Η κυκλοφορία οχημάτων ήταν αραιή, οι καιρικές συνθήκες ήταν καλές και η κατάσταση των οδών ήταν ξηρά. Σήμανση για την προτεραιότητα δεν υπήρχε (βλ. την έκθεση αυτοψίας και το σχεδιάγραμμα Τροχαίας). Πρέπει, επίσης, να επισημανθεί ότι στο ρεύμα πορείας της οδού ... προς Μαρούσι ευρίσκετο παρκαρισμένο στην άκρη της διασταύρωσης το υπ αριθμ.

κυκλοφ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, με αποτέλεσμα να μην είναι δυνατόν να εισέλθει στο ρεύμα πορείας της οδού ... προς Ν. Ψυχικό το ΙΧΕ αυτοκίνητο που οδηγούσε ο πρώτος εναγόμενος, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο ενάγων. Με τα δεδομένα αυτά, το ένδικο ατύχημα και οι εντεύθεν ζημίες οφείλονται σε αποκλειστική υπαιτιότητα και δη αμέλεια του Χ. - Π.

Λ., οδηγού της με αριθμό κυκλοφορίας ... μοτοσικλέτας, αφού αυτός από έλλειψη της προσοχής που μπορούσε και όφειλε να καταβάλει όπως κάθε μέτριος και συνετός οδηγός υπό αυτές τις συνθήκες, με βάση τους νομικούς κανόνες που ισχύουν και εφαρμόζονται στον τομέα αυτό της ανθρώπινης δραστηριότητας (οδήγηση οχήματος), τις προσωπικές ικανότητες, την εμπειρία του και τα διδάγματα της κοινής πείρας, κατά παράβαση του άρθρου 26 παρ. 5 του ΚΟΚ στον ανωτέρω οδικό κόμβο, χωρίς κατάλληλη σήμανση, δεν παρεχώρησε προτεραιότητα στον εναγόμενο, ο οποίος εκινείτο δεξιά του, αλλά συνέχισε την πορεία του και εισήλθε στην εν λόγω διασταύρωση, όπου ήδη είχε προχωρήσει το αυτοκίνητο του εναγομένου, στο οποίο και προσέκρουσε η μοτοσικλέτα του.

Συνεπώς, εσφαλμένα το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δέχτηκε ότι αποκλειστικά υπαίτιος του ατυχήματος είναι ο εναγόμενος. Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτή η έφεση ως ουσιαστικά βάσιμη...". Υπό τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, αφού έκρινε ότι η σύγκρουση των ως άνω οχημάτων οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού της δίκυκλης μοτοσικλέτας - αναιρεσείοντος, συνισταμένη σε ότι λεπτομερώς ανωτέρω περιγράφεται, δέχθηκε ως και κατ ουσίαν βάσιμη την έφεση των αναιρεσιβλήτων και μετά την εξαφάνιση της αντιθέτως κρίνασας πρωτόδικης αποφάσεως, την διακράτηση και κατ ουσίαν εκδίκαση της υποθέσεως, απέρριψε ως αβάσιμη κατ ουσίαν την αγωγή του αναιρεσείοντος.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο παραβίασε κανόνες ουσιαστικού δικαίου, υπό την έννοια, το μεν ότι ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους, δεν εφάρμοσε αυτούς και δη τις διατάξεις των άρθρων 16 παρ. 4 και 23 παρ. 2 του Κ.Ο.Κ., το δε, μη εφαρμόζοντας τις προαναφερόμενες διατάξεις, αλλά την διάταξη του άρθρου 26 παρ. 5 του Κ.Ο.Κ., την οποία εφάρμοσε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της.

Επιπλέον διέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκείς, ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες, αναφορικά με τα ασκούντα ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης ζητήματα και ειδικότερα αναφορικά με την υπαίτια συμπεριφορά του αναιρεσείοντος οδηγού της ως άνω δίκυκλης μοτοσικλέτας και την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ αυτής και της προκλήσεως του ατυχήματος, καθώς και την έλλειψη υπαίτιας συμπεριφοράς του πρώτου αναιρεσιβλήτου, οδηγού του Ι.Χ.Ε.

αυτοκινήτου, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην δεύτερη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία, οι οποίες δεν καθιστούν δυνατό τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής των εφαρμοσθεισών από εκείνο ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, στερώντας έτσι, κατά τούτο, την απόφασή του νόμιμης βάσεως.

Ειδικότερα, το Εφετείο, αν και δέχθηκε κυριαρχικώς ως αποδειχθέν ότι ο αναιρεσείων οδηγός της δίκυκλης μοτοσικλέτας εκινείτο επί του προς Μαρούσι ρεύματος πορείας της οδού ... και είχε την πρόθεση να εισέλθει με δεξιά στροφή επί του προς Μαρούσι ρεύματος πορείας της οδού ..., επί της οποίας και δη επί του προς Ν.

Ψυχικό ρεύματος πορείας της οποίας εκινείτο ο πρώτος αναιρεσίβλητος οδηγός του ΙΧΕ αυτοκινήτου, ο οποίος είχε την πρόθεση να πραγματοποιήσει στροφή προς τα αριστερά και να εισέλθει στο προς Νέο Ψυχικό ρεύμα κυκλοφορίας της κάθετης οδού ..., περίπτωση δηλαδή ρυθμιζόμενη από την διάταξη του άρθρου 23 παρ. 2 του Κ.Ο.Κ., εφόσον οι πορείες των ως άνω οχημάτων ουδόλως διασταυρώνονται, απέδωσε αποκλειστική υπαιτιότητα στον αναιρεσείοντα, με μοναδική παραδοχή ότι δεν παραχώρησε προτεραιότητα στον από δεξιά του κινούμενο πρώτο αναιρεσίβλητο, εφαρμόζοντας την διάταξη του άρθρου 26 παρ. 5 του Κ.Ο.Κ., η οποία δεν τυγχάνει εφαρμογής στην προκειμένη περίπτωση, εφόσον ναι μεν πρόκειται περί ισόπεδου οδικού κόμβου, χωρίς σήμανση, όμως, εφόσον, κατά τα προεκτεθέντα, ο αναιρεσείων είχε την πρόθεση να στρίψει προς τα δεξιά, κινούμενος επί του καθορισθέντος για την κίνησή του τμήματος του ρεύματος πορείας του επί της οδού ..., ενώ ο πρώτος αναιρεσίβλητος είχε την πρόθεση να στρίψει προς τα αριστερά, κινούμενος και αυτός επί καθορισθέντος για την κίνησή του τμήματος του ρεύματος πορείας του επί της οδού ..., δεν είχε υποχρέωση ο πρώτος να παραχωρήσει προτεραιότητα στον δεύτερο, ο οποίος μπορούσε ακωλύτως να πραγματοποιήσει την προς τα αριστερά στροφή ταυτοχρόνως και χωρίς τα δύο οχήματα να έλθουν σε οποιαδήποτε επαφή μεταξύ τους.

Περαιτέρω, διέλαβε στην απόφασή του ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες σε σχέση με το ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα της υπαιτιότητας ή μη του οδηγού της δίκυκλης μοτοσικλέτας - αναιρεσείοντος. Ειδικότερα, δεν διευκρινίζει: α) σε ποιο ακριβώς σημείο εντός της διασταυρώσεως συγκρούστηκαν τα δύο οχήματα, προκειμένου να κριθεί εάν αυτό (σημείο συγκρούσεως) βρισκόταν εντός του ρεύματος πορείας του προτιθεμένου να στρίψει προς τα αριστερά για να εισέλθει στο προς Ν.

Ψυχικό ρεύμα κυκλοφορίας της οδού ... πρώτου αναιρεσιβλήτου ή αντίθετα βρισκόταν εντός του ρεύματος πορείας του προτιθεμένου να στρίψει προς τα δεξιά για να εισέλθει στην οδό ... αναιρεσείοντος, β) ποια ήταν η θέση του οχήματος του πρώτου αναιρεσιβλήτου επί του οδοστρώματος της οδού ... λίγο πριν το σημείο της συγκρούσεως και εάν αυτό είχε ή όχι καταλάβει τμήμα ή και ολόκληρο το ρεύμα πορείας που προοριζόταν για τα οχήματα που εκινούντο αντιθέτως και γ) αν και από ποια απόσταση αυτός είχε αντιληφθεί ή μπορούσε να αντιληφθεί τον αναιρεσείοντα.

Επομένως, είναι βάσιμοι οι πρώτος και δεύτερος λόγοι της αναιρέσεως, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 19 και 1, αντίστοιχα, του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ. και, συνεπώς, πρέπει να γίνουν δεκτοί ως βάσιμοι, παρελκούσης μετά ταύτα της έρευνας των λοιπών αναιρετικών λόγων, οι οποίοι αφορούν στο ίδιο ζήτημα και καλύπτονται από την αναιρετική εμβέλεια των ως άνω λόγων που έγιναν δεκτοί.

Κατ ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους Δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δικ.) και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι, λόγω της ήττας τους, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα του τελευταίου (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.), ο οποίος κατέθεσε προτάσεις, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του κατατεθέντος για την άσκηση της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως παραβόλου στον καταθέσαντα τούτο αναιρεσείοντα, ενόψει της νίκης του (άρθρο 495 παρ. 4 εδ. ε του Κ.Πολ.Δικ., όπως ίσχυε και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα, από 1.1.2016, ένδικα μέσα).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 5769/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκασή της στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.

Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, το ύψος των οποίων καθορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

Και

Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στον καταθέσαντα τούτο αναιρεσείοντα.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1η Δεκεμβρίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Δεκεμβρίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ