Legislator Case Law & Legislation
2064/2019 AI generated

Supreme Court partially allows appeal on theft and gang charges due to new lenient law, dismissing statute of limitations.

Case Number 2064/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appellant's appeal against a Thessaloniki Court of Assizes judgment. The appellant argued for dismissal based on the statute of limitations for theft and gang formation, while the prosecution contested the application of the new lenient law. The court ruled that the new Criminal Code applies retroactively to benefit the defendant, overturning the sentencing for theft and gang formation, but dismissed the statute of limitations defense as the appeal was timely filed.

Legislator headnote

AI generated

Art. 1 of Law 4619/2019; Art. 2 para. 1 of the new Criminal Code: The principle of retroactivity of the more lenient substantive criminal law applies when multiple laws were in force from the time of the act until the final judgment, mandating the application of the provision leading to the most lenient treatment of the accused.

Keywords

AI generated
retroactivity of lenient law statute of limitations theft by gang combined punishment Criminal Code 2019 appellant's appeal co-defendants benefit

Cited Legislation

AI generated
Art. 1 of Law 4619/2019
Art. 2 para. 1 of the new Criminal Code
Art. 187 para. 3 sec. 2 of the new Criminal Code
Art. 469 of the Code of Criminal Procedure
Art. 522 of the Code of Criminal Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2064 / 2019 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 2064/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αβροκόμη Θούα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αρτεμισία Παναγιώτου-Εισηγήτρια, Γεώργιο Αναστασάκο, Ευφροσύνη Καλογεράτου-Ευαγγέλου και Πηνελόπη Παρτσαλίδου-Κομνηνού, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Δεκεμβρίου 2019, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ισίδωρου Ντοκιάκου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Α. Μ. του Β., κρατούμενου στο Γενικό Κατάστημα Κράτησης ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Χατζηιωάννου, για αναίρεση της υπ'αριθ. 32/2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης.

Το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που περιλαμβάνονται στην 6.9.2019 και με αριθμό γενικού πρωτοκόλλου 9548/17.9.2019 αίτηση δήλωση αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1416/2019.

Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε: α) να γίνει δεκτός ο υπό στοιχ. Ill λόγος αναιρέσεως και να παύσει οριστικά λόγω παραγραφής η ποινική δίωξη για τις επί μέρους πράξεις της κλοπής οι οποίες τελέστηκαν στις 29.6.2011 και 18.11.2011, β) να γίνει δεκτός ο υπό στοιχ. VIII λόγος αναιρέσεως και να παύσει οριστικά λόγω παραγραφής η ποινική δίωξη για το έγκλημα της σύστασης συμμορίας, το οποίο τελέστηκε το μήνα Ιούνιο του έτους 2011, γ) να απορριφθούν οι υπό στοιχ. I,II,IV,V,VII, IX και Χ λοιποί λόγοι αναιρέσεως και δ) να γίνει δεκτός ο υπό στοιχ. VI λόγος αναιρέσεως, να αναιρεθεί η απόφαση ως προς το σκέλος της επιμέτρησης ποινής και να διαβιβαστεί η υπόθεση στο ίδιο Δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση για νέα επιμέτρηση ποινών και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 6-9-2019, με αριθμό γενικού πρωτοκόλλου 9548/17-9-2019 αίτηση-δήλωση του Α. Μ. του Β. για αναίρεση της υπ'αριθμ. 32/2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα. Επομένως, είναι παραδεκτή και πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω.

Με το άρθρο πρώτο του ν. 4619/2019 (ΦΕΚ Α'95/11-6-2019) κυρώθηκε ο νέος Ποινικός Κώδικας, ο οποίος άρχισε να ισχύει από την 1η Ιουλίου 2019 (άρθρο δεύτερο του άνω νόμου και άρθρο 460 του νέου ΠΚ). Στο άρθρο 2 παρ. 1 του νέου ΠΚ, ορίζεται ότι "Αν από την τέλεση της πράξης ως την αμετάκλητη εκδίκασή της ίσχυσαν περισσότερες διατάξεις νόμων, εφαρμόζεται αυτή που στη συγκεκριμένη περίπτωση οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου".

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, με την οποία καθιερώνεται η αρχή της αναδρομικότητας του επιεικέστερου ουσιαστικού ποινικού νόμου, που ίσχυσε από την τέλεση της πράξης μέχρι το χρόνο της αμετάκλητης εκδίκασης της υπόθεσης, ως επιεικέστερος νόμος θεωρείται εκείνος που περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις, δηλαδή εκείνος, ο οποίος με την εφαρμογή του, με βάση τις προβλεπόμενες στη συγκεκριμένη περίπτωση προϋποθέσεις, επιφέρει ευνοϊκότερη για τον κατηγορούμενο ποινική μεταχείριση.

Προς τούτο γίνεται σύγκριση των περισσοτέρων αυτών διατάξεων στο σύνολο των προϋποθέσεων που προβλέπονται από καθεμιά απ'αυτές. Εάν από τη σύγκριση αυτή προκύψει ότι ο κατηγορούμενος, όπως κατηγορείται, επιβαρύνεται το ίδιο από όλους τους νόμους, τότε εφαρμοστέος είναι ο νόμος που ίσχυσε κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης, διαφορετικά εφαρμόζεται ο νεότερος επιεικέστερος.

Ειδικότερα, επιεικέστερος είναι ο νόμος, που προβλέπει το χαμηλότερο ανώτατο όριο του είδους της ποινής, αν δε το ανώτατο όριο είναι το ίδιο, επιεικέστερος είναι αυτός που προβλέπει το μικρότερο κατώτατο όριο. Για το χαρακτηρισμό ενός νόμου ως επιεικέστερου ή μη λαμβάνεται κατ'αρχήν υπόψη το ύψος της απειλούμενης στερητικής της ελευθερίας ποινής, που θεωρείται βαρύτερη της χρηματικής, επί ίσων δεν ποινών στερητικών της ελευθερίας, λαμβάνεται υπόψη και η χρηματική ποινή.

Πολύ περισσότερο επιεικέστερος τυγχάνει ο νόμος όταν με σχετική διάταξη αυτού μεταβάλλεται το αξιόποινο μιας πράξεως από κακούργημα σε πλημμέλημα, με αποτέλεσμα την ευμενέστερη μεταχείριση του δράστη ως προς την προβλεπόμενη ποινή αλλά και τη σμίκρυνση του χρόνου παραγραφής. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 374 στοιχ.

ε' περ. α' σε συνδυασμό με αυτή του άρθρου 372 παρ. 1 α του ΠΚ, περί διακεκριμένης κλοπής, όπως ίσχυε μέχρι 30-6-2019, με βάση την οποία διώχθηκε και καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, η κλοπή, δηλαδή η εκ μέρους του δράστη αφαίρεση ξένου (ολικά ή εν μέρει) κινητού πράγματος από την κατοχή άλλου με σκοπό να το ιδιοποιηθεί παράνομα (άρθρο 372 παρ. 1 α ΠΚ), "τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών :

α) ...β)....γ)....δ) αν η κλοπή τελέστηκε από δύο ή περισσότερους που είχαν ενωθεί για να διαπράττουν κλοπές ή ληστείες, ε) αν η πράξη τελέστηκε από πρόσωπο που διαπράττει κλοπές ή ληστείες κατ'επάγγελμα ή κατά συνήθεια...", ενώ κατά την ίδια διάταξη (374) του ισχύοντος από 1-7-2019 νέου ΠΚ "η κλοπή τιμωρείται με κάθειρξη έως δέκα έτη και χρηματική ποινή αν:

α) ...β) ...ή γ) η συνολική αξία των αφαιρεθέντων αντικειμένων υπερβαίνει το ποσό των 120.000 ευρώ". Από τη σύγκριση των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι η νομοτυπική μορφή της πράξεως της κλοπής δεν έχει αλλάξει αφού και πάλι κλοπή διαπράττει όποιος αφαιρεί ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα από την κατοχή άλλου με σκοπό να το ιδιοποιηθεί παράνομα, πλην όμως η διάταξη του άρθρου 374 παρ. 1 του νέου ΠΚ είναι επιεικέστερη, αφού από τις αναφερόμενες σ'αυτή περιπτώσεις διεκεκριμένων κλοπών απαλείφθηκε η ενδιαφέρουσα εν προκειμένω περίπτωση της κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεσής της, καταστάσα πλέον από κακούργημα πλημμέλημα εκτός αν η συνολική αξία των αφαιρεθέντων αντικειμένων υπερβαίνει το ποσό των 120.000 ευρώ.

Περαιτέρω, πρέπει να σημειωθεί ότι η ως άνω διάταξη (αρθρ. 374 παρ. 1 του νέου ΠΚ) αντικαταστάθηκε εκ νέου με το άρθρο 5 του ισχύοντος από 18-11-2019 ν. 4637/2019 δια της εκ νέου προσθήκης σ'αυτή (ως περίπτωση δ') της περιπτώσεως δ' του άρθρου 374 του προϊσχύσαντος ΠΚ, σύμφωνα με την οποία με κάθειρξη έως δέκα έτη τιμωρείτο η κλοπή αν "αν τελέστηκε από δύο ή περισσότερους που είχαν ενωθεί για να διαπράττουν κλοπές ή ληστείες", περίπτωση όμως που δεν ενδιαφέρει εν προκειμένω αφού, ως ήδη ειπώθηκε, ο αναιρεσείων διώχθηκε και καταδικάστηκε με βάση τη διάταξη του άρθρου 374 στοιχ.

ζ περ. α του προϊσχύσαντος ΠΚ, ήτοι για κλοπή τελεσθείσα από πρόσωπο που διαπράττει κλοπές κατ'επάγγελμα. Περαιτέρω, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 372 παρ. 1 του ΠΚ, που προστατεύει το δικαίωμα της ιδιοκτησίας, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της κλοπής απαιτείται να αφαιρέσει ο δράστης με θετική ενέργεια από την κατοχή άλλου, ξένο, ολικά ή εν μέρει, κινητό πράγμα, με σκοπό να το ιδιοποιηθεί παράνομα.

Η αφαίρεση συνίσταται στην άρση της ξένης κατοχής, η οποία υφίσταται στο κινητό πράγμα, και στη θεμελίωση νέας σ'αυτό κατοχής από το δράστη ή τρίτο, με σκοπό την παράνομη ιδιοποίηση του, στην έννοια δε τη κατοχής περιλαμβάνεται, τόσο η πραγματική εξουσία επί του πράγματος, όσο και η βούληση για την εξουσίασή του.

Η αφαίρεση αυτή απαιτείται να έγινε αυτογνωμόνως και χωρίς τη συγκατάθεση του δικαιούχου του πράγματος (ΑΠ 1821/2019). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 187 παρ. 5 του ΠΚ, περί συμμορίας, όπως ίσχυε μέχρι 30-6- 2019, με βάση την οποία επίσης διώχθηκε και καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, "όποιος, εκτός από τις περιπτώσεις της παραγράφου 1, ενώνεται με άλλον για αν διαπράξει κακούργημα (συμμορία), τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών.

Με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών τιμωρείται ο υπαίτιος, αν η κατά το προηγούμενο εδάφιο ένωση έγινε για τη διάπραξη πλημμελήματος το οποίο τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και με το οποίο επιδιώκεται οικονομικό ή άλλο υλικό όφελος ...", ενώ κατά την παρ. 3 της ίδιας διάταξης (187) του ισχύοντος από 1-7-2019 νέου ΠΚ "Όποιος, εκτός από την περίπτωση της πρώτης παραγράφου, οργανώνεται με άλλον ή άλλους για να διαπράξουν κακούργημα τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών.

Με φυλάκιση έως τρία έτη τιμωρείται ο υπαίτιος αν η κατά το προηγούμενο εδάφιο ένωση έγινε για τη διάπραξη πλημμελήματος με το οποίο επιδιώκεται οικονομικό ή άλλο υλικό όφελος...". Από τη σύγκριση των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι και υπό την ισχύ του νέου ΠΚ το έγκλημα της συμμορίας παραμένει πλημμέλημα, τιμωρούμενο όμως επιεικέστερα, ήτοι με φυλάκιση 10 ημερών έως 3 ετών, αντί με φυλάκιση 3 μηνών έως 5 ετών, στην περίπτωση που η απαιτούμενη ένωση έγινε για τη διάπραξη πλημμελήματος, με το οποίο επιδιώκεται οικονομικό ή άλλο υλικό όφελος.

Τέλος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 7 Α (απάτη περί τα παίγνια) του ΒΔ 29/71 "Ο κατ'επάγγελμα διενεργών οιονδήποτε, κατεταγμένον ή μη παίγνιον και μετερχόμενος προς εξασφάλισιν της υπέρ αυτού εκβάσεως τούτου οιασδήποτε παραπλανητικός κατά την διεξαγωγήν του παιγνίου ενεργείας, τιμωρείται δια φυλακίσεως τουλάχιστον ενός έτους, εάν η πράξις δεν τιμωρείται βαρύτερον κατ'άλλην διάταξιν, μη επιτρεπομένης της αναστολής και της μετατροπής της ποινής".

Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ιδίου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχτηκαν από την ακροαματική διαδικασία και από τα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε συνήγαγε την ύπαρξη των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος για το οποίο καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.

Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε, ειδικότερα, έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της.

Όσον αφορά το δόλο, που απαιτείται κατά το άρθρο 26 παρ. 1 του ΠΚ για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος και συνίσταται, σύμφωνα με το άρθρο 27 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια της αξιόποινης πράξεως, δεν υπάρχει ανάγκη, κατά τούτο, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι αυτός ενυπάρχει στην παραγωγή των περιστατικών και προκύπτει απ' αυτή, όταν ο νόμος στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για την ύπαρξη του δόλου, λ.χ.

αμέσου. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα αρκεί αυτά να αναφέρονται κατ' είδος γενικώς, χωρίς να απαιτείται να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά εξ ενός εκάστου αυτών και χωρίς να απαιτείται να αναφέρεται από ποιο συγκεκριμένα αποδεικτικό μέσο προέκυψε η κάθε παραδοχή. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους (εγγράφων, μαρτυρικών καταθέσεων), ούτε απαιτείται να ορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για τον σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως.

Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπ όψη του και συνεκτίμησε για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και όχι μερικά κατ' επιλογήν, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 §1 και 178 ΚΠΔ. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.

Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 45 του προϊσχύσαντος ΠΚ, αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού την αξιόποινη πράξη, ο καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός, ενώ σύμφωνα με την ίδια διάταξη του νέου, ισχύοντος από 1-7-2019 ΠΚ "Αν δύο ή περισσότεροι πραγμάτωσαν από κοινού, εν όλω ή εν μέρει, τα στοιχεία της περιγραφόμενης στον νόμο αξιόποινης πράξης, καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός".

Με τον όρο "από κοινού" νοείται αντικειμενικά σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξεως και υποκειμενικά κοινός δόλος, δηλαδή ο κάθε αυτουργός θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του διαπραττόμενου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ίδιου εγκλήματος και θέλει ή αποδέχεται να ενώσει την δική του δράση με εκείνη των άλλων προς πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του εν λόγω εγκλήματος.

Η σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξεως μπορεί να συνίσταται ή στο ότι καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος ή στο ότι το έγκλημα πραγματώνεται με τις συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμέτοχων, ταυτόχρονες ή διαδοχικές, χωρίς να είναι αναγκαίο να αναφέρονται και οι επί μέρους πράξεις καθενός από τους συναυτουργούς.

Αρκεί δε στην καταδικαστική απόφαση να αναφέρεται ότι οι δράστες της αξιόποινης πράξης ενήργησαν με κοινό δόλο, χωρίς να απαιτείται να αναφέρονται και να εξειδικεύονται οι επί μέρους υλικές ενέργειες του καθενός από αυτούς για την από κοινού πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος και δεν δημιουργείται έλλειψη νόμιμης βάσης από τη μη εξειδίκευση αυτή.

Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε.

Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.

Στη προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα, επισκοπούμενα παραδεκτώς για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης, που, δικάζοντας κατ' έφεση, την εξέδωσε, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην εν λόγω απόφαση αποδεικτικών μέσων (καταθέσεις μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, αναγνωσθέντα έγγραφα, πρακτικά της εκκαλουμένης απόφασης και απολογίες κατηγορουμένων), ότι αποδείχθηκαν, σε σχέση με τον αναιρεσείοντα, που αναφέρεται ως τρίτος κατηγορούμενος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Οι κατηγορούμενοι ενεργώντας από κοινού με άλλους, με περισσότερες από μία πράξεις, μερικές από τις οποίες συνιστούν εξακολούθηση των αυτών αδικημάτων, στους παρακάτω αναφερόμενους τόπους και χρόνους, τέλεσαν περισσότερα εγκλήματα και συγκεκριμένα:

Α. Ενεργώντας με κοινό δόλο κατόπιν συναπόφασής τους, καθώς και με άλλα άγνωστα στην ανάκριση πρόσωπα, μετέβαιναν σε λαϊκές αγορές και προφασιζόμενοι ότι δήθεν διενεργούσαν, άλλοι σαν διοργανωτές και άλλοι σαν παίκτες, το παράνομο τυχερό παίγνιο "τιπ - τοπ", που αποτελεί παραλλαγή του παράνομου τυχερού παιγνίου "παπάς", προσέγγιζαν ηλικιωμένα άτομα, στα οποία πρότειναν να συμμετάσχουν στο εν λόγω παράνομο τυχερό παίγνιο, ζητώντας τους να τους επιδείξουν τα χρήματα, που είχαν στην κατοχή τους, τα οποία, κατά την επίδειξή τους, με αστραπιαίες κινήσεις αφαιρούσαν από αυτούς, με σκοπό να ιδιοποιηθούν τα χρήματα αυτά παράνομα, όπως και έπραξαν κατά τον κοινό τους σκοπό. Δρώντας με τον ως άνω περιγραφόμενο τρόπο και εναλλάσσοντας κατά περίπτωση τους ρόλους τους, ενεργώντας καθένας από αυτούς άλλοτε ως το πρόσωπο, που προσέγγιζε τους παθόντες, άλλοτε σαν δήθεν διοργανωτής, άλλοτε σαν δήθεν παίκτης και άλλοτε ως τσιλιαδόρος, αφαίρεσαν:

1) Στον ..., επί της οδού ..., στις 04-05-2012, το χρηματικό ποσό των πενήντα (50,00) ευρώ από την κατοχή του Ι. Σ. του Δ. και Μ., γεννηθέντος το έτος 1945.

2) Στην ..., επί της οδού ..., στις 29-06-2011, το χρηματικό ποσό των τριακοσίων (300,00) ευρώ από την κατοχή του Μ. Π. του Χ. και της Α., γεννηθέντος το έτος 1935.

3) Στην ..., επί της οδού ..., στις 18-11-2011, το χρηματικό ποσό των διακοσίων πενήντα (250,00) ευρώ από την κατοχή του Α. Λ. του Κ. και της Ε., γεννηθέντος το έτος 1931.

4) Στην περιοχή ... επί της οδού ..., στις 12-01-2012, το χρηματικό ποσό των εξακοσίων πενήντα (650,00) ευρώ από την κατοχή του Ν. Σ. του Χ. και Ε., γεννηθέντος το έτος 1947.

5) Στην ..., επί της οδού ..., στις 13-01-2012, το χρηματικό ποσό των πέντε χιλιάδων (5.000,00) ευρώ από την κατοχή του Γ. Π. του Κ. και της Μ., γεννηθέντος το έτος 1941.

6) Στον ..., επί της οδού ..., στις 24-01-2012, το χρηματικό ποσό των εννιακοσίων δέκα (910,00) ευρώ από την κατοχή του Π. Π. του Ν. και της Μ., γεννηθέντος το έτος 1935.

7) Στην ..., επί της οδού ..., στις 13-02-2012, το χρηματικό ποσό των τεσσάρων χιλιάδων πεντακοσίων (4.500,00) ευρώ από την κατοχή του Α. Μ. του Α. και της Α., γεννηθέντος το έτος 1937.

8) Στον ..., στη συμβολή των οδών ... και ... στις 02-03-2012, το χρηματικό ποσό των διακοσίων πενήντα (250,00) ευρώ από την κατοχή του Η. Λ. του Μ. και Μ., γεννηθέντος το έτος 1936.

9) Στην ..., επί της οδού ..., στις 06-04-2012, το χρηματικό ποσό των τριακοσίων (300,00) ευρώ από την κατοχή του Ι. Κ. του Κ. και της Ξ., γεννηθέντος το έτος 1930. 10) Στην περιοχή Ε. - Κ., επί της οδού ... στις 10-04-2012, το χρηματικό ποσό των επτακοσίων (700,00) ευρώ από την κατοχή του Ι. Π. του Α. και Σ., γεννηθέντος το έτος 1944.

11) Στην ..., επί της οδού ..., στις 20-04-2012, το χρηματικό ποσό των εκατόν ενενήντα (190,00) ευρώ από την κατοχή του Δ. Κ. του Σ. και Π., γεννηθέντος το έτος 1940. Αποδείχθηκε δε ότι όλοι οι κατηγορούμενοι είναι πρόσωπα, που διαπράττουν κλοπές κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, εφόσον από τον συγκεκριμένο τρόπο δράσης τους και την επανειλημμένη τέλεση της παραπάνω άδικης πράξης προκύπτει σκοπός τους για πορισμό εισοδήματος και σταθερή ροπή τους προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητας τους.

Β. Στους κάτωθι μνημονευόμενους τόπους και χρόνους, ενεργώντας από κοινού με άλλους, με περισσότερες από μια πράξεις, που συνιστούν εξακολούθηση ενός εγκλήματος, τετελεσμένου και σε απόπειρα, κατ' επάγγελμα διενήργησαν και προσπάθησαν να διενεργήσουν παράνομο τυχερό παίγνιο, μετερχόμενοι και προσπαθώντας να μετέλθουν παραπλανητικές κατά τη διεξαγωγή του παιγνίου αυτού ενέργειες προς εξασφάλιση της υπέρ αυτών έκβασής του. Συγκεκριμένα:

1) Στον ..., επί της οδού ..., στις 4-5-2012, ενεργώντας με κοινό δόλο και κοινή απόφαση τους και με άλλα πρόσωπα, η ταυτότητα των οποίων δεν διαγνώσθηκε μέχρι σήμερα, με σκοπό τον πορισμό εισοδήματος, έχοντας αποφασίσει να διενεργήσουν το παράνομο τυχερό παίγνιο "τιπ - τοπ", που αποτελεί παραλλαγή του παράνομου τυχερού παιγνίου "παπάς" και κατά το οποίο ο παίκτης κερδίζει αν εξεύρει κάτω από ποιο εκ των τριών χρησιμοποιούμενων πλαστικών καπακιών, τη θέση των οποίων ο διοργανωτής προηγουμένως με γρήγορες κινήσεις εναλλάσσει, βρίσκεται μια μπίλια, και με παραπλανητικές ενέργειές τους, μη δυνάμενες να γίνουν αντιληπτές από έναν άπειρο τρίτο, να εξαφανίσουν την μπίλια αυτή, ώστε να μην βρίσκεται κάτω από οιοδήποτε εκ των τριών αυτών καπακιών, κατά την στιγμή της επιλογής εκ μέρους του παίκτη, εξασφαλίζοντας, με τον τρόπο αυτό, την υπέρ αυτών έκβαση του εν λόγω παιγνίου, επεχείρησαν πράξεις, που περιέχουν τουλάχιστον αρχή εκτέλεσης, πλην, όμως, η πράξη τους αυτή δεν ολοκληρώθηκε όχι από δική τους βούληση αλλά από αίτια εξωτερικά.

Ειδικότερα, εμφανιζόμενος ο 1ος κατηγορούμενος σαν διοργανωτής και οι λοιποί κατηγορούμενοι σαν δήθεν παίκτες, οι οποίοι υποδύονταν ότι μετείχαν στο παίγνιο αυτό και κέρδιζαν, προσπάθησαν να διενεργήσουν το εν λόγω παίγνιο και να πείσουν τον Ι. Σ. του Δ. και της Μ. να συμμετάσχει σ' αυτό, ως παίκτης, χωρίς, όμως, η πράξη τους αυτή να ολοκληρωθεί, όχι από δική τους βούληση, αλλά από εξωτερικά αίτια, καθόσον ο ανωτέρω αντιλήφθηκε τις παράνομες προθέσεις τους και αρνήθηκε να λάβει μέρος στο παίγνιο αυτό.

2) Στην ..., επί της οδού ..., στις 13-1-2012, ενεργώντας με κοινό δόλο και κοινή απόφαση τους και με άλλα άγνωστα στην ανάκριση πρόσωπα, με σκοπό τον πορισμό εισοδήματος, διενήργησαν με τον Γ. Π. του Κ. και της Μ., ως παίκτη, το παράνομο τυχερό παίγνιο "τιπ - τοπ", που αποτελεί παραλλαγή του παιγνίου "παπάς" και κατά το οποίο ο παίκτης κερδίζει αν εξεύρει κάτω από ποιο εκ των τριών χρησιμοποιούμενων πλαστικών καπακιών, τη θέση των οποίων ο διοργανωτής προηγουμένως με γρήγορες κινήσεις εναλλάσσει, βρίσκεται μια μπίλια, και με παραπλανητικές ενέργειές τους, μη δυνάμενες να γίνουν αντιληπτές από τον ως άνω παίκτη, εξαφανίζουν εντέχνως την μπίλια αυτή, ώστε να μην βρίσκεται κάτω από οιοδήποτε εκ των τριών αυτών καπακιών, κατά την στιγμή που ο παίκτης αυτός επέλεγε, εξασφαλίζοντας, με τον τρόπο αυτό, την υπέρ ημών έκβαση του εν λόγω παιγνίου. Με τον τρόπο αυτό, δρώντας ένας από αυτούς ως διοργανωτής και οι λοιποί ως δήθεν παίκτες, οι οποίοι υποδύονταν ότι μετείχαν στο παίγνιο αυτό και κέρδιζαν, προκειμένου να παρακινήσουν τον ανωτέρω παθόντα να συμμετάσχει, κατάφεραν να αποσπάσουν από τον τελευταίο το συνολικό ποσό των πεντακοσίων πενήντα (550,00) ευρώ και

Γ). Στη …, σε μη διακριβωθείσα ημέρα του μηνός Ιουνίου του έτους 2011, όλοι οι κατηγορούμενοι ενώθηκαν και με άλλα άγνωστα στην ανάκριση πρόσωπα, για να διαπράξουν απροσδιόριστα κακουργήματα και πλημμελήματα κατά της περιουσίας τρίτων προσώπων (κλοπές, απάτες περί τα παίγνια κλπ). Η κρίση ως προς τα πραγματικά αυτά περιστατικά στηρίζεται σε όλα τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα και κυρίως στις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας αστυνομικών και ιδίως του αστυνομικού Α.

Β., ο οποίος είχε δει και είχε ταυτοποιήσει όλους τους κατηγορούμενους στην λαϊκή αγορά της ..., οι οποίοι μόλις αντιλαμβάνονταν τα αστυνομικά όργανα απομακρύνονταν προς διάφορες κατευθύνσεις. Άλλωστε οι ίδιοι οι κατηγορούμενοι, όλοι κάτοικοι …, δεν έδωσαν καμία πειστική εξήγηση για το λόγο για τον οποίο βρίσκονταν στις λαϊκές αγορές …, χωρίς να είναι μικροπωλητές ή πελάτες των λαϊκών αγορών, στην κατοχή δε του δευτέρου και του τρίτου των κατηγορουμένων βρέθηκαν μπίλιες με τις οποίες παίζεται το παράνομο τυχερό παιγνίδι " τιπ-τοπ" και ο ισχυρισμός τους ότι βρέθηκαν εκεί επειδή τις είχαν ξεχάσει από καιρό δεν μπορεί να γίνει πιστευτός.

Κατ'ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι όλοι οι κατηγορούμενοι όλων των αποδιδομένων σ' αυτούς πράξεων". Στη συνέχεια, το Δικαστήριο κήρυξε τόσο τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα όσο και τους μη ασκήσαντες αναίρεση συγκατηγορουμένους του ενόχους, με το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2 ε ΠΚ, του ότι: "Στους κατωτέρω αναφερόμενους τόπους και χρόνους, ενεργώντας από κοινού με άλλους, με περισσότερες από μία πράξεις, μερικές από τις οποίες συνιστούν εξακολούθηση των αυτών αδικημάτων, τέλεσαν περισσότερα εγκλήματα, που τιμωρούνται κατά νόμο με πρόσκαιρες στερητικές της ελευθερίας ποινές.

Ειδικότερα:

Α. Στους κάτωθι μνημονευόμενους τόπους και χρόνους, ενεργώντας από κοινού οι κατηγορούμενοι με άλλους, με περισσότερες από μία πράξεις, που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, αφαίρεσαν ξένα ολικά κινητά πράγματα, με σκοπό να τα ιδιοποιηθούν παράνομα. Οι αναφερόμενοι κατηγορούμενοι είναι πρόσωπα, που διαπράττουν κλοπές κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια. Συγκεκριμένα, ενεργώντας με κοινό δόλο και κοινή απόφασή τους και με άλλα άγνωστα στην ανάκριση πρόσωπα, μετέβαιναν σε λαϊκές αγορές και προφασιζόμενοι ότι δήθεν διενεργούσαν, άλλοι σαν διοργανωτές και άλλοι σαν παίκτες, το παράνομο τυχερό παίγνιο "τιπ - τοπ", που αποτελεί παραλλαγή του παράνομου τυχερού παιγνίου "παπάς", προσέγγιζαν ηλικιωμένα άτομα, στα οποία πρότειναν να συμμετάσχουν στο εν λόγω παράνομο τυχερό παίγνιο, ζητώντας τους να τους επιδείξουν τα χρήματα, που είχαν στην κατοχή τους, τα οποία, κατά την επίδειξή τους, με αστραπιαίες κινήσεις αφαιρούσαν από αυτούς, με σκοπό να ιδιοποιηθούν τα χρήματα αυτά παράνομα, όπως και έπραξαν κατά τον κοινό τους σκοπό. Δρώντας με τον ως άνω περιγραφόμενο τρόπο και εναλλάσσοντας κατά περίπτωση τους ρόλους τους, ενεργώντας καθένας από αυτούς άλλοτε ως το πρόσωπο, που προσέγγιζε τους παθόντες, άλλοτε σαν δήθεν διοργανωτής, άλλοτε σαν δήθεν παίκτης και άλλοτε ως τσιλιαδόρος, αφαίρεσαν:

1) Στον ..., επί της οδού ..., στις 04-05-2012, το χρηματικό ποσό των πενήντα (50,00) ευρώ από την κατοχή του Ι. Σ. του Δ. και Μ., γεννηθέντος το έτος 1945.

2) Στην ..., επί της οδού ..., στις 29-06-2011, το χρηματικό ποσό των τριακοσίων (300,00) ευρώ από την κατοχή του Μ. Π. του Χ. και της Α., γεννηθέντος το έτος 1935.

3) Στην ..., επί της οδού ..., στις 18-11-2010 το χρηματικό ποσό των διακοσίων πενήντα (250,00) ευρώ από την-κατοχή του Α. Λ. του Κ. και της Ε., γεννηθέντος το έτος 1931.

4) Στην περιοχή ... επί της οδού ..., στις 12-01-2012 χρηματικό ποσό των εξακοσίων πενήντα (650,00) ευρώ από την κατοχή του Ν. Σ. του Χ. και Ε., γεννηθέντος το έτος 1947.

5) Στην ..., επί της οδού ..., στις 13-01-2012, το χρηματικό ποσό των πέντε χιλιάδων (5.000,00) ευρώ από την κατοχή του Γ. Π. του Κ. και της Μ., γεννηθέντος το έτος 1941.

6) Στον ..., επί της οδού ..., στις 24-01-2012, το χρηματικό ποσό των εννιακοσίων δέκα (910,00) ευρώ από την κατοχή του Π. Π. του Ν. και της Μ., γεννηθέντος το έτος 1935.

7) Στην ..., επί της οδού ..., στις 13-02-2012, το χρηματικό ποσό των τεσσάρων χιλιάδων πεντακοσίων (4.500,00) ευρώ από την κατοχή του Α. Μ. του Α. και της Α., γεννηθέντος το έτος 1937.

8) Στον ..., στη συμβολή των οδών ... και ... στις 02-03-2012, το χρηματικό ποσό των διακοσίων πενήντα (250,00) ευρώ από την κατοχή του Η. Λ. του Μ. και Μ., γεννηθέντος το έτος 1936.

9) Στην ..., επί της οδού ..., στις 06-04-2012, το χρηματικό ποσό των τριακοσίων (300,00) ευρώ από την κατοχή του Ι. Κ. του Κ. και της Ξ., γεννηθέντος το έτος 1930. 10) Στην περιοχή Ε. - Κ., επί της οδού ... στις 10-04-2012, το χρηματικό ποσό των επτακοσίων (700,00) ευρώ από την κατοχή του Ι. Π. του Α. και Σ., γεννηθέντος το έτος 1944.

11) Στην ..., επί της οδού ..., στις 20-04-2012, το χρηματικό ποσό των εκατόν ενενήντα (190,00) ευρώ από την κατοχή του Δ. Κ. του Σ. και Π., γεννηθέντος το έτος 1940. Όλοι οι κατηγορούμενοι είναι πρόσωπα, που διαπράττουν κλοπές κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια. Τούτο, επειδή από τον συγκεκριμένο τρόπο δράσης τους και την επανειλημμένη τέλεση της παραπάνω άδικης πράξης προκύπτει σκοπός τους για πορισμό εισοδήματος και σταθερή ροπή τους προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητάς τους.

Β. Στους κάτωθι μνημονευόμενους τόπους και χρόνους, ενεργώντας από κοινού οι κατηγορούμενοι με άλλους, με περισσότερες από μία πράξεις, που συνιστούν εξακολούθηση ενός εγκλήματος, τετελεσμένου και σε απόπειρα, κατ' επάγγελμα διενήργησαν και προσπάθησαν να διενεργήσουν παράνομο τυχερό παίγνιο, μετερχόμενοι και προσπαθώντας να μετέλθουν παραπλανητικές κατά τη διεξαγωγή του παιγνίου αυτού ενέργειες προς εξασφάλιση της υπέρ ημών έκβασής του. Συγκεκριμένα:

1) Στον ..., επί της οδού ..., στις 04-05-2012, ενεργώντας με κοινό δόλο και κοινή απόφαση τους και με άλλα άγνωστα στην ανάκριση πρόσωπα, με σκοπό τον πορισμό εισοδήματος, έχοντας αποφασίσει να διενεργήσουν το παράνομο τυχερό παίγνιο "τιπ - τοπ", που αποτελεί παραλλαγή του παράνομου τυχερού παιγνίου "παπάς" και κατά το οποίο ο παίκτης κερδίζει αν εξεύρει κάτω από ποιο εκ των τριών χρησιμοποιούμενων πλαστικών καπακιών, τη θέση των οποίων ο διοργανωτής προηγουμένως με γρήγορες κινήσεις εναλλάσσει, βρίσκεται μια μπίλια, και με παραπλανητικές ενέργειές τους, μη δυνάμενες να γίνουν αντιληπτές από έναν άπειρο τρίτο, να εξαφανίσουν την μπίλια αυτή, ώστε να μην βρίσκεται κάτω από οιοδήποτε εκ των τριών αυτών καπακιών κατά την στιγμή της επιλογής εκ μέρους του παίκτη, εξασφαλίζοντας, με τον τρόπο αυτό, την υπέρ ημών έκβαση του εν λόγω παιγνίου, επεχείρησαν πράξεις, που περιέχουν τουλάχιστον αρχή εκτέλεσης, πλην όμως η πράξη τους αυτή δεν ολοκληρώθηκε όχι από δική τους βούληση αλλά από αίτια εξωτερικά.

Ειδικότερα, εμφανιζόμενος ο 1ος κατηγορούμενος σαν διοργανωτής και οι λοιποί κατηγορούμενοι σαν δήθεν παίκτες, οι οποίοι υποδύονταν ότι μετείχαν στο παίγνιο αυτό και κέρδιζαν, προσπάθησαν να διενεργήσουν το εν λόγω παίγνιο και να πείσουν τον Ι. Σ. του Δ. και της Μ. να συμμετάσχει σ' αυτό, ως παίκτης, χωρίς, όμως, η πράξη τους αυτή να ολοκληρωθεί, όχι από δική τους βούληση αλλά από εξωτερικά αίτια, καθόσον ο ανωτέρω αντιλήφθηκε τις παράνομες προθέσεις τους και αρνήθηκε να λάβει μέρος στο παίγνιο αυτό.

2) Στην ..., επί της οδού ..., στις 13-01-2012, ενεργώντας με κοινό δόλο και κοινή απόφαση τους και με άλλα άγνωστα στην ανάκριση πρόσωπα, με σκοπό τον πορισμό εισοδήματος, διενήργησαν με τον Γ. Π. του Κ. και της Μ., ως παίκτη, το παράνομο τυχερό παίγνιο "τιπ - τοπ", που αποτελεί παραλλαγή του παιγνίου "παπάς" και κατά το οποίο ο παίκτης κερδίζει αν εξεύρει κάτω από ποιο εκ των τριών χρησιμοποιούμενων πλαστικών καπακιών, τη θέση των οποίων ο διοργανωτής προηγουμένως με γρήγορες κινήσεις εναλλάσσει, βρίσκεται μια μπίλια, και με παραπλανητικές ενέργειές τους, μη δυνάμενες να γίνουν αντιληπτές από τον ως άνω παίκτη, εξαφανίζουν εντέχνως την μπίλια αυτή, ώστε να μην βρίσκεται κάτω από οιοδήποτε εκ των τριών αυτών καπακιών κατά την στιγμή που ο παίκτης αυτός επέλεγε, εξασφαλίζοντας, με τον τρόπο αυτό, την υπέρ ημών έκβαση του εν λόγω παιγνίου. Με τον τρόπο αυτό, δρώντας ένας από αυτούς ως διοργανωτής και οι λοιποί ως δήθεν παίκτες, οι οποίοι υποδύονταν ότι μετείχαν στο παίγνιο αυτό και κέρδιζαν, προκειμένου να παρακινήσουν τον ανωτέρω παθόντα να συμμετάσχει, κατάφεραν να αποσπάσουν από τον τελευταίο το συνολικό ποσό των πεντακοσίων πενήντα (550,00) ευρώ.

Γ. Στον παρακάτω αναφερόμενο τόπο και χρόνο ενώθηκαν με άλλους, για να διαπράξουν κακουργήματα (συμμορία). Συγκεκριμένα, στην …, σε μη διακριβωθείσα ημέρα του μηνός Ιουνίου του έτους 2011, ενώθηκαν όλοι οι κατηγορούμενοι και με άλλα άγνωστα στην ανάκριση πρόσωπα, για να διαπράξουν απροσδιόριστα κακουργήματα και πλημμελήματα κατά της περιουσίας τρίτων προσώπων (κλοπές, απάτες περί τα παίγνια κλπ.)".

Με τις παραδοχές αυτές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό, σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην εν λόγω απόφασή του την επιβαλλόμενη, κατά τα άνω, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ'αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχτηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των ανωτέρω εγκλημάτων, για τα οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, με παράθεση όλων των στοιχείων, που απαρτίζουν τη νομοτυπική μορφή τους, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν καθώς και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των αποδειχθέντων περιστατικών στις προπαρατεθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις ως αυτές ίσχυαν κατά το χρόνο τέλεσής τους.

Ειδικότερα, παρά τις περί του αντιθέτου αιτιάσεις του αναιρεσείοντα: α) Το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης δεν αποτελεί πιστή αντιγραφή του διατακτικού της, ως αβάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων, καθ' όσον στο αιτιολογικό της έχει περιληφθεί ίδιο σκεπτικό στο οποίο περιέχονται τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά αναλυτικά και με πληρότητα στο βαθμό που απαιτείται για να συγκροτείται η αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των πράξεων για τις οποίες καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, περιέχονται δε ίδιες σκέψεις, με τις οποίες το Δικαστήριο αιτιολογεί ειδικά και εμπεριστατωμένα την καταδικαστική γι'αυτόν κρίση του και αποκρούει τους προταθέντες από αυτόν ισχυρισμούς, ενώ η επανάληψη στο σκεπτικό της απόφασης εκτενών διατυπώσεων του διατακτικού, δεν καθιστά την αιτιολογία αυτής ελλιπή, αλλά είναι λογικά αυτονόητη και δογματικά επιτρεπτή, αφού το τελευταίο (διατακτικό), εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού (ΑΠ 2037/2017, ΑΠ 171/2015), β) Εκ των τριών παραπάνω αξιόποινων πράξεων, για τις οποίες καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, μετά την γενική αναφορά στη αρχή του σκεπτικού και του διατακτικού ότι "μερικές από τις οποίες συνιστούν εξακολούθηση των αυτών αδικημάτων", εξειδικεύεται σαφώς ποιες εξ αυτών τελέστηκαν κατ'εξακολούθηση και δη οι κλοπές και η απάτη περί τα παίγνια, γ) Με βάση τα ως άνω γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά το Δικαστήριο της ουσίας ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 45 του ΠΚ με το να δεχθεί συναυτουργία και όχι απλή συνέργεια του αναιρεσείοντα στις πράξεις των κλοπών και της απάτης περί τα παίγνια.

Ειδικότερα, οι παραδοχές της απόφασης ότι άλλοτε ενεργούσε ως διοργανωτής, άλλοτε σαν δήθεν παίκτης και άλλοτε ως τσιλιαδόρος δεν καθιστούν την αιτιολογία αυτής ασαφή ή αντιφατική αναφορικά με το είδος της συμμετοχικής του δράσης, αφού οι ως άνω αποδιδόμενοι στον αναιρεσείοντα ρόλοι εντάσσονται, κατά τις περαιτέρω παραδοχές της απόφασης, στην μεταξύ των περισσοτέρων συναυτουργών κατανομή αλλά και εναλλαγή μεταξύ τους των ρόλων, που ο καθένας εξ αυτών, μετά από συναπόφαση, ήτοι κοινό δόλο, είχε αναλάβει να διαδραματίσει στη διάπραξη των ανωτέρω εγκλημάτων με κοινό τελικά σκοπό την αφαίρεση και παράνομη ιδιοποίηση των χρημάτων των παθόντων, δ) Αναφορικά με την πράξη της συμμορίας, επαρκώς αιτιολογείται και εξειδικεύεται ο δια της ενώσεως του αναιρεσείοντα με τους λοιπούς συγκατηγορουμένους του αλλά και άγνωστους δράστες επιδιωκόμενος σκοπός, ήτοι η τέλεση κλοπών και απάτης περί τα παίγνια, δεν ήταν δε αναγκαίος για την πληρότητα της αιτιολογίας ειδικότερος προσδιορισμός αυτού και ε) για την κατάφαση της ενοχής του αναιρεσείοντα το Δικαστήριο της ουσίας δεν αρκέστηκε στην απλή παρουσία του στις λαϊκές αγορές αλλά στις περί της δράσεώς του καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας αστυνομικών και ιδίως του εξ αυτών Α.

Β. αλλά και στο γεγονός ότι στην κατοχή του βρέθηκαν μπίλιες του παιγνίου "τιπ-τοπ". Επομένως, οι σχετικοί, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ, πρώτος, δεύτερος και τέταρτος λόγοι αναίρεσης της κρινόμενης αίτησης, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την καταδικαστική για τον αναιρεσείοντα κρίση της για έλλειψη της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρθρων 45 και 47 ΠΚ καθώς και για έλλειψη νόμιμης βάσης, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, ενώ οι λοιπές, περιεχόμενες στους ως άνω λόγους, αιτιάσεις με τις οποίες, υπό την επίκληση της έλλειψης αιτιολογίας και νόμιμης βάσης, πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες, καθόσον δεν δύναται να θεμελιωθεί επ'αυτών παραδεκτός λόγος αναιρέσεως.

Με τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, που επικυρώθηκε με το Ν.Δ. 53/19/20-9- 1974, κατά την οποία "παν πρόσωπον κατηγορούμενον επί αδικήματι τεκμαίρεται ότι είναι αθώον μέχρι της νομίμου αποδείξεως της ενοχής του", καθιερώνεται το τεκμήριο αθωότητας του κατηγορουμένου καθ' όλα τα διαδικαστικά στάδια μέχρι να εκδοθεί καταδικαστική απόφαση επί της διώξεως που ασκήθηκε. Κατ' αυτό, η Πολιτεία, μέσω των οργάνων της, οφείλει να αποδείξει την ενοχή του κατηγορουμένου, όχι ο κατηγορούμενος την αθωότητά του. Απόρροια του τεκμηρίου αθωότητας είναι η αρχή της επιείκειας προς τον κατηγορούμενο, η οποία επιβάλλει το δικαστήριο εν αμφιβολία να αποφανθεί υπέρ του κατηγορουμένου (in dubio pro reo). Παραβίαση του τεκμηρίου αυτού επάγεται, πέραν της αναιρέσεως της αποφάσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας και ιδρύεται και ο από τα άρθρα 510 παρ.1 στοιχ. Α' και 171 παρ.1 δ' του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως.

Εν προκειμένω, όπως εκτέθηκε ανωτέρω, το Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολόγησε την περί της ενοχής του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντα κρίση του, οι προεκτεθείσες δε περί αυτού παραδοχές του σε καμία περίπτωση δεν συνιστούν αντιστροφή της υποχρέωσης του δικαστηρίου προς απόδειξη της ενοχής και μετακύλιση στον εν λόγω κατηγορούμενο του βάρους απόδειξης της αθωότητάς του εντεύθεν δε και παραβίαση του τεκμηρίου της αθωότητας αυτού.

Ειδικότερα, το Δικαστήριο, αφού παρέθεσε τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προκύπτει η ενοχή του ως άνω κατηγορουμένου-αναιρεσείοντα, στη συνέχεια, αφού ερεύνησε τους αρνητικούς της κατηγορίας ισχυρισμούς αυτού, συνισταμένους κατά την απολογία του στο ότι "δεν έχω καμία σχέση, δεν ξέρω πως μπλέχτηκα, είμαι έμπορος ένδυσης και υπόδησης λαϊκών αγορών, δεν αναγνωρίζω τους συγκατηγορουμένους μου, τον αδελφό μου πέμπτο των κατηγορουμένων τον ξέρω", αλλά και των συγκατηγορουμένων του, με πλήρες, ως ήδη ειπώθηκε, σκεπτικό, απέρριψε αυτούς ως ουσιαστικά αβάσιμους και επομένως ήχθη στην περί ενοχής κρίση του δεχόμενο ότι αυτή αποδείχτηκε και όχι επειδή δεν αποδείχτηκαν οι υπερασπιστικοί του ισχυρισμοί, ως ούτος αβάσιμα ισχυρίζεται, ενώ, από το σύνολο των παραδοχών της προσβαλλομένης ουδόλως προκύπτουν αμφιβολίες του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου της ουσίας ως προς την ενοχή του αναιρεσείοντα, οι οποίες, καίτοι θα έπρεπε, δεν λήφθηκαν υπόψη υπέρ του κατά παράβαση της αρχής in dubio pro reo.

Συνεπώς, οι σχετικοί, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ, δεύτερος, κατά το αντίστοιχο σκέλος του και έβδομος λόγοι αναίρεσης περί απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας, λόγω παραβίασης του τεκμηρίου αθωότητας, είναι αβάσιμοι και ως εκ τούτου απορριπτέοι.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333, 358, 364 παρ. 2 και 369 ΚΠΔ, ως ίσχυαν κατά το χρόνο έκδοσης της προσβαλλόμενης απόφασης (αρθρ. 590 παρ. 1 εδ. β' του ισχύοντος από 1- 7-2019 νέου ΚΠΔ) προκύπτει ότι η λήψη υπόψη και η συνεκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας, ως αποδεικτικού στοιχείου, εγγράφου που δεν αναγνώστηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, συνιστά απόλυτη ακυρότητα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ ΑΛ ΚΠΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ. 1 περίπτωση δ' του ίδιου Κώδικα, λόγο αναίρεσης, διότι έτσι παραβιάζεται η άσκηση του κατά το άρθρο 358 του ίδιου Κώδικα δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο.

Στην προκειμένη περίπτωση με τον ένατο λόγο αναίρεσης προβάλλεται απόλυτη ακυρότητα, που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, με την ειδικότερη αιτίαση ότι το Δικαστήριο στήριξε την καταδικαστική για τον αναιρεσείοντα κρίση του, εκτός των άλλων εγγράφων και στην από 4- 5-2012 έκθεση σύλληψης (ομαδική) και την από 4-5-2012 έκθεση παράδοσης και κατάσχεσης, έγγραφα όμως τα οποία δεν αναγνώσθηκαν κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο.

Όπως όμως προκύπτει από την, παραδεκτή για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης, τα οποία δεν προσβάλλονται ως πλαστά ούτε ζητήθηκε η διόρθωσή τους, τα ως άνω έγγραφα περιλαμβάνονται στα αναγνωσθέντα στην πρωτοβάθμια δίκη έγγραφα και αναγνώσθηκαν ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου δια της αναγνώσεως της πρωτόδικης υπ'αριθμ. 527/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης, στα πρακτικά της οποίας και αναφέρονται υπ'αυξ.

αριθμ. 1 και 2 αντίστοιχα. Σημειωτέον ότι τα εν λόγω έγγραφα προσδιορίζονται επαρκώς, με προσδιοριστική της ταυτότητάς τους ένδειξη την επιγραμματική αναφορά του περιεχομένου τους, ενόψει δε και της αριθμήσεώς τους προκύπτει αδιαμφισβήτητα η ταυτότητά τους και δεν ήταν αναγκαία ειδικότερη αναφορά πρόσθετων στοιχείων προσδιορισμού τους.

Με τη γενόμενη δε ανάγνωση τους δια της αναγνώσεως της ως άνω πρωτόδικης απόφασης στο ακροατήριο, χωρίς να προκύπτει από τα πρακτικά ότι προβλήθηκε αντίρρηση από τον τότε κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα ή τον συνήγορο του, έγινε γνωστό σ'αυτόν το περιεχόμενο των εγγράφων αυτών, οπότε είχε πλήρη δυνατότητα να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις αναφορικά με το περιεχόμενο καθενός από τα έγγραφα αυτά, γεγονός που δεν εξαρτήθηκε από τον τρόπο προσδιορισμού τους στα πρακτικά της δίκης.

Επομένως, ο παραπάνω λόγος αναίρεσης τυγχάνει απορριπτέος ως αβάσιμος.

Η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των αποφάσεων πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, εκείνους δηλαδή που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠΔ, από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορο του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιόποινου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής, εφόσον, όμως, αυτοί προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία κατά την οικεία διάταξη για τη θεμελίωσή τους. Διαφορετικά το δικαστήριο της ουσίας δεν υπέχει υποχρέωση να απαντήσει αιτιολογημένα στην απόρριψή τους. Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός, η απόρριψη του οποίου πρέπει να αιτιολογείται ιδιαίτερα, είναι και ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί συνδρομής στο πρόσωπο του ελαφρυντικής περιστάσεως από τις αναφερόμενες στο άρθρο 84 παρ. 2 ΠΚ, αφού η παραδοχή της οδηγεί στην επιβολή μειωμένης, κατά το άρθρο 83 του ίδιου Κώδικα, ποινής, εφόσον, βεβαίως, αυτός προβλήθηκε κατά τον προεκτεθέντα σαφή και ορισμένο τρόπο (ΑΠ 611/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, ο αναιρεσείων ζήτησε, δια του συνηγόρου του, να του αναγνωριστεί το ελαφρυντικό του προτέρου εντίμου, ήδη σύννομου, βίου όχι όμως κατά τρόπο σαφή και ορισμένο αλλά με απλή επίκληση του άρθρου 84 παρ. 2 α' του ΠΚ. Επομένως, το Δικαστήριο δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει στον ως άνω ισχυρισμό πολύ δε περισσότερο να αιτιολογήσει την απόρριψή του, απορριπτομένου μετά ταύτα του υποστηρίζοντος τα αντίθετα πέμπτου κατά το πρώτο σκέλος του, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, λόγου αναίρεσης, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του εν λόγω ισχυρισμού. Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, με το οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού του αναιρεσείοντα περί αναγνώρισης στο πρόσωπο του της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 ε' του ΠΚ, τυγχάνει απορριπτέος ως στηριζόμενος επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, αφού το Δικαστήριο δέχτηκε τη συνδρομή στο πρόσωπο του της ως άνω ελαφρυντικής περίστασης.

Επειδή κατά το άρθρο 17 κεφ. Β του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών (Ν. 1756/1988) σε όσα εφετεία προβλέπεται οργανικός αριθμός δέκα πέντε (15) τουλάχιστον δικαστών, οι συνθέσεις των ποινικών δικαστηρίων καταρτίζονται με κλήρωση (παρ. 1). Ο πρόεδρος του συμβουλίου που διευθύνει το εφετείο καταρτίζει πίνακα ο οποίος περιλαμβάνει κατ' αρχαιότητα και με αριθμητική σειρά τα ονόματα των νεώτερων προέδρων εφετών και των αρχαιότερων εφετών, από τους οποίους κληρώνονται οι πρόεδροι των τριμελών εφετείων (παρ. 3). Η μη τήρηση της διαδικασίας αυτής συνεπάγεται ακυρότητα που καλύπτεται αν δεν προταθεί πριν αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία της υπόθεσης (παρ. 11).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον δέκατο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα (αρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ. 1 δ' του ίδιου Κώδικα και άρθρο 6 της ΕΣΔΑ) λόγω κακής σύνθεσης του εκδόσαντος αυτήν Δικαστηρίου (Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης), επειδή στη σύνθεση αυτού αναγράφεται ότι προήδρευσε η Εφέτης Α.

Μ., χωρίς να αναφέρεται το κώλυμα της τακτικής κληρωθείσας Χ.-Ζ. Γ., με αποτέλεσμα ο αναιρεσείων να στερηθεί το δικαίωμά του να πληροφορηθεί κατ'αρχήν το λόγο της ως άνω αντικατάστασης και περαιτέρω αν η αναπληρωματική Δικαστής είχε τον ανάλογο βαθμό για να προεδρεύσει και ενδεχομένως (αν δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις) να ασκήσει το νόμιμο δικαίωμά του εξαίρεσής της.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος καθόσον από την ίδια την προσβαλλόμενη απόφαση δεν προκύπτει αντικατάσταση της προεδρεύουσας του Δικαστηρίου από άλλη Δικαστή για οποιοδήποτε λόγο, αντίθετα δε η Εφέτης Α. Μ., που προήδρευσε, αναφέρεται ως "νομίμως ορισθείσα με απόφαση της Ολομέλειας του Εφετείου Θεσσαλονίκης και κληρωθείσα".

Πέραν όμως τούτου, ως ήδη ειπώθηκε, η παράβαση των διατάξεων του άρθρου 17 παρ. 2 έως και 8 του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών (Ν. 1756/1988 ως νυν ισχύει) συνεπάγεται ακυρότητα που καλύπτεται αν δεν προταθεί πριν αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία της υπόθεσης (παρ. 11). Τέτοια όμως πρόταση ούτε ο αναιρεσείων επικαλείται ούτε από τα επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι προβλήθηκε (ΑΠ 697/19, ΑΠ 815/2019, ΑΠ 884/2019, ΑΠ 1146/2018, ΑΠ 6/2017) και επομένως αυτός ουδέν νόμιμο δικαίωμά του στερήθηκε.

Στη διάταξη του άρθρου 79 του ισχύοντος από 1-7-2019 νέου ΠΚ (ν. 4619/2019), ως η παράγραφος 7 αυτού ίσχυε πριν την αντικατάστασή της με το άρθρο 12 περ. 1 του ν. 4637/2019 (ΦΕΚ Α 180/18.11.2019), για τη δικαστική επιμέτρηση της ποινής ορίζονται τα ακόλουθα: "1. Με την επιμέτρηση της ποινής καθορίζεται η ανάλογη και δίκαιη τιμωρία του εγκλήματος με βάση τη βαρύτητα της πράξης και το βαθμό ενοχής του υπαιτίου γι' αυτή.

Το δικαστήριο σταθμίζει τα στοιχεία που λειτουργούν υπέρ και σε βάρος του υπαιτίου και συνεκτιμά τις συνέπειες της ποινής για τον ίδιο και τους οικείους του. 2. Για την εκτίμηση της βαρύτητας του εγκλήματος το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του: α) τη βλάβη που προξένησε το έγκλημα ή τον κίνδυνο που προκάλεσε, β) τη φύση, το είδος και το αντικείμενο του εγκλήματος, καθώς επίσης όλες τις περιστάσεις χρόνου, τόπου, μέσων και τρόπου που συνόδευσαν την προπαρασκευή ή την εκτέλεσή του. 3.

Για την εκτίμηση του βαθμού ενοχής του υπαιτίου, το δικαστήριο εξετάζει: α) την ένταση του δόλου ή το βαθμό της αμέλειάς του, β) τα αίτια που τον ώθησαν στην εκτέλεση του εγκλήματος, την αφορμή που του δόθηκε και τον σκοπό που επιδίωξε, γ) τον χαρακτήρα του και τον βαθμό της ανάπτυξής του που επηρέασαν την πράξη, δ) τις ατομικές και κοινωνικές περιστάσεις και την προηγούμενη ζωή του στο μέτρο που σχετίζονται με την πράξη, ε) τον βαθμό της δυνατότητας και της ικανότητάς του να πράξει διαφορετικά, στ) τη διαγωγή του κατά τη διάρκεια της πράξης και μετά την πράξη και ιδίως τη μετάνοια που επέδειξε και την προθυμία του να επανορθώσει τις συνέπειες της πράξης του. 4.

Στοιχεία που λειτουργούν υπέρ του υπαιτίου θεωρούνται ιδίως: α) το ότι αυτός διαδραμάτισε έναν σαφώς υποδεέστερο ρόλο σε πράξη που τελέστηκε από πολλούς, β) το ότι τέλεσε την πράξη σε δικαιολογημένη συναισθηματική φόρτιση, γ) το ότι έθεσε τον εαυτό του στη διάθεση των αρχών χωρίς σημαντική καθυστέρηση, ενώ μπορούσε να διαφύγει, δ) το ότι διευκόλυνε ουσιωδώς την εξιχνίαση του εγκλήματος. 5.

Στοιχεία που λειτουργούν σε βάρος του υπαιτίου θεωρούνται ιδίως: α) η κατ' επάγγελμα τέλεση της πράξης, β) η ιδιαίτερη σκληρότητα, γ) η εκμετάλλευση της εμπιστοσύνης του θύματος, δ) το γεγονός ότι το θύμα δεν μπορούσε να προστατεύσει τον εαυτό του, ε) το ότι ο υπαίτιος διαδραμάτισε ιθύνοντα ρόλο σε πράξη που τελέστηκε με συμμετοχή πολλών. 6.

Στοιχεία που έχουν αξιολογηθεί από τον νομοθέτη για τον προσδιορισμό της απειλούμενης ποινής δεν λαμβάνονται από το δικαστήριο επιπροσθέτως υπόψη κατά την επιμέτρησή της. 7. Η επιμέτρηση της ποινής πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη. Η απλή μνεία ότι έχουν εκτιμηθεί τα κριτήρια των προηγούμενων παραγράφων δεν συνιστά αιτιολογία".

Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι στο άρθρο 79 περιλαμβάνονται γενικοί κανόνες για τον τρόπο επιμέτρησης όλων των ποινών. Ορίζεται αρχικά ότι με την επιμέτρηση της ποινής καθορίζεται από το δικαστή η ανάλογη και δίκαιη τιμωρία του εγκλήματος με βάση τη βαρύτητα της πράξης και την ενοχή του δράστη γι'αυτή, ενώ διευκρινίζεται ακόμη ότι το δικαστήριο δεν οφείλει απλώς να σταθμίσει τα στοιχεία του εγκλήματος, που λειτουργούν υπέρ και σε βάρος του υπαιτίου, αλλά πρέπει επιπλέον να συνεκτιμά τις συνέπειες της ποινής για τον ίδιο και τους οικείους του.

Στη δεύτερη παράγραφο αναφέρονται τα στοιχεία που πρέπει να λαμβάνει υπόψη το δικαστήριο για να εκτιμήσει τη βαρύτητα του εγκλήματος, στην τρίτη περιγράφονται τα στοιχεία που λαμβάνει υπόψη του ο δικαστής για να εκτιμήσει την ενοχή του δράστη και στην τέταρτη μνημονεύονται οι όροι που λειτουργούν υπέρ του υπαιτίου κατά την επιμέτρηση της ποινής του, η απαρίθμηση των οποίων, όπως προκύπτει από τη χρήση της λέξης "ιδίως", είναι ενδεικτική.

Αντίστροφα, στην πέμπτη παράγραφο μνημονεύονται, και πάλι ενδεικτικά, τα στοιχεία που λειτουργούν σε βάρος του υπαιτίου, ενώ στην έκτη παράγραφο διευκρινίζεται ότι στοιχεία, που έχουν αξιολογηθεί από το νομοθέτη για τον προσδιορισμό της απειλούμενης ποινής, δεν λαμβάνονται από το δικαστήριο επιπροσθέτως υπόψη για την επιμέτρησή της.

Τέλος, στην έβδομη παράγραφο του εν λόγω άρθρου 79 ΠΚ, περιλαμβάνεται ένας ιδιαίτερα σημαντικός κανόνας, καθώς ορίζεται ρητά ότι η επιμέτρηση της ποινής πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη (βλ. Αιτιολογική Έκθεση του ν. 4619/2020). Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας της απόφασης, ως προς την επιμέτρηση της ποινής, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση των αιτιολογιών, που αναφέρονται στο οικείο μέρος της απόφασης, με αυτές του αιτιολογικού και διατακτικού της απόφασης για την ενοχή του κατηγορουμένου, με τις οποίες αποτελούν ενιαίο σύνολο και θεωρείται ότι η απόφαση έχει την απαιτούμενη από την παρ. 7 του άρθρου 79 αιτιολογία, αν από το σύνολο των αιτιολογιών της (απόφασης) προκύπτει ότι λήφθηκαν υπόψη οι κανόνες που ορίζει η ανωτέρω διάταξη για την επιμέτρηση της ποινής (ΑΠ 1949/2019).

Εξάλλου, κατά την παράγραφο 4 του άρθρου 79 του προϊσχύσαντος ΠΚ, με βάση την οποία επιβλήθηκε στον αναιρεσείοντα η ποινή για κάθε μία από τις προαναφερθείσες αξιόποινες πράξεις, για τις οποίες κρίθηκε ένοχος με το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2 ε' του ΠΚ, "Στην απόφαση αναφέρονται ρητά οι λόγοι που δικαιολογούν την κρίση του Δικαστηρίου για την ποινή που επέβαλε".

Η διάταξη αυτή αναφέρεται στην παράγραφο 1 του ίδιου άρθρου, που ορίζει ότι "κατά την επιμέτρηση της ποινής στα όρια που διαγράφει ο νόμος, το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη : α) τη βαρύτητα του εγκλήματος που έχει τελεστεί και β) την προσωπικότητα του εγκληματία". Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με όσα ορίζονται στις παραγράφους 2 και 3 του αυτού άρθρου, αναφορικά με τα κριτήρια, στα οποία αποβλέπει και τα οποία εξετάζει και σταθμίζει το δικαστήριο για την εκτίμηση της βαρύτητας του εγκλήματος και της προσωπικότητας του εγκληματία, προκύπτει ότι η επιμέτρηση της ποινής, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, ανήκει στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο λαμβάνει υπόψη τη βαρύτητα του εγκλήματος και την προσωπικότητα του κατηγορουμένου, όπως αυτά προκύπτουν από τα πραγματικά περιστατικά, που έγιναν δεκτά για την ενοχή του, χωρίς να έχει υποχρέωση να διαλάβει στην περί ποινής απόφασή του για τα στοιχεία αυτά ειδικότερη αιτιολογία (ΑΠ 1016/2018, ΑΠ 305/2016, ΑΠ 181/2016, ΑΠ 611 /2015).

Στην προκείμενη περίπτωση, το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης όσον αφορά την επιμέτρηση της ποινής έχει ως εξής :"Επειδή, κατ' άρθρο 79 ΠΚ , το Δικαστήριο για την επιμέτρηση της ποινής που θα εφαρμόσει σύμφωνα με το διατακτικό, μέσα στα όρια που διαγράφονται με τα παραπάνω άρθρα, αξιολογεί ευεργετικώς τη μέχρι την έκδοση της παρούσης αποφάσεως διάρκεια της ποινικής διαδικασίας και τις εξ αυτής επιπτώσεις σε βάρος των κατηγορουμένων, λαμβάνει δε υπόψη αφενός τη βαρύτητα της αξιόποινης πράξης που τελέσθηκε και αφετέρου την προσωπικότητα των κατηγορουμένων κρίνει δε ότι πρέπει να τους επιβληθεί, η στερητική, της ελευθερίας, ποινή, που αναφέρεται, ειδικότερα, στο διατακτικό της παρούσης αποφάσεως.

Στην κρίση του αυτή, οδηγήθηκε το δικαστήριο, αφού έλαβε υπόψη του, όσον αφορά τη βαρύτητα του εγκλήματος, τα ακόλουθα στοιχεία: Τη βλάβη, που προξένησαν τα εγκλήματα, καθώς και τον κίνδυνο που προκλήθηκε εξαιτίας αυτών, τη φύση, το είδος και το αντικείμενο των εγκλημάτων, καθώς επίσης και όλες τις περιστάσεις του χρόνου, του τόπου, των μέσων και του τρόπου, που συνόδευσαν την προπαρασκευή και την εκτέλεσή τους και την ένταση του δόλου των κατηγορουμένων, όπως όλα αυτά προκύπτουν από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία και εκτίθενται ειδικότερα στην προηγουμένη, περί της ενοχής των κατηγορουμένων, απόφαση.

Το Δικαστήριο έλαβε ακόμη υπόψη του, για την εκτίμηση της προσωπικότητας των κατηγορουμένων, τα αίτια που τους ώθησαν στην εκτέλεση των εγκλημάτων την αφορμή που τους δόθηκε και το σκοπό, που επεδίωξαν, το χαρακτήρα τους και το βαθμό της αναπτύξεώς τους, τις ατομικές και τις κοινωνικές περιστάσεις και την προηγουμένη ζωή τους, καθώς και τη διαγωγή τους κατά τη διάρκεια των αξιόποινων πράξεων και τη διαγωγή τους μετά τις αξιόποινες πράξεις όπως όλα αυτά προκύπτουν από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία και εκτίθενται, ειδικότερα, στην προηγουμένη, περί της ενοχής των κατηγορουμένων, απόφαση.

Με βάση όλα τα παραπάνω, πρέπει στην προκειμένη περίπτωση να επιβληθεί στους κηρυχθέντες ένοχους κατηγορούμενους οι στερητικές της ελευθερίας, ποινών, που αναφέρονται ειδικότερα στο διατακτικό".

Με όσα έγιναν δεκτά παραπάνω, σε συνδυασμό με τα αναφερόμενα στο περί ενοχής σκεπτικό και το διατακτικό της προσβαλλόμενης, προκύπτει ότι το Δικαστήριο της ουσίας για την επιμέτρηση της ποινής, που επέβαλε στον αναιρεσείοντα για τις προαναφεθείσες αξιόποινες πράξεις, έλαβε υπόψη του τη βαρύτητα των εγκλημάτων, που αυτός διέπραξε και την προσωπικότητά του, για την εκτίμηση δε των στοιχείων τούτων αξιολόγησε και τα κριτήρια των παραγράφων 2 και 3 του άνω άρθρου, ως ίσχυε, τα οποία ειδικά και εμπεριστατωμένα μνημονεύει στην απόφασή του, χωρίς να απαιτείται επιπρόσθετη αιτιολογία και αναφορά άλλων περιστατικών ενόψει και της περαιτέρω αναφοράς "όπως όλα αυτά προκύπτουν από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία και εκτίθενται ειδικότερα στην προηγούμενη, περί της ενοχής απόφαση".

Από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές, προκύπτει ότι το Δικαστήριο, σε συνδυασμό με την παραπάνω ελαφρυντική περίσταση που είχε αναγνωρίσει στον κατηγορούμενο, καθόρισε την ποινή που επέβαλε σ'αυτόν με βάση τη βαρύτητα των πράξεών του και το βαθμό της ενοχής του γι'αυτές, έλαβε δε υπόψη και εκτίμησε όλους τους προαναφερόμενους κανόνες, που ορίζονται και από το άρθρο 79 του νέου ΠΚ, όπως τούτο προκύπτει από το σύνολο των ανωτέρω αιτιολογιών της απόφασης σε συνδυασμό με το διατακτικό της, χωρίς να απαιτείται επιπρόσθετη αιτιολογία και αναφορά άλλων περιστατικών, ούτε με βάση την προαναφερθείσα, ευμενέστερη για τον κατηγορούμενο, ως άνω διάταξη του άρθρου 79 του νέου ΠΚ, ως ίσχυσε από 1-7-2019 έως 17-11-2019, οπότε η 7η παράγραφος αυτής αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 περ. 1 του ν. 4637/2019, σύμφωνα με την οποία πλέον "Στην απόφαση αναφέρονται ρητά οι λόγοι που δικαιολογούν την κρίση του δικαστηρίου για την επιμέτρηση της ποινής που επέβαλε".

Συνεπώς, ο έκτος, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, λόγος αναίρεσης, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας σχετικά με την επιμέτρηση της ποινής για τις πράξεις για τις οποίες καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων, είναι αβάσιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος.

Κατά το άρθρο πρώτο του ν. 4620/2019 (ΦΕΚ A'96/11-6-2019) κυρώθηκε ο νέος Κώδικας Ποινικής Δικονομίας, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 1-7-2019 (άρθρο δεύτερο του ανωτέρω νόμου και άρθρο 585 του νέου ΚΠΔ). Κατά το άρθρο 589 παρ. 3 του νέου ΚΠΔ, "Αποφάσεις και βουλεύματα που εκδόθηκαν μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος κώδικα υπόκεινται στα ένδικα μέσα και τις διατυπώσεις άσκησής τους που προέβλεπε ο καταργούμενος κώδικας ποινικής δικονομίας και εκδικάζονται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος κώδικα", κατά δε το άρθρο 590 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, "Υποθέσεις που εκκρεμούν σε οποιοδήποτε στάδιο της ποινικής διαδικασίας και σε οποιονδήποτε βαθμό συνεχίζονται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος κώδικα.

Οι πράξεις της ποινικής διαδικασίας που τελέστηκαν όταν ίσχυαν οι διατάξεις που καταργούνται διατηρούν το κύρος τους". Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 511 εδ. δ' του νέου ΚΠΔ, αν εμφανιστεί ο αναιρεσείων και κριθεί παραδεκτή η αίτηση αναίρεσης ο Άρειος Πάγος εφαρμόζει αυτεπαγγέλτως τον επιεικέστερο νόμο που ισχύει μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης, πράγμα που συμβαίνει ακόμη και σε περίπτωση ερημοδικίας του αναιρεσείοντα κατηγορουμένου (άρθρο 514 εδ.

δ' περ. β' ΚΠΔ). Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του νέου ΠΚ, συνάγεται ότι ο Άρειος Πάγος για την εκδίκαση αίτησης αναίρεσης απόφασης, που εκδόθηκε πριν την 1-7-2019, συζητήθηκε όμως μετά την ημερομηνία αυτή (1-7-2019), στην περίπτωση που μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης μεταβλήθηκε το νομοθετικό καθεστώς, όσον αφορά τα στοιχεία της αξιόποινης πράξης ή και την προβλεπόμενη ποινή, εφαρμόζει αυτεπαγγέλτως το νόμο που ίσχυε από την τέλεση της πράξης έως την αμετάκλητη εκδίκασή της και περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις, εφόσον η αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή, ανεξάρτητα από το αν εμφανίστηκε ο κατηγορούμενος κατά τη συζήτηση της τελευταίας.

Τέλος, κατά τα άρθρα 111, 112 και 113 του ΠΚ, το αξιόποινο των εγκλημάτων εξαλείφεται με την παραγραφή, η οποία προκειμένου για πλημμελήματα, είναι πέντε έτη, αρχόμενη από την ημέρα που τελέστηκε η αξιόποινη πράξη. Η προθεσμία αναστέλλεται για όσο χρόνο διαρκεί η κύρια διαδικασία και ώσπου να γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, όχι όμως πέραν από τα τρία έτη για τα πλημμελήματα.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης με την προσβαλλόμενη απόφασή του, καταδίκασε τον αναιρεσείοντα, μεταξύ άλλων, για την πράξη της κλοπής κατά συναυτουργία και κατ'εξακολούθηση από δράστες που διαπράττουν κλοπές κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια με το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2 ε' του ΠΚ σε ποινή φυλάκισης τριών (3) ετών, για την πράξη αυτή.

Τον καταδίκασε δηλαδή με την επιβαρυντική περίσταση του άρθρου 374 περ. ε' περ. α' του ΠΚ, όπως ίσχυε κατά το χρόνο έκδοσης της προσβαλλόμενης απόφασης, ήτοι σε βαθμό κακουργήματος. Εφόσον, όμως, η επιβαρυντική περίσταση της κατ'επάγγελμα (η κατά συνήθεια τέλεση έχει πλέον καταργηθεί αφού δεν διαλαμβάνεται στο άρθρο 13 του νέου ΠΚ) τέλεσης της αξιόποινης πράξης της κλοπής, που καθιστούσε την πράξη κακουργηματική, δεν διαλαμβάνεται πλέον στο άρθρο 374 παρ. 1 του ισχύοντος ΠΚ, που εφαρμόζεται αυτεπαγγέλτως εν προκειμένω, κατ'άρθρο 2 του ίδιου Κώδικα, διότι οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντα, η πράξη για την οποία καταδικάστηκε αυτός (αναιρεσείων) με την προσβαλλόμενη απόφαση φέρει πλημμεληματικό χαρακτήρα εφόσον, περαιτέρω, η συνολική αξία των αφαιρεθέτων χρημάτων στην προκείμενη περίπτωση δεν υπερβαίνει τα 120.000 ευρώ, παρελκούσης, μετά ταύτα, της έρευνας του τρίτου λόγου αναίρεσης περί έλλειψης αιτιολογίας ως προς τη συνδρομή αναφορικά με την εν λόγω πράξη της επιβαρυντικής αυτής περίστασης.

Με βάση όμως τα παραπάνω, το αξιόποινο των επιμέρους πράξεων της ως άνω κατ'εξακολούθηση αξιόποινης πράξης, που φέρονται τελεσθείσες στις 29-6-2011 και 18-11-2011, οι οποίες διατηρούν την αυτοτέλειά τους ως προς την παραγραφή, έχει εξαλειφθεί λόγω παραγραφής, αφού από τον ως άνω χρόνο τέλεσής τους και μέχρι τη συζήτηση της προκείμενης υπόθεσης (3-12-2019) παρήλθε χρόνος μεγαλύτερος της οκταετίας.

Συνεπώς, αφού γίνει δεκτός ως βάσιμος ο και αυτεπαγγέλτως εξεταζόμενος όγδοος, κατά το πρώτο σκέλος του, λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το αμέσως παραπάνω κεφάλαιο της και α) να παύσει οριστικά λόγω παραγραφής η εναντίον του αναιρεσείοντα ποινική δίωξη για τις αμέσως παραπάνω επιμέρους πράξεις και β) να παραπεμφθεί κατά τα λοιπά η υπόθεση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο αν είναι δυνατόν από τους ίδιους δικαστές (άρθρ. 522 ΚΠΔ) για νέα ως προς την πράξη της κλοπής επιμέτρηση της ποινής (κύριας και παρεπόμενης) εντός των ορίων που διαγράφονται από το άρθρο 372 παρ. 1 σε συνδ.

Με το άρθρο 83 του νέου ΠΚ αλλά και της συνολικής ποινής που του επιβλήθηκε, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό. Το προαναφερθέν επωφελές αποτέλεσμα της αναιρέσεως του Α. Μ. πρέπει να επεκταθεί, κατ'άρθρο 469 ΚΠΔ, και στους συγκατηγορούμενούς του Ν.-Π. Σ. του Α., Ν. Σ. του Χ., Α. Σ. του Ν.-Π. και Ι. Μ. του Β., που καταδικάστηκαν με την προσβαλλόμενη απόφαση ως συναυτουργοί στην τελεσθείσα από τον αναιρεσείοντα προαναφερθείσα πράξη της διακεκριμένης κλοπής κατ'εξακολούθηση και δεν άσκησαν αναίρεση και τούτο διότι ο παραπάνω λόγος, για τον οποίο αναιρείται η προσβαλλόμενη απόφαση, δεν αρμόζει αποκλειστικά στο πρόσωπο του αναιρεσείοντα.

Στο σημείο αυτό πρέπει να λεχθεί ότι ναι μεν η πράξη της συμμορίας, για την οποία επίσης καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, έχουσα πλημμεληματικό χαρακτήρα και υπό τον προϊσχύσαντα αλλά και υπό τον νυν ισχύοντα ΠΚ, φέρεται τελεσθείσα τον Ιούνιο του 2011, έκτοτε δε και μέχρι τη συζήτηση της κρινόμενης αιτήσεως έχει παρέλθει χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της οκταετίας, πλην όμως, κατ'εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 511 εδ.

γ' του ΚΠΔ, ως ισχύει από 18-11-2019 αντικατασταθείσα με το άρθρο 13 περ. 8 του ν. 4637/18-11-2019, σύμφωνα με την οποία "υπό τις ίδιες προϋποθέσεις (της εμφάνισης δηλαδή του αναιρεσείοντα και της άσκησης παραδεκτής αναίρεσης) ο Άρειος Πάγος αυτεπαγγέλτως λαμβάνει υπόψη το δεδικασμένο και, αν κριθεί και ένας βάσιμος λόγος, και την παραγραφή που επήλθαν μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης" και η οποία, ως δικονομική διάταξη, καταλαμβάνει και έχει άμεση εφαρμογή στις μετά την έναρξη ισχύος του ως άνω νόμου εκκρεμείς υποθέσεις (άρθρο 590 παρ. 1 ΚΠΔ), άρα και στην κρινόμενη ενόψει της συζητήσεώς της στις 3-12-2019 (πρβλ.

ΑΠ 1541/ 2004, ΑΠ 1723/2003) και εφόσον, αναφορικά με το εν λόγω αδίκημα (συμμορία), δεν κρίθηκε βάσιμος κάποιος εκ των προβαλλομένων λόγων αναίρεσης, δεν συντρέχει λόγος παύσεως της ποινικής διώξεως λόγω παραγραφής ως προς την πράξη αυτή, απορριπτομένων των υποστηριζόντων τα αντίθετα με τον όγδοο λόγω αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος του.

Πρέπει όμως, ως προς την πράξη αυτή, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1 ΠΚ και 511 εδ. δ' του ΚΠΔ, το παρόν Δικαστήριο να εφαρμόσει αυτεπαγγέλτως την προαναφερθείσα επιεικέστερη διάταξη του άρθρου 187 παρ. 3 εδ. β του νέου ΠΚ, αφού η προκείμενη ένωση έγινε για τη διάπραξη πλημμελημάτων και συνακόλουθα να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς τις περί ποινής διατάξεις της ως προς την πράξη αυτή και συνακόλουθα και ως προς τις διατάξεις της περί συνολικής ποινής και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο αν είναι δυνατόν από τους ίδιους δικαστές (άρθρ. 522 ΚΠΔ), για νέα ως προς την πράξη της συμμορίας επιμέτρηση της ποινής αλλά και της συνολικής ποινής, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό.

Το προαναφερθέν δε επωφελές αποτέλεσμα της αναιρέσεως πρέπει να επεκταθεί, κατ'άρθρο 469 ΚΠΔ, και στους προαναφερθέντες συγκατηγορούμενους του αναιρεσείοντα, που επίσης καταδικάστηκαν με την προσβαλλόμενη απόφαση για την προαναφερθείσα πράξη και δεν άσκησαν αναίρεση, αφού ο παραπάνω λόγος, για τον οποίο αναιρείται η προσβαλλόμενη απόφαση, δεν αρμόζει αποκλειστικά στο πρόσωπο του αναιρεσείοντα, απορριπτομένης κατά τα λοιπά, εφόσον δεν υπάρχουν άλλοι λόγοι αναίρεσης προς έρευνα, της κρινομένης αιτήσεως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί εν μέρει ως προς τον αναιρεσείοντα Α. Μ. του Β. την υπ'αριθμ. 32/2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης και δη μόνο α) ως προς την πράξη της διακεκριμένης κλοπής από κοινού και κατ'εξακολούθηση από δράστες που διαπράττουν κλοπές κατ'επάγγλεμα και κατά συνήθεια και συνακόλουθα ως προς τις διατάξεις της περί επιβολής σ'αυτόν ποινής (κύριας και παρεπόμενης) για την πράξη αυτή, β) ως προς τις διατάξεις της περί επιβολής σ'αυτόν ποινής για την πράξη της συμμορίας και γ) ως προς τις διατάξεις της περί επιβολής συνολικής ποινής.

Επεκτείνει το ως άνω αναιρετικό αποτέλεσμα και στους Ν.- Π. Σ. του Α., Ν. Σ. του Χ., Α. Σ. του Ν.-Π. και Ι. Μ. του Β., συγκατηγορούμενους του αναιρεσείοντα, οι οποίοι ωσαύτως καταδικάστηκαν για τις παραπάνω πράξεις με την ως άνω απόφαση.

Παύει οριστικά λόγω παραγραφής την κατά του αναιρεσείοντα Α. Μ. του Β. και των Ν.-Π. Σ. του Α., Ν. Σ. του Χ., Α. Σ. του Ν.-Π. και Ι. Μ. του Β., ποινική δίωξη για τις επιμέρους πράξεις της κλοπής από κοινού κατ'εξακολούθηση, που τελέστηκαν στη ... στις 29-6-2011 και 18-11-2011 σε βάρος των Μ. Π. του Χ. και Α. Λ. του Κ. αντίστοιχα.

Παραπέμπει κατά τα λοιπά την υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος της στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο αν είναι δυνατόν από τους ίδιους δικαστές, για νέα επιμέτρηση της ποινής ως προς τις ως άνω πράξεις της κλοπής από κοινού κατ'εξακολούθηση και της συμμορίας και συνακόλουθα για νέα επιμέτρηση της επιβληθείσας συνολικής ποινής.

Απορρίπτει κατά τα λοιπά την από 6-9-2019, με αριθμό γενικού πρωτοκόλλου 9548/17-9-2019 αίτηση-δήλωση του Α. Μ. του Β. κατοίκου ..., οδός ... και ήδη κρατούμενου στο ΓΚΚ ... για αναίρεση της υπ'αριθμ. 32/2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Δεκεμβρίου 2019.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Δεκεμβρίου 2019.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ