Supreme Court dismisses State's appeal on procedural grounds due to non-appearance of defendants and invalid reliance on non-binding precedent.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against a final first-instance judgment regarding compensation for expropriation. The State argued that the lower court erred in its assessment of liability, but the Court found the appeal inadmissible because the defendants did not appear and the State failed to prove proper service of process. Furthermore, the State's reliance on a specific precedent was rejected as the lower court had not established a binding res judicata on the issue, rendering the State's argument based on a false premise.
Legislator headnote
AI generatedArticles 576, 577, 260 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court must verify proper service of absent defendants before proceeding, and an appeal based on a precedent that the lower court did not treat as binding res judicata is inadmissible due to reliance on a false premise.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 2064 / 2025 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2064/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Κουφούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Κορνηλία Πανούτσου και Μαρία Τατσέλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Ιανουαρίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Ι. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομικών, που εδρεύει στην Αθήνα, και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Σωτηρία Κοσμά, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσιβλήτων:1) Β. συζ. Ι. Κ., το γένος Φ. Π., κατοίκου ..., 2)Σ. χήρας Α. Π., το γένος Ε. Κ., κατοίκου ομοίως ως άνω, 3)Ξ. συζ. Π. Π., το γένος Ε. Κ., κατοίκου ομοίως ως άνω, 4)Ι. Γ. ή Γ. του Α., κατοίκου ομοίως ως άνω, 5)Γ. Γ. του Α., κατοίκου ..., 6)Ι. Γ. του Γ., κατοίκου ομοίως ως άνω, 7)Σ. Γ. του Γ., κατοίκου ομοίως ως άνω, 8)Χ. Γ. του Γ., κατοίκου ..., και 9)Κ. συζ. Ν. Β., το γένος Γ. Γ., κατοίκου ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-10-2013 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος κατά της 36699/2013 διαταγής πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείου Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 992/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 6552/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με την από 25-11-2021 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.- Από τις διατάξεις των άρθρων 576 παρ.1-3 και 577 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αιτήσεως για αναίρεση κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι.
Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικος ή ο ομόδικός του, τότε ερευνάται αν ο διάδικος, που δεν εμφανίστηκε ή αν και εμφανίστηκε δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται προς συζήτηση με νέα κλήτευση.
Αν όμως κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΟλΑΠ 14/2015, ΑΠ 1351/2023). Ακόμη, κατά τις διατάξεις του άρθρου 260 παρ. 4 του ΚΠολΔ, όπως η παρ. 4 προστέθηκε και το άρθρο 260 διαμορφώθηκε και ισχύει από 1ης.01.2022 σύμφωνα με τα άρθρα 16 και 120 του ν. 4842/2021 [που εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς υποθέσεις σύμφωνα με την παρ. 1β του άρθρου 116 του ιδίου νόμου {4842/2021}, όπως η τελευταία παράγραφος διορθώθηκε με το άρθρο 65 παρ. 1 του ν. 4871/2021 (ΦΕΚ Α' 246/10.12.2021)], "...4.
Όταν οι υποθέσεις που είναι γραμμένες στο πινάκιο δεν εισάγονται προς συζήτηση συνεπεία λόγων ανώτερης βίας ορίζεται αυτεπαγγέλτως, με πράξη του διευθύνοντος το δικαστήριο, ημέρα και ώρα συζήτησης στο ακροατήριο σε σύντομη κατά το δυνατόν δικάσιμο. Η εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο, το οποίο μπορεί να τηρείται και ηλεκτρονικά, γίνεται με πρωτοβουλία του γραμματέα και ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.
Με πρωτοβουλία του γραμματέα μπορεί να γνωστοποιείται η νέα δικάσιμος με αποστολή ηλεκτρονικού μηνύματος στη διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου των διαδίκων ή με ανάρτηση στην πύλη ψηφιακών υπηρεσιών δικαστηρίων ... για όσα δικαστήρια και διαδικασίες έχουν ενταχθεί στο εν λόγω σύστημα".
2.- Στην προκειμένη περίπτωση, από την υπ' αριθμ. ....2022 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Φ. Κ., η οποία υπάρχει στο φάκελο της δικογραφίας, προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο του κατατεθέντος δικογράφου της υπό κρίσιν, από 25.11.2021 και καταχωρηθείσας στο Εφετείο Αθηνών με αριθμό καταθέσεως 9288/1145/25.11.20212, αιτήσεως αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμόν 6552/2019 τελεσίδικης αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την κάτω από αυτήν πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου περί ορισμού του Α-2 Τμήματος ως αρμοδίου για την εκδίκασή της και πράξη του Προέδρου του Α-2 Τμήματος περί ορισμού:
α) δικασίμου της αιτήσεως για την αρχικώς ορισθείσα (κατά το άρθρο 568 παρ. 2 του ΚΠολΔ) δικάσιμο της 09ης.10.2023, οπότε η συζήτηση αυτής ματαιώθηκε λόγω της διενέργειας των Αυτοδιοικητικών εκλογών της 8ης.10.2023 και των επαναληπτικών της 15ης.10.2023 δυνάμει του υπ' αριθμ. πρωτοκ. 46339 οικ./22.09.2023 εγγράφου του Υπουργείου Δικαιοσύνης και β) προθεσμίας κοινοποιήσεως αυτής εξήντα (60) ημέρες πριν από τη δικάσιμο μαζί με κλήση του αναιρεσείοντος προς τους αναιρεσιβλήτους για να παραστούν στην άνω ορισθείσα δικάσιμο, επιδόθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως στον πληρεξούσιο δικηγόρο των τελευταίων, ως εκ του νόμου αντικλήτου αυτών, κατά το άρθρο 143 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 184/2021, ΑΠ 151/2021).
Ακολούθως, ο Πρόεδρος του Α2 Πολιτικού Τμήματος, έχοντας υπόψη το άρθρο 260 παρ. 4 του ΚΠολΔ (όπως ήδη ισχύει) και το υπ' αριθμόν πρωτοκ. 46339 οικ./22.09.2023 έγγραφο του Υπουργείου Δικαιοσύνης "για αναστολή λειτουργίας των δικαστηρίων και εισαγγελιών της χώρας ενόψει των Αυτοδιοικητικών εκλογών της 8ης.10.2023 και των επαναληπτικών της 15ης.10.2023", με τη σχετική από 10.10.2023 Πράξη του όρισε αυτεπαγγέλτως (οίκοθεν) ως νέα δικάσιμο για τη συζήτηση στο ακροατήριο της υποθέσεως την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας (20.01.2025, ώρα 09:30).
Παράλληλα, με πρωτοβουλία της Γραμματέως η υπόθεση ενεγράφη στο πινάκιο με αριθμό 37, ενώ, προς ενημέρωση των διαδίκων και πάντως όχι επί ποινή ακυρότητας, η ημερομηνία και ώρα της νέας δικασίμου γνωστοποιήθηκε με ανάρτησή της στην πύλη ψηφιακών υπηρεσιών δικαστηρίων ..., στο site του Αρείου Πάγου ..., στη διαδικτυακή πύλη της Ολομέλειας των Δικηγορικών Συλλόγων ..., αλλά και στην Κεντρική Υπηρεσία του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, ενόψει του ότι πρόκειται για υπόθεση με διάδικο το Ελληνικό Δημόσιο.
Από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημοσίας συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου προκύπτει ότι οι αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίσθηκαν στο ακροατήριο και δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο κατά την ως άνω νέα δικάσιμο, κατά την οποία συζητήθηκε η υπόθεση με την εκφώνησή της από τη σειρά του οικείου πινακίου, ούτε και κατέθεσαν την σχετική έγγραφη δήλωση περί μη παραστάσεως κατά την εκφώνησή της, σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ.
Επομένως, αφού οι αναιρεσίβλητοι κλητεύθηκαν νομίμως και εμπροθέσμως και δεν εμφανίσθηκαν στη δικάσιμο αυτή, ενόψει του ότι η οίκοθεν αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων, θα πρέπει το Δικαστήριο, παρά την απουσία τους, αφού δεν ήταν αναγκαία νέα κλήτευσή τους κατά τη σημερινή δικάσιμο, να προχωρήσει στη συζήτηση της υποθέσεως σαν να ήταν και αυτοί παρόντες (άρθρο 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ).
3.- Με την υπό κρίσιν αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσα, υπ' αριθμ. 6552/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο δέχθηκε τυπικά, πλην απέρριψε κατ' ουσίαν την από 04.09.2015 έφεση του ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου κατά της υπ' αριθμόν 992/2015 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την τελευταία απόφαση είχε απορριφθεί κατ' ουσίαν η από 21.10.2013 ανακοπή του αναιρεσείοντος κατά των καθ' ων, ήδη αναιρεσιβλήτων, με αίτημα την ακύρωση της υπ' αριθμόν 36699/2013 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία είχε εκδοθεί εις βάρος του κατόπιν αιτήσεως των αναιρεσιβλήτων και το υποχρέωσε, με βάση τις αναφερόμενες δικαστικές αποφάσεις, να καταβάλει σε καθέναν από αυτούς την αποζημίωση συνολικού ποσού 2.682.388 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων, που είχε καθορισθεί για την αναγκαστική απαλλοτρίωση ακινήτων τους.
4.- Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 του ΚΠολΔ), εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ.3 ΚΠολΔ, δοθέντος ότι δεν προκύπτει επίδοση της προσβαλλόμενης αποφάσεως (ΟλΑΠ 12/2018) και από την επομένη της δημοσιεύσεώς της στις 26.11.2019, οπότε άρχισε να τρέχει η ως άνω προθεσμία των δύο ετών, μέχρι την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως στις 25.11.2021 δεν είχε συμπληρωθεί η διετία. Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο του λόγου της (άρθρο 577 παρ. 1, 3 του ΚΠολΔ).
5.- Από τις διατάξεις των άρθρων 623, 624 παρ. 1, 628 παρ. 1 εδ. α', 629 και 630 του ΚΠολΔ, κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 624 έως 634 ΚΠολΔ, μπορεί, μετά από αίτηση του δανειστή, να εκδοθεί διαταγή πληρωμής για χρηματικές απαιτήσεις ή απαιτήσεις χρεογράφων εφόσον η απαίτηση αποδεικνύεται με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο, δεν εξαρτάται από αίρεση, προθεσμία, όρο ή αντιπαροχή και το ποσό που οφείλεται είναι ορισμένο. Συγκεκριμένα, από τα έγγραφα αυτά ή από το συνδυασμό τους πρέπει να προκύπτουν το οφειλόμενο ποσό, το ύψος της σχετικής αξιώσεως, το ληξιπρόθεσμο αυτής, η αιτία της οφειλής, καθώς και τα πρόσωπα του δανειστή και του οφειλέτη (ΑΠ 742/2018, ΑΠ 1831/2012).
Περαιτέρω, στις διατάξεις του άρθρου 186 του ν. 3852/2010 με τίτλο "Αρμοδιότητες Περιφερειών" ορίζεται ότι: "Ι...,
ΙΙ. Οι Αρμοδιότητες των περιφερειών, αφορούν τους τομείς: Α. .... ΣΤ. Έργων - Χωροταξίας - Περιβάλλοντος, στους οποίους περιλαμβάνονται, ιδίως: 1. Η κατασκευή, η συντήρηση και ανακαίνιση των οδών, που η συντήρησή τους ανήκε στην αρμοδιότητα της Κρατικής Περιφέρειας και των αντίστοιχων πρώην Νομαρχιακών Αυτοδιοικήσεων. ... 14.
Η ευθύνη τήρησης και παρακολούθησης της διαδικασίας κήρυξης αναγκαστικής απαλλοτρίωσης για εκτέλεση δημοσίων έργων αρμοδιότητας περιφέρειας. ..... III. Οι Αρμοδιότητες των περιφερειών ασκούνται από 1.1.2011, εκτός εκείνων του τομέα Α` (Προγραμματισμού - Ανάπτυξης) υπ` αριθμούς 1 έως και 31, του υποτομέα Διαχείρισης Υδάτων, ο οποίος περιλαμβάνεται στον τομέα Γ` (Φυσικών πόρων - Ενέργειας - Βιομηχανίας) και του τομέα ΣΤ` (Έργων - Χωροταξίας - Περιβάλλοντος) υπ` αριθμούς 1 έως 12 του παρόντος άρθρου, οι οποίες ασκούνται από την 1.7.2011".
Στο άρθρο 282 του ιδίου νόμου με τίτλο "Γενικές Μεταβατικές διατάξεις" ορίζεται ότι: 1.α.... β. Για τις αρμοδιότητες των κρατικών περιφερειών οι οποίες μεταβιβάζονται στις περιφέρειες του παρόντος νόμου και των οποίων η άσκηση, από τις ειδικές διατάξεις που τις διέπουν, ορίζουν, ως αρμόδιο όργανο το Γενικό Γραμματέα της κρατικής περιφέρειας, από την έναρξη ασκήσεως καθηκόντων των νέων αιρετών οργάνων νοείται ο περιφερειάρχης".
Ακόμη, στο άρθρο 283 του αυτού νόμου με τίτλο "Τελικές Ρυθμίσεις" ορίζεται ότι : "1...., 2 ... Οι δήμοι και οι περιφέρειες υπεισέρχονται αυτοδικαίως σε πάσης φύσεως υποχρεώσεις και δικαιώματα, εξαιρουμένων των εμπραγμάτων, που βάσει διατάξεων νόμων και κανονιστικών πράξεων συνδέονται με Αρμοδιότητες που μεταφέρονται σε αυτούς.
Όταν οι υποχρεώσεις, που προέρχονται από τη μεταφορά αρμοδιοτήτων αφορούν στην πληρωμή δαπανών, οι δήμοι και οι περιφέρειες είναι υπόχρεοι για την καταβολή τους στην περίπτωση που δεν έχει εκδοθεί το προβλεπόμενο από τον Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων σχετικό παραστατικό από τους δικαιούχους ή δεν έχει εκδοθεί τελεσίδικη δικαστική απόφαση μέχρι 31.12.2010 για τους δήμους ή 30.6.2011 για τις περιφέρειες".
Εξάλλου, με το άρθρο 33 του ν. 3164/2003 (ΦΕΚ Α' 176/02.07.2003) ολοκληρώθηκε "ο Περιφερειακός Σχεδιασμός Διαχείρισης στερεών αποβλήτων της Περιφέρειας Αττικής με την έγκριση ως κατάλληλων, θέσεων για εγκαταστάσεις ολοκληρωμένης διαχείρισης αποβλήτων, σύμφωνα με τους όρους και τα κριτήρια καταλληλόλητας που προβλέπονται από τις διατάξεις της υπ' αριθ. 114218/1997 κοινής υπουργικής απόφασης (ΦΕΚ 1016 Β'), ως εξής:
Α....., Β....., Γ. Δυτική Αττική: α) θέση "Σκαλιστήρι" Φυλής Α. Λιοσίων", (παράγραφος 1), ενώ στην παρ. 7 του ιδίου άρθρου ορίζεται ότι: "Τα έργα και οι εγκαταστάσεις διαχείρισης και διάθεσης αποβλήτων θεωρούνται, για κάθε έννομη συνέπεια, έργα υποδομής ιδιαίτερης σημασίας. Επιτρέπεται η αναγκαστική απαλλοτρίωση ακινήτων ή η σύσταση επ' αυτών εμπραγμάτων δικαιωμάτων για την εκτέλεση των έργων και των εγκαταστάσεων του προηγούμενου εδαφίου.
Ο σκοπός των αναγκαστικών απαλλοτριώσεων θεωρείται δημόσιας ωφέλειας, χαρακτηρίζονται κατεπείγουσες και μείζονος σημασίας και κηρύσσονται με απόφαση του γενικού γραμματέα Περιφέρειας υπέρ του φορέα διαχείρισης αποβλήτων ή υπέρ του Δημοσίου και με δαπάνη του υπέρ ου η απαλλοτρίωση ή άλλου προσώπου που αναφέρεται στην πράξη κήρυξης...".
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δε συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σε αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της αποφάσεως (ΟλΑΠ 6/2022, ΟλΑΠ 4/2021, ΑΠ 312/2023, ΑΠ 55/2023).
Στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η άνω παραβίαση κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στον νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση. Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του, ή δεν εφάρμοσε το νόμο αν και τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 7/2006).
Στην τελευταία περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, αποκλειστικώς και μόνο, με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005, ΟλΑΠ 27/1998). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.
Η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως και όταν έχει αιτιολογίες ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 6/2006, ΟλΑΠ 1/1999).
Ανεπάρκεια αιτιολογίας, κατά την έννοια της άνω διατάξεως, υπάρχει όταν τα εκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της απαγγελθείσας έννομης συνέπειας ή την άρνησή της (ΟλΑΠ 15/2006).
Δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα. Δηλαδή, δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας όταν στην απόφαση περιέχεται συνοπτική, αλλά πλήρης αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς σε αυτήν (απόφαση) είναι μόνον το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 6/2020, ΟλΑΠ 1/2020, ΟλΑΠ 6/2019, ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 15/2006).
6.- Από την παραδεκτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, προκύπτει ότι με την ανακοπή του το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο ζήτησε την ακύρωση της υπ' αριθμ. 36699/2013 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία διατάχθηκε να καταβάλει σε κάθε έναν από τους αναιρεσίβλητους τα αναφερόμενα ποσά ως αποζημίωση από αναγκαστική απαλλοτρίωση με βάση την υπ' αριθμόν 273/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών περί καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημιώσεως απαλλοτριωμένων ακινήτων τους και την υπ' αριθμόν 371/2010 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την οποία οι τελευταίοι αναγνωρίστηκαν δικαιούχοι της αποζημιώσεως.
Με το δεύτερο λόγο της ανακοπής του κατά της εις βάρος του εκδοθείσας διαταγής πληρωμής το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο προέβαλε τον ισχυρισμό ότι δεν είναι υπόχρεο προς πληρωμή των διαγνωσθέντων με την ένδικη διαταγή πληρωμής οφειλόμενων αποζημιωτικών ποσών στους αναιρεσιβλήτους, ισχυριζόμενο ειδικότερα ότι υπόχρεη για την πληρωμή των απαλλοτριώσεων για το αναφερόμενο έργο "κατασκευή Α' φάσης 2ου Χώρου Υγειονομικής Ταφής Αποβλήτων (ΧΥΤΑ) Δυτικής Αττικής", στη θέση "Σκαλιστήρι" της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου Φυλής Αττικής, που κηρύχθηκε για λόγους δημόσιας ωφέλειας, είναι μόνον η Περιφέρεια Αττικής, στο πρόγραμμα εκτελέσεων έργων της οποίας έχουν ενταχθεί οι σχετικές πιστώσεις για τα έτη 2011 και 2012 αντιστοίχως.
Τον ισχυρισμό αυτό, μετά την απόρριψή του κατ' ουσίαν από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, τον επανέφερε νομίμως το αναιρεσείον ενώπιον του Εφετείου με το σχετικό δεύτερο λόγο της εφέσεώς του. Από την παραδεκτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσίαν το δεύτερο λόγο της ανακοπής, καθώς και τον αντίστοιχο με αυτόν δεύτερο λόγο της εφέσεως του αναιρεσείοντος, με τις ακόλουθες -ως προς το ζήτημα του υποχρέου καταβολής της αποζημιώσεως- ουσιαστικές παραδοχές: "Με την υπ' αριθ. 5364/27.2.2008 απόφαση του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας Αττικής, όπως αυτή διορθώθηκε με την υπ' αριθ. 30511/36455/31.12.2008 απόφαση του ίδιου οργάνου και αμφότερες οι αποφάσεις δημοσιεύτηκαν νόμιμα (ΦΕΚ Τ.Α.ΑΠ.
αρ. 91/5.3.2008 και αρ. 12/12.1. 2009) και μεταγράφηκαν στα βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Αχαρνών (τ. 944, α.α. 281), κηρύχθηκε αναγκαστική απαλλοτρίωση για λόγους δημόσιας ωφέλειας και ειδικότερα για την κατασκευή "Α' Φάση 2ου Χώρου Υγειονομικής Ταφής Αποβλήτων Δυτικής Αττικής", έκτασης εμβαδού 962.809,88 τμ, στη θέση "Σκαλιστήρι ή Καλλιστήρι" και "Ομπόρες" της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου Φυλής Αττικής.
Η απαλλοτρίωση κηρύχθηκε υπέρ του Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία Ενιαίος Σύνδεσμος Δήμων και Κοινοτήτων του Νομού Αττικής, με δαπάνη που προβλέπεται στην απόφαση χρηματοδότησης του έργου από το Ταμείο Συνοχής της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατά 75% και Εθνική Συμμετοχή κατά 25%. Μεταξύ των ακινήτων, τα οποία περιλαμβάνονται στην απαλλοτριούμενη έκταση, είναι και τα ακίνητα με κωδικούς αριθμούς Α031, Α034, Α035, Α036 και Α037 των καθ' ων η ανακοπή - εφεσιβλήτων.
Με την 371/2010 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών καθορίστηκε η προσωρινή τιμή μονάδας αποζημίωσης, στο ποσό των 200 ευρώ ανά τ.μ. και οι εφεσίβλητοι αναγνωρίστηκαν, μεταξύ άλλων, δικαιούχοι της καθορισθείσας αποζημίωσης, για τις απαλλοτριωθείσες ιδιοκτησίες τους, ενώ με την 273/2013 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου καθορίστηκε η οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης στο ποσό των 140 ευρώ ανά τ.μ.
Κατόπιν αιτήσεως των εφεσιβλήτων εκδόθηκε η υπ' αριθ. 36699/2013 προσβαλλόμενη με την ένδικη ανακοπή του Ελληνικού Δημοσίου (εκκαλούντος) διαταγή πληρωμής της Δικαστού του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δυνάμει της οποίας το εκκαλούν υποχρεώθηκε να καταβάλει στους εφεσίβλητους, ως δικαιούχους αποζημίωσης, το συνολικό ποσό των 2.682.388 ευρώ, κατά τις αναφερόμενες στη Διαταγή Πληρωμής επί μέρους διακρίσεις του ποσού αυτού σε κάθε ένα εξ αυτών, πλέον τόκων και εξόδων...
Περαιτέρω, με βάση όσα ήδη προεκτέθηκαν η επίδικη απαλλοτρίωση κηρύχθηκε υπέρ του Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία Ενιαίος Σύνδεσμος Δήμων και Κοινοτήτων του Νομού Αττικής, με δαπάνη που προβλέπεται στην απόφαση χρηματοδότησης του έργου από το Ταμείο Συνοχής της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατά 75% και Εθνική Συμμετοχή κατά 25% (ΦΕΚ Τ.Α.ΑΠ. 91/2008).
Κατόπιν της από 7.9.2010 (αρ. ΒΑΒ.570/8.9.2010) αίτησης του Ελληνικού Δημοσίου κατά των καθ' ων η αίτηση, περί καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημιώσεως επί απαλλοτριωθέντων ακινήτων του Δήμου Φυλής Αττικής, που κατατέθηκε ενώπιον του Εφετείου Αθηνών, στην άσκηση της οποίας νομιμοποιούνταν ως υπόχρεο καταβολής αποζημίωσης το ανακόπτον και ήδη εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο και μετά από συνεκδίκαση αυτής με άλλες αιτήσεις δικαιούχων της αποζημίωσης, μεταξύ των οποίων και η από 10.7.2010 (αριθ.ΒΑΒ.454/15.7.2010) αίτηση των εφεσιβλήτων, εκδόθηκε η 273/2013 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία κρίθηκε ότι υπόχρεο για την καταβολή των ανάλογων αποζημιώσεων είναι το εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο, στο οποίο επιβλήθηκαν και τα έξοδα των δικαιούχων, ενώ η αίτηση των νυν εφεσιβλήτων απορρίφθηκε έναντι του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας, για το λόγο ότι ως όργανο του Ελληνικού Δημοσίου, δεν έχει αυτοτελή και ανεξάρτητη από αυτό ικανότητα να είναι, με την εν λόγω ιδιότητα, φορέας ιδίων δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, ούτε συνεπώς και ιδιαίτερη ικανότητα να είναι διάδικος.
Η απόφαση αυτή κατέστη αμετάκλητη με την έκδοση της 2126/2014 απόφασης του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου, που απέρριψε αίτηση αναίρεσης του νυν εκκαλούντος Ελληνικού Δημοσίου. Πρέπει να σημειωθεί ότι το εκκαλούν στην αίτηση αναίρεσής του, δεν περιέλαβε ειδικό λόγο αναίρεσης κατά των διατάξεων και κρίσεων της προαναφερόμενης 273/2013 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Άλλωστε, ούτε κατά τη σχετική δίκη της αναγνώρισης δικαιούχων κατόπιν αίτησης των εφεσιβλήτων κατά του εκκαλούντος, επί της οποίας εκδόθηκε η 371/2010 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία κρίθηκε ότι υπόχρεο της καταβολής των αποζημιώσεων είναι το εκκαλούν, στο οποίο επέβαλε και τα δικαστικά έξοδα των νυν εφεσιβλήτων, το Ελληνικό Δημόσιο δεν αμφισβήτησε την ιδιότητά του ως υπόχρεου για την καταβολή των αποζημιώσεων.
Τα παραπάνω δεν αναιρούνται από τα προσκομιζόμενα από το τελευταίο έγγραφα, από τα οποία δεν αποδεικνύεται ότι οι πιστώσεις για τα έργα της Περιφέρειας Αττικής, μεταξύ των οποίων η κατασκευή Α' Φάσης 2ου Χ.Υ.Τ.Α. Δυτικής Αττικής, συνολικού προϋπολογισμού 78.745.741,63 ευρώ, τα οποία εντάχθηκαν στο Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων των ετών 2011 και 2012, πέραν του κόστους των έργων, περιλαμβάνουν και το κόστος των αποζημιώσεων από τις απαλλοτριώσεις ακινήτων, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται το εκκαλούν, αντιθέτως ενισχύονται από το γεγονός της έκδοσης υπό του εκκαλούντος δια του Υφυπουργού Οικονομίας και Ανάπτυξης της υπ' αριθ. ....2018 απόφασης (αριθ.
Πρωτοκόλλου 139802), με την οποία εντέλει την ΤτΕ να εκτελέσει πληρωμές ποσών μέχρι 7.254.107,40 ευρώ για την πληρωμή των αποζημιώσεων από τις απαλλοτριώσεις ακινήτων για το επίμαχο έργο (Κατασκευή Α' Φάσης 2ου Χώρου Υγειονομικής Ταφής Αποβλήτων Δυτικής Αττικής, στη θέση "Σκαλιστήρι του Δήμου Φυλής). Κατόπιν των ανωτέρω, αφού το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έκρινε ότι το ανακόπτον και ήδη εφεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο τυγχάνει μόνο υπόχρεο για την καταβολή των οφειλόμενων αποζημιώσεων στους εφεσίβλητους, δεν έσφαλε περί την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, ούτε εκτίμησε εσφαλμένα τις αποδείξεις και επομένως ο δεύτερος λόγος της ένδικης έφεσης, είναι αβάσιμος".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσίαν το δεύτερο λόγο της ανακοπής και τον αντίστοιχο με αυτόν δεύτερο λόγο εφέσεως του αναιρεσείοντος, επικυρώνοντας έτσι την ομοίως κρίνασα απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο ως προς το ουσιώδες ζήτημα του υπόχρεου καταβολής της αποζημιώσεως των αναιρεσιβλήτων, δεν παραβίασε ευθέως, δια εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής, τον ουσιαστικού κανόνα δικαίου της διατάξεως του άρθρου 33 παρ. 7 του ν. 3164/2003, η οποία ήταν εφαρμοστέα στην προκειμένη περίπτωση, και ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη αυτή, στο πραγματικό της οποίας υπήγαγε τα ως άνω πραγματικά περιστατικά, για τα οποία έκρινε ότι αποδείχθηκαν και τα οποία δικαιολογούσαν την απόρριψη του δευτέρου λόγου της ανακοπής και του αντίστοιχου δευτέρου λόγου της εφέσεως του αναιρεσείοντος, δεχόμενο ορθώς ότι υπόχρεο προς καταβολή της οφειλόμενης αποζημιώσεως στους αναιρεσιβλήτους από την απαλλοτρίωση των ακινήτων τους είναι το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο, κατά τις ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης, ήταν διάδικος τόσο στη δίκη περί καθορισμού της οριστικής τιμής μονάδος αποζημιώσεως όσο και στη δίκη περί αναγνωρίσεως δικαιούχων, δοθέντος μάλιστα ότι το τελευταίο, το οποίο συμμετείχε ενεργά ως διάδικος με τις σχετικές αιτήσεις του στις δίκες αυτές χωρίς έως σήμερα να αμφισβητήσει ότι νομιμοποιείται παθητικώς στην καταβολή των οφειλόμενων αποζημιώσεων, είναι το μόνο υπόχρεο προς καταβολή (τουλάχιστον μέρους) της αποζημιώσεως προς τους δικαιούχους μεταξύ των οποίων είναι και οι αναιρεσίβλητοι, όπως τούτο σαφώς προκύπτει από τη μνημονευόμενη -υπ' αριθμόν ....2008- απόφαση του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας Αττικής περί κηρύξεως της ένδικης απαλλοτριώσεως.
Ειδικότερα, αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι η ένδικη απαλλοτρίωση κηρύχθηκε υπέρ του νπδδ με την επωνυμία Ενιαίος Σύνδεσμος Δήμων και Κοινοτήτων του Νομού Αττικής με δαπάνη που προβλέπεται στην απόφαση χρηματοδοτήσεως του έργου από το Ταμείο Συνοχής της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατά ποσοστό 75% και με Εθνική Συμμετοχή κατά 25%.
Παρέπεται της παραδοχής αυτής ότι το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο έχει υποχρέωση να καταβάλει όχι μόνο το 25%, αλλά και το 75% της αποζημιώσεως σε περίπτωση καθυστερήσεως ή/και αρνήσεως του Ταμείου Συνοχής της Ευρωπαϊκής Ένωσης να καταβάλει το ως άνω ποσοστό. Για τούτο, άλλωστε, όπως ορθώς έκρινε το Εφετείο, το αναιρεσείον, εξέδωσε, δια του Υφυπουργού Οικονομίας και Ανάπτυξης, τη σχετική -υπ' αριθμόν ....2018- απόφαση (της Διευθύνσεως Δημοσίων Επενδύσεων), με την οποία, όπως σαφώς αναγράφεται σε αυτήν, "εγκρίνεται η ένταξη/τροποποίηση στο Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων (ΠΔΕ) 2018 στη ΣΑΕΠ 085 των έργων με τα αντίστοιχα οικονομικά τους στοιχεία, όπως περιγράφονται στον "πίνακα" της απόφασης αυτής", μεταξύ των οποίων είναι σύμφωνα με τον "πίνακα" και η ένταξη του έργου για το οποίο κηρύχθηκε η ένδικη απαλλοτρίωση στη χρηματοδότηση από το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων και η Τράπεζα της Ελλάδος, στην οποία κοινοποιήθηκε η απόφαση αυτή, εντέλλεται να εκτελέσει τις πληρωμές ποσών μέχρι 7.254.07,40 ευρώ, εγκρίνοντας έτσι το αναιρεσείον, δια του ως άνω Υφυπουργού, την εκταμίευση των οφειλόμενων ποσών που εγκρίθηκαν και πιστώθηκαν με την άνω απόφαση για όσους αναγνωρίσθηκαν ως δικαιούχοι της αποζημιώσεως από την απαλλοτρίωση των ακινήτων τους, μεταξύ των οποίων είναι και οι αναιρεσίβλητοι.
Ας σημειωθεί ότι οι συνολικές απαιτήσεις των τελευταίων έχουν ήδη εξοφληθεί από την Τράπεζα της Ελλάδος και εκ τούτου η ένδικη απαλλοτρίωση έχει ήδη συντελεσθεί με δαπάνες του αναιρεσείοντος και δη του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων.
Περαιτέρω, το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε τις επικαλούμενες διατάξεις των άρθρων 186 παρ. ΙΙ, 282 (και 283 παρ. 2) του ν. 3852/2010, αλλά και εκείνες των άρθρων 190 παρ 1 και 192 του νόμου αυτού (για την Περιφέρεια και τον Περιφερειάρχη), οι οποίες δεν ήταν εφαρμοστέες στην προκειμένη περίπτωση, δοθέντος ότι κατά το χρόνο κηρύξεως της ένδικης απαλλοτριώσεως, ήτοι στις 05.03.2008, οπότε δημοσιεύθηκε στο οικείο ΦΕΚ η υπ' αριθμ. 5364/27.2.2008 απόφαση του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας Αττικής (όπως αυτή διορθώθηκε με την υπ' αριθμόν 30511/36455/31.12.2008 απόφαση του ιδίου οργάνου και οι αποφάσεις αυτές δημοσιεύτηκαν νόμιμα (ΦΕΚ Τ.Α.ΑΠ.
αρ. 91/5.3.2008 και αρ. 12/12.1.2009, αντίστοιχα), δεν ίσχυε ο προαναφερθείς νόμος 3852/2010 ούτε και οι επικαλούμενες ως άνω διατάξεις του τυγχάνουν εφαρμογής επί της ένδικης απαλλοτριώσεως. Από τις παραπάνω ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα προκύπτει ότι έχει την απαιτούμενη αιτιολογία ως προς το ουσιώδες ζήτημα του υπόχρεου καταβολής της αποζημιώσεως στους δικαιούχους αναιρεσιβλήτους, διότι καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη παραδοχή, το πραγματικό της εφαρμοστέας εν προκειμένω διατάξεως του άρθρου 33 παρ. 7 του ν. 3164/2003, την οποία το Εφετείο δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, αφού οι προεκτιθέμενες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ερμηνεία και εφαρμογή της διατάξεως αυτής, που εφαρμόσθηκε, ενώ δεν ήταν αναγκαία για την πληρότητα της προσβαλλομένης, αναφορικά με το ως άνω ζήτημα η παράθεση και ετέρων, πλην των ανωτέρω, αιτιολογιών.
Συνεπώς, το Εφετείο δεν στέρησε, κατά τούτο, την απόφασή του από τη νόμιμη βάση της. Συνακόλουθα, οι σχετικοί, χωρίς αρίθμηση, δύο λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις αναιρετικές πλημμέλειες εκ των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με τις αιτιάσεις ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου ιδίως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 33 παρ. 7 του ν. 3164/2003, αλλά και εκείνες των άρθρων 190 παρ 1, 192, 186 περ. ΙΙ, 282 (και 283) του ν. 3852/2010, με το να δεχθεί ότι υπόχρεο για την πληρωμή της οφειλόμενης αποζημιώσεως στους αναιρεσιβλήτους από την ένδικη απαλλοτρίωση είναι το Ελληνικό Δημόσιο, ενώ, από την άνω διάταξη του άρθρου 33 παρ. 7 του ν. 3164/2003, σε συνδυασμό με την 5364/2008 απόφαση του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας Αττικής, με την οποία κηρύχθηκε η ένδικη απαλλοτρίωση, και τις υπ' αριθμούς 285/2011 και 300/2012 αποφάσεις της Περιφέρειας Αττικής, προκύπτει ότι υπόχρεη για την πληρωμή των αποζημιώσεων αυτών είναι μόνον η Περιφέρεια Αττικής, είναι αβάσιμοι.
7.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 16 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ότι υπάρχει δεδικασμένο. Πρόκειται, δηλαδή, για απόφαση, η οποία παραβιάζει τις διατάξεις των άρθρων 321 και 324 του ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 19/2005). Για να θεμελιωθεί ο συγκεκριμένος λόγος αναιρέσεως προϋποτίθεται ότι το δικαστήριο της ουσίας επελήφθη αυτεπαγγέλτως ή κατά πρόταση κάποιου από τους διαδίκους της έρευνας για τη συνδρομή ή όχι των προϋποθέσεων του δεδικασμένου.
Για τούτο είναι ανάγκη η προσβαλλόμενη απόφαση να περιέχει θετική ή αρνητική κρίση για παραδοχή ή όχι του δεδικασμένου. Διαφορετικά ο σχετικός λόγος απορρίπτεται ως ερειδόμενος επί αναληθούς προϋποθέσεως (ΑΠ 45/2023, ΑΠ 2076/2022, ΑΠ 2016/2017). Αν η κρίση περί δεδικασμένου στηρίζεται επί διαδικαστικών εγγράφων, για τη βασιμότητα ή μη του ως άνω λόγου, ελέγχεται και η εκτίμηση του περιεχομένου τους, ενώ ο 'Άρειος Πάγος -όταν κρίνει επί λόγου αναιρέσεως εκ του αριθμού 16 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ- επισκοπεί, υπό την έννοια του άρθρου 561 παρ. 2 του ιδίου Κώδικα, ως διαδικαστικό (και όχι ως αποδεικτικό) έγγραφο την απόφαση από την οποία προβάλλεται ότι απορρέει το δεδικασμένο και ελέγχει με βάση αυτή τη σχετική παραδοχή του δικαστηρίου, η οποία πλήττεται με τον άνω λόγο αναιρέσεως (ΟλΑΠ 15/1998, ΑΠ 1239/2024, ΑΠ 258/2023, ΑΠ 14/2022, ΑΠ 1010/2021).
Για το λόγο αυτό, η απόφαση στην οποία στηρίζεται η κρίση περί υπάρξεως δεδικασμένου πρέπει να προσκομίζεται το βραδύτερο κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως, διαφορετικά ο λόγος αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος (ΑΠ 490/2016, ΑΠ 152/2007).
8.- Με τον τελευταίο, χωρίς αρίθμηση, λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση (και) την εκ του αριθμού 16 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια με την αιτίαση ότι δεχόμενο το Εφετείο ότι το ίδιο το αναιρεσείον είναι υπόχρεο προς πληρωμή των οφειλόμενων αποζημιωτικών ποσών στους αναιρεσιβλήτους, στηρίζοντας την κρίση του, μεταξύ άλλων, και στο δεδικασμένο που απορρέει από την υπ' αριθμόν 273/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών περί καθορισμού της οριστικής τιμής μονάδας αποζημιώσεως, κατά παράβαση του νόμου δέχτηκε ότι υπάρχει δεδικασμένο επί του κρίσιμου ζητήματος του υποχρέου της αποζημιώσεως, στερώντας συγχρόνως την προσβαλλόμενη απόφαση από τη νόμιμη βάση της, διότι, κατά τα εκτιθέμενα στο λόγο αυτό, όπως κρίθηκε με την υπ' αριθμόν 2126/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου που εκδόθηκε επί της από 22.05.2013 αιτήσεως αναιρέσεώς του και του προσθέτου λόγου αυτής κατά της άνω αποφάσεως, "το ζήτημα ποιος είναι υπόχρεος της αποζημίωσης δεν απετέλεσε αντικείμενο της εφετειακής δίκης, η δε σχετική κρίση του Εφετείου είναι πλεοναστική και δεν δεσμεύει με δύναμη δεδικασμένου το επόμενο δικαστήριο που τυχόν θα επιληφθεί για την επιδίκαση της αποζημιώσεως στον δικαιούχο διάδικο".
Ο λόγος αυτός, πέρα του ότι το αναιρεσείον -αν και όφειλε- δεν προσκομίζει την επικαλούμενη ως άνω -υπ' αριθμόν 273/2013- απόφαση του Εφετείου Αθηνών, είναι απαράδεκτος ως ερειδόμενος επί αναληθούς (εσφαλμένης) προϋποθέσεως, διότι, από το περιεχόμενο και τις συνολικές παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, προκύπτει ότι το Εφετείο δεν δέχθηκε την ύπαρξη δεδικασμένου, απορρέοντος από την προαναφερθείσα απόφαση, και δεν περιέχεται σε αυτήν θετική ή αρνητική κρίση για ουσιαστική παραδοχή ή όχι του δεδικασμένου, ώστε να δύναται η κρίση αυτή να υποβληθεί στον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθότητάς της ή μη.
Αντιθέτως, το Εφετείο κατά την έρευνα της ουσίας της υποθέσεως αναφέρθηκε διηγηματικά (και) στην απόφαση αυτή, η οποία εκδόθηκε με διάδικο στη δίκη εκείνη, μεταξύ άλλων, και το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο και στήριξε την κρίση του μόνο, στην, επαρκώς αιτιολογημένη παραδοχή, ότι η ένδικη απαλλοτρίωση κηρύχθηκε με δαπάνη που προβλέπεται στην απόφαση χρηματοδοτήσεως του έργου από το Ταμείο Συνοχής της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατά 75% και με Εθνική Συμμετοχή κατά 25% και ότι κατόπιν τούτου υπόχρεο προς καταβολή των οφειλόμενων ποσών αποζημιώσεως στους αναιρεσιβλήτους από την απαλλοτρίωση των ακινήτων τους είναι μόνον το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, η οποία στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της.
9.- Κατόπιν τούτων και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναιρέσεως, καθώς και το αίτημα του αναιρεσείοντος περί επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα της εκτελέσεως κατάσταση, το οποίο υποβλήθηκε με το αναιρετήριο, διότι η επαναφορά προϋποθέτει την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως (άρθρο 579 παρ. 2 του ΚΠολΔ). Διατάξεις: α) περί παραβόλου και β) περί δικαστικής δαπάνης εις βάρος του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, που ηττήθηκε, δεν θα περιληφθούν στην προκειμένη απόφαση, αφενός διότι το αναιρεσείον απαλλάσσεται της καταβολής παραβόλου (άρθρο 19 παρ. 1 του Κανονιστικού Διατάγματος της 26.6/10.7.1944 "Περί κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου") και αφετέρου διότι δεν συντρέχει περίπτωση καταδίκης του αναιρεσείοντος σε δικαστική δαπάνη υπέρ των αναιρεσιβλήτων, καθόσον οι τελευταίοι δεν παραστάθηκαν στη δίκη και δεν υπέβαλαν σχετικό προς τούτο αίτημα (άρθρο 106 του ΚΠολΔ) ούτε υποβλήθηκαν σε τέτοια.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 25.11.2021 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ' αριθμόν 6552/2019 τελεσίδικης αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Απορρίπτει το αίτημα επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Μαρτίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Δεκεμβρίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρήσασας ο αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης