Supreme Court dismisses bank's appeal, upholding lower court's finding of arbitrary promotion denial based on superior qualifications.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the Bank of Greece's appeal against a lower court decision regarding an employee promotion dispute. The lower court found the bank's refusal to promote the appellant arbitrary because the bank employee possessed superior qualifications, including better language skills and relevant management experience, while the appellant was sidelined by union duties. The court ruled that the lower court correctly applied the law by identifying the employer's decision as clearly unjustified and thus barred from fulfillment.
Legislator headnote
AI generatedArticles 27 st, 33, 38 of the Bank of Greece Statute; Article 207 para 1 of the Civil Code: An employer's decision denying promotion is arbitrary and thus barred from fulfillment when it exceeds logical limits regarding the employee's performance and qualifications.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2065 / 2006 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 2065/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1΄ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στέφανο Γαβρά, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη, Χρήστο Αλεξόπουλο και Ειρήνη Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Δεκεμβρίου 2006, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεόδωρο Κοντοβαζαινίτη βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 § 2 Κ.Πολ.Δ., ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσίβλητου: .... , ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαράλαμπο Κάπο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-10-1997 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2639/1998 του ίδιου Δικαστηρίου και 6819/2000 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 5-10-2000 αίτησή της.
Εκδόθηκε η 1098/2002 απόφαση του Αρείου Πάγου, που αναίρεσε την παραπάνω εφετειακή απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο.
Εκδόθηκε η 6129/2003 απόφαση, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 19-4-2005 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Καράμπελας, διάβασε την από 21-11-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου ζήτησε την απόρριψή της και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 27 στ΄, 33 και 38 του έχοντος ισχύ νόμου Καταστατικού της Τράπεζας της Ελλάδος (κυρ. ν. 3234/1927) προκύπτει, ότι οι προαγωγές και η υπηρεσιακή εξέλιξη των υπαλλήλων της ρυθμίζονται από τον Οργανισμό εσωτερικής υπηρεσίας και Κανονισμό βαθμολογικής και μισθολογικής τάξεως αυτών, ο οποίος καταρτίζεται από το Γενικό Συμβούλιο της Τράπεζας και έχει, ως εκ τούτου, συμβατική ισχύ.
Οι προαγωγές των υπαλλήλων αυτών τελούν υπό αίρεση, η πλήρωση της οποίας συνίσταται στην απόφαση του Γενικού Συμβουλίου της Τράπεζας για την προαγωγή του υπαλλήλου σε ανώτερο βαθμό (ΑΚ 201). Αν κριθεί από τον εργοδότη ότι ο εργαζόμενος δεν συγκεντρώνει τις συμφωνημένες προϋποθέσεις για την προαγωγική ή μισθολογική του εξέλιξη και η κρίση του αυτή είναι καταφώρως άδικη, η πλήρωση της ανωτέρω αιρέσεως παρακωλύεται εναντίον της καλής πίστεως από μέρους του εργοδότη, οπότε η αίρεση θεωρείται ότι έχει πληρωθεί (ΑΚ 207 παρ. 1).
Καταφώρως άδικη είναι η κρίση του υπόχρεου εργοδότη, όταν υπερβαίνει τα ακραία λογικά όρια μέσα στα οποία μπορεί να κινηθεί ο τελευταίος κατά την εκτίμηση της υπηρεσιακής επιδόσεως και αποδόσεως του υπαλλήλου. Αν στη συγκεκριμένη περίπτωση διαπιστωθεί ότι η μη πλήρωση της αίρεσης είναι αντίθετη στην καλή πίστη με την ανωτέρω έννοια του όρου, η προαγωγή του υπαλλήλου αναγνωρίζεται από το Δικαστήριο και, σύμφωνα με το άρθρο 12 του ν. 1082/1980, μετά την τελεσιδικία της αποφάσεως θεωρείται ότι πργματοποιήθηκε από τότε που έπρεπε να συντελεστεί.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 20 εδ. γ΄ και δ΄ της από 4-8-1982 ΣΣΕ μεταξύ της ΟΤΟΕ και των Τραπεζών, η οποία δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως με τη 1861/1982 απόφαση του Υπουργού Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 601/19-8-1982) και κυρώθηκε με το άρθρο 29 παρ. 2 του ν. 1346/1983, από τότε που άρχισε να ισχύει (1-1-1982), ο χρόνος απόσπασης των συνδικαλιστικών στελεχών, που απαλλάσσονται από την υπηρεσία της Τράπεζας για τη διεκπεραίωση των υποθέσεων των Συλλόγων της δυνάμεως της ΟΤΟΕ, λογίζεται ως ευδόκιμη υπηρεσία.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε τα ακόλουθα: Σύμφωνα με το άρθρο 12 του Οργανισμού εσωτερικής υπηρεσίας και Κανονισμού βαθμολογικής και μισθολογικής τάξεως των υπαλλήλων της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας Τράπεζας της Ελλάδος, η προαγωγή του τμηματάρχη στον βαθμό του εντεταλμένου τμηματάρχη-προϊσταμένου αποφασίζεται κατ' απόλυτη εκλογή και ελεύθερη κρίση του Γενικού Συμβουλίου, μετά από πρόταση του Διοικητή, εφόσον υπάρχει κενή οργανική θέση, ο υπό προαγωγή υπάλληλος έχει συμπληρώσει στον κατεχόμενο βαθμό τρία έτη υπηρεσίας, έχει τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα για την προαγωγή στην ανώτερη θέση και έχει επιδείξει στην άσκηση των καθηκόντων του και την εκτέλεση της υπηρεσίας του εξαιρετική επίδοση, ήθος, ικανότητα και εργατικότητα καθώς και ικανότητα συστηματικού προσδιορισμού και αποτελεσματικού συνδυασμού διαθέσιμων μέσων και προσωπικού, κατά τρόπο αυξητικό του υπηρεσιακού έργου και της παραγωγικότητας των εργαζομένων.
Με την 20/21-12-1990 απόφαση του Γενικού Συμβουλίου της εναγομένης, κατά τροποποίηση της προαναφερόμενης διατάξεως του άρθρου 12 αυτής, για τους κρινόμενους με τον βαθμό του λογιστή και άνω, προβλέφθηκαν και άλλα προσόντα, που αναφέρονται σε βασικές λειτουργίες της Τράπεζας, όπως η ικανότητα διεκπεραιώσεως σύγχρονων τραπεζικών εργασιών, συστηματικής παρακολουθήσεως και διερευνήσεως των εξελίξεων της αγοράς χρήματος, επεξεργασίας μέτρων και ρυθμίσεων που αναφέρονται σε θέματα νομισματικής και πιστωτικής πολιτικής, λειτουργίας και προσαρμογής του πιστωτικού συστήματος, επεξεργασίας στατιστικών στοιχείων, άσκησης ελέγχου εφαρμογής των πιστωτικών και συναλλαγματικών κανόνων και εκπροσώπησης της τράπεζας στο εσωτερικό και στο εξωτερικό, η γνώση της λειτουργίας των τραπεζικών αγορών και των νέων χρηματοπιστωτικών προϊόντων και υπηρεσιών, η γνώση και εμπειρία σε θέματα εποπτείας του πιστωτικού συστήματος και η γνώση και ικανότητα βελτίωσης μεθόδων και διαδικασιών άσκησης αποτελεσματικής διοίκησης.
Εξάλλου, μέχρι το 1984 οι προαγωγές των υπαλλήλων της εναγομένης γίνονταν με βάση αξιολόγηση αυτών, στηριζόμενη και στη βαθμολογία για τα ουσιαστικά τους προσόντα, η οποία κατεχωρείτο στα κατ' έτος συντασσόμενα φύλλα ποιότητας. Από το 1985 μέχρι το 1989 η αξιολόγηση των υπαλλήλων γινόταν με βάση βαθμολογία, που κατεχωρείτο στα κατ' έτος συντασσόμενα φύλλα επίδοσης από πρώτο και δεύτερο κριτή, για τα περιγραφόμενα στα φύλλα επί μέρους προσόντα, με κλίμακα βαθμολογίας 1-5, με άριστα το 1.
Στη συνέχεια με το άρθρο 34 του Γενικού Κανονισμού της Καταστάσεως των υπαλλήλων που τροποποιήθηκε με τις 2/27-2-1987, 20/21-12-1990 και 15/29-8-1991 αποφάσεις του Γενικού Συμβουλίου, εγκρίθηκε η εφαρμογή νέων φύλλων επίδοσης και νέου ειδικού κανονισμού σύνταξής τους, ενώ με απόφαση του 1992 και χωρίς να έχει μεσολαβήσει τροποποίηση του Οργανισμού, η αξιολόγηση γίνεται από γνωμοδοτικές επιτροπές, που συστήνονται κατ' έτος με πράξη του Διοικητή.
Οι επιτροπές αυτές, με βάση τα στοιχεία, που περιγράφονται στο έκτο κεφάλαιο του ειδικού κανονισμού σύνταξης φύλλων επίδοσης, κατατάσσουν όσους συγκεντρώνουν τις προϋποθέσεις για προαγωγή. Οι πίνακες που συντάσσονται περιέχουν τη σειρά αξιολογήσεως, με βάση την αποδιδόμενη από την επιτροπή συνολική και ανέλεγκτη βαθμολογία και παραδίδονται στον Διοικητή που τις εισάγει στο Γενικό Συμβούλιο.
Περαιτέρω, το Εφετείο δέχθηκε και τα εξής: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος, προσλήφθηκε από την εναγομένη στις 21-4-1969, εντάχθηκε στον λογιστικό κλάδο και υπηρέτησε αρχικά στο υποκατάστημα της Θεσσαλονίκης (Διεύθυνση Εξαγωγών), από 8-10-1975 στο Κεντρικό Κατάστημα (Τμήματα Εξωτερικού Συναλλάγματος, Ενέγγυων Πιστώσεων του Δημοσίου, Οργάνωσης και Επιμελητείας της Διεύθυνσης Γενικών Υπηρεσιών) και τη 1-1-1985 προήχθη στον βαθμό του τμηματάρχη.
Ο ενάγων είναι πτυχιούχος της Ανωτάτης Βιομηχανικής Σχολής Πειραιώς και κάτοχος απολυτηρίου της Σχολής Μηχανικών του Εμπορικού Ναυτικού και γνωρίζει καλά την αγγλική γλώσσα, ενώ κατά το έτος 1980 παρακολούθησε επιμορφωτικό σεμινάριο με θέμα "Πρόγραμμα βασικής εκπαίδευσης ΣΥΝΑΛΛΑΓΜΑ". Υπεύθυνα καθήκοντα ανατέθηκαν σ' αυτόν από το 1983, όταν τοποθετήθηκε Προϊστάμενος της Υπηρεσίας στο Τμήμα Επιμελητείας της Διεύθυνσης Γενικών Υπηρεσιών και από το 1990 ασκεί σ' αυτό καθήκοντα Αναπληρωτή - Τμηματάρχη -Προϊσταμένου Τμήματος.
Με την από 7-9-1994 απόφαση του Γενικού Συμβουλίου της εναγομένης, προήχθησαν στον βαθμό του εντεταλμένου τμηματάρχη - προϊσταμένου υπάλληλοι ομοιόβαθμοι του ενάγοντος, ο οποίος παραλείφθηκε. Μεταξύ των προαχθέντων περιλαμβάνεται ο .... , ο οποίος προσλήφθηκε στην εναγομένη στις 17-9-1970, εντάχθηκε στον λογιστικό κλάδο και τη 1-1-1987 προήχθη στον βαθμό του τμηματάρχη.
Είναι πτυχιούχος του Τμήματος Πολιτικών Επιστημών της Παντείου και υπηρέτησε στο υποκατάστημα των Πατρών μέχρι το 1982, όταν, ως εκλεγμένο συνδικαλιστικό στέλεχος, αποσπάστηκε στη Γενική Συνομοσπονδία Εργατών Ελλάδος και γιαυτό δεν έχει βαθμολογηθεί. Από τη συγκριτική αντιπαράθεση των προσόντων τους προκύπτει ότι ο ενάγων υπερτερούσε καταφανώς έναντι του προαχθέντος.
Ειδικότερα υπερείχε αυτού ως προς τη γενική υπηρεσιακή αρχαιότητα κατά ένα έτος και πέντε μήνες, ως προς την αρχαιότητα στον κατεχόμενο βαθμό κατά δύο έτη, ως προς την γνώση ξένης γλώσσας (αφού γνωρίζει καλά την αγγλική γλώσσα, ενώ ο προαχθείς δεν γνωρίζει ξένη γλώσσα) και ως προς την άσκηση υπεύθυνων καθηκόντων, αφού στον ενάγοντα ανατέθηκαν καθήκοντα προϊσταμένου υπηρεσίας από το 1983, ενώ ο προαχθείς δεν άσκησε ποτέ ανάλογα καθήκοντα, γεγονός που εν μέρει οφείλεται στο ότι αυτός από το 1982 έχει αποσπαστεί ως συνδικαλιστικό στέλεχος στη ΓΣΕΕ και γιαυτό άλλωστε δεν έχει βαθμολογηθεί.
Εξάλλου και οι δύο έχουν παρακολουθήσει από ένα σεμινάριο και επομένως είναι ισοδύναμοι ως προς την επιμόρφωση. Τέλος, η συνδικαλιστική δραστηριότητα του προαχθέντος δεν μπορεί να αποτελέσει παράγοντα ανασχετικό της εξελίξεώς του στην υπηρεσιακή ιεραρχία, αλλά και δεν του προσδίδει υπεροχή έναντι του ενάγοντος, αφού δεν συνοδεύεται με αντίστοιχη υπεροχή του ως προς άλλα στοιχεία.
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο έκρινε ότι ήταν καταφανής η υπεροχή του αναιρεσιβλήτου έναντι του προαναφερόμενου συναδέλφου του ως προς τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα και ότι η παράλειψή του και η αντ' αυτού προαγωγή εκείνου κατά τις κρίσεις του έτους 1994 ήταν καταφώρως άδικη, έτσι δε παρακωλύθηκε εναντίον της καλής πίστεως η πλήρωση της αναβλητικής αιρέσεως υπό την οποία τελούσε η προαγωγή του, που πρέπει να θεωρηθεί ότι πληρώθηκε από 1-7-1994.
Με τις κρίσεις του αυτές, το Εφετείο δεν παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 207 παρ. 1 ΑΚ και 20 εδ. γ΄ και δ΄ της από 4-8-1982 ΣΣΕ μεταξύ της ΟΤΟΕ και των Τραπεζών ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου, με έλλειψη αιτιολογίας, άλλως με ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, ως προς το ζήτημα των προσόντων προαναφερόμενων υπαλλήλων, με καταλογισμό στον προαχθέντα υπηρεσιακού μειονεκτήματος, λόγω ελλείψεως φύλλων ποιότητάς του κατά τον χρόνο της απόσπασής του στη ΓΣΕΕ.
Επομένως, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν οι περί του αντιθέτου, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, δύο λόγοι της αναιρέσεως. Ειδικότερα, όσον αφορά το παραπάνω ζήτημα, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, για τη θεμελίωση της κρίσεώς του, δεν έλαβε υπόψη τη βαθμολογία του αναιρεσιβλήτου κατά τα έτη 1987, 1988 και 1989 (έξι 1 και δύο 2 το πρώτο έτος και επτά 1 και ένα 2 κατά τα δύο λοιπά έτη, με άριστα τον αριθμό 1 και κλίμακα από 1 έως 5) και τις ευμενείς παρατηρήσεις των κριτών του στα φύλλα επίδοσης των δυο τελευταίων από τα έτη αυτά - στοιχεία που παραθέτει μόνο διηγηματικώς - αφού από τη σχετική με τη σύγκριση των προσόντων περικοπή της αποφάσεως, συνάγεται ότι περιορίστηκε στην εκτίμηση των προσόντων που εκτέθηκαν εκεί, μεταξύ των οποίων δεν περιλαμβάνεται η βαθμολογία και το περιεχόμενο των φύλλων ποιότητας και δεν καταλόγισε την έλλειψη αυτών για τα έτη 1987, 1988 και 1989 σε βάρος του αντί του αναιρεσιβλήτου προαχθέντος υπαλλήλου.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 19-4-2005 αίτηση της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" για αναίρεση της 6129/2003 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που ορίζει στο ποσό των επτακοσίων εβδομήντα (770) ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 19 Δεκεμβρίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 28 Δεκεμβρίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ