Supreme Court allows appeal against appellate court for admitting four witness affidavits when only three are permitted by law.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appeal against the Regional Court of Dodecanese's decision regarding a property eviction lawsuit. The appellate court had admitted four sworn witness affidavits, exceeding the statutory limit of three per party under Article 270 of the Civil Procedure Code. The Court ruled that this procedural error rendered the fourth affidavit inadmissible and the related appeal grounds valid.
Legislator headnote
AI generatedArticles 270 para. 2 and 559 para. 11 of the Civil Procedure Code; The admission of more than three sworn witness affidavits per party constitutes a procedural error requiring the annulment of the judgment and remittal for retrial.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 2065 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2065/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη και Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Μαϊου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. ..., 2...., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αθανάσιο Κόκκινο.
Των αναιρεσιβλήτων: ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Φραράκη και 2. ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε α) με την από 4-1-2002 αγωγή του ήδη 1ου αναιρεσιβλήτου, β) με την από 14-5-2002 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, και γ) με την από 7-1-2004 ανακοίνωση δίκης-προσεπίκληση των ήδη αναιρεσειόντων που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 95/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 323/2006 του Εφετείου Δωδεκανήσου.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 24-1-2007 αίτησή τους κα με τους από 19-11-2007 πρόσθετους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σπυρίδων Μιτσιάλης ανέγνωσε την από 11-3-2008 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου τούτου Αρεοπαγίτη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως ως προς τον δεύτερο αναιρεσίβλητο και την παραδοχή ως προς τον πρώτο αναιρεσίβλητο των πρώτου κύριου και πρόσθετου και τέταρτου, κατά το πρώτο μέρος αυτού, κυρίου λόγου και την απόρριψη των λοιπών λόγων του κυρίου από 24-1-2007 δικογράφου αναίρεσης και του προσθέτου από 19-11-2007 δικογράφου αναίρεσης της 323/2006 απόφασης του Εφετείου Δωδεκανήσου.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων αναιρέσεως, ο πληρεξούσιος του 1ου αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τις εκθέσεις επίδοσης 10.298Δ/2-2-2007 και 13796/23-11-2007 των δικαστικών επιμελητών στο Πρωτοδικείο Αθηνών ... και ..., αντίστοιχα στη δεύτερη από τις οποίες αντίστοιχα στην δεύτερη από τις οποίες προσαρτώνται η από 23-11-2007 απόδειξη παραλαβής από τον αρμόδιο αξιωματικό του αστυνομικού τμήματος ... του δικογράφου που θυροκολλήθηκε και η από 23-11-2007 βεβαίωση περί αποστολής της ταχυδρομικής ειδοποίησης που ορίζει το άρθρο 128 παρ. 4 γ ΚΠολΔ και τις οποίες (εκθέσεις επίδοσης) προσκομίζουν οι αναιρεσείοντες που επισπεύδουν τη συζήτηση της υπό κρίση από 24-1-2007 αίτησης αναίρεσης και των από 19-11-2007 προσθέτων λόγων αναίρεσης, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο αυτών (αίτησης και προσθέτων λόγων αναίρεσης αντίστοιχα), στο τέλος της οποίας (αίτησης αναίρεσης) είναι συνημμένη η πράξη, με την οποία δικάσιμος για τη συζήτηση της ορίστηκε η 19-3-2008, με κλήση προς το δεύτερο αναιρεσίβλητο, για να παραστεί κατά τη συζήτησή τους, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στο δεύτερο αναιρεσίβλητο, Όμως ο τελευταίος δεν εμφανίστηκε κατά την στην αρχή αναφερόμενη δικάσιμο, στην οποία η υπόθεση αναβλήθηκε από τη δικάσιμο της 19-3-2008, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε εκπροσωπήθηκε με δήλωση πληρεξούσιου δικηγόρου τους κατά τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 ΚπολΔ.
Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση, παρά την απουσία του (άρθρα 226 παρ.4 και 576 παρ. 2 εδ. α και γ ίδιου Κώδικα).
ΙΙ. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68, 81, 88, 89 277 αρ. 4, 325, 558 και 577 ΚΠολΔ συνάγεται ότι ο δικονομικός εγγυητής, ο οποίος προσεπικλήθη από τον εναγόμενο, δεν γίνεται διάδικος στην κυρία δίκη και επομένως δεν νομιμοποιείται παθητικώς ώστε να απευθυνθεί κατ' αυτού αίτηση αναιρέσεως κατά της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας που αφορά τον κυρίως ενάγοντα και τον εναγόμενο προσεπικαλούντα, αν δεν παρέμβει στην κυρία δίκη, αλλά περιορισθεί απλώς να αποκρούσει την προσεπίκληση (ΑΠ1961/1986, ΑΠ130/1997). Γι' αυτό η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, καθόσο στρέφεται κατά του δεύτερου αναιρεσίβλητου, ως δικονομικού εγγυητή έναντι των αναιρεσειόντων, ο οποίος παρέστη μεν κατά τη συζήτηση που εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση αλλά δεν άσκησε παρέμβαση στην κυρία δίκη επί της αγωγής περί νομής ακινήτου του πρώτου αναιρεσιβλήτου κατά των αναιρεσειόντων, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη.
ΙΙΙ. Από τη διάταξη του άρθρου 1094 ΑΚ σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 216 παρ.1 α' ΚΠολΔ συνάγεται ότι αναγκαία στοιχεία της διεκδικητικής αγωγής ακινήτου είναι η κυριότης του ενάγοντος επί του διεκδικουμένου ακινήτου και η νομή ή κατοχή του από τον εναγόμενο κατά την άσκηση της αγωγής. Τα στοιχεία αυτά, πλην της νομής ή κατοχής του πράγματος από τον εναγόμενο, απαιτούνται και για την πληρότητα της αναγνωριστικής κυριότητος αγωγής (ΑΠ 1292/2002).
Αν η τέτοια αγωγή θεμελιώνεται σε παράγωγο τρόπο κτήσεως, αρκεί για να είναι ορισμένη η επίκληση από τον ενάγοντα της συμβολαιογραφικής μεταβιβαστικής, ανάμεσα σ' αυτόν και τον άμεσο δικαιοπάροχό του, συμβάσεως και της νόμιμης μεταγραφής της. Αν όμως ο εναγόμενος με τις προτάσεις του της πρωτοβάθμιας συζητήσεως αμφισβητήσει ειδικώς την κυριότητα των δικαιοπαρόχων του ενάγοντος επί του επιδίκου, είναι υποχρεωμένος ο ενάγων, με τις προτάσεις της ίδιας συζητήσεως, να καθορίσει με σαφή έκθεση γεγονότων τον τρόπο κτήσεως κυριότητας από τον άμεσο δικαιοπάροχό του και, αν είναι ανάγκη και των απωτέρων δικαιοπαρόχων του, κατ' επιτρεπτή συμπλήρωση της αγωγής, σύμφωνα με το άρθρο 224 ΚΠολΔ, φθάνοντας μέχρι πρωτοτύπου τρόπου κτήσεως κυριότητας, δυναμένου να αντιταχθεί κατά των τρίτων, όπως είναι η έκτακτη χρησικτησία.
Περαιτέρω, σύμφωνα με τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 974, 1045 και 1051 ΑΚ, με τον πρωτότυπο τρόπο της έκτακτης χρησικτησίας αποκτά την κυριότητα ακινήτου εκείνος που έχει στη νομή του το ακίνητο για μια εικοσαετία (ανεξάρτητα από καλή πίστη και νόμιμο τίτλο), με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή του ακινήτου με καθολική ή ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει το δικό του χρόνο χρησικτησίας στο χρόνο χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου του.
Άσκηση δε νομής επί ακινήτου που οδηγεί στην κτήση της κυριότητάς του με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία αποτελούν οι υλικές και εμφανείς πάνω σ' αυτό πράξεις του ενάγοντος, καθώς και των δικαιοπαρόχων του, όπου απαιτείται, προς συμπλήρωση του χρόνου της χρησικτησίας, που προσιδιάζουν στη φύση και στον προορισμό του και είναι δηλωτικές εξουσίασής του με διάνοια κυρίου, δηλαδή με τη θέληση να το έχουν δικό τους (ΑΠ 641/2006).
Τέτοιες πράξεις νομής αποτελούν, μεταξύ άλλων, η επίβλεψη και η εμφανής στους περιοίκους επίσκεψη του ακινήτου (ΑΠ 567/1980). Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με την από 14-5-2002 ένδικη αγωγή τους, όπως παραδεκτώς περιόρισαν το αίτημα αυτής με σχετική δήλωση της πληρεξουσίας δικηγόρου τους καταχωρισθείσα στα πρακτικά συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, εξέθεταν ότι είναι συγκύριοι κατ' ισομοιρία του περιγραφομένου σ' αυτήν ακινήτου και ότι τη συγκυριότητά τους απέκτησαν με παράγωγο τρόπο και συγκεκριμένα με αγορά από τους κυρίους αυτού ...
και ..., (δεύτερο αναιρεσίβλητο) δυνάμει του ... συμβολαίου της συμβολαιογράφου Καλλιθέας Αττικής Αριστειδούλας Μεταξά, που μεταγράφηκε νόμιμα, ότι στους ανωτέρω δικαιοπαρόχους η κυριότητα του επιδίκου είχε περιέλθει κατά ποσοστό 1/4 και 3/4 εξ αδιαιρέτου, αντίστοιχα, με αγορά από τον τότε κύριο αυτού Κων/νο Γεράκη δυνάμει του ...
συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Ανδρονίκης Πανάγαινα, που μεταγράφηκε νόμιμα, ότι σ' αυτόν (...) το επίδικο περιήλθε το έτος 1944 με άτυπη δωρεά από τους τότε κυρίους του ... και ... και ότι ο εναγόμενος αμφισβητεί την επί του επιδίκου συγκυριότητά τους, γι' αυτό ζήτησαν να αναγνωριστούν συγκύριοι κατ' ισομοιρία του επίδικου ακινήτου.
Ο εναγόμενος και ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος με τις προτάσεις του κατά τη συζήτηση της αγωγής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο αμφισβήτησε την κυριότητα των ως άνω δικαιοπαρόχων των εναγόντων, αμέσων και απωτέρου, γι' αυτό οι αναιρεσείοντες, ενόψει της αμφισβήτησης αυτής, συμπληρώνοντας την αγωγή τους με τις προτάσεις τους στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ισχυρίσθηκαν ότι "οι δικαιοπάροχοί μας ασκούσαν εμφανείς υλικές πράξεις νομής στο επίδικο ακίνητο, επισκεπτόμενοι και επιβλέποντες αυτό, εμβαδομετρώντας αυτό τον Ιούνιο του 1981 με την αρχιτέκτονα μηχανικό ..., στην οποία ανέθεσαν το φθινόπωρο του έτους 1991 τη σύνταξη μελέτης και προϋπολογισμού ανέγερσης ενοικιαζομένων δωματίων, αναθέτοντας σε κτηματομεσίτη την πώληση αυτού το έτος 1999 και δηλώνοντας αυτό εμπρόθεσμα στο Εθνικό Κτηματολόγιο και στο Έντυπο Ε9 της Δ.Ο.Υ.".
Ενόψει της ως άνω ρητής αναφοράς των συγκεκριμένων πράξεων νομής των δικαιοπαρόχων (αμέσων και απώτερου) των αναιρεσιβλήτων για χρονικό διάστημα πέραν της εικοσαετίας (1944-1999) είναι πρόδηλο ότι οι αναιρεσείοντες επικαλέστηκαν ότι οι δικαιοπάροχοί τους είχαν αποκτήσει την κυριότητα επί του επιδίκου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία (συνυπολογίζοντας οι άμεσοι δικαιοπάροχοι τους το δικό τους χρόνο χρησικτησίας στο χρόνο χρησικτησίας του απώτερου δικαιοπαρόχου τους) και ως εκ τούτου η ένδικη αγωγή, με μοναδική βάση την κτήση της κυριότητας επί του επιδίκου με παράγωγο τρόπο, κατέστη, με την ως άνω παραδεκτή συμπλήρωσή τους, πλήρως ορισμένη, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη.
Συνεπώς, η προσβαλλόμενη απόφαση, που απέρριψε την ως άνω αγωγή ως αόριστη, με την αιτιολογία ότι, παρά την αμφισβήτηση εκ μέρους του εναγομένου της κυριότητας των δικαιοπαρόχων των εναγόντων, οι τελευταίοι παρέλειψαν την αναφορά διακατοχικών πράξεων του απώτερου δικαιοπαρόχου τους, υπέπεσε στις πλημμέλειες από τους αριθ. 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αφού παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τις αναφερόμενες στις προτάσεις των αναιρεσειόντων συγκεκριμένες πράξεις νομής του απώτερου δικαιοπαρόχου τους που θεμελίωναν την με έκτακτη χρησικτησία κτήση της κυριότητας επί του επιδίκου τόσον του ιδίου, όσο και των αμέσων δικαιοπαρόχων τους και είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, συγχρόνως δε παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτη, λόγω αοριστίας, την ένδικη αγωγή, γι' αυτό οι πρώτοι, κύριος και πρόσθετος, λόγοι αναίρεσης από τους αριθ. 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (κατ' ορθή υπαγωγή και όχι από τους αριθ. 1 και 19 που επικαλούνται οι αναιρεσείοντες) είναι βάσιμοι.
IV Σύμφωνα με το άρθρο 270 παρ. 2 εδ γ' του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στη διαδικασία ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου κατ' άρθρο 524 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου ή προξένου λαμβάνονται το πολύ τρεις για κάθε πλευρά και μόνο αν έχουν δοθεί ύστερα από κλήτευση του αντιδίκου δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη βεβαίωση και αν πρόκειται να δοθούν στην αλλοδαπή οκτώ τουλάχιστον ημέρες πριν από αυτή.
Εξάλλου, οι ένορκες βεβαιώσεις, που έχουν ληφθεί εξ αφορμής άλλης δίκης, πριν από την άσκηση της αγωγής, και προσκομίζονται με επίκληση κατά τη συζήτησή της, δεν αποτελούν τα ιδιαίτερα αποδεικτικά μέσα, που προβλέπονται από την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 270 παρ. 2 εδ. γ' του ΚΠολΔ, ώστε να απαιτείται ειδική μνεία αυτών στην απόφαση, αλλά αποτελούν απλά έγγραφα που συνεκτιμώνται για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.
Έτσι οι ένορκες αυτές βεβαιώσεις, που δεν έχουν ληφθεί για να χρησιμεύσουν ως αποδεικτικά μέσα σε συγκεκριμένη δίκη αλλά λήφθηκαν πριν από την έναρξη αυτής, δεν απαιτείται να μνημονεύονται ειδικώς στην απόφαση αλλά αρκεί να βεβαιώνεται σ' αυτήν γενικώς ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα, που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι και να μη καταλείπεται αμφιβολία ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και το έγγραφο αυτό της ένορκης βεβαίωσης (ΑΠ 722/2004).
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο περιεχόμενο σ' αυτήν αποδεικτικό πόρισμα, ως προς την ουσιαστική παραδοχή της από 4-1-2002 ένδικης περί αποβολής από τη νομή του επίδικου ακινήτου αγωγής του πρώτου αναιρεσιβλήτου, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε, μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, αφενός μεν τις υπ' αριθ. 1904, 1905, 1906/7-12-2004 και 12792/31-3-2005 ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων ενώπιον των συμβολαιογράφων Σύμης Ευτυχίας Μαυρουδή (οι τρεις πρώτες) και Αθηνών Ελευθερίας Μανίκα (η τέταρτη), οι οποίες δόθηκαν ύστερα από νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση των αναιρεσειόντων κατ' άρθρο 270 παρ. 2 ΚΠολΔ και προσκομίστηκαν με επίκληση από τον πρώτο αναιρεσίβλητο προς απόδειξη της παραπάνω ένδικης αγωγής του, αφετέρου δε και "όλα ανεξαιρέτως τα υπόλοιπα εκατέρωθεν επικαλούμενα και νόμιμα προσκομιζόμενα έγγραφα".
Από την τελευταία αυτή γενική βεβαίωση, σε συνδυασμό με το όλο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, καθίσταται αναμφίβολο ότι, παρόλο που δεν τις μνημονεύει ειδικώς και δεν τις αξιολογεί χωριστά, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε και τις εξειδικευόμενες στο αναιρετήριο υπ' αριθ. 513 και 514/2001 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον της συμβολαιογράφου Ευτυχίας Μαυρουδή, οι οποίες λήφθηκαν πριν από την έναρξη της παρούσας δίκης στα πλαίσια της μεταξύ των ιδίων διαδίκων διεξαχθείσας δίκης περί ασφαλιστικών μέτρων νομής του επίδικου ακινήτου και τις οποίες επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι αναιρεσείοντες, γι' αυτό ο περί του αντιθέτου από τον αριθ. 11 περ.
γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ τέταρτος, κατά το δεύτερο μέρος αυτού, λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος. Όμως, εφόσον έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε τέσσερις ένορκες βεβαιώσεις, οι οποίες είχαν δοθεί κατ' άρθρο 270 παρ. 2 ΚΠολΔ, μολονότι ο ανώτατος επιτρεπόμενος από το άρθρο αυτό αριθμός αυτών είναι τρεις για κάθε πλευρά, υπέπεσε στην από τον αρ.11 περ.
α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια της λήψης υπόψη αποδεικτικού μέσου μη επιτρεπομένου από το νόμο και πρέπει ο σχετικός τέταρτος κατά το πρώτο μέρος αυτού, λόγος αναίρεσης να γίνει δεκτός, ως βάσιμος. V. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί ο πρώτος αναιρεσίβλητος στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων (άρθρα 183, 176 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 24-1-2007 αίτηση αναίρεσης των ... κλπ ως προς το δεύτερο αναιρεσίβλητο.
Αναιρεί την 323/2006 απόφαση του Εφετείου Δωδεκανήσου, ως προς τον πρώτο αναιρεσίβλητο.
Παραπέμπει την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.
Καταδικάζει τον πρώτο αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Ιουνίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Οκτωβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ