Supreme Court dismisses appeal and retrial request as untimely and procedurally defective due to missed deadlines.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal and retrial request against a final judgment, ruling them inadmissible due to procedural defects. The appellant failed to file the retrial request within the strict thirty-day limit following the removal of the impediment, and the appeal was filed after the three-year statutory period. Consequently, the court rejected the claims and ordered the appellant to bear the legal costs of the State.
Legislator headnote
AI generatedArticles 564(3), 152(1), 153, 155(1), 156, 158 of the Code of Civil Procedure; The appeal must be filed within three years from the publication of the final judgment, while the retrial request must be submitted within thirty days of the removal of the impediment or knowledge of the fault, failing which the request is inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 2064 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2064/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη και Δημήτριο Μαζαράκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Μαρτίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος - αιτούντος την επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση: Συνεταιρισμού με την επωνυμία "Αναγκαστικός Συνεταιρισμός διαχειρίσεως αδιαιρέτου δάσους Παγώντα" που εδρεύει στον Παγώντα Ευβοίας και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Γεώργιο Ορφανίδη και Ιωάννη Τριμίντζιο.
Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, όπως εκπροσωπείται νόμιμα από τον κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα κ. Υπουργό των Οικονομικών, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο του Παναγιώτη Αθανασούλη Πάρεδρο Ν.Σ.Κ. με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-5-1994 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 149/1995 μη οριστική, 397/1997 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5972/1999 του Εφετείου Αθηνών. Κατά της ανωτέρω εφετειακής απόφασης ασκήθηκε αίτηση αναίρεσης και εκδόθηκε η 1035/2002 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία αναίρεσε την απόφαση αυτή και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Αθηνών. Το Εφετείο Αθηνών εξέδωσε την 4570/2003 απόφαση, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 27-2-2007 αίτησή του, με τους από 4-1-2008 πρόσθετους λόγους και με την από 27-02-2007 αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μαζαράκης ανέγνωσε την από 10-3-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων. Οι πληρεξούσιοι του αναιρεσείοντος ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων αναιρέσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 564 παρ. 3 ΚΠολΔ αν η απόφαση δεν επιδόθηκε η προθεσμία της αναίρεσης είναι τρία χρόνια και αρχίζει από τη δημοσίευση της απόφασης που περατώνει τη δίκη (καταχρηστική προθεσμία). Το εκπρόθεσμο της αναιρέσεως ερευνάται αυτεπαγγέλτως με βάση τα έγγραφα της δικογραφίας και απορρίπτεται αυτή ως απαράδεκτη (Ολ.
ΑΠ 412/1981). Εξάλλου από τις διατάξεις των άρθρων 152 παρ. 1, 153, 155 παρ. 1, 156 και 158 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι αν κάποιος διάδικος δεν μπόρεσε να τηρήσει κάποια προθεσμία, εξαιτίας ανώτερης βίας ή δόλου του αντιδίκου του, μπορεί να ζητήσει την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση μέσα σε προθεσμία τριάντα ημερών από την ημέρα άρσης του εμποδίου, που συνιστούσε την ανώτερη βία ή της γνώσης του δόλου, με το ίδιο ή χωριστό δικόγραφο ή ακόμη και με τις προτάσεις.
Οι καταχρηστικές όμως προθεσμίες δεν είναι δεκτικές αποκατάστασης με την επαναφορά στην προηγούμενη κατάσταση, διότι αυτές τάσσονται από το νόμο με σκοπό τη δημιουργία διαδικαστικής βεβαιότητας και ασφάλειας των συναλλαγών, το δε χρονικό διάστημα που προβλέπεται σ' αυτές αποτελεί αποσβεστικό λόγο της ασκήσεως του ενδίκου μέσου, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι προσωπικές συνθήκες των διαδίκων που συνιστούν την ανώτερη βία ή τον δόλο του αντιδίκου, εξαιτίας των οποίων δεν μπόρεσαν να τηρήσουν την ανωτέρω προθεσμία.
Η ερμηνεία αυτή δεν είναι αντίθετη με τα άρθρα 20 παρ. 1 του Συντάγματος, 6 παρ. 1 και 13 της ΕΣΔΑ, διότι η τριετής προθεσμία του άρθρου 564 παρ. 3 ΚΠολΔ εξασφαλίζει το δικαίωμα παροχής έννομης προστασίας από τα δικαστήρια και κατοχυρώνει το δικαίωμα του ατόμου για δίκαιη δίκη και προσφυγή στο δικαστήριο (ΑΠ 1471/2007, ΑΠ 1111/2005).
Στην προκείμενη περίπτωση από τα διαδικαστικά έγγραφα που προσκομίζονται προκύπτουν τα ακόλουθα: Η προσβαλλομένη 4570/2003 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που δημοσιεύτηκε στις 2-6-2003, δεν έχει επιδοθεί και κατά συνέπεια η προθεσμία της αναίρεσης κατ' αυτής (τρία χρόνια) έληγε στις 3-6-2006 (άρθρα 144 παρ. 1, 145 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Από την επί του δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως καταχωρημένη έκθεση κατάθεσης δικογράφου με αριθμό 255/27-2-2007 του Γραμματέα του Εφετείου Αθηνών προκύπτει ότι η αναίρεση ασκήθηκε στις 27-2-2007, ήτοι μετά την πάροδο τριών ετών από τη δημοσίευση της προσβαλλομένης αποφάσεως. Επομένως, η σωρευόμενη στο δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως αίτηση για επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, με την οποία ζητείται να θεωρηθεί η αίτηση αναιρέσεως εμπρόθεσμη, λόγω του ότι ο αναιρεσείων δεν μπόρεσε να την ασκήσει εντός της ανωτέρω (καταχρηστικής) προθεσμίας, εξαιτίας δόλου (αντιφατικής συμπεριφοράς), του αντιδίκου καθού Ελληνικού Δημοσίου, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη κατά τα ανωτέρω.
Σε κάθε περίπτωση η ασκηθείσα αίτηση για επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, καθόσον η αίτηση αυτή είτε ασκείται με το ίδιο δικόγραφο της αναίρεσης είτε με χωριστό δικόγραφο κατατίθεται σύμφωνα με τις διατάξεις για την άσκηση της αγωγής, δηλαδή με κατάθεση στη γραμματεία του δικαστηρίου που απευθύνεται και επιδίδεται αντίγραφό του στον αντίδικο (άρθρο 215 παρ. 1 ΚΠολΔ) και έτσι για την ολοκλήρωση της ασκήσεως της αιτήσεως επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση δεν αρκεί η εντός των τριάντα ημερών, που αποτελούν την προθεσμία ασκήσεως της αιτήσεως, κατάθεση του δικογράφου στη γραμματεία, αλλ' απαιτείται και η, μέσα στην ίδια προθεσμία, επίδοση αυτού στον αντίδικο του αιτούντος (ΑΠ 376/2008, ΑΠ 205/2003), στην προκείμενη δε περίπτωση, όπως προκύπτει από την επί του κοινοποιηθέντος αντιγράφου της αιτήσεως αναιρέσεως με τη σωρευόμενη αίτηση για επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση από 23-3-2007 σημείωση του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ..., η ένδικη αίτηση επαναφοράς επιδόθηκε στο καθού στις 23-3-2007, ήτοι μετά την πάροδο των τριάντα ημερών από την ημέρα (29-1-2007) της κατά τον αιτούντα-αναιρεσείοντα άρσης του εμποδίου, που συνιστούσε την ανώτερη βία ή της γνώσης του δόλου.
Εξάλλου, και η με ξεχωριστό δικόγραφο επίσης από 27-2-2007 αίτηση για επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, με την οποία ζητείται να θεωρηθεί η αίτηση αναιρέσεως ως εμπρόθεσμη, λόγω του ότι ο αναιρεσείων δεν μπόρεσε να την ασκήσει εντός της ανωτέρω (καταχρηστικής) προθεσμίας, εξαιτίας δόλου (αντιφατικής συμπεριφοράς), του αντιδίκου καθού Ελληνικού Δημοσίου, και η οποία μάλιστα επιδόθηκε στο τελευταίο μετά την πάροδο των τριάντα ημερών από την ημέρα (29-1-2007) της κατά τον αιτούντα-αναιρεσείοντα άρσης του εμποδίου, που συνιστούσε την ανώτερη βία ή της γνώσης του δόλου, είναι και αυτή απορριπτέα ως απαράδεκτη κατά τα ανωτέρω (βλ.
την επί του κοινοποιηθέντος αντιγράφου της αιτήσεως αναιρέσεως από 23-3-2007 σημείωση του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ...). Επομένως και η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως είναι απαράδεκτη ως εκπρόθεσμη και πρέπει να απορριφθεί, καταδικαστεί δε ο αναιρεσείων Συνεταιρισμός στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), μειωμένα όμως κατά το άρθρο 22 ν. 3693/1957.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27-2-2007 αίτηση και τους από 4-1-2008 πρόσθετους λόγους του Συνεταιρισμού με την επωνυμία <Αναγκαστικός Συνεταιρισμός διαχειρήσεως αδιαιρέτου δάσους Παγώντα> για αναίρεση της 4570/2003 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών με τη σωρευόμενη στο ίδιο δικόγραφο αίτηση για επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, καθώς και την ασκηθείσα με το από 27-2-2007 χωριστό δικόγραφο ίδια αίτηση.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα Συνεταιρισμό στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου, τα οποία καθορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Ιουνίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Οκτωβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ