2064/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΤο ορισμένο ή όχι του δικογράφου της αγωγής, ως προς έκθεση πραγματικών περιστατικών ου συγκροτούν την ιστορική βάσης της καθώς και τον τρόπο, κατά τον οποίο απέκτησε την εξουσία εκπροσωπήσεως, ή αντιπροσωπεύσεως εκτιμάται κυριαρχικώς από το δικαστήριο της ουσίας, με τη νομική παραδοχή ότι κατά την έννοια του άρθρου 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, ο νομικός χαρακτηρισμός των επικαλούμενων περιστατικών, στα οποία θεμελιώνεται το αγωγικό αίτημα, δεν είναι δεσμευτικός για το δικαστήριο, το οποίο οφείλει αυτεπαγγέλτως να προβεί στην ορθή νομική υπαγωγή των εκτιθέμενων, κατά τρόπο σαφή πραγματικών περιστατικών, έστω και διαφορετική από εκείνη στην οποία προβαίνει ο ενάγων, χωρίς τούτο να αποτελεί ανεπίτρεπτη μεταβολή της βάσεως της αγωγής, αφού η βάση της αγωγής συγκροτείται από τα πραγματικά περιστατικά, που θεμελιώνουν το αίτημα, ενώ δεν υπόκειται, κατά τούτο, η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας σ αναιρετικό έλεγχο.
Legislator headnote
AI generated2064/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Συνεπώς κατά τις παραπάνω διακρίσεις η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης.
Full text
Απόφαση 2064 / 2014 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2064/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο, Μιχαήλ Αυγουλέα και Χρήστο Βρυνιώτη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Οκτωβρίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "ΧΡΙΣΜΑΡ ΓΙΩΤΙΝΓΚ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ" η οποία εδρεύει στον Πειραιά και εκπροσωπείται νόμιμα από τον διαχειριστή της Ν. Σ. και εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία Γρατσία, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠoλΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Δ. Σ. του Ι., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Βασίλειο Πάρρη και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-7-2010 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 87/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4699/2013 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 11-11-2013 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Μιχαήλ Αυγουλέας, ανέγνωσε την από 10-3-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Το ορισμένο ή όχι του δικογράφου της αγωγής, ως προς έκθεση πραγματικών περιστατικών ου συγκροτούν την ιστορική βάσης της καθώς και τον τρόπο, κατά τον οποίο απέκτησε την εξουσία εκπροσωπήσεως, ή αντιπροσωπεύσεως εκτιμάται κυριαρχικώς από το δικαστήριο της ουσίας, με τη νομική παραδοχή ότι κατά την έννοια του άρθρου 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, ο νομικός χαρακτηρισμός των επικαλούμενων περιστατικών, στα οποία θεμελιώνεται το αγωγικό αίτημα, δεν είναι δεσμευτικός για το δικαστήριο, το οποίο οφείλει αυτεπαγγέλτως να προβεί στην ορθή νομική υπαγωγή των εκτιθέμενων, κατά τρόπο σαφή πραγματικών περιστατικών, έστω και διαφορετική από εκείνη στην οποία προβαίνει ο ενάγων, χωρίς τούτο να αποτελεί ανεπίτρεπτη μεταβολή της βάσεως της αγωγής, αφού η βάση της αγωγής συγκροτείται από τα πραγματικά περιστατικά, που θεμελιώνουν το αίτημα, ενώ δεν υπόκειται, κατά τούτο, η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας σ αναιρετικό έλεγχο.
Εξαίρεση ισχύει στην περίπτωση, που το δικαστήριο αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα πράγματι απαιτεί ο νόμος ή αρκέσθηκε σε λιγότερα ή διαφορετικά από αυτά. Στην περίπτωση αυτή υπάρχει παράβαση κανόνα δικαίου, κατά τη διάταξη, του αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον αντίστοιχο λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του είτε εφαρμόσθηκε ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (Ολ.
ΑΠ 4/2005, 7/2006).
Συνεπώς κατά τις παραπάνω διακρίσεις η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης.
Έτσι με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ο οποίος για να είναι ορισμένος πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.
Η ανεπάρκεια λοιπόν, των πραγματικών περιστατικών, που επικαλείται με την αγωγή του ο ενάγων για τη θεμελίωσή της, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο της προαναφερόμενης διάταξης, ως παράβαση κανόνα δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε ως ορισμένη την αγωγή, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος.
Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα να κρίνει ως αόριστη τη αγωγή αξιώνοντας περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος ( Ολ. ΑΠ 18/1998). Επομένως, νομική είναι η αοριστία που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Αντιθέτως, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία του δικογράφου της αγωγής υπάρχει, αν ο ενάγων δεν αναφέρει στην αγωγή με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν προϋπόθεση για την εφαρμογή του κανόνα δικαίου, στον οποίο στηρίζεται το αίτημα της αγωγής.
Στην περίπτωση αυτήν η αγωγή απορρίπτεται ως αόριστη και η σχετική παράβαση ελέγχεται αναιρετικά με τους λόγους του άρθρου 559 αριθ. 8 ή 14 του ΚΠολΔ. Ειδικότερα, κατά τη διάταξη, της παρ. 1 του άρθρου 216 ΚΠολΔ η αγωγή εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 και 117 πρέπει να περιέχει, α) σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και γ) ορισμένο αίτημα, σε τρόπο ώστε να παρέχεται στον εναγόμενο η ευχέρεια της άμυνας, στο δε δικαστήριο η δυνατότητα ελέγχου του βασίμου κατά νόμο της αγωγής.
Διαφορετικά η αγωγή είναι αόριστη. Η αοριστία δε αυτή με την έννοια της ποιοτικής ή ποσοτικής αοριστίας δεν μπορεί να θεραπευτεί ούτε με τις προτάσεις ούτε με παραπομπή στο περιεχόμενο άλλου εγγράφου, ούτε μπορεί σε αυτή να γίνει επιφύλαξη διόρθωσης ή συμπλήρωσης από την προσαγωγή ή εκτίμηση αποδείξεων, διότι αυτό αντίκειται στις διατάξεις για την προδικασία του άρθρου 111 ΚΠολΔ, των οποίων η τήρηση ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο.
Η ποσοτική δε αοριστία της αγωγής (δηλ. η έλλειψη εξειδίκευσης με πληρότητα των πραγματικών περιστατικών που αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα) ή η ποιοτική αοριστία αυτής (δηλ. η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου, χωρίς αναφορά περιστατικών) ελέγχεται κατά τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ενώ οι δικονομικές ελλείψεις που καθιστούν άκυρο ή απαράδεκτο το δικόγραφο της ελέγχονται κατά το ίδιο άρθρο 559 αρ. 14 του αυτού Κώδικα.
Αν λοιπόν, το δικαστήριο δεχτεί την αγωγή ως ορισμένη μολονότι το δικόγραφο της σε ότι αφορά την έκθεση των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την ιστορική αιτία, είναι αόριστο και προβαίνει στην κατ' ουσία εξέτασή της, κατά παράβαση της ως άνω δικονομικής διάταξης του άρθρου 216 ΚΠολΔ και δεν κηρύσσει ακυρότητα του δικογράφου, ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ2, και όχι από τον αριθμό 1 του ίδιου άρθρου 559 του ΚΠολΔ., που δημιουργεί λόγο αναίρεσης στην περίπτωση μόνο της νομικής αοριστίας της αγωγής, σε συνδυασμό με ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, και όχι δικονομικού τοιούτου, όπως εκείνη του άρθρου 216 του ΚΠολΔ.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 61, 65, 67, 68 και 70 ΑΚ, συνάγεται ότι για να υποχρεωθεί το νομικό πρόσωπο από δικαιοπραξία πρέπει αυτή να έχει συναφθεί είτε από το όργανο που το διοικεί, το οποίο να ενεργεί μέσα στα όρια της εξουσίας του, κατά τους όρους της συστατικής πράξης ή του καταστατικού του, είτε από φυσικό πρόσωπο στο οποίο παρέσχε σχετική εξουσία το όργανο που διοικεί το νομικό πρόσωπο.
Δικαιοπραξία που έχει καταρτιστεί επ' ονόματι νομικού προσώπου από φυσικό πρόσωπο το οποίο δεν έχει εξουσία εκπροσώπησής του δεν το δεσμεύει. Ειδικότερα, η εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, η οποία είναι νομικό πρόσωπο, εκπροσωπείται, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 16 και 17 του Ν. 3190/1955, από τους εταίρους δρώντας συλλογικώς, μπορεί όμως, εφόσον τούτο ορίζεται στο καταστατικό, να ανατεθεί με το καταστατικό ή με απόφαση της συνέλευσης των εταίρων, η διαχείριση των εταιρικών υποθέσεων και η εκπροσώπηση της εταιρείας σε ένα ή περισσότερους εταίρους ή μη, για ορισμένο χρόνο ή μη. .
Αν η εκπροσώπηση του νομικού προσώπου, ανατεθεί σε τρίτο μη εταίρο, ο τελευταίος δεν ενεργεί ως καταστατικό όργανο αυτού, αλλά ενδεχομένως ως αντιπρόσωπος ή εντολοδόχος αυτού, κατά τα οριζόμενα στις διατάξεις των άρθρων 216 επ. και 713 επ. ΑΚ. Από το συνδυασμό των τελευταίων πιο πάνω διατάξεων, με εκείνες των άρθρων 229 και 238 ΑΚ, προκύπτει ότι σύμβαση καταρτισθείσα με πρόσωπα μη εκπροσωπούντα νομίμως την εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, ή μη έχοντα αντιπροσωπευτική εξουσία, στερείται κύρους και δεν τη δεσμεύει, εκτός αν αυτή ενέκρινε τη σύμβαση κατά την, ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 229 ΑΚ, που ορίζει, ότι αν μια σύμβαση συνομολογήθηκε στο όνομα άλλου χωρίς την πληρεξουσιότητα του, το κύρος της εξαρτάται από την έγκριση του αντιπροσωπευομένου.
Η έγκριση αναγόμενη στο χρόνο της δικαιοπραξίας, αναπληρώνει την έλλειψη της εξουσίας αντιπροσωπεύσεως, γίνεται δε με μονομερή δήλωση απευθυντέα στο άλλο μέρος των συμβαλλομένων (άρθρα 236 και 238 ΑΚ) υποβαλλόμενη στον τύπο που προβλέπεται για τη σύμβαση που αφορά αυτή και δυνάμενη, εφόσον για τη σύμβαση αυτή δεν απαιτείται η τήρηση τύπου, να παρασχεθεί και με σιωπηρή δήλωση βουλήσεως, συναγόμενη από πράξεις της εγκρίνασας (ΕΠΕ) ή περιστάσεις που καθιστούν αναντίρρητη τη βούληση της έγκρισης.
Για την πληρότητα, όμως του δικογράφου της αγωγής που στρέφεται κατά νομικού προσώπου, η οποία έχει ως αντικείμενο την εκπλήρωση συμβατικής υποχρεώσεως αναληφθείσας από αυτό αλλά και σε ένσταση ή αντένσταση, με τις οποίες γίνεται επίκληση τέτοιας συμβάσεως για τη θεμελίωση του περιεχόμενου σ' αυτές αυτοτελούς ισχυρισμού, δεν απαιτείται να αναφέρονται και τα φυσικά πρόσωπα που εκπροσώπησαν το νομικό πρόσωπο ή ενήργησαν ως αντιπρόσωποι αυτού, κατά τη σύναψη της συμβάσεως καθώς και τα στοιχεία της νόμιμης εκπροσωπήσεώς του, διότι το στοιχείο αυτό δεν ανάγεται στη νομιμοποίηση, αλλά έχει σχέση με την ύπαρξη συμβατικής ή εξωσυμβατικής ευθύνης.
Αν όμως αμφισβητείται η σύναψη της συμβάσεως ή το κύρος της λόγω ελλείψεως νόμιμης εκπροσωπήσεως του νομικού προσώπου, ο επικαλούμενος τη σύμβαση, πρέπει να καθορίσει με τις προτάσεις της πρώτης συζητήσεως ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ή αν πρόκειται για ένσταση ή αντένσταση, με την προσθήκη των προτάσεων, το πρόσωπο το οποίο, σύμφωνα με το νόμο ή το καταστατικό, εκπροσώπησε το νομικό πρόσωπο ή ήταν αντιπρόσωπός του, και δήλωσε κατά το νόμιμο τούτο τρόπο τη σχετική βούληση του, το δε δικαστήριο να προσδιορίσει στην απόφασή του το φυσικό πρόσωπο από το οποίο εκπροσωπήθηκε το νομικό πρόσωπο καθώς και τον τρόπο, κατά τον οποίο απέκτησε την εξουσία εκπροσωπήσεως, ή αντιπροσωπεύσεως, ώστε να καταστεί εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής των ως άνω διατάξεων.
Τέλος, όπως συνάγεται από τα άρθρα 53 επ. του Κ.Ι.Ν.Δ., η σύμβαση ναυτολογήσεως, όντας ιδιότυπη σύμβαση εργασίας δεδομένου ότι δεν συντελείται με μόνη τη συνομολόγηση της, αλλά προαπαιτείται ορισμένη ενέργεια, η οποία μόνο στο πλοίο μπορεί να λάβει χώρα και συνίσταται είτε στην καταχώρηση της στο επί του πλοίου υπάρχον ναυτολόγιο, είτε στην επιβίβαση του ναυτικού πάνω στο πλοίο, με την ανοχή του πλοιάρχου, αποβλέποντος στην διαρκή απασχόληση του ναυτικού προς λειτουργική εξυπηρέτηση του προορισμού του πλοίου και από την πλήρωση της οποίας (ενέργειας) ολοκληρώνεται η σύμβαση και κατά συνέπεια αρχίζει να υφίσταται η σχέση, ανάλογα με το ποια από τις ενέργειες αυτές προηγήθηκε χρονικά - είναι σύμβαση άτυπη, η οποία καταρτίζεται μεταξύ του ναυτικού και του πλοιάρχου και ως εκ τούτου, η σχετική βούληση και των δύο μερών μπορεί να δηλωθεί και σιωπηρά και να πραγματοποιηθεί έτσι η συνομολόγησή της, σύμφωνα με όσα ορίζονται στο άρθρο 192 ΑΚ, ήτοι αμέσως μόλις περιέλθει στο ναυτικό η περί αποδοχής της εργασίας του δήλωση του πλοιάρχου.
Τέτοια δε δήλωση ενέχει και η συμπεριφορά του πλοιάρχου, η οποία συνίσταται στην, μετά την παράδοση σ' αυτόν από τον ναυτολογούμενο του ναυτικού του φυλλαδίου και πριν από οποιαδήποτε εγγραφή στο ναυτολόγιο, ανοχή της ενάρξεως της εργασίας στο πλοίο του υπό ναυτολόγηση ναυτικού. Ενόψει αυτών, για τη νομική, επάρκεια της αγωγής που στηρίζεται στο άρθρο 53 ΚΙΝΔ απαιτείται να περιέχονται σ' αυτήν, ως στοιχεία της βάσης της, που πρέπει ο ενάγων να αποδείξει, κατά το άρθρο 53 ΚΙΝΔ η σύμβαση ναυτολογήσεως, η παροχή από το ναυτικό της εργασίας του στον εργοδότη (πλοιοκτήτη ή εφοπλιστή) και ο συμβατικός ή νόμιμος μισθός, ενώ, δεν είναι αναγκαίο στοιχείο, για τη νομιμότητα αυτής να αναφέρεται ότι η σύμβαση ναυτολογήσεως καταχωρήθηκε στο ναυτολόγιο.
Στην κρινόμενη υπόθεση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της αγωγής επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προκύπτει ότι ο ενάγων, ήδη αναιρεσίβλητος ισχυριζόταν ότι, δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων εξαρτημένης ναυτικής εργασίας, μετά του φερομένου ως ενεργούντος αντιπροσώπου της εναγομένης Ε.Π.Ε.
Ι.-Π. Π., που καταρτίστηκε στον Πειραιά, στις 13-10-2009, προσελήφθη και ναυτολογήθηκε στο πλοίο, "Ζ."/ "Z." (αριθ. νηολογίου Πειραιώς ...), πλοιοκτησίας της εναγομένης, όπου απασχολήθηκε, μέχρις τις 30-6-2010, με την ειδικότητα του αρχικαμαρώτου-αρχιθαλαμηπόλου, αντί συμφωνηθέντος μηνιαίου 1.000 ευρώ, μέχρι τις 30-3-2010 και στη συνέχεια αντί 2.200 ευρώ.
Ότι από την προσφορά των υπηρεσιών του στο ως άνω πλοίο διατηρεί κατά της εναγομένης πλοιοκτήτριας εταιρίας απαιτήσεις για μη καταβληθέντες μισθούς το χρονικό διάστημα 1-2-2010 μέχρι 30-6-2010, κατά το οποίο παρείχε τις υπηρεσίες και τις αποδεχόταν η εναγομένη. Με βάση αυτά ζήτησε να του επιδικασθούν οι συμφωνηθείσες αποδοχές του για το ως άνω χρονικό διάστημα.
Με το ως άνω περιεχόμενο η αγωγή ήταν νόμιμη ως στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 53, 54, 84 ΚΙΝΔ, 211, 229, 361, 648 επ. ΑΚ. Τούτο διότι, αφενός στο δικόγραφο αυτής αναφερόταν ότι το τρίτο πρόσωπο ενεργούσε, ως αντιπρόσωπος της εναγομένης πλοιοκτήτριας, αν και με όσα αναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη το στοιχείο αυτό δεν ήταν αναγκαίο για την πληρότητα της αγωγής, αφετέρου δε, από το σύνολο του περιεχομένου της προέκυπτε ότι η σύμβαση αυτή, σε κάθε περίπτωση εγκρίθηκε σιωπηρώς, συναγομένη από τις πράξεις της εγκρίνασας εναγομένης σύμφωνα με τις οποίες αποδέχτηκε τις υπηρεσίες και του κατέβαλε τους συμφωνημένους μισθούς του μέχρι και τον Ιανουάριο 2010.
Ούτε άλλωστε για την νομική επάρκεια των απαιτήσεων του ενάγοντος ήταν αναγκαίο στοιχείο η αναφορά στη αγωγή της καταχώρησης της σύμβασης στο ναυτολόγιο. Επομένως, το ως Εφετείο, δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχτηκε ότι η αγωγή ήταν νόμιμη, σύμφωνα με τις πιο πάνω διατάξεις, δεν έσφαλε στην εφαρμογή και ερμηνεία των διατάξεων αυτών.
Κατά συνέπεια, οι επί μέρους αιτιάσεις, που περιέχονται στο 2ο λόγο της κρινόμενης αίτησης, με τις οποίες αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αρ. 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ πλημμέλεια, όσον αφορά τη νομική επάρκεια της αγωγής σε σχέση με την επικαλούμενη, από την αναιρεσείουσα, έλλειψη αναφοράς στο δικόγραφο της αγωγής της καταχώρισης της σύμβασης στο ναυτολόγιο, είναι αβάσιμες και πρέπει να απορριφθούν.
Εξάλλου, οι λοιπές αιτιάσεις του ίδιου λόγου αλλά και των υπολοίπων περί μη 1) αναφοράς του τρόπου κτήσεως της ιδιότητας του αντιπροσώπου, υπό την οποία φέρεται ότι ενήργησε το φυσικό πρόσωπο, που συνήψε την επίμαχη σύμβαση και 2) εξειδικεύσεως των επί μέρους κονδυλίων, οι οποίες έχουν σχέση με την ποιοτική και την ποσοτική αοριστία της αγωγής, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες, εφόσον οι πλημμέλειες αυτές, θεμελιώνουν τους, από τους αρ. 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προβλεπόμενους αναιρετικούς λόγους, και δεν εμπίπτουν στην περιοριστική απαρίθμηση των λόγων αναίρεσης κατά των αποφάσεων των Πρωτοδικείων, που εκδίδονται επί των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων και προβλέπονται από τις διατάξεις του άρθρου 560 ΚΠολΔ.
Ενόψει αυτών πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση. Τέλος, η δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου πρέπει να επιβληθεί σε βάρος της ηττηθείσας αναιρεσείουσας (183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 11-11-2013 αίτηση για αναίρεση της υπ' αρ. 4699/2013 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς.
Επιβάλλει τη δικαστική δαπάνη σε βάρος της αναιρεσείουσας, τη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 4 Νοεμβρίου 2014. Και
Δημοσιεύτηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 18 Νοεμβρίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ