Supreme Court dismisses appeal on traffic accident case, ruling no legal error occurred despite conflicting factual findings.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the Court of First Instance's judgment in a traffic accident case involving two drivers. The appellants argued the Court of First Instance failed to consider their claim that the defendant driver suddenly changed lanes, while the court found the defendant lost control and hit the stationary vehicle. The court ruled that the lower court properly evaluated the evidence and rejected the appellants' claim based on the proven facts, finding no violation of substantive law.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 no. 1 K.Pol.D.; Art. 576 no. 2 K.Pol.D.; An appeal is admissible only if a rule of substantive law was violated, and the court's assessment of evidence does not constitute such a violation when it rejects a claim based on proven facts contrary to the claimant's assertions.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 2064 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 2064/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού και Σοφία Ντάντου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Νοεμβρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ε. Χ. συζ. Ι. Κ. και 2) Ι. Κ. του Σ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Ντοκατζή.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ν. Χ. του Μ., 2) Μ. Χ. του Σ., κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο και 3) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λεόντιο Σφαιρόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-3-2013 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3083/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 217/2015 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 12-7-2016 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Δημητρούλα Υφαντή, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσείοντες και η 3η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I. Από τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες από τους αναιρεσείοντες υπ’ αριθ. ...20-1-2017 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Θεσσαλονίκης Α. Τ., προκύπτει, ότι ακριβές αντίγραφο της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς εμφάνιση κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στους πρώτο και δεύτερη των αναιρεσιβλήτων, Ν. Χ. και Μ. Χ. αντίστοιχα, οι οποίοι όμως, όπως προκύπτει από τα πρακτικά, δεν εμφανίσθηκαν, ούτε κατέθεσαν έγγραφες δηλώσεις κατά το άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., κατά την παραπάνω συνεδρίαση, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε κατά τη σειρά του πινακίου. Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία των αναιρεσιβλήτων (άρθρο 576, παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), πρώτου και δεύτερης.
II. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλ.
με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005). Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου), ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.
Ελέγχεται δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998). Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ’ αυτή λόγος αναίρεσης, ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή, όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999).
Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, για έλλειψη νόμιμης βάσης με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας, αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεσή τους, να μη μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς (Ολ.ΑΠ 13/1995).
Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.
Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση, εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή την δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, που μπορεί να είναι και ο ζημιωθείς στην περίπτωση που συνετέλεσε και ο ίδιος στην πρόκληση ή την επαύξηση της ζημίας, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα.
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ., γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων ης κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.
Αντίθετα, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, περί του ότι στη συγκεκριμένη (ένδικη) περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος, περί του ότι δηλαδή το ζημιογόνο γεγονός σε σχέση με τη ζημία βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρ. 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Τέλος, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση του αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος (ΑΠ 468/2003).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ’ αριθ. 217/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης έγιναν δεκτά τα ακόλουθα κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων: "Στις 27-9-2009, ημέρα Κυριακή και περί ώραν 15.50, ο πρώτος των εναγομένων Ν. Χ. του Μ., ο οποίος γεννήθηκε στις 13-6-1956, οδηγούσε το υπ’ αριθ.
κυκλοφορίας ... ΙΧ επιβατηγό αυτοκίνητο, εργοστασίου κατασκευής CITROEN, το οποίο ανήκε στην κυριότητα της δευτέρας εναγομένης Μ. Χ., η οποία τον είχε προστήσει στην οδήγησή του και ήταν ασφαλισμένο για την πρόκληση ζημιών εις βάρος τρίτων προσώπων, στην τρίτη των εναγομένων ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "..." και εκινείτο επί της περιφερειακής οδού της πόλεως της Θεσσαλονίκης και ειδικότερα, στο ρεύμα πορείας της που οδηγεί στην ανατολική πλευρά της πόλεως της Θεσσαλονίκης (δηλαδή προς την περιοχή του ...
και στην περιοχή του αεροδρομίου "ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ"). Φθάνοντας σε απόσταση πεντακοσίων (500) περίπου μέτρων από το τούνελ που βρίσκεται στην περιοχή της Πυλαίας, ο προαναφερθείς οδηγός ακινητοποίησε το παραπάνω αυτοκίνητο στο άκρο δεξιό μέρος της πρώτης από δεξιά -εν σχέσει προς την πορεία του- λωρίδος κυκλοφορίας, προκειμένου να δώσει νερό στους εργάτες που εκείνη τη στιγμή εκτελούσαν έργα στο σημείο εκείνο και περίμενε να ολοκληρωθεί η διέλευση των κινουμένων εκείνη τη στιγμή οχημάτων, ώστε να κατεβεί από το αυτοκίνητο με ασφάλεια και χωρίς να δημιουργηθεί κίνδυνος για τον ίδιον αλλά και για τους οδηγούς των οχημάτων που εκινούντο στην παραπάνω οδό.
Παράλληλα, για να γίνεται ευχερώς αντιληπτό το ακινητοποιηθέν αυτοκίνητο από τους άλλους οδηγούς που εκείνη τη στιγμή εκινούντο στο παραπάνω ρεύμα πορείας, έθεσε σε λειτουργία και τα φώτα εκτάκτου ανάγκης (αλάρμ). Η ως άνω περιφερειακή οδός, η οποία εμφανίζει ιδιαιτέρως αυξημένη κυκλοφορία οχημάτων καθ’ όλη τη διάρκεια της ημέρας, τυγχάνει διπλής κατευθύνσεως και στο προαναφερθέν ύψος της, διαθέτει τρεις λωρίδες κυκλοφορίας στο κάθε ρεύμα πορείας, τα οποία σημειωτέον διαχωρίζονται μεταξύ τους με υπερυψωμένη νησίδα ασφαλείας πλάτους 2,50 μέτρων, επί της οποίας έχουν τοποθετηθεί μεταλλικά στηθαία ασφαλείας (μεταλλικές μπάρες).
Το πλάτος του ως άνω ρεύματος πορείας επί του οποίου εκινείτο ο προαναφερθείς οδηγός ανέρχεται σε 10,50 μέτρα και το ανώτατο όριο ταχύτητας έχει καθορισθεί με σχετική ρυθμιστική πινακίδα (P 32) σε 90 χιλιόμετρα ωριαίως, ενώ στο άκρο δεξιό τμήμα του εν λόγω ρεύματος πορείας υπάρχει ασφάλτινο έρεισμα πλάτους ενός μέτρου.
Η περιφερειακή οδός στο παραπάνω σημείο της είναι ευθεία σε μεγάλη απόσταση, ενώ κατά το ως άνω χρονικό σημείο το οδόστρωμα ήταν ξηρό, η κυκλοφορία οχημάτων ήταν κανονική και η ορατότητα καλή και δεν περιοριζόταν, αφού επικρατούσε καλοκαιρία, όπως καταχωρήθηκε στην από 27-9-2009 έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος που συντάχθηκε από τον αστυφύλακα Ε.
Σ. με την παρουσία και του Αστυφύλακα Φ. Φ.. Την ίδια στιγμή, ο γεννηθείς στις 12-7-1950, δεύτερος των εναγόντων Ι. Κ. του Σ., οδηγούσε το υπ’ αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧ επιβατηγό αυτοκίνητο, εργοστασίου κατασκευής FIAT, τύπου PANDA, κυλινδρισμού 1.200 κυβικών εκατοστών, το οποίο ανήκε στην κυριότητα της πρώτης ενάγουσας συζύγου του, η οποία τον είχε προστήσει στην οδήγηση του εν λόγω αυτοκινήτου της και εκινείτο ομορρόπως με τον προαναφερθέντα πρώτο των εναγομένων, δηλαδή επί της περιφερειακής οδού της πόλεως της Θεσσαλονίκης και συγκεκριμένα, στην πρώτη από δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας του ρεύματος πορείας, που οδηγεί στην ανατολική πλευρά της πόλεως της Θεσσαλονίκης.
Επειδή όμως αυτός δεν οδηγούσε με σύνεση και έχοντας διαρκώς τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση του παραπάνω αυτοκινήτου αλλά και χωρίς να ασκεί τον πλήρη έλεγχο επ’ αυτού ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελέσει τους απαιτούμενους χειρισμούς, όπως ασφαλώς όφειλε και μπορούσε να κάνει λόγω της ως άνω ιδιότητός του ως οδηγού και επί πλέον, με ταχύτητα που δεν κατέστη δυνατόν να προσδιορισθεί επακριβώς, υπερέβαινε όμως τα ενενήντα (90) χιλιόμετρα ωριαίως, δεν αντιλήφθηκε εγκαίρως και από μεγάλη απόσταση το προαναφερθέν ακινητοποιημένο αυτοκίνητο που οδηγούσε ο πρώτος των εναγομένων αλλά το αντιλήφθηκε μόλις το πλησίασε αρκετά φθάνοντας σε μικρή απόσταση από αυτό και τότε επιχείρησε να το παρακάμψει πραγματοποιώντας ελιγμό προς τα αριστερά εν σχέσει προς την πορεία του.
Η μικρή όμως απόσταση που τον χώριζε από αυτό, σε συνδυασμό με την αυξημένη ταχύτητα με την οποίαν εκινείτο, δεν του επέτρεψαν να ολοκληρώσει με επιτυχία τον παραπάνω ελιγμό του και με το εμπρόσθιο δεξιό μέρος του ως άνω αυτοκινήτου που οδηγούσε, επέπεσε στο οπίσθιο τμήμα του ακινητοποιημένου αυτού οχήματος, το οποίο εν συνεχεία, εξ αιτίας της σφοδρότητος της συγκρούσεως -λόγω της αυξημένης ταχύτητος με την οποίαν εκινείτο ο δεύτερος των ενεγόντων- περιεστράφη διαγωνίως προς τα δεξιά, ενώ το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο δεύτερος των εναγόντων εξετράπη προς τα αριστερά εν σχέσει προς την πορεία του και αφού διέσχισε τις άλλες δύο λωρίδες κυκλοφορίας, προσέκρουσε με το εμπρόσθιο τμήμα του στις προστατευτικές μπάρες όπου και ακινητοποιήθηκε, με αποτέλεσμα να τραυματισθεί ο δεύτερος των εναγόντων και να προκληθούν ζημίες στα προαναφερθέντα σημεία των ως άνω αυτοκινήτων.
Πρέπει δε, να σημειωθεί, ότι ο πρώτος των εναγομένων δεν είχε προλάβει να αποβιβασθεί από το παραπάνω αυτοκίνητο που οδηγούσε και ως εκ τούτου δεν είχε τη δυνατότητα να τοποθετήσει τρίγωνο ασφαλείας σε απόσταση από το παραπάνω ακινητοποιημένο αυτοκίνητο. Στο σημείο αυτό πρέπει να αναφερθούν ακόμη και τα εξής:
Στις 7-6-2010 ο δεύτερος των εναγόντων Ι. Κ. εξεταζόμενος ενόρκως ενώπιον του υπαρχιφύλακα Π. Σ. με την παρουσία του υπαρχιφύλακα Ν. Τ., που υπηρετούν στο Β’ Τμήμα Τροχαίας Θεσσαλονίκης, κατέθεσε μεταξύ των άλλων και τα εξής επί λέξει: "Την 27-9-2009 και περί ώραν 15.50 οδηγώντας το υπ’ αριθμ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητο κινούμουν επί της Περιφερειακής οδού με κατεύθυνση προς ανατολικά.
Βρισκόμουν επί της δεξιάς λωρίδας κυκλοφορίας με ταχύτητα κανονική. Κάποια στιγμή, είδα ένα ΙΧΕ αυτοκίνητο, το οποίο κινούνταν επί της μεσαίας λωρίδας να κάνει απότομη αλλαγή προς τα δεξιά και την ίδια στιγμή ο οδηγός του πάτησε φρένο ακινητοποιώντας το όχημά του. Αμέσως πάτησα και εγώ φρένο. Ελιγμό αριστερά δεν μπορούσα να κάνω διότι υπήρχε άλλο όχημα.
Λίγο προτού ακινητοποιηθεί το όχημά μου προσέκρουσε στο ανωτέρω ΙΧΕ αυτοκίνητο...". Ο S. D. του M. όμως, ο οποίος σημειωτέον τυγχάνει αυτόπτης μάρτυς και έχει καταχωρηθεί μάλιστα στην παραπάνω συνταχθείσα για το παραπάνω ατύχημα, έκθεση αυτοψίας, εξεταζόμενος ενόρκως στις 13-1-2010 ενώπιον του προαναφερθέντος υπαρχιφύλακα Π.
Σ. με την παρουσία του υπαρχιφύλακα Ν. Τ., κατέθεσε -μεταξύ άλλων- και τα εξής επί λέξει: "Την 27-9-2009 και μεσημεριανές ώρες δούλευα και βρισκόμουν πεζός επί της διαχωριστικής νησίδας της περιφερειακής οδού. Σε κάποια στιγμή ήρθε ένας άλλος υπάλληλος με το δικό του όχημα (εννοεί τον πρώτο των εναγομένων). Σταμάτησε στο άκρο δεξιό της οδού.
Ξαφνικά, είδα από πίσω να έρχεται ένα άλλο ΙΧΕ αυτοκίνητο με μεγάλη ταχύτητα του οποίου ο οδηγός χάνοντας τον έλεγχο χτύπησε στο σταματημένο αυτοκίνητο...". Εξάλλου, ο Α. Ν. του Δ., ο οποίος επέβαινε στο αυτοκίνητο που οδηγούσε ο πρώτος των εναγομένων, όπως άλλωστε έχει καταχωρηθεί στην ως άνω συνταχθείσα έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος, εξεταζόμενος ενόρκως ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, κατέθεσε μεταξύ των άλλων επί λέξει και τα εξής: "Ήμουν συνεπιβάτης στο αυτοκίνητο.
Κάναμε στην άκρη του δρόμου, περιμέναμε να σταματήσει η ροή των αυτοκινήτων για να ανοίξει ο οδηγός την πόρτα του, ξαφνικά είδαμε ένα αυτοκίνητο να ‘ ρχεται πάνω μας και μας χτύπησε πίσω αριστερά. Το αυτοκίνητο κοντράρισε σ’ ένα φρεάτιο και εξετράπη στη νησίδα. Εμείς ήμασταν στη δεξιά λωρίδα, ανάψαμε τα αλάρμ και σταματήσαμε όσο γινόταν πιο άκρη στο δρόμο.
Είχαμε ορατότητα στον δρόμο. Εμείς ήμασταν σταματημένοι για 2-3 λεπτά και είχαν περάσει 30 αυτοκίνητα. Βλέπαμε το αυτοκίνητο του κ. Κ. που ερχόταν με μεγάλη ταχύτητα. Μετά το ατύχημα, οι εργάτες που ήταν εκεί κοντά πήγαν και τον βοήθησαν και ο ίδιος ο κ. Κ. τους είπε "παιδιά δεν κατάλαβα τι έγινε μάλλον με πήρε ο ύπνος".
Το αυτοκίνητο της κ. Χ. (εννοεί την δευτέρα εναγομένη) αποζημιώθηκε από την ασφαλιστική εταιρεία. Η τροχαία πήρε καταθέσεις και είπαμε ότι ο άνθρωπος που οδηγούσε μάλλον αποκοιμήθηκε. Ο ίδιος ο οδηγός του αυτοκινήτου μας είπε ότι μάλλον κοιμήθηκε...". Αμέσως μετά το ατύχημα ο δεύτερος των εναγόντων διακομίσθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης "..." όπου διαπιστώθηκε ότι υπέστη κάταγμα κοτύλης δεξιά και κάταγμα επιγονατίδος δεξιά και παρέμεινε νοσηλευόμενος στην ορθοπεδική κλινική του ως άνω νοσοκομείου από 27-9-2009 μέχρι 20-11-2009.
Κατά τη διάρκεια της νοσηλείας του υποβλήθηκε σε συντηρητική αντιμετώπιση του κατάγματος δεξιάς κοτύλης με τοποθέτηση σκελετικής έλξης, ενώ το κάταγμα δεξιάς επιγονατίδος αντιμετωπίσθηκε χειρουργικά στις 10-11-2009, με εσωτερική οστεοσύνθεση, ενώ εξήλθε 20-11-2009 όπως ήδη αναφέρθηκε, με οδηγίες για κλινοστατισμό για δύο (2) εβδομάδες και ακολούθως βάδιση χωρίς φόρτιση με βακτηρίες μασχάλης και συνέχιση της νοσηλείας σε κέντρο αποκατάστασης για χρονικό διάστημα δύο (2) μηνών (βλ.
την υπ’ αριθμ. πρωτ. ... 20-11-2009 ιατρική γνωμάτευση του ορθοπεδικού ιατρού Δ. Π., ο οποίος τυγχάνει Αναπληρωτής Διευθυντής ΕΣΥ και υπηρετεί στο ορθοπεδικό τμήμα του προαναφερθέντος νοσοκομείου αλλά και το από 20-11-2009 εξιτήριο του ως άνω νοσοκομείου που αφορά τον δεύτερο ενάγοντα). Ακολούθως, στις 23-11-2009, ο δεύτερος ενάγων εισήχθη στο Κέντρο Αποθεραπείας και Αποκατάστασης Θεσσαλονίκης "...
ΑΕ", όπου νοσηλεύθηκε έως 29-1-2010 ακολουθώντας πρόγραμμα αποκατάστασης με φυσικοθεραπεία, εργοθεραπεία και ψυχολογική υποστήριξη (βλ. σχετικώς την από 2-2-2010 ιατρική γνωμάτευση της ιατρού φυσικής αγωγής Ε. - Γ. Μ., η οποία τυγχάνει επιστημονική διευθύντρια του ως άνω κέντρου αποθεραπείας και αποκατάστασης).
Η σύγκρουση των προαναφερθέντων αυτοκινήτων και του εντεύθεν τραυματισμού του δευτέρου των εναγόντων οφείλεται στην συνυπαιτιότητα τόσον του ιδίου του τραυματισθέντος, όσον και του πρώτου των εναγομένων και ειδικότερα, η συνυπαιτιότητα του δευτέρου ενάγοντος ανέρχεται σε ποσοστόν 80% και συνίσταται στο ότι αυτός δεν οδηγούσε με σύνεση και έχοντας διαρκώς τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση του παραπάνω αυτοκινήτου αλλά και χωρίς να ασκεί τον πλήρη έλεγχο επ’ αυτού ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς, όπως ασφαλώς όφειλε και μπορούσε να κάνει λόγω της ιδιότητός του ως οδηγού και επί πλέον, εκινείτο με ταχύτητα που δεν κατέστη δυνατόν να προσδιορισθεί επακριβώς, υπερέβαινε όμως τα ενενήντα (90) χιλιόμετρα ωριαίως (που συνιστούν παραβάσεις των άρθρων 12 παρ. 1, 19 και 20 του Ν. 2696/1999) και για τους λόγους αυτούς αντελήφθη καθυστερημένα το προαναφερθέν ακινητοποιημένο εκ μέρους του πρώτου των εναγομένων αυτοκίνητο παρότι υπήρχε καλή ορατότητα και παράλληλα ήταν σε λειτουργία τα φώτα εκτάκτου ανάγκης (αλάρμ) αυτού, ενώ παρά το γεγονός ότι επεχείρησε να το παρακάμψει και να μην πέσει πάνω του πραγματοποιώντας ελιγμό προς τα αριστερά εν σχέσει προς την πορεία του, εν τούτοις η μικρή απόσταση που τον χώριζε από αυτό, σε συνδυασμό με την αυξημένη ταχύτητα με την οποία εκινείτο, δεν του επέτρεψαν να ολοκληρώσει με επιτυχία την σχετική αυτή προσπάθειά του και με το εμπρόσθιο δεξιό μέρος του ως άνω αυτοκινήτου το οποίο οδηγούσε, επέπεσε στο οπίσθιο τμήμα του εν λόγω ακινητοποιημένου οχήματος, το οποίο εν συνεχεία, εξαιτίας της σφοδρότητας της συγκρούσεως -λόγω της αυξημένης ταχύτητος με την οποίαν εκινείτο ο εν λόγω τραυματισθείς δεύτερος των εναγόντων- περιεστράφη διαγωνίως προς τα δεξιά, ενώ το αυτοκίνητό που οδηγούσε ο δεύτερος των εναγόντων εξετράπη προς τα αριστερά εν σχέσει προς την πορεία του και αφού διέσχισε τις άλλες δύο λωρίδες κυκλοφορίας, προσέκρουσε με το εμπρόσθιο τμήμα του στις προστατευτικές μπάρες όπου και τελικώς ακινητοποιήθηκε.
Το υπόλοιπο ποσοστόν ευθύνης, δηλαδή 20%, βαρύνει τον πρώτον των εναγομένων Ν. Χ., καθόσον αυτός, συμπεριφερόμενος αμελώς, ακινητοποίησε το παραπάνω αυτοκίνητο που οδηγούσε στην δεξιά λωρίδα του προαναφερθέντος ρεύματος πορείας της περιφερειακής οδού της πόλεως της Θεσσαλονίκης, παρότι αυτό απαγορεύεται (άρθρα 12 παρ. 1 και 34 του Ν. 2696/1999) και γνωρίζοντας ότι η εν λόγω οδός εμφανίζει ιδιαιτέρως αυξημένη κυκλοφορία οχημάτων καθ’ όλη την διάρκεια της ημέρας και ως εκ τούτου θα μπορούσε να δημιουργηθεί κίνδυνος στους οδηγούς των οχημάτων που εκείνη τη στιγμή εκινούντο στην παραπάνω περιφερειακή οδό".
Με τις ανωτέρω σκέψεις του, το Εφετείο δέχθηκε τους αντίστοιχους λόγους της έφεσης των αναιρεσιβλήτων-εναγομένων και εξαφάνισε την πρωτόδικη με αριθμό 3083/2014 απόφαση, κρίνοντας τελικά τον ενάγοντα-αναιρεσείοντα οδηγό Ι. Κ., συνυπαίτιο της ένδικης σύγκρουσης και του τραυματισμού του κατά ποσοστό 80% και τον πρώτο αναιρεσίβλητο-εναγόμενο οδηγό Ν.
Χ., συνυπαίτιο κατά ποσοστό 20%. Παράλληλα, το Εφετείο απέρριψε την συνεκδικασθείσα έφεση των αναιρεσειόντων κατά της παραπάνω πρωτόδικης απόφασης, η οποία, σε αντίθεση με το Εφετείο, είχε κρίνει τον πρώτο αναιρεσίβλητο οδηγό Ν. Χ. συνυπαίτιο της ένδικης σύγκρουσης κατά ποσοστό 70% και τον αναιρεσείοντα-ενάγοντα Ι.
Κ. συνυπαίτιο κατά ποσοστό 30%. Έτσι που έκρινε το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε τις εφαρμοσθείσες ως άνω ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 το ΑΚ και 12 παρ. 1, 19 και 20 του ΚΟΚ, για τον ενάγοντα οδηγό Ι. Κ.. Ειδικότερα τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, ότι δηλαδή ο ενάγων οδηγός Ι.
Κ. δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του και δεν ασκούσε στο αυτοκίνητο τον αναγκαίο έλεγχο και εκινείτο με ταχύτητα που υπερέβαινε το καθοριζόμενο όριο των 90 χιλιομέτρων ωριαίως, προσδιοριζόμενο από την σφοδρότητα της συγκρούσεως και τη θέση των δύο οχημάτων μετά τη σύγκρουση, δεν αντιλήφθηκε έγκαιρα το προαναφερθέν σταθμευμάνο στην πορεία του αυτοκίνητο των εναγομένων, το οποίο πριν σταθμεύσει εκινείτο στη δεξιά λωρίδα του ρεύματος κυκλοφορίας του, στο οποίο ήταν σε λειτουργία τα φώτα εκτάκτου ανάγκης, όταν δε καθυστερημένα επεχείρησε τον προς τα αριστερά αποφευκτικό ελιγμό, λόγω της ταχύτητάς του, δεν μπόρεσε να αποφύγει την ένδικη σύγκρουση, στην οποία αιτιωδώς συνετέλεσε και η εκ μέρους του εναγομένου οδηγού Ν.
Χ. αμελής συμπεριφορά του οδηγουμένου από αυτόν αυτοκινήτου στην δεξιά λωρίδα του ρεύματος πορείας της οδού που εκινείτο, δικαιολογούν πλήρως την εφαρμογή των ως άνω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου. Επομένως τα όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες με τον δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου κατά το πρώτο τμήμα του, με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα.
Από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, με τις οποίες το Εφετείο, αφ’ ενός μεν δέχθηκε την έφεση των αναιρεσιβλήτων κατά της αντιθέτως κρίνασας πρωτόδικης απόφασης, με την οποία είχε κριθεί ο αναιρεσείων συνυπαίτιος κατά 30% του ενδίκου τραυματισμού του και είχε γίνει δεκτή η αγωγή του κατά ένα μέρος, αφ’ ετέρου δε είχε κριθεί ο αναιρεσίβλητος-εναγόμενος οδηγός Ν.
Χ. συνυπαίτιος της ένδικης σύγκρουσης, κρίνοντας τελικά το Εφετείο υπαίτιο της ένδικης σύγκρουσης τον αναιρεσείοντα - ενάγοντα Ι. Κ. κατά ποσοστό 80% και τον αναιρεσίβλητο - εναγόμενο οδηγό Ν. Χ. κατά ποσοστό 20%, προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 297, 298, 300, 330, 914, 932 του ΑΚ και 12 παρ. 1, 19, 20 και 34 του ΚΟΚ, τους οποίους η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων για να αιτιολογηθεί χωρίς αμφιβολία η συντρέχουσα συνυπαιτιότητα του παθόντος και αναιρεσείοντος Ι.
Κ. και ο αιτιώδης σύνδεσμος της υπαίτιας αυτής συμπεριφοράς αντίστοιχα με το ζημιογόνο αποτέλεσμα που δεν διακόπηκε με την μεσολαβήσασα συνυπαιτιότητα του έτερου εμπλακέντος οδηγού. Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες με το δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου, κατά το άλλο μέρος του, με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμ. 19 του άρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ.
κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, ως προς όλα τα μέρη του, εφ’ όσον άλλωστε η υπαγωγή όλων των προαναφερθέντων πραγματικών περιστατικών στους κανόνες δικαίου περί αδικοπραξιών και του ΚΟΚ που εφαρμόσθηκαν, δεν βρίσκεται σε καμμία απολύτως αντίθεση με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ενώ εξάλλου οι παραδοχές της προσβαλλόμενης κατά τον καθορισμό από αυτής των προαναφερθέντων ποσοστών συνυπαιτιότητας για κάθε ένα εμπλακέντα οδηγό, ως εκτίμηση περί τα πράγματα, δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Εξάλλου, ο ίδιος δεύτερος λόγος της αναίρεσης κατά την σ’ αυτόν κατά το τελευταίο μέρος του περιλαμβανόμενη αιτίαση από τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθμ. 19 και 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., ότι υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης ή ανεπάρκεια των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, σχετικά με την εκτίμηση των αποδείξεων, που αφορούν το ίδιο πιο πάνω προαναφερόμενο κρίσιμο ζήτημα για τις συνθήκες σε μείζονα βαθμό συνυπαιτιότητα (80%) του αναιρεσείοντος-ενάγοντος οδηγού Ι.
Κ., από το γεγονός ότι δεν αντιλήφθηκε έγκαιρα, καίτοι μπορούσε, λόγω του ευθύγραμμου της οδού που εκινείτο, το ακινητοποιημένο στο δεξιό της ίδιας οδού και της ίδιας λωρίδας αυτοκίνητο που οδηγούσε ο Ν. Χ., και τα αντίστοιχα επιχειρήματα των αναιρεσιβλήτων και τα περί του αντιθέτου επιχειρήματα των αναιρεσειόντων, που έχουν σχέση με το τελικό αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατάληξε το δικαστήριο, και βρίσκονται κατά τους αναιρεσείοντες σε αντίθεση με το ότι δεν διευκρινίζεται στην προσβαλλόμενη: 1) σε ποιά λωρίδα εκινείτο αρχικά το όχημα που οδηγούσε ο Ν.
Χ. πριν από την προσωρινή στάθμευση, 2) ποιό το πλάτος κάθε λωρίδας από τις τρεις του ρεύματος πορείας που εκινούντο τα δύο οχήματα και σε ποιό σημείο της αντίστοιχης λωρίδας είχε σταθμεύσει το αυτοκίνητο ο Ν. Χ., 3) πως προσδιορίσθηκε η ταχύτητα του αυτοκινήτου των αναιρεσειόντων ανερχόμενη άνω των 90 χιλιομέτρων, 4) εάν μεταξύ του ακινητοποιούμενου αυτοκινήτου των εναγομένων και του αυτοκινήτου των αναιρεσειόντων μεσολαβούσαν άλλα αυτοκίνητα που περιόριζαν την ορατότητα του δευτέρου αναιρεσείοντος οδηγού είναι απορριπτέα ως απαράδεκτα, αφού κατά τα προεκτιθέμενα, το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση, όπου εκτίθεται και ότι το όχημα που οδηγούσε ο πρώτος αναιρεσίβλητος Ν.
Χ.ς ήταν σε προσωρινή στάση στην πρώτη από δεξιά λωρίδα πλάτους 3,5 μέτρων, αφού το συνολικό πλάτος του ρεύματος πορείας προσδιορίσθηκε σε 10,5 μ., η δε ταχύτητα του οχήματος των αναιρεσειόντων προσδιορίσθηκε άνω των 90 χιλιομέτρων ωριαίως με βάση τη σφοδρότητα της συγκρούσεως και την εξ αυτής τελική θέση των δύο οχημάτων μετά τη σύγκρουση, με τον ίδιο δε λόγο κατά τα λοιπά, εκ του περιεχομένου του οποίου δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από εκείνες του άρθρ. 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, πλήττεται μέσω των προαναφερόμενων επιχειρημάτων των αναιρεσειόντων, η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
III. Ο λόγος αναίρεσης του αριθμ. 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. δίδεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντέστασης ή λόγου έφεσης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (Ολ.ΑΠ 3/1997, ΑΠ 1933/2006).
Εξ άλλου δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ 12/1997), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.ΑΠ 11/1996).
Με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμ. 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τον βασικό ισχυρισμό των αναιρεσειόντων-εναγόντων, ότι ο πρώτος των εναγομένων και αναιρεσιβλήτων οδηγός Ν. Χ. ενήργησε αρχικώς αιφνίδια αλλαγή λωρίδας από την μεσαία, όπου εκινείτο, προς την δεξιά και ακολούθως ακινητοποίησε επί της τελευταίας το όχημά του αμέσως προ του επερχομένου οχήματος που οδηγούσε ο δεύτερος από τους αναιρεσείοντες Ι.
Κ.. Όπως όμως προκύπτει από τις προαναφερθείσες στην προηγούμενη σκέψη παραδοχές της προσβαλλόμενης, το Εφετείο εκτίμησε προσηκόντως τα ίδια αυτά πραγματικά περιστατικά, συγκροτούντα τον ισχυρισμό των αναιρεσειόντων, δεχόμενο όμως τελικά τα αποδειχθέντα γεγονότα αντίθετα προς αυτά που συγκροτούν τον ισχυρισμό αυτό.
Ειδικότερα δε, το Εφετείο τον ίδιο πιο πάνω αγωγικό ισχυρισμό των αναιρεσειόντων ως εναγόντων, τον παρέθεσε αυτοτελώς στο αποδεικτικό πόρισμα της απόφασής του, συνδέοντάς τον με την προανακριτική κατάθεση του αναιρεσείοντος οδηγού Ι. Κ. στην αρμόδια αστυνομική αρχή στις 7-6-2010, στη συνέχεια όμως, ανελέγκτως κρίνοντας το Εφετείο και σταθμίζοντας τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία, μεταξύ των οποίων και άλλες μαρτυρικές καταθέσεις όπως του S. D.
του M. και του Α. Ν., κατέληξε στην απόρριψη κατ’ ουσίαν του ιδίου αγωγικού ισχυρισμού, δεχόμενο ως αποδειχθέντα τα γεγονότα που συγκροτούν τον αντίθετο ισχυρισμό των αναιρεσιβλήτων - εναγομένων, ότι δηλαδή το όχημα που οδηγούσε ο αναιρεσείων οδηγός Ι. Κ. στην πρώτη από δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας με μεγάλη ταχύτητα και αφού ο οδηγός του απώλεσε τον έλεγχό του, προσέκρουσε στο σταθμευμένο στην ίδια λωρίδα κυκλοφορίας όχημα από τον οδηγό Ν.
Χ..
Μετά τα παραπάνω πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε κατά την άσκησή της στο Δημόσιο Ταμείο και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες ως ηττηθέντες στη δικαστική δαπάνη της τρίτης αναιρεσίβλητης, που παρέστη και για τις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσε (άρθρ. 176 και 183 Κ.Πολ.Δ.)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12-7-2016 αίτηση για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 217/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε κατά την άσκηση της αναίρεσης στο Δημόσιο Ταμείο.
Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη της παραστάσας τρίτης αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "....", την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Νοεμβρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Δεκεμβρίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ