Supreme Court dismisses appeal against conviction for false accusation due to lack of procedural grounds and error of law.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a criminal conviction for false accusation, rejecting all grounds raised. The appellant argued that the lower court failed to read specific prior judgments as required by law and did not provide sufficient reasoning for the conviction. The court ruled that these claims were inadmissible because they concerned the substantive evaluation of evidence and alleged procedural errors that do not constitute legal grounds for appeal under the relevant code.
Legislator headnote
AI generatedArticles 229(1) and 510(1)(D) of the Criminal Code; The Supreme Court lacks jurisdiction to review the substantive evaluation of evidence or correct errors in the application of procedural rules that do not result in procedural nullity.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2064 / 2010 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 2064/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21-7-2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Ανδρέα Ξένο-Εισηγητή, σύμφωνα με την 104/21-7-2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Δεκεμεβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Ν. Π. του Γ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λάμπρο Νικολακόπουλο, για αναίρεση της υπ'αριθ.371/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Α. Α. του Γ., κάτοικο …, που παρέστη αυτοπροσώπως ως δικηγόρος. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 7 Ιουλίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως και στους από 18 Νοεμβρίου 2010 προσθέτους λόγους, τα οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 995/2010.
Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 229 παρ.1 του ΠΚ προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδούς καταμηνύσεως, όπως ίσχυε πριν από την αντικατάσταση της από το άρθρο 1 παρ.6 του ν.3327/2005, όποιος εν γνώσει καταμηνύει άλλον ψευδώς ή αναφέρει γι'αυτόν ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξή του γι'αυτήν τιμωρείται με φυλάκιση.
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδούς καταμηνύσεως, απαιτείται η πράξη που αποδίδεται σε ένα ή περισσότερα συγκεκριμένα πρόσωπα να είναι αξιόποινη ή πειθαρχικώς κολάσιμη και ψευδής, β)ο υπαίτιος να γνώριζε την αναλήθεια της και γ)να απέβλεπε με αυτήν στο να κινηθεί ποινική ή πειθαρχική δίωξη εναντίον εκείνου κατά του οποίου στρέφεται η καταγγελία του ψευδομηνυτή.
Εξάλλου η επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής αποφάσεως η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως της κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' ΚΠοινΔ υπάρχει όταν εκτίθενται σ'αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή τους στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις.
Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, τα δε αποδεικτικά μέσα αρκεί να αναφέρονται γενικώς κατά το είδος τους χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα εκάστου.
Όσον αφορά το δόλο που απαιτείται κατά το άρθρο 26 παρ.1 του Π.Κ. για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος και συνίσταται σύμφωνα με το άρθρο 27 παρ.1 του ιδίου Κώδικα, στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια της αξιοποίνου πράξεως δεν υπάρχει ανάγκη, κατά τούτο, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι αυτός ενυπάρχει στην παραγωγή των περιστατικών και προκύπτει από αυτήν.
Για την πληρότητα της αιτιολογίας επι καταδίκης για ψευδή καταμήνυση πρέπει να εκτίθενται στην απόφαση τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την υποβολή της μηνύσεως ή της αναφοράς ενώπιον της αρχής, την καταγγελόμενη πράξη και τον σκοπό του δράστη να προκληθεί καταδίωξη του ψευδούς καταγγελλόμενου προσώπου και τον άμεσο δόλο του υπαιτίου, που περιλαμβάνει αναγκαία τη γνώση της αναληθείας των καταγγελομένων περιστατικών και πρέπει να αιτιολογείται ειδικώς στην καταδικαστική απόφαση με παράθεση των γεγονότων που δικαιολογούν τη γνώση αυτή.
Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Περαιτέρω λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε'ΚΠοινΔ αποτελεί η εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία συντρέχει όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν κάνει σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφήρμοσε αλλά και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες αντιφάσεις ή λογικά κενά με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από το συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως, που αλληλοσυμπληρώνοντας το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη 371/2010 απόφασή του κατά την αναιρετικά ανελεγκτή κρίση του μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ'είδος αναφερομένων αποδεικτικών μέσων (ανωμοτί κατάθεση πολιτικώς ενάγοντος, πρακτικά πρωτοβάθμιας δίκης, αναγνωσθέντα έγγραφα και απολογία του κατηγορουμένου) δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Ο πατέρας του κατηγορουμένου Γ. Π. είχε αναθέσει στον εγκαλούντα δικηγόρο Αθηνών, να προβεί στις εξής ενέργειες α)να ασκήσει αγωγή ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά του γιού του (και αδελφού του κατηγορουμένου) Κ. Π. για την ακύρωση του υπ'αριθμ. ... συμβολαίου της Συμβολαιογράφου Αθηνών Βασιλικής Παναγούλη-Παπαφωτίου, ενέργεια στην οποία και προέβη ο εγκαλών που άσκησε την από 15-11-1993 αγωγή, β)να ασκήσει αγωγή αναγνωρίσεως δικαιώματος επικαρπίας που είχε επί άλλου ακινήτου κατά του ως άνω υιού του, ενέργεια στην οποία επίσης προέβη ο εγκαλών που άσκησε την υπ'αριθμ.
εκθέσεως καταθέσεως 468/1990 αγωγή ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, γ)να υποβάλει μήνυση εις βάρος του ως άνω υιού του για το αδίκημα της πλαστογραφίας, την οποία και υπέβαλε, εκδοθέντος σχετικώς του υπ'αριθμ.5496/1998 αμετακλήτου βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών. Επί της πρώτης αγωγής εκδόθηκε αρχικά η υπ'αριθμ.5306/1994 μη οριστική απόφαση, με την οποία διατάχθηκε η διεξαγωγή αποδείξεων, η δίκη δε αυτή διακόπηκε λόγω του επισυμβάντος την 21-1-2000 θανάτου του ανωτέρω εντολέα Γ.
Π. και ακολούθως η μοναδική εκ διαθήκης κληρονόμος του τελευταίου, σύζυγος του Α. Π., δυνάμει της από 3-8-1994 ιδιογράφου διαθήκης αυτού, έδωσε την εντολή στον εγκαλούντα δικηγόρο, αφενός για τη δημοσίευση της διαθήκης αυτής και αφετέρου για τη συνέχιση της διακοπείσης ως άνω δίκης. Στις ενέργειες αυτέ προέβη ο εγκαλών και τελικά επί της ανωτέρω αγωγής εκδόθηκε η υπ'αριθμό 5505/2003 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή.
Επί της δεύτερης δε αγωγής εκδόθηκε η υπ'αριθμ.9709/1994 απόφαση του ιδίου ως άνω δικαστηρίου, με την οποία διατάχθηκαν αποδείξεις, πλήν όμως, η δίκη διακόπηκε λόγω του επισυμβάντος κατά τα προαναφερθέντα θανάτου του εντολέα Γ. Π. Ο τελευταίος κατά τον Μάϊο του 1993 που έδωσε εντολή στον εγκαλούντα δικηγόρο για την ακύρωση του προαναφερθέντος συμβολαίου είχε τη χρήση του λογικού του, όπως συνάγεται ενδεικτικά από τα υπ'αριθ.1965/7-4-1993, 2271/3-12-1993, 3733/5-9-1997 πληρεξούσια της Συμβολαιογράφου Γλυφάδας Μαρίας Κούσουλα.
Περαιτέρω προέκυψε ότι ο κατηγορούμενος είχε αναθέσει στον εγκαλούντα να ασκήσει αγωγές και να παρασταθεί κατά τη συζήτηση αυτών κατά των Χ. και Ι. Χ., Α. Μ. και Β. Σ. και της εταιρείας "Π.Π. ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε.", πράγμα το οποίο και έκανε. Πλήν όμως ο κατηγορούμενος οφείλει στον εγκαλούντα υπόλοιπο από τις αντίστοιχες αμοιβές του, αλλά και από αμοιβές του για την εκτέλεση άλλων εντολών και για το λόγο αυτό ο τελευταίος άσκησε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών την από 24-1-2005 αγωγή του κατά του κατηγορουμένου για την καταβολή του υπολοίπου αυτού, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ'αριθμ.633/2005 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου και ακολούθως η υπ'αριθμ.8114/2008 τελεσίδικη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία ο κατηγορούμενος υποχρεώθηκε στην καταβολή του ποσού των 4149,2 ευρώ.
Επί πλέον ο εγκαλών είχε αξιώσεις και εις βάρος της Α. Σ. για το υπόλοιπο αμοιβής του από την εκτέλεση των σχετικών εντολών τόσο από την ίδια, όσο και από τον αποβιώσαντα δικαιοπάροχό της Γ. Σ. και για το λόγο αυτό άσκησε κατ'αυτής την από 20-12-2004 αγωγή του ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ'αριθ.792/2005 απόφασή του, με την οποία η αγωγή έγινε δεκτή και η τελευταία υποχρεώθηκε να του καταβάλει το ποσό των 2930 ευρώ.
Όλα τα ανωτέρω τα γνώριζε ο κατηγορούμενος, ότι, δηλαδή ο θανών πατέρας του Γ. Σ. (το ορθό είναι Π.) και μετά το θάνατο του η μητέρα του Α. είχαν δώσει εντολή στον εγκαλούντα δικηγόρο για τις προαναφερθείσες δικαστικές ενέργειες, στις οποίες αυτός, προέβη, καθώς και ότι υπήρχαν οφειλές στον τελευταίο από τους ανωτέρω αλλά και από τον ίδιο.
Παρά ταύτα, ο κατηγορούμενος υπέβαλε στο Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών την από 4-10-2002 (με αριθμό 11252/2002) αναφορά του, σε συνδυασμό με την από 22-5-2002 (με αριθμό 4532/2002) αίτηση του με την οποία ζητούσε να του επιστραφούν από τον εγκαλούντα οι φάκελλοι δικογραφιών και τα σχετικά έγγραφα των υποθέσεων του πατέρα του Γ.
Π., ισχυριζόμενος ψευδώς ότι είχε εξοφληθεί και δεν οφείλεται τίποτα από τις αιτίες αυτές. Ισχυρίσθηκε επίπλεον ότι ο εγκαλών δεν ήταν συνεπής προς τις υποχρεώσεις του απέναντί τους, με αποτέλεσμα την ψυχική τους ταλαιπωρία και την οικονομική τους επιβάρυνση χωρίς αποτέλεσμα, ότι του ζητάει χρήματα για εργασία που δεν του ανέθεσαν και μάλιστα και από την Α.
Σ., η οποία δεν έχει καμιά σχέση με το συγκεκριμένο ακίνητο, αφού μόνοι κληρονόμοι ήταν τα παιδιά του (δηλ.ο ίδιος και ο αδελφός του) και ότι τις αξιώσεις του αυτές εγείρει ο εγκαλών εκμεταλλευόμενος το γεγονός ότι η Α. Σ. είναι αγράμματη και άρρωστη. Στη συνέχεια την 10-4-2003 κατέθεσε υπόμνημα στο Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών, ζητώντας την επιστροφή από τον εγκαλούντα των ανωτέρω φακέλλων δικογραφιών, καθώς και αυτών των προαναφερομένων προσωπικών του υποθέσεων (κατά Μ.
κ.λπ.) ισχυριζόμενος και πάλι ότι ο τελευταίος αδικαιολόγητα παρακρατεί αυτές, αφού δεν υφίσταται καμιά οφειλή του προς αυτόν. Ο κατηγορούμενος, ειδικότερα σε σχέση με τις υποθέσεις των γονέων του, γνώριζε την ανωτέρω πραγματική αλήθεια, δεδομένου ότι διέμενε μαζί τους και είχε ενεργό συμμετοχή στις υποθέσεις τους (βλ.τα υπ'αριθμ.6860/1999 πρακτικά και απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, όπου η κατάθεση της μάρτυρα Α.
Π.), ενώ σε σχέση με τις προσωπικές του γνώριζε ότι σε κάθε περίπτωση υπήρχε ανεξόφλητο υπόλοιπο της οφειλής του στον εγκαλούντα, όπως συνάγεται από το γεγονός ότι την 24-3-2005 κατέθεσε υπέρ αυτού στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων το ποσό των 611,50 ευρώ για εξόφληση αμοιβής για τις υποθέσεις Χ. και Μ. (βλ.σχετικό γραμμάτιο) και ως εκ τούτου δικαιολογημένα ο τελευταίος ασκούσε δικαίωμα επίσχεσης των φακέλλων των προαναφερομένων υποθέσεων αφού δεν είχαν ικανοποιηθεί οι νόμιμες οικονομικές του αξιώσεις.
Τα ως άνω δε έγγραφα (αναφορά και υπόμνημα) ο κατηγορούμενος υπέβαλε προς τον ΔΣΑ, προκειμένου να προκαλέσει την πειθαρχική δίωξη του εγκαλούντος, πράγμα, όμως που δεν επιτεύχθηκε, καθ'οσον, ύστερα από σχετική εξέταση των προβαλλομένων ισχυρισμών του κατηγορουμένου, η υπόθεση τέθηκε στο Αρχείο (βλ.την από 21-10-2005 βεβαίωση του Δ.Σ.Α.).
Με βάση όλα τα προεκτεθέντα, στοιχειοθετείται η αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της πράξεως της ψευδούς καταμηνύσεως για την οποία κατηγορείται για την οποία απαιτείται η καταμήνυση να είναι.....αντικειμενικώς αναληθής και...γνώση του κατά το χρόνο της καταμήνυσης ότι το περιεχόμενο της καταγγελίας του είναι αναληθής και αφορά αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση....και πρέπει συνεπώς, ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος.
Στη συνέχεια το Τριμελές Εφετείο κήρυξε ένοχο τον ήδη αναιρεσείοντα του ότι στην Αθήνα με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος της ψευδούς καταμηνύσεως ανέφερε ψευδώς εν γνώσει του για τον εγκαλούντα Α. Α. του Γ., δικηγόρο Α., στον Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών, ο οποίος έχει δικαιοδοσία να κρίνει τυχόν πειθαρχικά παραπτώματα των εγγεγραμμένων στο μητρώο του δικηγόρων, με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξη του εγκαλούντος για πειθαρχική παράβαση α)στις 4-10-2002, με την υπ'αριθμό 11252/2002 αναφορά του, με την οποία ισχυριζόταν (σε συνδυασμό με την με αριθμό 4532/22-5-2002 αίτησή του)ψευδώς ότι ο ανωτέρω δικηγόρος δεν του επέστρεφε τους φακέλους δικογραφίας και τα σχετικά έγγραφα του πατέρα του Γ.
Π. παρά το γεγονός ότι του είχαν ήδη καταβληθεί τα σχετικά έξοδα και η αμοιβή του, ότι συμβούλευσε τον ίδιο και την μητέρα του, Α. χα Γ. Π., το γένος Η. Σ., να ασκήσουν αγωγή "ακύρωσης συμβολαίου" αλλά "...δεν ήταν συνεπής προς τις υποχρεώσεις του απέναντί μας και προς τον όρκο του, με αποτέλεσμα να παρέλθει τόσο χρονικό διάστημα με ψυχική μας ταλαιπωρία και οικονομική επιβάρυνση, χωρίς κανένα αποτέλεσμα...", ότι τους ζητάει χρήματα για εργασία που δεν του ανέθεσαν, ότι "...ζητάει χρήματα από την Α.
Σ. περί κληρονομίας και επικαρπίας αφού καμία σχέση δεν μπορεί να έχει η Σ. με αυτά. Ως μόνοι κληρονόμοι ήταν τα παιδιά του...", ότι "...δυστυχώς προβαίνει σε αυτές τις ενέργειες γιατί γνωρίζει ότι είναι αγράμματη και άρρωστη και την κοροϊδεύει ώστε να αποσπάσει το δυνατόν περισσότερα χρήματα..." και ότι "...για όλα αυτά έχει προπληρωθεί και παρ'όλα αυτά ξαναζητάει χρήματα..." και β)στις 10 Απριλίου 2003, με υπόμνημα, στο οποίο ισχυριζόταν ψευδώς ότι ο ανωτέρω δικηγόρος δεν του επέστρεφε τους φακέλους των υποθέσεων του κατά Μ., Χ.
και Π. παρά το γεγονός ότι του είχαν ήδη καταβληθεί τα σχετικά έξοδα και η αμοιβή του, ενώ γνώριζε ότι τα αληθή είναι ότι κατά τον μήνα 1993, ο Γ. Π. έχοντας τη χρήση του λογικού του, έδωσε στον εγκαλούντα εντολή ασκήσεως αγωγής ακυρώσεως του με αριθμό ... συμβολαίου της Συμβ/φου Αθηνών Βασιλικής Παπαφωτίου κατά του Κ.
Π. και η Α. χήρα Γ. Π. το γένος Η. Σ. μοναδική κληρονόμος του περιγραφομένου στο ανωτέρω συμβόλαιο ακινήτου, του έδωσε εντολή, μετά τον από 21-1-2000 θάνατό του Γ. Π., να συνεχίσει τη σχετική δίκη ενώ ο κατηγορούμενος ουδέποτε του ανέθεσε σχετική εντολή και ότι ο εγκαλών άσκησε νόμιμο δικαίωμα επισχέσεως των εγγράφων της υποθέσεως της Α.
χήρας Γ. Π. το γένος Η. Σ. σχετικά με την ακύρωση του ανωτέρω συμβολαίου και των υποθέσεων του κατηγορουμένου κατά των Μ., Χ. και Π., που του είχαν ανατεθεί και τις οποίες είχε διεκπεραιώσει, μέχρι οι ανωτέρω να εξοφλήσουν οφειλόμενες αμοιβές και δαπανήματα, στα οποία προέβη για λογαριασμό τους. Καταδίκασε δε το δικαστήριο τον κηρυχθέντα ένοχο κατηγορούμενο σε ποινή φυλακίσεως πέντε (5) μηνών την οποία ανέστειλε επί τριετία και την υποχρέωση να πληρώσει στον παραστάντα ως πολιτικώς ενάγοντα άνω παθόντα ποσό 44 ευρώ για χρηματική ικανοποίησή του λόγω ηθικής βλάβης.
Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο Αθηνών διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο και στοιχειοθετούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία πείσθηκε γι'αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς με βάση τους οποίους τα υπήγαγε στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1α, 27 παρ.1, 98 παρ.1, 229 παρ.1 Π.Κ., που εφαρμόσθηκαν, τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, με ασαφείς ή ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές.
Ειδικότερα αιτιολογείται ο άμεσος δόλος του ήδη αναιρεσείοντος ότι κατήγγειλε ψευδώς τον εγκαλούντα πολιτικώς ενάγοντα δικηγόρο στον Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών, μέλος του οποίου ήταν, τόσο με την από 4 Οκτωβρίου 2002 αναφορά του όσο και με το υποβληθέν την 10 Απριλίου 2003 υπόμνημα του για το ότι δεν του επέστρεφε ο ανωτέρω δικηγόρος τους φακέλους δικογραφίας και τα σχετικά έγγραφα του πατέρα του Γ.
Π. και τους φακέλους των υποθέσεων του ιδίου του κατηγορουμένου κατά Μ., Χ. και Π. με την μνεία αναληθών γεγονότων και ότι ο κατηγορούμενος στην αναφορά αυτή και στην υποβολή του υπομνήματος προς τον Δικηγορικό Σύλλογο προήλθε προκειμένου να προκαλέσει την δίωξη του αντιδίκου δικηγόρου για πειθαρχική παράβαση.
Γίνεται στο σκεπτικό και στο διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως παράθεση συγκεκριμένων πραγματικών περιστατικών περί του ότι ο ήδη αναιρεσείων είχε γνώση της αναληθείας των καταγγελθέντων σε βάρος του εγκαλούντος-πολιτικώς ενάγοντος ως δικηγόρου με την πιο πάνω αναφορά του και το ακολούθως υποβληθέν υπόμνημα του κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα αυτά που αναφέρει ο αναιρεσείων στις καταγγελίες του, για άρνηση του ως άνω δικηγόρου να επιστρέψει τους φακέλους δικογραφίας και τα σχετικά έγγραφα του πατέρα του Γ.
Π. και τους φακέλους των υποθέσεων του ίδιου του κατηγορουμένου κατά Μ., Χ. και Π. παρά το γεγονός ότι του είχαν ήδη καταβληθεί τα σχετικά έξοδα και η αμοιβή του αλλά ότι λόγω οφειλών από αμοιβές και δαπάνες στις οποίες είχε προβεί για λογαριασμό των εντολέων του είχε ασκήσει ο ήδη εγκαλών-πολιτικώς ενάγων δικηγόρος νόμιμο προβλεπόμενο από το άρθρο 179 παρ.3 του Κώδικα περί δικηγόρων δικαίωμα επισχέσεως των εγγράφων της υποθέσεως της Α.
χήρας Γ. Π. το γένος Η. Σ. σχετικά με την ακύρωση του ανωτέρω συμβολαίου και των υποθέσεων του κατηγορουμένου κατά των προαναφερθέντων αντιδίκων του. Δεν στήριξε το δικάσαν Εφετείο την κρίση του για την αναλήθεια των όσων ισχυρίσθηκε ο ήδη αναιρεσείων κατηγορούμενος στην από 4-10-2002 αναφορά του και στο από 10-4-2003 υπόμνημα του προς τον Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών σε σχέση με τον εγκαλούντα-πολιτικώς ενάγοντα δικηγόρο και για την ενοχή του κατηγορουμένου μόνον στο στην κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος και στο γεγονός ότι από τον Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών μετά από εξέταση των ισχυρισμών του η υπόθεση τέθηκε στο Αρχείο αλλά κατέληξε στην καταδικαστική κρίση του εκτός από τα ανωτέρω αφού δέχθηκε ότι από όλα τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρει ότι έλαβε υπ'οψη και συνεκτίμησε μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και όλα τα αναφερόμενα ότι αναγνώσθηκαν έγγραφα προκύπτουν τα περιστατικά τα οποία αιτιολογημένα στηρίζουν τη συνδρομή των στοιχείων για το ψευδές της καταμηνύσεως και τη γνώση από τον κατηγορούμενο της αναληθείας των καταγγελθέντων.
Σχετικές με τα παραπάνω είναι οι παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως για το ότι υπήρχε ανεξόφλητο υπόλοιπο της οφειλής προς τον εγκαλούντα δικηγόρο που δικαιολογούσε την επίσχεση από τον τελευταίο των φακέλων των αντίστοιχων υποθέσεων ότι ο ήδη αναιρεσείων εκ των υστέρων την 24-3-2005 κατέθεσε υπέρ του εν λόγω δικηγόρου στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων ποσό 611,50 ευρώ για εξόφληση αμοιβής για τις υποθέσεις Χ.
και Μ.. Ακόμη σχετικά με την γνώση από τον αναιρεσείοντα της αναληθείας των καταγγελιών του και για τον σκοπό στον οποίο απέβλεπε να κινηθεί δηλαδή πειθαρχική δίωξη κατά του εγκαλούντος πολιτικώς ενάγοντος δικηγόρου είναι τα γενόμενα δεκτά από το Τριμελές Εφετείο ότι ασκήθηκε εκ μέρους του πολιτικώς ενάγοντος η από 24-1-2005 αγωγή του κατά του ήδη αναιρεσείοντος ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών για υπόλοιπο αμοιβών του και από τις άνω υποθέσεις και για εκτέλεση άλλων εντολών επι της οποίας εκδόθηκε η 633/2005 απόφαση του άνω δικαστηρίου και κατ'έφεση η 8114/2008 τελεσίδικη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία ο κατηγορούμενος υποχρεώθηκε να καταβάλει ποσό 4149,2 ευρώ στο ως άνω δικηγόρο, ενώ επί άλλης από 20-12-2004 αγωγής του τελευταίου κατά της Α.
Σ. για υπόλοιπο αμοιβής του από την εκτέλεση σχετικών εντολών τόσο από την ίδια όσο και από τον αποβιώσαντα δικαιοπάροχό της πατέρα του κατηγορούμενου εκδόθηκε από το Ειρηνοδικείο Αθηνών η 792/2005 που κατά παραδοχή της αγωγής υποχρέωσε την εναγόμενη με αυτή να καταβάλει στον ήδη εγκαλούντα δικηγόρο το ποσό 2930 ευρώ.
Πέραν των ανωτέρω οι παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως αφορούν και στην έκθεση περιστατικών που δικαιολογούν τη γνώση του ήδη αναιρεσείοντος περί του ότι ο πατέρας του είχε δώσει εντολή στον εγκαλούντα δικηγόρο να ασκήσει τις σχετικές αγωγές για ακύρωση του αναφερόμενου συμβολαίου που αφορούσε μεταβίβαση ακινήτου στον έτερο υιό του Κ.
Π. και για αναγνώριση δικαιώματος επικαρπίας του επί άλλου ακινήτου κατά του ως άνω ετέρου υιού του και ότι μετά το θάνατο του πατέρα του η Α. χήρα Γ. Π. το γένος Η. Σ. είχε δώσει εντολή στον ίδιο δικηγόρο να προβεί στις αναφερόμενες δικαστικές ενέργειες και να συνεχίσει τη διακοπείσα με τον θανατό του αρχικώς ενάγοντος δίκη στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και ότι έτσι δεν ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα όσα αντίθετα διέλαβε στις καταγγελίες του προς το Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών ο κατηγορούμενος για το ότι ο εγκαλών πολιτικώς ενάγων δεν ήταν συνεπής στις υποχρεώσεις έναντι αυτών ως εντολέων του ότι άφησε να παρέλθει ικανό διάστημα χωρίς αποτέλεσμα ταλαιπωρόντας τους ψυχικώς και επιβαρύνοντας τους οικονομικώς, ότι τους ζητούσε χρήματα για εργασία που δεν του ανέθεσαν και για υπόθεση στην οποία δεν ήταν κληρονόμος η Α.
Σ. αλλά τα παιδιά του Γ. Π. και ότι επιδίωκε να αποσπάσει περισσότερα χρήματα από την ανωτέρω Α. Σ. που ήταν αγράμματη και άρρωστη και την κοροϊδευε ενώ είχε αυτός προπληρωθεί. Οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι απορριπτέες.
Συνεπώς είναι αβάσιμος ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ ΚποιΔ για έλλειψη της επιβαλλόμενης από το Σύνταγμα και το νόμο ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως ως προς τη συνδρομή των στοιχείων της αντικειμενικής και υποκειμενικής υποστάσεως της πράξεως της ψευδούς καταμηνύσεως για την οποία καταδικάστηκε. Οι αιτιάσεις δε του αναιρεσείοντος κατά το μέρος που αφορούν στο ότι εσφαλμένα κρίθηκε από το δικάσαν Εφετείο ότι στοιχειοθετείται η αποδιδόμενη σ'αυτόν αξιόποινη πράξη μόνο στην αρχειοθέτηση από τον Δικηγορικό Σύλλογο της αρχικής αίτησης του και των επίμαχων λοιπών εγγράφων που αυτός υπέβαλε (αναφοράς και υπομνήματος)για να του επιστραφούν οι φάκελοι των δικογραφιών του πατέρα του και του ιδίου είναι ενόψει όσων προαναφέρθηκαν επίσης απορριπτέοι και δεν ιδρύουν παραδεκτό λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε'ΚΠοινΔ αφού δεν γίνεται μνεία συγκεκριμένης ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που να εφάρμοσε εσφαλμένως το ως άνω δικαστήριο στην οποία και μόνο να στήριξε τη συνδρομή των αντικειμενικών στοιχείων του εγκλήματος για το οποίο καταδίκασε τον κατηγορούμενο, παρ'οσα περί του αντιθέτου αβασίμως ισχυρίζεται με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως ο αναιρεσείων.
Από τη διάταξη του άρθρου 365 παρ.1 ΚΠοινΔ προκύπτει ότι δημιουργείται απόλυτη σύμφωνα με το άρθρο 171 παρ.1 εδαφ.δ'ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, η οποία ιδρύει λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ του ιδίου Κώδικα, στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο παρά την αίτηση του κατηγορούμενου ή του Εισαγγελέα δεν αναγνώσει στο ακροατήριο ένορκη κατάθεση μάρτυρα που λήφθηκε στην προδικασία και του οποίου η εμφάνιση στο ακροατήριο είναι αδύνατη, για τους λόγους που αναφέρονται στη διάταξη αυτή.
Δεν δημιουργείται ακυρότητα όταν το δικαστήριο αναγνώσει τέτοια κατάθεση μάρτυρα είτε κατόπιν αιτήσεως ή και αυτεπαγγέλτως και αν ακόμη δεν βεβαίωσε ότι η εμφάνισή του ήταν αδύνατη εφόσον ο κατηγορούμενος δεν αντελεξε στην ανάγνωση αυτή. Σε περίπτωση εναντίωσης του κατηγορουμένου η ανάγνωση και λήψη υπόψη από το δικαστήριο τέτοιας ένορκης μαρτυρικής κατάθεσης που δόθηκε στην προδικασία παραβιάζεται δικαίωμα που παρέχεται σε κάθε κατηγορούμενο από το άρθρο 6 παρ.3 στοιχ.δ'της ΕΣΔΑ (ν.δ.53/1974) και το άρθρο 14 παρ.3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα (ν.2462/1997)να εξετάσει τους μάρτυρες κατηγορίας κατ'αντιδικία, εκτός εάν το δικαστήριο κρίνει, παρά την εναντίωση στην ανάγνωση της καταθέσεως μάρτυρα της προδικασίας, αιτιολογημένα ότι η εμφάνιση του εν λόγω μάρτυρα στο ακροατήριο είναι ανέφικτη.
Στην προκειμένη περίπτωση από τα πρακτικά της δίκης κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι μεταξύ των εγγράφων που αναφέρονται ότι αναγνώσθηκαν περιλαμβάνεται και η από 18-11-2005 ένορκη εξέταση της μάρτυρος Π. Μ. του Γ. λόγω αναφερόμενης αδυναμίας προσελεύσεώς της ως ήδη αγνώστου διαμονής κατά την από 25-11-2008 βεβαίωση του επιμελητή δικαστηρίων Γ.
Μ. ενώ δεν προκύπτει από τα πρακτικά αυτά της κατ'έφεση δίκης, που δεν προσβάλλονται για πλαστότητα ούτε υποβλήθηκε αίτημα για διόρθωση τους κατά τη διαδικασία του άρθρου 145 ΚΠοινΔ ότι υπέβαλε ο ήδη αναιρεσείων κατηγορούμενος ή ο συνήγορος υπερασπίσεως του αίτημα για ανάγνωση των προανακριτικών ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων του Θ.
Α. και Μ. Π. αλλά ότι ο πολιτικώς ενάγων μόνον προέβαλε αντιρρήσεις για την ανάγνωση των. Επομένως ελλείψει αιτήματος του ήδη αναιρεσείοντος που να προκύπτει ότι υπεβλήθη κατά την ακροαματική διαδικασία στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση για ανάγνωση ληφθεισών κατά την προδικασία ενόρκων καταθέσεων μαρτύρων δεν δημιουργήθηκε ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο από τη μη ανάγνωση στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο της προανακριτικής καταθέσεως του Θ.
Α. και ο σχετικός περί του αντιθέτου λόγος αναιρέσεως από τις άνω διατάξεις είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Όσον αφορά τις αιτιάσεις που προβάλλονται από τον αναιρεσείοντα με τους κατ'άρθρο 509 ΚΠοινΔ προταθέντες από 18-11-2010 προσθέτους λόγους αναιρέσεως που κατατέθηκαν την ίδια ημέρα στο γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου παρατηρούνται τα εξής:
Κατά το άρθρο 10 παρ.1 του Συντάγματος καθένας ή πολλοί μαζί έχουν το δικαίωμα τηρώντας τους νόμους του Κράτους να αναφέρονται εγγράφως στις αρχές, οι οποίες είναι υποχρεωμένες να ενεργούν σύντομα κατά τις κείμενες διατάξεις και να απαντούν αιτιολογημένα σε εκείνον που υπέβαλε την αναφορά, σύμφωνα με το νόμο.
Κατά την παράγραφο 2 του πιο πάνω άρθρου "μόνο μετά την κοινοποίηση της τελικής αποφάσεως της αρχής στην οποία απευθύνεται η αναφορά και με την άδειά της, επιτρέπεται η δίωξη εκείνου που την υπέβαλε για παραβάσεις που τυχόν υπάρχουν σ'αυτή". Εξ άλλου, κατά την παρ.1 του άρθρου 2 του ν.δ.796/1971, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 7 του από 18-1-1975 Δ' ψηφίσματος της Ε'Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων και στη συνέχεια με το άρθρο 112 παρ.1 του Συντάγματος αναφορά κατά την έννοια του άρθρου 20 του κειμένου του Συντάγματος του 1968 που είχε παρόμοια διατύπωση με αυτή του πιο πάνω άρθρου 10 του ισχύοντος Συντάγματος του 1975 θεωρείται το έγγραφο που διαλαμβάνει αιτιάσεις κατά ενεργείας ή παραλείψεως κάποιας αρχής ή οργάνου της, εκτός από εκείνες που αφορούν κυβερνητικές πράξεις και το οποίο περιέχει αμέσως ή εμμέσως αίτηση για επανόρθωση ή αποτροπή ηθικής ή υλικής βλάβης.
Κατά τη παράγραφο 2 του ιδίου άρθρου δεν θεωρείται οπωσδήποτε αναφορά: α)αίτηση για παροχή απλών πληροφοριών, β)ένδικο μέσο ή δικαστική πράξη ενώπιον κάθε δικαστηρίου και γ)ενδικοφανής προσφυγή προβλεπόμενη από το νόμο και τέλος κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 3 του αυτού ν.δ.796/1971, η αναφορά απευθύνεται στην αρμόδια αρχή ή στην προϊσταμένη της αρχή ή σ'αυτήν που την εποπτεύει.
Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων σαφώς συνάγεται ότι τότε μόνον ορισμένο έγγραφο έχει κατά την έννοια αυτών τον χαρακτήρα της αναφοράς, ώστε η ποινική δίωξη εκείνου που την υποβάλλει να υπόκειται στις προϋποθέσεις της παρ.2 του άρθρου 10 του Συντάγματος, όταν α)περιλαμβάνει αιτιάσεις κατά ενέργειας ή παραλείψεως κάποιας αρχής ή οργάνου της β)περιέχει συγχρόνως, αμέσως ή εμμέσως, αίτημα για επανόρθωση ή αποτροπή ηθικής ή υλικής βλάβης και γ)απευθύνεται σε αρχή η οποία ασκεί διοικητική εξουσία και είναι από το νόμο αρμόδια και υπόχρεη να επανορθώσει ή να αποτρέψει επιζήμιες συνέπειες που επήλθαν από την ενέργεια ή την παράλειψη (Ολ.ΑΠ 1241/1984).
Αν λείπει οποιαδήποτε από τις παραπάνω προϋποθέσεις, δεν έχουν εφαρμογή οι περί απαραδέκτου της ποινικής διώξεως διατάξεις των άρθρων 41, 54 και 370 εδαφ.γ'του ΚΠοινΔ λόγω μη συνδρομής των όρων του άρθρου 10 παρ.2 του Συντάγματος, το δε δικαστήριο που παρόλα αυτά κηρύσσει απαράδεκτη την ασκηθείσα ποινική δίωξη κατ'αυτού που υπέβαλε αναφορά η οποία δεν απολαμβάνει την ως άνω προστασία υποπίπτει σε αρνητική υπέρβαση εξουσίας, ιδρύουσα κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Η'περιπτ.δ'του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση τόσο η από 4-10-2002 με αριθμό 11252/2002 αναφορά που υπέβαλε ο αναιρεσείων στο Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών όσο και το από 10-4-2003 κατατεθέν ακολούθως υπόμνημά του με αίτημα να του επιστραφούν από τον εγκαλούντα δικηγόρο οι φάκελοι δικογραφιών και τα σχετικά έγγραφα των υποθέσεων του πατέρα του Γ.
Π. και οι φάκελοι των προαναφερομένων προσωπικών υποθέσεων του ιδίου κατά Μ., Χ. και Π. διελάμβαναν αιτιάσεις κατά του εγκαλούντος ως δικηγόρου μέλους του εν λόγω δικηγορικού συλλόγου που ήταν ικανές σε περίπτωση που ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα να προκαλέσουν καταδίωξη του δικηγόρου αυτού για πειθαρχικές παραβάσεις και έγινε δεκτό από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι για τον σκοπό αυτό έγιναν από τον κατηγορούμενο με τον τρόπο αυτόν οι σχετικές καταγγελίες εν γνώσει της αναλήθειας των περιστατικών που περιλαμβάνονταν στην ανωτέρω αναφορά και στο ακολούθως υποβληθέν υπόμνημα.
Η από 4-10-2002 αναφορά και το από 10-4-2003 υπόμνημα του αναιρεσείοντος με το γενόμενο δεκτό από το Δικαστήριο της ουσίας προαναφερθέν περιεχόμενο των δεν αφορούσαν αιτήματα για αποτροπή ή επανόρθωση υλικής ή ηθικής βλάβης του κατηγορουμένου από τις καταγγελόμενες πράξεις ή παραλείψεις του ανωτέρω δικηγόρου.
Εξάλλου ο Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών ως προϊσταμένη αρχή του καταγγελομένου δικηγόρου δεν έχει από τις διατάξεις του κώδικα περί δικηγόρων την αρμοδιότητα εκδόσεως πράξεων σε βάρος των μελών του δικηγόρων με τις οποίες να επιβάλλεται η παράδοση ή απόδοση προς τους εντολείς των εγγράφων και δικογραφιών υποθέσεών τους είτε η αποκατάσταση ζημιών από άστοχο χειρισμό ανατεθεισών σ'αυτούς από εντολείς των υποθέσεων.
Έτσι η παραπάνω από 4-10-2002 και το από 10-4-2010 υπόμνημα του ήδη αναιρεσείοντος δεν έφερε το χαρακτήρα της αναφοράς με την έννοια των προμνημονευομένων διατάξεων του Συντάγματος και του ν.δ.796/1971 και κατ'ακολουθίαν δεν χρειαζόταν άδεια του Δικηγορικού Συλλόγου ως αρχής κατά το άρθρο 54 ΚΠοινΔ για να ασκηθεί κατά του καταγγείλαντος ποινική δίωξη για ψευδή καταμήνυση.
Δεν υπερέβη το Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση την εξουσία του από το ότι δεν κήρυξε απαράδεκτη την ποινική δίωξη για την άνω πράξη κατά του ήδη αναιρεσείοντος λόγω μη κοινοποιήσεως σ'αυτόν της τελικής αποφάσεως του Δικηγορικού Συλλόγου επι του αιτήματος της αναφοράς του για την επιστροφή ή μη των αναφερομένων φακέλων δικογραφιών και άνευ προηγούμενης άδειας του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών για τη δίωξη.
Όσα περί του αντιθέτου ισχυρίζεται ο αναιρεσείων είναι απορριπτέα και ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Η' ΚΠοινΔ λόγος που προβάλλεται με τον πρώτο από τους προσθέτους λόγους αναιρέσεως είναι αβάσιμος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 364 παρ.1α του ΚΠοινΔ στο ακροατήριο διαβάζονται οι εκθέσεις των ανακριτικών υπαλλήλων που συντάχθηκαν κατά τους νομίμους τύπους καθώς και τα υπόλοιπα έγγραφα που υποβλήθηκαν κατά τη διάρκεια της αποδεικτικής διαδικασίας και δεν αμφισβητήθηκε η γνησιότητά τους. Κατά τη διάταξη της παρ.2 εδαφ.β'του ιδίου Κώδικα αναγιγνώσκονται στο ακροατήριο και από άλλη ποινική ή πολιτική δίκη επί της οποίας έχει εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση, αν το δικαστήριο κρίνει ότι η ανάγνωση αυτή είναι χρήσιμη.
Η ανάγνωση τέτοιων αποφάσεων από άλλη ποινική δίκη ή αποφάσεων από πολιτική δίκη χωρίς να προκύπτει ότι είναι αμετάκλητες δεν δημιουργείται λόγος ακυρότητας της διαδικασίας αφού δεν απαγγέλλει το άρθρο 364 ΚΠοινΔ τέτοια κύρωση. Στην προκειμένη περίπτωση αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι μεταξύ των άλλων αναγνωσθέντων εγγράφων που λήφθηκαν υπόψη από το Δικαστήριο που την εξέδωσε περλαμβάνονται η 699/2005 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών και κατ'έφεση η 8114/2008 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και ο αναιρεσείων παραπονείται ότι η ανάγνωση των εχώρησε κατά παράβαση του άρθρου 364 παρ.2 ΚΠοινΔ χωρίς να έχει καταστεί αμετάκλητη η τελευταία κατά της οποίας έχει ασκηθεί, όπως ισχυρίζεται η από 30-7-2009 αίτηση αναιρέσεως.
Οι προβαλλόμενες με το δεύτερο από τους προσθέτους λόγους αναιρέσεως σχετικές με τα ανωτέρω αιτιάσεις είναι απορριπτέες ως μη νόμιμες διότι αναφέρονται σε πλημμέλεια εσφαλμένης εφαρμογής δικονομικής διατάξεως η παραβίαση της οποίας όπως προαναφέρεται παραπάνω δεν επάγεται ακυρότητα. Κατ'ακολουθίαν όλων αυτών και λαμβανομένου υπόψη ότι οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος που προβάλλονται με το δικόγραφο της κύριας αιτήσεως και εκείνα των προσθέτων λόγων αφορούν την διαφορετική αξιολόγηση των αποδείξεων με συνέπεια να είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες καθόσον έτσι πλήττεται η περί των πραγμάτων ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η υπό κρίση αναιρέσεως όπως διαμορφώθηκε από τους πρόσθετους λόγους αυτής και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (αρθρ.583 παρ.1 ΚΠοινΔ) και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος (αρθρ.176, 183 ΚΠολΔ).
Για τους λόγους αυτούς
Απορρίπτει την από 7-7-2010 δήλωση-αίτηση του Ν. Π. για αναίρεση της υπ'αριθμό 371/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (Πλημμελημάτων). Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος Α. Α. που ανέρχεται σε πεντακόσια (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Δεκεμβρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 31 Δεκεμβρίου 2010.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ